Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης

Το Δεκέμβρη του ’73 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής. Έμενα στα Εξάρχεια, σ’ ένα ημιυπόγειο, μ΄ άλλους δυο Ηπειρώτες – δηλαδή συγχωριανούς μου, από το Τσεπέλοβο. Αυτοί ήτανε του Πολυτεχνείου και τριγυρνούσαν άσκοπα, γιατί μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη, τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη.

Απενταρίες… αλλά, ας ήμουν πάλι δεκαεννιά χρονών… Με το μαλλί ακούρευτο, να φτάνει ως τους ώμους, μούσι όσο φύτρωνε, τα πουκάμισα με κείνους τους τεράστιους γιακάδες, τα τζην παντελόνια με τις καμπάνες της Αγια- Σοφιάς… Κάθε που νύχτωνε χτενιζόμουν επιμελώς κι έβγαινα στην πλατεία. Κι αν είχα και κανένα πενηντάρικο στην τσέπη, ήμουν θεός!

Εκείνη τη μέρα δεν είχα, γιατί την προηγούμενη έμπλεξα με κάτι Κρητικούς σε πόκα και έμεινα πανί με πανί. Και το χειρότερο, είμαστε μαζί οι τρεις Τσεπελοβίτες – και οι τρεις φύγαμε μαδημένοι. «Ελάτε, μωρέ κοπέλια, ετσά είν’ η τράπουλα, μαθές: δανείζει, δε χαρίζει! Ζι’ αυτό, μη στεναχωράστε!». Μας υποχρέωσες, Ζαχαριουδάκη!

Το κακό ήταν πως ο μήνας είχε φτάσει μόλις στις έντεκα. Έπρεπε να μην ψοφήσουμε της πείνας ως τις παραμονές των Χριστουγέννων – και να βρούμε και τα ναύλα να πάμε στα σπίτια μας. Που σημαίνει ότι έπρεπε να βρούμε επειγόντως δουλειά! Τον περασμένο Μάιο κάναμε κάμποσα μεροκάματα στην οικοδομή, αλλά τώρα ήταν κακός Δεκέμβρης – δε κουνιόταν φύλλο.

Καθόμαστε λοιπόν οι τρεις σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να μιλάμε, περιμένοντας να γίνει κάτι. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας, ψευτογελάγαμε και φασκελωνόμαστε. Ώσπου κάποια στιγμή, ο Χρίστος μουρμούρισε: «Ο Ζαχαριουδάκης έρχεται!». Ο Βαγγέλης κι εγώ στραφήκαμε και τον είδαμε, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Κι όμως, εμάς ζητούσε! Ήρθε και στάθηκε μπροστά στο παγκάκι μας, ένας ευτραφής, πολύχρωμος χίπης.

«Ακούστε, μωρέ κοπέλια. Εγώ κατέχετε πως δουλεύω γκαρσόνι, δηλαδή τώρα πια κάνω κουμάντο… Το λοιπό, σήμερα 11, τη μεθαυριανή 13 του Δεκέμπρη, ξεκινάει ένα καινούρζιο πρόγραμμα, σ’ ένα καινούρζιο μαγαζί στην Πλάκα». Ο Ζαχαριουδάκης έσκυψε προς το μέρος μας, για να μη μας ακούσει κανένα πονηρό αυτί. «Τους εδικούς μου τους έχουνε μαζέψει, άλλους τους επήρανε φαντάρους, άλλοι είναι στη φυλάκα, εξέμεινα μαθές και ψάχνω και σας εθυμήθηκα. Είσαστε;». Άκου ερώτηση. Είμαστε για να μην είμαστε;

*

Ήταν το ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σ’ ένα στενάκι της Πλάκας. Ήταν ένας συνθέτης που δεν τον είχαμε ακουστά, ένας Μάνος Χατζιδάκις – και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά, λέει, έναν κύκλο τραγουδιών σε θεατρική μορφή.

Δεν είχαμε ξαναμπεί σε τέτοιο μαγαζί, ούτε είχαμε ξανακούσει τέτοια τραγούδια. Ξέραμε τα ηπειρώτικά μας και τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο – ειδικά τις Κυριακές δε χάναμε τις εκπομπές των Εταιρειών.

