Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Το Ρωμέικο Οικονομικό Μοντέλο

http://isocratesbee.files.wordpress.com/2010/06/ceb8ceb5cf81ceb9cf83cebccebfcf82.jpg

“Τρείς αδελφοί συμφώνησαν να θερίσουν εξήντα στρέμματα χωράφι. Την πρώτη ημέρα όμως που έπιασαν δουλειά έτυχε ν’ αρρωστήση ο ένας απο τους τρείς και αναγκάστηκε να γυρίση πίσω στην σκήτη.

Οι άλλοι δύο που έμειναν είπαν μεταξύ τους·
- Δεν κάνομε μιά μικρή προσπάθεια να θερίσωμε κι εκείνο που αναλογεί στον αδελφό; Με την ευχή του θα το κατορθώσουμε.

Το είπαν και το έκαναν. Όταν τελείωσε το θέρισμα, εκάλεσαν τον αδελφό να πάρη τον μισθό του.
- Ποιό μισθό; έλεγε εκείνος. Αφού δεν πρόλαβα να θερίσω.
- Με την ευχή σου έγινε όπως πρέπει η δουλειά, του απαντούσαν οι δύο άλλοι. Έλα τώρα να πληρωθής.

Επειδή εκείνος δεν εδέχετο να πάρη μισθό και οι άλλοι επέμεναν να του δώσουν, για να μη φιλονικούν επήγαν σ’ ένα γείτονά τους Γέροντα να τους λύση τη διαφορά.

- Αββά, άρχισε ο πρώτος ο αδελφός που είχε αρρωστήσει, πήγαμε οι τρείς μας να θερίσωμε. Εγώ όμως, προτού πιάσω δρεπάνι στο χέρι, αρρώστησα και έφυγα. Οι αδελφοί εδώ με αναγκάζουν τώρα να πάρω μισθό, που δεν εργάστηκα. Το βρίσκεις δίκαιο αυτό;

- Αββά, επενέβησαν οι άλλοι, οι τρείς μαζί αναλάβαμε εξήντα στρέμματα χωράφι. Αν θερίζαμε όλοι, είναι απίθανο να τελειώναμε στην ωρισμένη προθεσμία, Όμως με την ευχή του αδελφού οι δύο μας το βγάλαμε εις πέρας πολύ πιο γρήγορα. Δεν είναι λοιπόν δίκαιο να πάρη το μισθό του;

Ο Γέροντας εθαύμασε την αγάπη των αδελφών εκείνων. Επήρε ευθύς το ξύλο κι έκρουσε για να μαζευτούν όλοι οι Μοναχοί της σκήτης σε σύναξι.

– Ελάτε, Πατέρες και αδελφοί, να κάνωμε σήμερα μιά δίκη, τους είπε, όταν συγκεντρώθηκαν, και διηγήθηκε την υπόθεσι. Το αποτέλεσμα ήτο να αναγκάσουν τον αδελφό να πάρη το μισθό του. Εκείνος τον επήρε κλαίγοντας κι έλεγε διαρκώς, πως την ημέρα εκείνη οι αδελφοί τον είχαν αδικήσει.”

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

o δρόμος

Ο χρόνος παρών

αγέρωχος, αδυσώπητος.

Μακιγιάρεται ή μασκαρεύεται

στο παρελθόν

ανάμεσα σε πέτρες και περιστήλια,

σε μνήματα και απουσίες.

Ερωτοτροπεί με το αύριο,

προσκαλεί και καρτερεί το μεθαύριο,

την κατάργησή του.

Κι εκεί

στα αμπέλια της Γαλλίας,

στα αμπέλια του κόσμου,

το Σήμερα,

η Ελπίδα, η Χαρά,

χαρίζεται και χαρίζει.

Η κοινωνία

χωρίς τέλος, χωρίς χρόνο,

χωρίς φόβο, χωρίς αμφιβολία.

Νυνί δε πάντων μένει

η Αγάπη.

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Όταν κοπάζει ο θόρυβος (Τίτος Πατρίκιος)

Για το ψωμί το δίκιο την αλήθεια, ίσως και να μη φτάνει μια ζωή.
Μα τη ζωή μου την ένιωσα ζωή μες στον αγώνα, αδέλφια.
Και για να μάθω να μιλώ, όταν ο τρόμος τα στόματα βουβαίνει
Να μάθω να ανορθώνομαι, όταν θεριεύει ο θάνατος
Για να μπορώ τα ίδια τα λάθη μας να αντέχω
πόσες αδυναμίες έπρεπε να κατανικήσω,
με πόσες πρέπει κάθε στιγμή να αντιπαλεύω.

Όμως μονάχα τούτη την αδυναμία, συγχωρήστε μου,
όταν κοπάζει ο θόρυβος και μένω μοναχός με ένα μου αγαπημένο πρόσωπο
για την αγάπη του που ολόκληρος διψάω δεν μπορώ ν’ αγωνιστώ.
Αν την επιδιώξω τη χάνω.
Αν τη διεκδικήσω τη σκοτώνω.


Αδέλφια μου συγχωρήστε με, μα η αγάπη που πιο βαθιά γυρεύω, πρέπει να μου δοθεί μονάχη.

