Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Συγ­χώ­ρε­ση και Α­γά­πη, ο δρό­μος προς την Α­νά­στα­ση.



Η συγ­χώ­ρε­ση εί­ναι η αρ­χι­κή έκ­φρα­ση της α­γά­πης, το πρώ­το ά­νοιγ­μα της αγ­κα­λιάς μας για να δε­χτού­με μέ­σα της, ό­λον τον κό­σμο. Το να α­γα­πά­με εί­ναι μια γι­ορ­τή συ­νάν­τη­σης, η δια­ρκής ευ­και­ρί­α μας να συμ­με­τέ­χου­με στη ζω­ή ευ­χα­ρι­στια­κά, αλ­λά και δι­καί­ω­μα α­κα­τά­λυ­το, που κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να μας το στε­ρή­σει. Το μο­να­δι­κό εμ­πό­διο εί­ναι ο α­νώ­ρι­μος ε­αυ­τός μας.


Μέ­σα στην α­γά­πη ό­μως, ω­ρι­μά­ζει και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος. Γι’ αυ­τό και η συγ­χώ­ρε­ση, εί­ναι κι έ­να ξε­κί­νη­μα για την ω­ρι­μό­τη­τα. Μέ­σα α­πό αυ­τή τη δι­α­δι­κα­σί­α και ε­νώ συν­δι­α­λέ­γε­ται κα­νείς με τη συ­νεί­δη­ση του, α­πο­κτά ον­τό­τη­τα, ε­νι­σχύ­ει με δι­αλ­λα­κτι­κό­τη­τα την προ­σω­πι­κό­τη­τα του, μα­θαί­νει να α­πευ­θύ­νε­ται με προ­σή­νεια στους άλ­λους“, κα­λών­τας τους, κοι­νω­νούς και μέ­το­χους στη ζω­ή του.


Το να βρε­θείς στον ί­διο χώ­ρο με έ­να άλ­λο πρό­σω­πο (συγ-χώ­ρε­ση), ε­ξαρ­τά­ται α­πό τη βού­λη­ση και των δυ­ο. Ο κα­θέ­νας ό­μως, πρέ­πει να προ­ε­τοι­μά­σει κα­τάλ­λη­λα τον δι­κό του χώ­ρο, για μια υ­πο­δο­χή ει­λι­κρι­νή, ευ­πρε­πή και ε­ορ­τα­στι­κή. Και βέ­βαι­α ο μό­νος δι­κός μας χώ­ρος εί­ναι η καρ­διά μας. Συγ­χω­ρώ λοι­πόν, ση­μαί­νει θέ­λω, δέ­χο­μαι, μοι­ρά­ζο­μαι τον χώ­ρο της καρ­διάς μου, δη­λα­δή α­γα­πώ.

                                                     

Δεν ζη­τού­με συγ­γνώ­μη, ού­τε συγ­χω­ρού­με, για να μεί­νου­με πά­λι μό­νοι. Στη μο­να­ξιά δεν υ­πάρ­χει ε­ορ­τα­σμός. Μοι­ρα­ζό­μα­στε τα αι­σθή­μα­τα μας με τους άλ­λους, για να τους έ­χου­με πάν­τα μα­ζί μας. Ό­λους, χω­ρίς δι­α­κρί­σεις. Με προ­τι­μή­σεις, αλ­λά χω­ρίς ε­ξαι­ρέ­σεις. Με αρ­χή, αλ­λά χω­ρίς τέ­λος.  


Η α­γά­πη ξε­κι­νά α­πό τη συγ­γνώ­μη, ό­πως και η Σα­ρα­κο­στή με τον κυ­ρι­α­κά­τι­κο ε­σπε­ρι­νό της Τυ­ρι­νής και κο­ρυ­φώ­νε­ται με τη θυ­σί­α, σαν την πο­ρεί­α προς τον Γολ­γο­θά και την Σταύ­ρω­ση. Η γνη­σι­ό­τη­τα της α­γά­πης ό­μως, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να θρι­αμ­βεύ­ει πέ­ρα α­πό τη θυ­σί­α, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το, στην α­να­στά­σι­μη ζω­ή του σώ­μα­τος του Χρι­στού.


Με τον Ε­σπε­ρι­νό (ή την Α­κο­λου­θί­α) της Α­γά­πης, α­νή­με­ρα το Πά­σχα, η Εκ­κλη­σί­α ε­ορ­τά­ζει και βι­ώ­νει αυ­τό το γε­γο­νός της πλη­ρό­τη­τας της θε­ϊ­κής προ­σφο­ράς, που ε­νέ­χει το α­πό­λυ­το της θε­ό­τη­τας. Δεν μπο­ρείς να α­γα­πάς λί­γο, ε­πι­λε­κτι­κά, πε­ρι­στα­σια­κά ή υ­πό ό­ρους. Η α­γά­πη εί­ναι πο­τα­μός ορ­μη­τι­κός και φλό­γα, που η α­λή­θεια της συγ­κλο­νί­ζει και η ε­λευ­θε­ρί­α της συ­ναρ­πά­ζει.