Η Παρασκευή 12 του μηνός είχε από τα ξημερώματα καθαριότητες, την άλλη μέρα ήταν η πρεμιέρα. Τρίψαμε και ξεσκονίσαμε τα πάντα, πλύναμε όλα τα ποτήρια, τακτοποιήσαμε τα καφάσια με τα αναψυκτικά και τα μπουκάλια με το κονιάκ, το βερμούτ και το ουΐσκι. Βολέψαμε τα μαύρα μεταλλικά τραπεζάκια και τις ψάθινες καρέκλες και τις καρέκλες των μουσικών, υπό τις οδηγίες του αφεντικού. Το αφεντικό έδωσε από δυο κατοστάρικα σ’ εμάς τους ηπειρώτες, να πάμε λέει αύριο πρωί στην Αθηνάς και να ψωνίσουμε μαύρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα.

Μόλις σουρούπωσε, είχαμε τελειώσει, όλα ήταν στην τρίχα. Εκείνη την ώρα άρχισαν να φτάνουν οι μουσικοί, κουβαλώντας τα όργανα στις θήκες. Σε μια άκρη του παταριού υπήρχε κιόλας ένα πιάνο. Αν και ήμουν κουρασμένος, δεν ήθελα να φύγω, ήθελα ν’ ακούσω και να δω. «Κάτσε» μου είπε τ’ αφεντικό, «και έχε το νου σου, ό,τι ζητήσουν οι μουσικοί και ο κύριος Χατζιδάκις…». Με εντυπωσίασε το κοντραμπάσσο’ «τι βιολάρα είν΄ αυτή;» ρώτησα το Ζαχαριουδάκη, που γέλασε πολύ και μετά μου έδειξε τον κύριο Ανδρέα Ροδουσάκη, που αναζητούσε σταχτοδοχείο. Έτρεξα και ταχτοποίησα μερικά στη σκηνή. Μετά ο Ζαχαριουδάκης μου έλεγε ποιος είναι ποιος, αλλά δε θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Για κάμποση ώρα γινόταν χάβρα: άλλος κάπνιζε, άλλος κούρδιζε, άλλος έλεγε ανέκδοτα. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ψίθυρος «ο Μάνος, ο Μάνος!» και έγινε απόλυτη ησυχία. Στο μαγαζί είχαν μπει δυο – ένας γεμάτος κι ένας κάπως πιο ψηλός, αδύνατος σα στέκα. Πλησίασαν τους μουσικούς (τα τσιγάρα είχαν σβήσει) και ο γεμάτος, που έτρωγε κάπως το ρο, είπε «καλησπέρα παιδιά, να σας συστήσω το Μάνο». Χαιρέτησαν όλοι. Ο Μάνος έψαξε με το μάτι το χώρο και κάθισε στο διπλανό μας τραπέζι. «Τι να σας φέρω, κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησα και ξαφνιάστηκα καθώς είδα το Ζαχαριουδάκη να διπλώνεται απ’ τα γέλια, προσπαθώντας να μην ακουστεί. «Φέρε μια μπύρα, παρακαλώ» είπε ο ευγενέστατος τρανταπεντάρης – τόσο τον έκοψα.
Όταν γύρισα στο τραπεζάκι, ο Ζαχαριουδάκης ξέσπασε σε καινούριο χάχανο. «Κατέχεις μωρέ ποιος είναι αυτός;» «Ο Μάνος Χατζιδάκις!» είπα με σιγουριά. «Χωρζιό, ε χωρζιό… Αυτός είναι ο Μάνος ο Ελευθερίου μαθές, έσει γράψει τα μισά τραγούδγια του έργου! Ο Μάνος ο Χατζιδάκις είναι ετσείνος ο χοντρουλός, στην ορσήστρα!»

Έσβησαν όλα τα φώτα και άναψε ένας προβολέας πάνω στον συνθέτη. Εκείνος, κοιτάζοντας προς το μέρος των θεατών, είπε:

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει.


Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.



Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.

Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ -
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.

Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.

«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.

Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:

Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε – και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.

Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.

«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.

Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:

Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.



Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:

Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος
Θα…χα…θώ…

Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου. Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ. Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου. «Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε. «Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια. «Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;» Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια: «τίποτα…» Γέλασαν όλοι – κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα. «Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.

Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.