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

Ο Ὕμνος τῆς Ἀγάπης

Α’ ἐπιστολὴ Παύλου πρὸς Κορινθίους (ιβ’ 27 – ιγ’ 13)


Ἀδελφοὶ, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὔς μὲν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι;ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα· καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὀδὸν ὑμῖν δείκνυμι. Αδέλφια μου, εσείς όλοι αποτελείτε το σώμα του Χριστού και είσθε μέλη του, όπου ο καθένας έχει τη δική του θέση. Και πρώτα μεν ετοποθέτησε ο Θεός τους αποστόλους, σε δεύτερη θέση τους προφήτες, σε τρίτη θέση οι διδάσκαλοι. Έπειτα ο Θεός άλλους έθεσε να ποιούν θαύματα, άλλους θεραπείες, άλλους να προστατεύουν τους αδυνάμους και ασθενείς, σε άλλους έδωσε χαρίσματα κυβερνήσεως και σε άλλους χαρίσματα ξένων γλωσσών. Δεν είναι όλοι απόστολοι, ούτε όλοι προφήτες, ούτε όλοι διδάσκαλοι. Δεν είναι όλοι θαυματουργοί, ούτε όλοι θεραπευτές, ούτε όλοι ομιλούν και διερμηνεύουν ξένες γλώσσες. Εσείς επιδιώκετε με ζήλο τα καλύτερα χαρίσματα, και για τούτο το λόγο σας δεικνύω μία οδό ανώτερη:
Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. Εάν υποθέσομε ότι ομιλώ τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμη και των αγγέλων, δεν έχω όμως αγάπη, οι λόγοι μου ακούονται ως χάλκινος κώδωνας ή αλαλαγμός κυμβάλου. Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και κατέχω όλα τα μυστήρια του Θεού και όλη τη γνώση, και εάν ακόμη έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ όρη, δεν έχω όμως αγάπη, δεν είμαι τίποτε. Και εάν διαθέσω τα υπάρχοντά μου στους πτωχούς, και εάν παραδώσω το σώμα μου για να καώ, δεν έχω όμως αγάπη, δεν ωφελούμαι σε τίποτε από αυτές τις θυσίες.
Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἐαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Εκείνος ο οποίος αγαπάει είναι μακρόθυμος κι ανεκτικός, είναι καλωσυνάτος, ευργετικός και ωφέλιμος, δε ζηλοφθονεί, δεν υπερηφανεύεται, δεν φέρεται με αλαζονεία και προπέτεια, δεν πράττει άσχημα, δε ζητεί τα δικά του συμφέροντα, δε ερεθίζεται από θυμό και οργή, δε σκέπτεται ποτέ κακό κατά του πλησίον, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν. Δεν χαίρεται όταν βλέπει να γίνεται αδικία, χαίρεται όμως όταν βλέπει την αλήθεια να επικρατεί. Η αγάπη τα πάντα ανέχεται, στα πάντα εμπιστεύεται, για πάντα ελπίζει, τα πάντα υπομένει.
Ἡ άγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει· εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται. ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· ὅταν δὲ ἔλθη τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμουν· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ έπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. Η αγάπη ποτέ δεν εκπίπτει αλλά μένει πάντοτε ισχυρή: τα χαρίσματα είτε είναι προφητείες θα καταργηθούν, είτε είναι ξένες γλώσσες θα παύσουν, είτε είναι γνώση θα καταργηθεί και αυτή. Διότι τώρα εν μέρει και όχι τέλεια γνωρίζουμε και προφητεύουμε, όταν όμως έλθει το τέλειον, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, ως νήπιο μιλούσα, ως νήπιο σκεπτόμουν, ως νήπιο συλλογιζόμουν. Όταν όμως έγινα άνδρας, κατήργησα πλέον εκείνα τα νηπιώδη. Διότι τώρα βλέπομε όπως σε ένα κάτοπτρο θαμπά και μας μένουν ανεξήγητα αινίγματα. Όταν όμως έλθει το τέλειο, θα ιδούμε φανερά και καθαρά, όπως πρόσωπο με πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνον ένα μέρος της αλήθειας, τότε όμως θα λάβω τόσο τέλεια γνώση, όσο με γνωρίζει ο Παντογνώστης.
νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ άγάπη. Αυτά θα γίνουν, τώρα δε μένουν η πίστις, η ελπίς, η αγάπη, αυτά τα τρία: μεγαλύτερη δε από αυτά είναι η αγάπη.