*

Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974, σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

Τραγουδούν ο Γιάννης Δημητράς (Η μπαλλάντα του οδοιπόρου, Κρίση – στίχοι Μάνος Ελευθερίου), η Μαρία Κάτηρα (Τα σπασμένα ποδήλατα, Στα νερά του Ιορδάνη – στίχοι Μάνος Ελευθερίου). Οι στίχοι στα τραγούδια του δεύτερου μέρους ανήκουν στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ευτύχιος Χατζητοφής τραγουδά Το μεθυσμένο κορίτσι, τον τρελό κόσμο και τον φόβο. Η Βερενίκη Βαλαρή τραγουδά την επέτειο – και μαζί με την Εύα Καναβαράκη τον Αλκιβιάδη και τα οράματα. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη. Παίζουν οι καλύτεροι μουσικοί εκείνης της εποχής: Βράσκος, Δεσποτίδης, Καψάλης, Ροδουσάκης, Φάμπας, Τενίδης, Μανωλιδάκης, Κριθάρη, Κατσικάκης, Ψωμιάδης, Καρακατσάνης, Γκίνος, Ρέγγιος, Φάρου, Νίκος και Γιώργος Λαβράνος, Διακογιώργης, Ζουγανέλης, Πολυκανδριώτης, Τόμπρας, Παναγοπούλου. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ηχολήπτες ήταν ο Γιαννακόπουλος και ο Σμυρναίος.

Όσα υποτίθεται ότι λέει ο Μάνος Χατζιδάκις στην έναρξη της παράστασης, είναι δικό του κείμενο, παρμένο από το δίσκο ακτίνας (ΝΟΤΟS / LYRA). Από εκεί προέρχεται και η φωτογραφία.


πηγή

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Εκεί όπου δε φαίνεται ο Θεός...


Σταυροαναστάσιμη έξοδος στον πόνο

Το βιβλίο αυτό το διάβασα και έκλαιγα. Είναι από τα πιο ΑΛΗΘΙΝΑ, και ταυτόχρονα ΩΜΑ, βιβλία που έχω διαβάσει για την πάλη του πονεμένου ανθρώπου με το Θεό & με το σκληρό και συχνά ανελέητο "Γιατί, Θεέ μου;", το ερώτημα που θέτει πρώτα απ' όλους η ίδια η Αγία Γραφή, με το βιβλίο του Ιώβ.
Ο μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος (αστροφυσικός, με καριέρα στις ΗΠΑ, που την παράτησε για να γίνει μοναχός - δες το βιογραφικό του στο τέλος του post), είναι κατά τη γνώμη μου ένας δεσπότης που ΛΕΕΙ να τον έχεις δεσπότη - νοιάζεται για τον άνθρωπο, όχι για τη δόξα ή το χρήμα.
Παρακαλώ κάθε μπλογκοναύτη που επισκέπτεται αυτό το ταπεινό ιστολόγιο να ΔΙΑΒΑΣΕΙ αυτό το βιβλίο. Θα βρει εκεί, ΟΧΙ εύκολες απαντήσεις, ούτε "έτοιμες" (που θα ήταν και ψεύτικες), αλλά:
α) θα αναγνωρίσει τον εαυτό του ή κάποιον γνωστό του και τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ πάλη εναντίον του Θεού & τη διαμαρτυρία του ΤΙ ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ, τέλος πάντων, που αφήνει τους ανθρώπους να υποφέρουν τόσο;
β) Θα ανακαλύψει & θα συμπεράνει μόνος του ποια είναι η αληθινή απάντηση σ' αυτό το τρομερό ερώτημα. Θα το ανακαλύψει μέσα από τις πραγματικές ιστορίες ανθρώπων που περιγράφονται στο βιβλίο - και δε θέλω να πω περισσότερα, για να μη σας προσφέρω στο πιάτο αυτό που ο συγγραφέας θέλει να ανακαλύψετε μόνοι σας.
Δημοσιεύω μια παρουσίαση, που ψάρεψα από το Ίντερνετ.