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Πως μαθαίνεται η αγάπη άραγε;



Μαθαίνουμε ν' αγαπάμε κυρίως μέσα από τα τραγούδια;
Ακούω παλιά τραγούδια και βρίσκω στίχους που νομίζω έχουν προκαθορίσει το ποιά είμαι. Συχνά αναρωτιέμαι το ποιά θα ήμουν δίχως αυτό το τραγούδι, αυτό το ποιήμα ή η αυτή την ταινία.
Αυτό το τραγούδι σημάδεψε μιά ολόκληρη εποχή.
Είχε πεθάνει ο πατέρας μου και όπως έχω ξαναγράψει κλείστηκα σε έναν κόσμο σιωπής γιά δυό χρόνια. Ο σκύλος μου ο Γκρούβυ και το κόκκινο κασετόφωνο που μου έφερε δώρο η μητέρα μου και το Jesus Christ Superstar που ήταν οι πρώτες κασέτες που απέκτησα. Κι' αυτό το τραγούδι που το έπαιζα ξανά και ξανά.
Πως να τον αγαπούσα; Υπήρχε κάποιος τρόπος άραγε να φτάσει η φωνή μου κοντά του, να την νοιώσει εκεί που βρισκόταν; Και δεν θα τον ξεχνούσα ποτέ ποτέ ποτέ. Κι' αν η αγάπη μου ήταν αρκετή ίσως να έμενε γιά πάντα κοντά μου. Γιά πολλά χρόνια έβλεπα στον ύπνο μου ότι ξαναγύριζε.
Κάποια στιγμή μετά από τρία νομίζω χρόνια το πένθος είχε λίγο καταλαγιάσει. Εκρυψα τις κασσέτες και δεν το άκουσα ξανά. Επειδή ανήκα στους ζωντανούς, επειδή με πονούσε αφάνταστα και έπρεπε να σταματήσω να ξύνω την πληγή. Κι' έπρεπε επιτέλους να συνεχίσω την ζωή μου.
Στον ενήλικο κόσμο μου πάλι σιωπή. Και μπορώ ν' ακούω αυτό το τραγούδι όσες φορές θέλω αλλά μόνο με τ' ακουστικά μου για να μην ενοχλώ.

Ελεγα πως θα μείνεις γιά πάντα.
Σ'έχω χάσει όμως.
Και μου λείπεις.

Μεγάλωσα άραγε;

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

ποτέ δεν είναι αργά

Αν και το βλέμμα μου κρύφτηκε πίσω από το αραχνοΰφαντο πέπλο που έπλεξα ανέμελος χρόνια τώρα… μπορώ ακόμη να διακρίνω τις ακτίνες του ήλιου.

Αν και έμαθα να ακούω και να ζω με τις δικές τους φωνές, αγνοώντας αυτή που έρχεται από τα βάθη της καρδιάς μου, νιώθω ακόμη την αύρα της θάλασσας να μου χαϊδεύει το πρόσωπο.

Κάποιοι στέκονται εκεί έξω ακόμη… μπορώ και εγώ να ατενίσω τον ορίζοντα ελεύθερος. Μόνο να το πιστέψω και θα βρω τη δύναμη να σκίσω το δίχτυ που φυλάκισε τη ψυχή μου.


(Margo)

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

*****"Ο πόνος και ο θάνατος στη λογοτεχνία"*****

http://1.bp.blogspot.com/_ft6myEk6zmw/TBpPvtSK5rI/AAAAAAAAAx0/YuyTHmkWqXo/s1600/alone_with_the_alone_by_pakpao.jpg

Σκέψεις-απόψεις μιας καταξιωμένης γυναίκας!!!


Της Μάρως Βαμβουνάκη
Συγγραφέας


Πριν από κάποια χρόνια, αρκετά χρόνια, παρακολουθούσα μια εκπομπή στην μαυρόασπρη τότε τηλεόραση που νομίζω πως την λέγανε "Μια ταινία, μια συζήτηση".

Κάποια ομάδα καλεσμένων μιλούσε ακριβώς για το αποψινό θέμα μας. Την ευθανασία. Συζητούσαν, ένας διάσημος καρδιοχειρούργος, μια μαρξίστρια πεζογράφος, ένας φιλόσοφος της μόδας, ένας ιερωμένος κι ένας θεολόγος. Οι 3 πρώτοι υποστήριζαν πολύ πειστικά, ειλικρινά και σπαραχτικά κάποιες στιγμές πως υπάρχουν περιπτώσεις επώδυνες και τραγικές που το να βοηθάς κάποιον ιατρικά καταδικασμένο να τελειώνει με την αγωνία του είναι ανθρωπιά και χρέος και ευσπλαχνία.

Τότε ήταν που πρώτη μου φορά άκουσα τον ιερέα και τον θεολόγο να μιλούν για άλλα. Να λένε πως, εκείνη την ώρα που δείχνει καταδικασμένη και φριχτή, ένας ετοιμοθάνατος άνθρωπος μπορεί να βιώνει την πιο συνταρακτική εμπειρία της ύπαρξής του. Την πιο ανεκδιήγητη κατανόηση του δικού του αινίγματος. Πως κανένας δεν δικαιούται να επέμβει σ' αυτό το μυστηριώδες πέρασμά του από το εδώ στο αλλού. Από το γνωστό στο άγνωστο, από το ορατό στο άφαντο. Πως κανείς ποτέ, κανείς επιστήμονας, κανείς γιατρός, κανείς αγαπημένος συγγενής που συμπάσχει, δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει το τι ακριβώς ζει ο άλλος. Δεν μπορεί λοιπόν να αποφασίσει!

Και παρά το ότι τότε που έβλεπα την εκπομπή ήταν μια νεανική μου εποχή που ένιωθα σχεδόν υποχρεωμένη να είμαι αριστερή και λίγο υλίστρια, θυμάμαι πως τα ίδια λόγια με βύθισαν μέσα μου σε μια αλλιώτικη νόηση, πέρα από όσα νόμιζα πως καταλαβαίνω. Κάτι αόρατο γινόταν απτό.