Σταυροαναστάσιμη έξοδος στον πόνο

«Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός» στις «ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής» μας οδηγεί ο Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
«Η στιγμή του θανάτου είναι η κατ’ εξοχήν στιγμή που ορίζεται η ανθρώπινη αξία και κατανοείται η εγγύτητα του Θεού στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτόν και αντιμετωπίζεται με δέος, σεβασμό, αίσθηση μυστηρίου και ταπείνωση», έγραφε μεταξύ άλλων στο βιβλίο του «Αλλήλων Μέλη», επικαλούμενος τους υπέρλογους λόγους του γέροντος Παϊσίου «Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι να πάρω το μαχαίρι, να την κόψω κομματάκια, να τη μοιράσω στον κόσμο, και ύστερα να πεθάνω».
Ο ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ξεκινώντας από ένα ήδη βεβαιωθέν και ιστορικό θαύμα, εκείνο της Βηθεσδά, ανατέμνει την ορθόδοξη θεολογική σημειολογία για τον χρόνο και τον τρόπο της θεϊκής φανέρωσης.
Παροξυσμός

Επειδή «Η αγάπη δεν είναι καθήκον, αλλά παροξυσμός’ δεν είναι προσφορά, αλλά αυτοπροσφορά δεν είναι φυσική συμπόνοια, αλλά πνευματική μετοχή δεν είναι ξόδεμα, αλλά επένδυση δεν είναι πράξη, αλλά μεταμόρφωση του είναι μας δεν είναι μείωση της περιουσίας, αλλά μοίρασμα δεν είναι κτήση, αλλά κένωση δεν είναι τήρηση του θεϊκού νόμου, αλλά υπέρβαση κάθε νόμου. Είναι οδός "καθ’ υπερβολήν"».

Διότι «Η αγάπη δεν αποσκοπεί στο να «κερδίσουμε» τον Θεό, αλλά στο να κοινωνούμε με τον Θεό. Αγαπάμε, γιατί δεν μπορούμε να μην αγαπάμε».
Ο Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, τον οποίο ως συγγραφέα γνωρίσαμε με το βιβλίο του «Αγιον Ορος, το υψηλότερο σημείο της γης», όπου μας αποκάλυπτε ένα άγνωστο, ταπεινό και γεμάτο από τη θεϊκή Παρουσία που όμως αγαπά να κρύβεται, Ορος, στο καινούργιο βιβλίο του υποδεικνύει με διακριτικότητα και ανθρώπινο πόνο για τα βάσανα του σύγχρονου ανθρώπου το πανταχού παρόν πρόσωπο του Θεού. Και ιδιαίτερα τις στιγμές αυτές που δεν φαίνεται!
Ξεκινώντας από ένα ήδη βεβαιωθέν και ιστορικό θαύμα, εκείνο της Βηθεσδά, ανατέμνει την ορθόδοξη θεολογική σημειολογία για τον χρόνο και τον τρόπο της θεϊκής φανέρωσης, διότι περί αυτού πρόκειται, «ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται, αλλά είναι παρών που κρύβεται». Γι’ αυτό και «πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίσουμε τον εμφανιζόμενο Θεό».
Αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα κυνηγητό διαρκές του ανθρώπου με τον Θεό, διότι «ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός που εξευτελίζεται με πρόχειρες φανερώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής», αναφέρεται απλά και με σαφήνεια σε περιστατικά της θεϊκής παρουσίας, εκεί όπου για τα ανθρώπινα δεν υπάρχει πλέον επιστροφή.


Σ' αυτή τη φωτο είναι ένας άνθρωπος. Έχει όνομα, ιστορία και γονείς. Είναι αδελφός μου, παιδί του ίδιου Θεού. Επιθυμώ & προσεύχομαι ο Θεός να τον βοηθήσει όπως Εκείνος ξέρει και να στηρίξει εκείνους που αγωνίζονται γι' αυτόν (από εδώ).