Το ξαναθυμήθηκα αργότερα, όταν διάβαζα το μυθιστόρημα-ποταμό του Τολστόι "Πόλεμος και Ειρήνη", κι εκεί που μιλάει για τον αξιωματικό-πρίγκιπα Αντρέι Μπαλκόνσκι που στο πεδίο της μάχης χτυπήθηκε, έπεσε κατά γης, κι έτσι όπως πέθαινε ξαπλωμένος στη λάσπη, με απόλυτη διαύγεια κι έκπληξη σχεδόν, διαπίστωνε με θάμβος πως ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ακίνητος επιτέλους, κοιτάζει και προσέχει τον ουρανό. Τα σύννεφα που τρέχουν, το γαλάζιο, τον ουρανό.

Την μεγάλη, αληθινή ποίηση, ακόμα κι όταν ο ποιητής δεν είναι ένθεος, ελλοχεύει σχεδόν πάντα μια αίσθηση θανάτου. Ο θάνατος είναι μια παρουσία που όσο σκοτεινή κι αν απειλεί, σαγηνεύει το νου. Λες και δίχως αυτόν όλα του στοχασμού μένουν ανολοκλήρωτα, ακάλυπτα.

Ο θάνατος είναι τρόμος, είναι και μαγνητισμός. Μια αλλόκοτη έλξη που ρίχνει σαν φως, σκιές στα δεδομένα.

Μέσα στην ηλιόλουστη Ισπανία του που μοιάζει με αλώνι θανάτου, ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα που ποτέ του δεν εκδηλώνει κάποια θρησκευτικότητα, συνεχώς υπονοεί στους στίχους του την κρυμμένη αλληλουχία ζωής-θανάτου. Και στις λεπτομέρειες. Ένα μαύρο ποτάμι κι αόρατη σειρήνα που ακαταμάχητα καλεί. Είναι κυριευμένος από δίψα θανάτου, ερωτευμένος με ό,τι πιο ερωτεύσιμο: την αιωνιότητα.

Στο πορφυρό από αίμα έργο του, "Ματωμένος Γάμος" δεν υπάρχει μόνο το φλογερό τρίγωνο: Γαμπρός-Νύφη-Εραστής στις κορυφαίες σκηνές. Υπάρχει ακόμα ένα καταλυτικό τέταρτο πρόσωπο, ο θάνατος που αν λέιψει, όλο το σύμπαν αυτής της τραγωδίας θα καταρεύσει σαν αστήριχτο. Λέει κάπου:

"Θέλω μες στο πηγάδι να κατέβω,
θέλω με ρουφιξιές να πιω τον θάνατό μου,
θέλω με μούσκλια να γεμίσω την καρδιά μου
για να τον δω τον πληγωμένο απ'το νερό.

Κι αντίθετα, υπάρχουν συγγραφείς που ούτε Θεό, ούτε θάνατο, ούτε αθανασία ελπίζουν.

Όμως, αν μετά τη ζωή τίποτα, ούτε καλό, ούτε κακό, ούτε καν τιμωρία δεν υπάρχει. Όταν μετά την τελευταία πνοή απλώνεται το άδειο χάος, ο αφανισμός, όλα βαφτίζονται αναδρομικά σε ανυπόφορα φτωχά, απελπισμένα και ανόητα. Άγρια γιατί αν η ζωή δεν μπορεί να ονειρεύεται την αθανασία, καταντάει μια πρόστυχη φάρσα όπου, "όλα επιτρέπονται" όπως λέει ο Καραμαζώφ.

Δεν νομίζω λοιπόν ότι μπορεί κανείς να βρει πιο σκληρό βιβλίο από τον "Μύθο του Σισσύφου" του Αλμπέρ Καμύ. Ένα ευφυέστατο δοκίμιο πάνω στο παράλογο και την απελπισία. Γιατί εδώ τον τελευταίο λόγο δεν έχει ένας θάνατος υπαρκτός, ακόμα κι ένας θάνατος δίχως Θεό όπως στον Λόρκα, αλλά το Μάταιο. Το παράλογο μιας αδικαίωτης ματαιότητας που εμπαίζει τα βάσανα και τις ελπίδες του ανθρώπου, γιατί απάντηση δεν υπάρχει. Εξήγηση καμιά. Καμιά απόκριση στην μαρτυρική απορία: γιατί έζησα; Το μόνο που σε κρατάει όρθιο είναι μια υπερηφάνια πως, παρά τον εμπαιγμό, εσύ στέκεσαι όρθιος και γενναίος κόντρα στο άσπλαχνο τυχαίο που σε γελοιοποιεί.

Μόνο μια αυτοηδονική αξιοπρέπεια κρατάει τη ζωή. Καμιά αγάπη, κανείς σκοπός, καμία προστασία, καμία πίστη. Καμία ελπίδα.