Αληθινά περιστατικά από την εποχή που ήταν στο νοσοκομείο της Βοστόνης για τα καρκινοπαθή παιδιά, αποκαλύπτει στον αναγνώστη το αληθινό νόημα του θαύματος που δεν είναι απλώς να ζήσουμε αυτή την ήδη και σίγουρα πεπερασμένη ζωή. Διότι με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αυτό είναι βέβαιον, αλλά να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το μυστήριο του πόνου κατά το οποίο ο Θεός όσο ποτέ άλλοτε είναι παρών: «Η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη.
Είναι αδύνατον να απουσιάζει ο θεός από τη σωτηρία μας!», γράφει και αναφέρεται στη μικρή Ολγα και στον Βαλάντη, σε γονείς τεράστιους που μέσα από τον πόνο τους του έδωσαν τα μεγαλύτερα μαθήματα ζωής. Στις σελίδες του με «Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε» και εκείνα τα «ευλογημένα γιατί», ο πατήρ Νικόλαος απλός και φωτεινός όπως πάντα μας οδηγεί «απαλά, απαλά» «Εκ του θανάτου εις την Ζωήν». Σε ένα σωτηριολογικό και αναστάσιμο βιβλίο με τον ανθρώπινο πόνο να μας εγγυάται το θεϊκό μας πρόσωπο, εκείνο το «καθ’ ομοίωση», το «μείζον» και το «περισσόν» της αγάπης.

Μια επί της ουσίας «Σταυροαναστάσιμη έξοδος» όπου όλα είναι Θεός και αιώνια ζωή. Αλλά και καθημερινότητα, κι αλήθεια, η ζωή που ζούμε εμείς.
Υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς με άκρως ρεαλιστικούς τρόπους ότι «η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική». «Απόλυτη και τέλεια» στους πειρασμούς μας και στις δοκιμασίες και ότι «Τελικά, κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε». Και με το βιβλίο αυτό μπορεί να το διακρίνει ο καθείς. Το θαύμα, διαρκές. Η καθαρή ματιά και καρδιά μας, για να το αξιωθεί είναι αρκετή.

«ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ»
του Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
Εκδ. «Εκτυπω­τική ΑΕ»,
σελ. 262, € 12.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ του βιβλίου & παραγγελία ΕΔΩ.

Tαυτότητα

Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Η ερευνητική και επιστημονική ενασχόλησή του με τον φυσικό κόσμο (Φυσική, Αστροφυσική) και τον άνθρωπο (Βιοϊατρική Τεχνολογία, Βιοηθική), στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Χάρβαρντ και MIT και σε νοσοκομεία της Μασαχουσέτης, και η προσωπική του αναζήτηση τον οδήγησαν στην «επιστήμη των επιστημών», τη θεολογία, την οποία σπούδασε μεν στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στη Βοστόνη, «αναγνώρισε δε στα πρόσωπα των αγνώστων ασκητών, στην ζωή των απλών μοναχών και στις κρυφές γωνιές του αγιωνύμου Ορους».
Ο πόθος της βαθύτερης γνώσης της θεολογικής αλήθειας έγινε ανάγκη εγκαταβιώσεως στο πνευματικό πανεπιστήμιο και θεραπευτήριο του Αγίου Ορους, όπου παρέμεινε για δυόμισι χρόνια στο ιερό κοινόβιο του Αγίου Παύλου. Η επαφή του με τη χάρη της αθωνικής ερήμου ανανεώνεται μέχρι σήμερα με την ευκαιριακή κάθοδό του στο... υψηλότερο σημείο της γης γι’ αυτόν, το Σιμωνοπετρίτικο κάθισμα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου».
Εχει γράψει, μεταξύ άλλων: «Αγιον Ορος, το υψηλότερο μέρος της γης» (Εκδ. «Καστανιώτη», «Ελεύθεροι από το γονιδίωμα» (Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας), «Αλλήλων Μέλη» Οι μεταμοσχεύσεις στο φως της Ορθόδοξης Θεολογίας και ζωής (Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας), «Ανθρωπος μεθόριος» (Εκδ. «Εν πλω»).

ΑΚΟΥΣΤΕ: συνέντευξη του Νικολάου στην εκπομπή "Ουδείς αναμάρτητος" (κλικ).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Απόσπασμα παρόμοιας εκπομπής σε μορφή άρθρου (κλικ).

πηγή

Ελληνας φωτογράφος έγινε θέμα στη Μ. Βρετανία

Και ξαφνικά ένας Ελληνας φωτογράφος, ο 35χρονος Παναγιώτης Λάμπρου, βρέθηκε στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτιστικής επικαιρότητας και είδε το όνομά του στον τίτλο άρθρου του Σον Ο' Χάγκαν, έγκυρου τεχνοκριτικού της εφημερίδας «Γκάρντιαν».

Το πορτρέτο μιας όμορφης, δυνατής γυναίκας από τον φακό του συζύγου της. Δυστυχώς, κομμένο στη μέση

Το πορτρέτο μιας όμορφης, δυνατής γυναίκας από τον φακό του συζύγου της. Δυστυχώς, κομμένο στη μέση Αιτία είναι μια πραγματικά πολύ δυνατή, συγκρατημένη και άμεση φωτογραφία του, που για κάποιους, όμως, μπορεί να θεωρηθεί άσεμνη και τολμηρή.

Το «Portait of my British wife» (Πορτρέτο της Βρετανίδας γυναίκας μου) βρέθηκε, πολύ τιμητικά, μαζί με άλλες τρεις φωτογραφίες στη short list του σημαντικού βραβείου Taylor Wessing, που αθλοθετεί κάθε χρόνο η National Portait Gallery του Λονδίνου, αφιερωμένη πάντα στην προώθηση της τέχνης του φωτογραφικού πορτρέτου και στην ανάδειξη και προβολή των ταλαντούχων δημιουργών.

Η «Γκάρντιαν» προειδοποιεί

Η φωτογραφία, όμως, του Παναγιώτη Λάμπρου είναι η μόνη από τις τέσσερις υποψήφιες, που το site της National Portrait Gallery έκρινε ότι δεν μπορεί να δημοσιευτεί ολόκληρη. Την φιλοξενεί... μισή. Το ίδιο αμήχανη ήταν και η «Γκάρντιαν» της Παρασκευής. Το άρθρο του Σον Ο' Χάγκαν με τίτλο «Παναγιώτης Λάμπρου: Η καθημερινή δύναμη ενός οικείου πορτρέτου» συνοδευόταν πάλι από τη μισή φωτογραφία και δίπλα μια προειδοποίηση: «Κάνοντας κλικ θα τη δείτε ολόκληρη. Είναι αποκαλυπτική και ίσως να σας προσβάλει».

Το «Πορτρέτο της Βρετανίδας συζύγου μου» δείχνει τη νεαρή σύντροφο του φωτογράφου και μητέρα των δύο παιδιών του καθισμένη έξω από το εξοχικό τους, στη Σχοινούσσα, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Εχει μόλις φάει μια ομελέτα, φαίνεται πίσω της στο τραπέζι το τηγάνι, είναι καθισμένη χαλαρά σε μια καρέκλα και κοιτάζει τον φακό του συζύγου της. Φοράει ένα μακρύ τι-σερτ και τίποτα άλλο. Η άνετη στάση του σώματός της αποκαλύπτει τα γεννητικά της όργανα.

Αυτό είναι, λοιπόν, το «μυστικό» της φωτογραφίας; Τα γυναικεία γεννητικά όργανα εξακολουθούν να σοκάρουν, να προσβάλλουν, να ενοχλούν, σε αντίθεση με τα ανδρικά, που τα βλέπουμε παντού, ακόμα και στην... ορχήστρα της Επιδαύρου χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα;

Ο Σον Ο' Χάγκαν αναρωτιέται στο πολύ κολακευτικό του, πάντως, άρθρο για τον Παναγιώτη Λάμπρου: «Πότε η τέχνη γίνεται ηδονοβλεψία ή ακόμα και πορνογραφία;». Δεν υπονοεί, πάντως, ούτε στιγμή ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι το ένα ή το άλλο. «Μήπως εμείς που βλέπουμε μια φωτογραφία, που αφορά μια εντελώς προσωπική στιγμή, γινόμαστε ηδονοβλεψίες;» γράφει.

Ο Παναγιώτης Λάμπρου είναι εκνευρισμένος από τον θόρυβο που προκλήθηκε γύρω από το έργο του. «Τι θα πει "προσωπική στιγμή";» μας λέει. «Κάθε φωτογραφία αντιπροσωπεύει μια προσωπική στιγμή του καλλιτέχνη. Δυστυχώς τα ΜΜΕ έχουν εμποτιστεί από τη νοοτροπία της αγοράς και ενδιαφέρονται για τα κουτσομπολιά γύρω από το έργο τέχνης και όχι για την ίδια την ουσία του».