Η ελευθερία απ' την ελπίδα είναι όμως είναι ένα απάνθρωπο μάθημα και πώς να την διδάξεις σ'ένα μικρό παιδί; Κι άλλωστε ποιος είναι τόσο σίγουρος για το Μηδέν, ώστε να μπει στη ζούγκλα του;

Είναι αδύνατον, μιλώντας για λοτεχνία, να παρακάμψω το "Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο". Όχι σαν αποκαλυπτικό κείμενο όντως ζωής, όχι σαν θεία, εξ ουρανού φώτιση, αλλά σαν καθαρή λογοτεχνία.

Γιατί σπάνια συναντάει κανείς τέτοιο λόγο. Ακριβή, ισχυρό σαν ατσάλινη μπίλια, ζυγισμένο χωρίς τίποτα να λείπει και τίποτα να περισσεύει. Ατμοσφαιρικό χωρίς καν κοσμητικά επίθετα.

Σ' αυτό λοιπόν το γυμνό σαν κόκκαλο ποιήμα υπάρχει προς το τέλος, δίπλα στον σταυρωμένο Χριστό, ένας σταυρωμένος ληστής που σφαδάζει από πόνους περιμένοντας να τελειώνει. Όμως, λέει ο Λουκάς, παρά το ότι ήταν αμαρτωλός εγκληματίας, τον σέβεται και τον υπερασπίζεται και γέρνει να του φωνάξει: "Μνήσθητι μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου". Και συνεχίζεται η αργή πορεία θανάτου από τα σφυριά του Γολγοθά μέχρι την ώρα που έγινε σκότος

"Και σκότος εγένετο εφ'όλην την γην έως ώρας ενάτης, του ηλίου εκλείποντος και φωνήσας φωνή μεγάλη ο Ιησούς είπε. πάτερ, εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου και ταύτα ειπών εξέπνευσεν." Και μπήκαν μαζί Θεός και ληστής στη Βασιλεία όπως του υποσχέθηκε τις ώρες που ψυχορραγούσαν.

Κι αναρωτιέται κανείς, τι θα γινόταν αν ένας "ανθρωπιστής νομοθέτης" είχε θεσπίσει από τότε την ηλεκτρική καρέκλα για εκτέλεση. Ώστε, δίχως πόνο και δίχως αγωνία ν' αποτελειώνει μια πολιτεία τους ληστές της και τους Θεούς της. Θα προλάβαινε ο ληστής να κερδίσει την πρώτη-πρώτη θέση στον παράδεισο; Θα προλάβαινε να υποψιαστεί ποιος είναι ο ίδιος, και ποιος είναι ο άλλος καταδικασμένος άνδρας δίπλα του;

Φαίνεται πως δεν αρκεί ούτε η μεγάλη συμπόνια για να χωρέσει η Αλήθεια. Φαίνεται πως πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει και δέσει μέσα μας η σχέση Θεού, για να παίρνουμε θέση σε τέτοια δραματικά θέματα. Για να στηθούμε σε διόδια ανάμεσα κόσμου και άλλου κόσμου και να ρυθμίζουμε την πορεία. Μόνη η φιλανθρωπία δεν εξαντλεί την αγάπη. Αντιθέτως μάλιστα, ενίοτε την παγιδεύει.

Πουθενά αλλού όσο στο απόσπασμα του Ντοστογιέφσκι για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, τα λεπτότατα και γλιστερά όρια ανάμεσα στα φοβερά βιώματα δεν έχουν έτσι φυλακισθεί. Τα φοβερά βιώματα της φιλανθρωπίας, της αλληλοβοήθειας, της προσφοράς, της ευθύνης για τον άλλον, πλάι στο ακόμα φοβερότερο: Ιερό Βήμα της Ελευθερίας.

Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής δεν είναι ένα ευκολοδιάβαστο πρόσωπο. Έχει εξασκήσει μέσα του την τέχνη του ορθολογισμού και έξοχα επιχειρήματα που ειλικρινά πιστεύει. Αισθάνεται συμπόνια για τον άνθρωπο, θέλει να τον διευκολύνει, να τον βοηθήσει, θέλει το λογικό "καλό του". Αν ο ανθρωπιστής Ιεροεξεταστής αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν αδύναμο που σπεύδει να τον κηδεμονεύει, ο επικίνδυνος Χριστός αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν δυνατό, και θέλει να τον ελευθερώνει. Σ' αυτή την ανάερη γραμμή νομίζω πως παίζεται η αγάπη και η ελευθερία της, και προς του ζωντανούς, και προς τους νεκρούς, και προς τους ετοιμοθάνατους.

Και ελευθερία δεν είναι μόνο η ελευθερία μου να διεκδικήσω, να διευκολύνω, να αποκτήσω. Αλλά και να χαθώ, να υποφέρω, να σφάλω, να δοκιμαστώ. Η ελευθερία του άλλου μες στον πόνο του, όσο και να μας πονά, είναι ο πιο μεγάλος σεβασμός προς τη ζωή του και προς τη ζωή μας.