Γυναικεία δύναμη και ανεξαρτησία

Διαψεύδει κατηγορηματικά ότι τη συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είχε σκοπό να την εκθέσει. «Φυσικά δεν θα την εξέθετα ποτέ σε μια ιδιωτική γκαλερί της Αθήνας για να πουληθεί», μας λέει. «Μια τέτοια φωτογραφία χρειάζεται ένα μεγάλο μουσείο, έναν θεσμό κύρους σαν τη National Portrait Gallery, εκεί όπου αναπτύσσεται διάλογος γύρω από την τέχνη του πορτρέτου, την αισθητική του, την αξία του».

Για τον ίδιο η φωτογραφία του έχει αθωότητα. «Και η αθωότητα, δυστυχώς, καμιά φορά πληγώνει», δηλώνει. «Δεν θεωρώ ότι έχω κάνει "γυμνό". Δεν ήθελα καν να επικεντρωθώ στη γύμνια του μοντέλου μου. Το έργο μου, για μένα, εκφράζει τη γυναικεία δύναμη και ανεξαρτησία, αλλά και την αφοσίωσή μου στη σύζυγό μου. Μια νέα γυναίκα σε χαλαρή διάθεση κοιτάζει τον φακό με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Στο βλέμμα της δεν υπάρχει ίχνος αμηχανίας ή φόβου. Είναι η ίδια η θηλυκή ταυτότητα. Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιες γυναίκες και φωτογραφίες. Η εποχή μας δέχεται μόνο την Πάρις Χίλτον και την Τζούλια Αλεξανδράτου, που αφήνει τους άλλους να εκχυδαΐζουν την ομορφιά της γιατί δεν μπορούν να την αγαπήσουν...».

Οχι «κόλπα» στη δουλειά μου

Η συγκεκριμένη φωτογραφία έγινε με τον συνηθισμένο στη δουλειά του τρόπο. «Φωτογραφίζω πάντα με φυσικό φωτισμό και ποτέ δεν στήνω τα θέματά μου», μας λέει. «Η πραγματικότητα έχει πολύ περισσότερη ποικιλία, το ίδιο και οι ανθρώπινες εκφράσεις, από ό,τι θα μπορούσα εγώ να φανταστώ και να "στήσω". Το ίδιο αποφεύγω και την οποιαδήποτε ψηφιακή επέμβαση στο έργο μου. Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ "κόλπα" στη δουλειά μου, ούτε να παρουσιάζω τη ζωή επιτηδευμένα. Η ζωή είναι αυτό που είναι».

Ο Παναγιώτης Λάμπρου σπούδασε στον «Φωτογραφικό Κύκλο» της Αθήνας με δασκάλους τους Πλάτωνα Ριβέλλη, Πάνο Κοκκινιά και Guido Guidi. Συνέχισε στο Centro de Ricerca e Archiviazone della Fotografia στο Σπιλιμπέργο της Ιταλίας. Εχει πάρει μέρος σε πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.


πηγή

Αν αντέχεται και δεν σκανδαλίζεστε, μπορείτε να δείτε την επίμαχη φωτογραφία ολόκληρη εδώ

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Εχθροί. Μια ερωτική ιστορία



Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη

«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149).


Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα» .


Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοι τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα το βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)


Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της τού δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.


Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ» (σ. 235)) οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95).

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. από τα αγγλικά Βασίλης Αμανατίδης, 305 σελ. (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). Η τελευταία εικόνα: Silvia Ary, 1935









Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

Μαθήματα ζωής από τον Michael Douglas

Οι μύθοι που ακολουθούν τους μεγάλους σταρ δεν τελειώνουν ποτέ πίσω από τη δόξα και τη χρυσόσκονη όταν τα φώτα κλείνουν ο βασιλιάς μένει γυμνός… Τότε όταν το Hollywood κλείνει την πόρτα όλοι μένουν ίσοι, μόνοι και τρομαγμένοι μπροστά στον καρκίνο και ξεκινάει ο αγώνας ζωής, αφού όταν ο μύθος τελειώνει αρχίζει το μεγαλείο ψυχής.

Ο λόγος για τον Μάικλ Ντάγκλας που πρόσφατα διαγνώσθηκε ότι πάσχει από καρκίνο του λάρυγγα στο τέταρτο στάδιο και πρέπει να υποβληθεί σε μια αγωγή οχτώ εβδομάδων που περιλαμβάνει χημειοθεραπεία και ραδιοθεραπεία.

Ο βραβευμένος ηθοποιός αντιμετωπίζει την ασθένεια χαμογελώντας στον θάνατο με ένα θάρρος που μας δείχνει ότι οι ήρωες που ενσάρκωνε στο σινεμά ζουν ανάμεσά μας και στη ζωή. Ο Ντάγκλας με μια συνέντευξη του στο "Late Show" του David Letterman δίνει μαθήματα ζωής περιγράφοντας την περιπέτεια της υγείας του κάνοντας χιούμορ με τον παρουσιαστή. Μετά από τις διακοπές του στην Ευρώπη με την οικογένειά του και με έναν ισχυρό πονόλαιμο να μην υποχωρεί από τις αρχές του καλοκαιριού έμαθε μετά από μια βιοψία ότι πάσχει από καρκίνο.

"Το μόνο που με ενοχλεί και με κάνει να αισθάνομαι διαφορετικά είναι η ναυτία που προκαλεί η χημειοθεραπεία όπως και ότι δυσκολεύομαι να καταπιώ", δηλώνει ο ηθοποιός με μια εντυπωσιακή ψυχραιμία και ένα μειδίαμα . Ακούγοντας τον αρχίζεις και αισθάνεσαι πόσο ασήμαντα είναι όλα αυτά που θεωρούμε ότι μας προβληματίζουν καθημερινά και αναρωτιέσαι πως γίνεται ένας άνθρωπος που φτάνει στο χείλος του γκρεμού να έχει το θάρρος να φλερτάρει μ ’ αυτόν . Η περίπτωση του Ντάγκλας είναι ενθαρρυντική αφού μην έχοντας κάνει ακόμα μετάσταση η ασθένεια οι γιατροί δίνουν 80 % πιθανότητα να καταφέρει ο γνωστός ηθοποιός να κερδίσει τη μάχη με τη ζωή.

Ο ηθοποιός κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού μετά από αυτή τη συνέντευξη για ακόμα μια φορά στην πιο σημαντική ταινία στην καριέρα του , την ίδια του τη ζωή . Στο σχόλιο του παρουσιαστή ότι παραμένει σκληρό καρύδι απάντησε αφοπλιστικά "Είναι επειδή είμαι πάνω στη σκηνή".

Ξεπερνώντας τους φτηνούς βεντετισμούς οι μεγάλοι σταρ αποδεικνύουν ότι οι πραγματικοί ήρωες βρίσκονται στη ζωή και ξεγυμνώνοντας την ψυχή τους στο κοινό που τους λάτρεψε δίνουν μαθήματα ζωής...

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

στο ενδιάμεσο...

ανάμεσα στα δυο προηγούμενα υπάρχουν 10 χρόνια...
μέσα σ'αυτα γύρισε ο καιρός πολλές φορες...
κάπου στο ενδιάμεσο, κι ανάμεσα σε συναρπαστικα κι επικίνδυνα μονοπάτια,
γράφτηκε κι αυτο:


Ίσως να προσκυνούσαμε τη νέα τάξη πραγμάτων, αν είχαμε αντι για δάχτυλα μόνο νύχια, κι αντί για μάτια κι αυτια, μαύρα γυαλια και τοίχους.
Όμως, η αίσθηση του πρόθυμου δέρματος π' απλώνεται νωχελικα, πάνω στις ανοιχτες μας παλάμες, δεν αφήνει περιθώρια να πλανηθούμε στις εφιαλτικες τροχιες του σκοταδιου.
Το φως το νιώθεις πια, πίσω απ τις κλειστες κουρτίνες κι ο φωτοφράχτης, ανοιχτος, ν αποθανατίσει την στιγμιαία εκφόρτιση του τελευταίου της νύχτας φιλιου μας.
Ποια ησυχία φωνάζει τ'όνομά σου; Δεν ξέρω.
Ξεδίπλωσε τα κουρασμένα μου ονειροδρόμια και δέξου τις χάρτινες σαϊτες των τόσων μας κρυπτογραφημένων κι ανέμελων ερωτικων επιδιώξεων....





ό,τι δημοσιεύω εδω, απο κείνη την εποχη,
είναι παρθένο από άλλα βλέμματα...

πηγή:Ενυδρείον