Είναι πολύ μεγάλος ο πειρασμός να "σώσουμε" τον άλλον, να υποδείξουμε "το καλό του", να συμβουλέψουμε. Κινδυνεύει να κρύβει τον ύψιστο εγωισμό και την πιο ύπουλη εκμετάλλευση ψυχών για εξουσία. Όταν, ελάχιστα, όσο ο κόκκος σινάπεως, αγαπάς τον Θεό δεν παριστάνεις τον Θεό. Ούτε στον ίδιο τον εαυτό σου. Αντέχεις να υπομένεις, και με διάκριση περιμένεις τα σημάδια και τα βήματα, ιδίως τα βήματα του θανάτου σου που ισόβια πλησιάζει να σε πάρει μαζί του στη Βασιλεία την ατελεύτητο του ληστή, στον ζοφερό Άδη του Λόρκα, ακόμα και στο παράλογο τίποτα του Σισσύφου.

Ο Θεός ξέρει.

Εξάλλου, πίστη που δεν παλεύει με τις αμφιβολίες της, αξίζει να λέγεται πίστη;

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Φόβοι και λαχτάρες…

http://1.bp.blogspot.com/_MfbiWQgvrfc/TBKJKkHKzlI/AAAAAAAACEs/2Wz0Vv3qufc/s1600/zDSC_0712.jpg


Γιατί μπορεί να μας φοβίζει κάτι, παρ’ οτι το περιμένουμε με τόση λαχτάρα;

Μήπως είναι η αλλαγή που φοβόμαστε στ’ αλήθεια;

Μήπως τελικά κρατιόμαστε τόσο απ’ τη ρουτίνα της ζωής μας και παρ’ οτι την κατηγορούμε συχνά, στην πραγματικότητα μάς είναι απαραίτητη;

Μήπως βασίζουμε τη ζωή μας σε πλαίσια και σχήματα, χωρίς να αναγνωρίζουμε την ουσία που κρύβεται από κάτω τους;

Γιατί δεν κρατιόμαστε συνειδητά απ’ την ουσία που διέπει (ή έστω θέλουμε να διέπει) τη ζωή μας, ώστε να μη φέρει ταραχή μια εξωτερική αλλαγή, ακόμη κι αν είναι μεγάλη;

Ίσως ζητώ πολλά απ’ τους ανθρώπους κι από μένα.

Όλα θέλουν το χρόνο τους.

Κι όσο εντρυφεί κανείς στην ανθρώπινη ζωή και φύση, τόσο πιο επιεικής και αγαπητικός γίνεται.

Θα υπομένω λοιπόν. Τον εαυτό μου και τους άλλους. Και θα παρατηρώ.

Και στο τέλος μονάχα κέρδος μπορώ να έχω…

Τρίτη, 15 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Σ΄ΑΓΑΠΩ
Γεώργιος -Κανδιάνος Ρώμας

Σ΄αγαπώ δι΄αυτά που τόσον σε στολίζουν αρετάς,
σ΄αγαπώ διά την μαγείαν που τριγύρω σου σκορπάς.
Σ΄αγαπώ διά τα εντελή σου, σ΄αγαπώ διά τα ατελή,
διά παν ό,τι είναι ιδικόν σου΄σ΄αγαπώ διότι είσαι συ.
Και μ΄εσένα αυτούς τους τόπους αγαπώ που κατοκείς,
τον αέρα που αναπνέεις και το χώμα οπού πατείς.
Το ό,τι υπάρχει, διότι υπάρχεις΄διότι ζεις , και την ζωήν.
Αγαπώ την Πλάσιν όλην, διότι ευρίσκεσαι εις εαυτήν...
Οπου στέκομαι, όπου υπάγω, παντού ο νους μου εσέ ζητεί,
παντού εμπρός μου συ προβαίνεις, χωρίς σε , λείπει η ζωή.


(1796-1867)

Ζακυνθινός αριστοκράτης . Σπούδασε στην Ιταλία και
μυήθηκε από νωρίς στη Φιλική Εταιρεία, για τους
σκοπούς της οποίας εργάστηκε δραστήρια.
Πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές και συγκρότησε
μιαν πολύ αξιόλογη νομισματική συλλογή.
Θαυμαστής του Διονύσιου Σολωμού , έγραψε ο ίδιος
χαριτωμένα ποιήματα χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

αμνησία


Κάπου είχα διαβάσει πως
ξεχνάμε τα λόγια που μας έχουν πει
και πως αντίθετα δεν ξεχνάμε την αίσθηση.
"Μ'αγαπάς;" ήταν η ερώτηση ενός μικρού παιδιού.
"Από εδώ ως τον ουρανό" ήταν η απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Οσο ο ουρανός και πέρα απ' αυτό.
Δεν έχω πιεί τίποτα.
Μέθυσα.
Καταργείς την λογική μου ψιθύρισα
και λιποθύμησα.
Οταν συνήλθα έπρεπε να ξεχάσω.
Δεν ήταν άνθρωπος
ήταν μιά αίσθηση που ονειρεύτηκα.
Ο εισπράκτορας απαιτούσε το αντίτιμο.
"Που πάτε;"
"Δεν ξέρω."

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Η Έλλη Λαμπέτη απαγγέλλει την Ιθάκη


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

Το εισιτήριο



Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να 'ρθω να σε βρω.
Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σε ένα τρένο
αστραφτερό, γυαλιστερό
με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες
ράγες που εφάπτονται στο έδαφος
και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.
Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης
πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες
με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει
και μηχανή ορχιδέα
που αιώνια πεινάει
πόσο ρυθμικά βογκά
καθώς φίδι θεριεμένο
ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.
Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης
με τον ελεγκτή κάθε λίγο
να ακυρώνει
και έναν εισπράκτορα
κέρινο ομοίωμα
να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο
για να 'ρθω να σε βρω.
Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι
και ποιον αλήθεια ψάχνουμε
στον έρημο σταθμό.

Χλόη Κουτσουμπέλη

Από τη συλλογή Η αλεπού και ο κόκκινος χορός (2009)

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

Ο Χρόνος και το ποτάμι

Photobucket


Τ'όνομά σου: ψωμί στο τραπέζι
Τ'όνομά σου: νερό στην πηγή.
Τ'όνομά σου: αγιόκλημα αναρριχώμενων άστρων.
Τ'όνομά σου: παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.
Τ'όνομά σου: ρινίσματα ήλιου
Τ'όνομά σου: στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ'όνομά σου: στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ'όνομά σου: κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την 'Aνοιξη πίσω τους


Τ'όνομά σου: βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο
Τ'όνομά σου: περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα
Τ'όνομά σου: τοπίο χωρισμένο με χρώματα
Τ'όνομά σου: δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.


Τ'όνομά σου: ένας ψίθυρος απ' αστέρι σε αστέρι
Τ'όνομά σου: ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους
Τ'όνομά σου: μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο
Τ'όνομά σου: ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.


Τ'όνομά σου: ροδόφυλλο σ' ενός βρέφους το το μάγουλο
Τ'όνομά σου: πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλλων
Τ'όνομά σου: ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ'όνομά σου: πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα


Τ'όνομά σου: Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ'όνομά σου: Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων
Τ'όνομά σου: Ειρήνη στις ρότες των πλοίων
Τ'όνομά σου: ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε


Τ'όνομά σου: αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ'όνομά σου: αλληλούια πάνω στο Έβερεστ

Νικηφόρος Βρεττάκος

Το δυσκολότερο έργο του ανθρώπου: η αγάπη στην πράξη

Μείζον η αγάπη. Πως  ν' αγαπήσεις όμως ένα στραβόξυλο;

Η πορεία από το «οδόντα αντί οδόντος» της Παλαιάς Διαθήκης στο «αγαπάτε τους εχθρούς ημών» της Καινής Διαθήκης είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για τον άνθρωπο. Πως όμως μπορούμε να το πετύχουμε;

Εξηγεί συνοπτικά ο πατήρ Αθανάσιος, Μητροπολίτης Λεμεσού.

η αγάπη στην πράξη

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Εκ του αποτελέσματος!

Βουλευτής: Και πώς καταλάβατε, κύριε Μαντέλη, ότι μιλάτε
με τη Siemens για τη "χορηγία" σας στο τηλέφωνο,
εφόσον ο συνομιλητής σας
μιλούσε αγγλικά;
Μαντέλης: Εκ του αποτελέσματος!

Απάντηση του Τάσου Μαντέλη στην Εξεταστική, σχετικά
με τις "χορηγίες" που του έδωσε η Siemens .
***
ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ

*Εκ του αποτελέσματος φαίνονται οι τίμιοι
και τα λαμόγια αυτού του τόπου
*Εκ του αποτελέσματος δείχνονται οι μίζες του υπουργού
*Εκ του αποτελέσματος εμφανίζονται οι βίζιτες των δημόσιων
( θηλυκών και αρσενικών) πορνών αυτού του τόπου
* Εκ του αποτελέσματος βγήκαν στη φόρα τα σπίτια του Άκη
* Εκ του αποτελέσματος των υπογραφών ανέβηκε στην επιφάνεια
της βουρκολίμνης το Βατοπέδι
*Εκ του αποτελέσματος δικαιώνονται όσοι λένε ότι η TV
διαμορφώνει τον απολύτως ηλίθιο πολίτη
*Εκ του αποτελέσματος δείχνει την ισχύ του ο οικοπεδοφάγος
* Εκ του αποτελέσματος φαίνεται η αδιαφορία μας για το περιβάλλον
*Εκ του αποτελέσματος ρίμαξαν οι πολιτικοί τον τόπο
*Εκ του αποτελέσματος καταλαβαίνεις πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι
τα ΄πιανουν χοντρά, πόσοι έμποροι κλέβουν, πόσοι φαρμακοβιομήχανοι
λυμαίνονται το φάρμακο, πόσοι προμηθευτές εξαχρειώνουν τους
γιατρούς του ΕΣΥ και βυθίζουν τα νοσοκομεία στα χρέη,
ποιοι ιερωμένοι είναι υποκριτές, φιλοχρήματοι και λάγνοι
*Εκ του αποτελέσματος φαίνεται η χρεοκοπία μας
*Εκ του αποτελέσματος γίναμε περίγελως του κόσμου

Γιατί μ' αγάπησες




Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναγα με καμάρωσες.

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες
και μου άπλωσες τα χέρια
κ’ είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα
- μια αγάπη πλέρια,
γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

---------------------------------------------------------

Το ποίημα βρίσκεται στην πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη, "Οι τρίλλιες που σβήνουν" (1926).

Μουσική: Βασίλης Δημητρίου - Ερμηνεία: Μάγδα Πένσου

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ
EL SECRETO DE JUS OJOS
Σκηνοθεσία: Χουάν Χοσέ Καμπανέλα
Παίζουν: Ρικάρντο Νταρίν, Σολεδάδ Βιλαμίλ,
Πάμπλο Ράγκο, Χαβιέ Γκοντίνο, Γκιγέρμο Φρανκέλα

ΟΣΚΑΡ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΞΕΝΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ 2010

Λίγα λόγια για την Υπόθεση: Μπουένος Άιρες, 1974. Το ειδεχθές έγκλημα μιας νέας γυναίκας αναζητεί τη λύση του. Η ομοσπονδιακή αστυνομία βρίσκεται προσωρινά σε αδιέξοδο, όμως καταφέρνει να φτάσει στην άκρη του νήματος χάρη στην παθιασμένη εμμονή του πράκτορα Εσποζίτο και της ιδιοφυούς βοηθού εισαγγελέα Ιρένε Χάστινγκς .
Όμως η Δικαιοσύνη δε θα αποδοθεί έπισήμως , εξαιτίας της απελευθέρωσης του δολοφόνου από το καθεστώς , προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πράκτορας σε παραστρατιωτικές οργανώσεις. Η ανεπίδοτη Δικαιοσύνη σημαδεύεται επιπλέον από τη δολοφονία του συνεργάτη του Εσποζίτο και την αναγκαστική φυγή του τελευταίου με μετάθεση σε μια απομακρυσμένη πολίχνη.
Όταν μετά από 25 χρόνια ο Εσποζίτο επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες και βγαίνει σε σύνταξη , κυριεύεται από το πάθος να συγγράψει σε μυθιστόρημα τα γεγονότα της ξεχασμένης υπόθεσης και απευθύνεται για βοήθεια στην εισαγγελέα πλέον Ιρένε, με την οποία ήταν παλιά ερωτευμένος.
Τα πράγματα παίρνουν μια αναπάντεχη τροπή, όταν ...



Επιστροφή στον παλιό καλό κινηματογράφο, μακριά από
τις ηλίθιες αμερικανιές, με τα σαχλεπίσαχλα σενάρια
και τα εντυπωσιακά αλλά ανούσια εφέ.
Εξαιρετικά ατμοσφαιρική ταινία, που ακροβατεί ανάμεσα
στο κοινωνικό δράμα και το αστυνομικό θρίλερ.
Νευρώδης σκηνοθεσία , που ελίσσεται με άνεση ανάμεσα σε δύο
αφηγηματικούς χρόνους, "δυνατό" σενάριο που τα έχει όλα:
ανολοκλήρωτους έρωτες, ανέκφραστα πάθη, απροκάλυπτη βία,
πολιτικό υπόβαθρο με έμμεσες αναφορές στα χρόνια της ανωμαλίας
για τη μαρτυρική χώρα, υπαρξιακά διλήμματα, ίντριγκες και
ανταγωνισμούς σε ενδοϋπηρεσιακό επίπεδο.
Οι ερμηνείες των βασικών πρωταγωνιστών πειστικότατες.
Θαυμάσια η μουσική επένδυση, επιτείνει τις δραματικές
στιγμές του έργου, που είναι ουκ ολίγες.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Η ψυχή και ο χορός

........Και φτάσαμε ως την ομορφιά που μόνο όταν ο πόνος γίνεται αγγέλου πτέρωμα φτάνεται.....

Νικηφόρος Βρεττάκος

χώμα και νερό




Ο ουρανός φόρεσε τα λευκά του και ταπεινώθηκε

σε αυτό το στενό σταυροδρόμι της Πόλης…

Στα σταυροδρόμια της Πόλης,

πάνω στις σιδερένιες ράγες του τραμ, στο πλακόστρωτο, επάνω μας, ο ουρανός γίνεται χώμα…

Χώμα και νερό… άνθρωπος.

Όλα, όλα, γρήγορα ή αργά θα πρέπει να το καταλάβουμε είναι χώμα, χώμα και νερό, ο Θεός έγινε άνθρωπος.

(Μια καθημερινότητα στα σταυροδρόμια της Πόλης) η φωτογραφία. Της πόλης που ο άνθρωπος αγωνιά, προσπαθεί… μπορεί και να αγνοεί … ξεστομίζοντας το Πάτερ ημών να συναντήσει τον Ουρανό …

Μην με ρωτάς πώς, η απάντηση είναι στην εκπνοή …

Άσμα Ασμάτων




O Σεφέρης μετέφερε το 1963 στα Nέα Eλληνικά το "Άσμα Ασμάτων", ένα πολύ ερωτικό ποίημα που λέγεται, πως έγραψε ο Σολομών τον 4ο π.X. αιώνα. Αυτοί είναι οι τελευταίοι στίχοι απ’ το τραγούδι της νύφης:

Bάλε με σφραγίδα στην καρδιά σου
ωσάν σφραγίδα στο μπράτσο σου·
είναι δυνατή η αγάπη σαν το θάνατο
και σκληρός ο πόθος σαν τον Άδη·
οι σπίθες της είναι σπίθες της φωτιάς
φλόγα του Θεού.
νερά, ποτάμια δεν μπορούν
να σβήσουν την αγάπη.