***


Ο Χρι­στός, μας ο­δη­γεί στον δρό­μο της α­λή­θειας και της ε­λευ­θε­ρί­ας: «Ε­άν α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, α­φή­σει και υ­μίν ο πα­τήρ υ­μών ο ου­ρά­νιος· ε­άν δε μη α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, ου­δέ ο πα­τήρ υ­μών α­φή­σει τα πα­ρα­πτώ­μα­τα υ­μών» (Μτ. 6, 14-15).


Η δι­α­τύ­πω­ση εί­ναι σα­φής, ε­πί­πε­δη και ε­πο­μέ­νως σκλη­ρή. «Αν συγ­χω­ρή­σε­τε τους άλ­λους, θα σας συγ­χω­ρή­σει κι ε­σάς ο Θε­ός, αν δεν τους συγ­χω­ρή­σε­τε, ού­τε ο Θε­ός θα συγ­χω­ρή­σει ε­σάς». Ό­ποι­ος πα­ρα­μέ­νει στην κο­σμι­κή λο­γι­κή, βρί­σκει δί­και­α τα λό­για αυ­τά. Ό­μως ο Χρι­στός, ήρ­θε να α­πα­λύ­νει τη δι­και­ο­σύ­νη του Νό­μου, να της προσ­δώ­σει την προ­ο­πτι­κή της χά­ρι­τος και του ε­λέ­ους.


Ε­κεί­νος που α­να­γνω­ρί­ζει την έμ­πρα­κτη θυ­σί­α στο βλέμ­μα του Ι­η­σού, δεν βλέ­πει στα λό­για Του το γράμ­μα του Νό­μου, αλ­λά τα προσ­λαμ­βά­νει με τη συγ­χω­ρη­τι­κή γλυ­κύ­τη­τα του βλέμ­μα­τος Του: «αν δέ­χε­στε στην καρ­διά σας τους α­δελ­φούς σας, τό­τε δέ­χε­στε και την α­γά­πη του Πα­τέ­ρα σας· αν κρα­τά­τε κλει­στή την καρ­διά σας στους α­δελ­φούς σας, την κρα­τά­τε κλει­στή και για τον Πα­τέ­ρα σας».


Ο Θε­ός δεν α­σκεί ε­ξου­σί­α, εί­ναι ε­ξου­σί­α και την εκ­φρά­ζει θε­ϊ­κά, με την δυ­να­μι­κή της α­γά­πης Του, που δεν ε­πι­βάλ­λει δε­σμά, αλ­λά δη­μι­ουρ­γεί ε­νερ­γούς δε­σμούς ε­λευ­θε­ρί­ας. O­ι δε­σμοί της ε­νό­τη­τας και τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ρί­ας του Πα­ρα­δεί­σου, προσ­δι­ο­ρί­ζουν χω­ρίς να πε­ρι­ο­ρί­ζουν. Η ε­λευ­θε­ρί­α δεν εί­ναι κα­τά­στα­ση, εί­ναι ε­νέρ­γεια με υ­πό­στα­ση, με ε­ξέ­λι­ξη και προ­ο­ρι­σμό. Σαν την κοι­νω­νί­α και την πλη­ρό­τη­τα. Εί­ναι έν­νοι­ες που τεί­νουν στην τε­λεί­ω­ση τους, στο Πρό­σω­πο του Θε­ού.


Η α­νά­δει­ξη της ε­λευ­θε­ρί­ας του αν­θρώ­που, τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται στην Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Κι ε­πει­δή η ε­λευ­θε­ρί­α δεν δι­α­χω­ρί­ζε­ται α­πό την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα, ο κα­θέ­νας μας πρέ­πει να α­να­λά­βει ε­λεύ­θε­ρα την ευ­θύ­νη, να ε­πι­δι­ώ­ξει ο ί­διος και να κερ­δί­σει τη σω­τη­ρί­α του, στη συ­νάν­τη­ση του με τον α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό.


Το πρό­τυ­πο, η ο­δός, εί­ναι η α­να­μάρ­τη­τη πο­ρεί­α του Χρι­στού στη γη, που α­πο­τε­λεί και την ε­πι­βε­βαί­ω­ση της δυ­να­τό­τη­τας του κά­θε αν­θρώ­που, να υ­περ­βεί τις δε­σμεύ­σεις της ύ­λης και να υ­πο­τά­ξει τους μη­χα­νι­σμούς της στο πνεύ­μα του. Να α­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση της ο­μοί­ω­σης προς την ει­κό­να του Θε­ού, που φέ­ρει το πρό­σω­πο του.

            

Η συ­νει­δη­τή α­πό­φα­ση να α­κο­λου­θή­σεις τον Ι­η­σού, εί­ναι η α­πό­λυ­τη έκ­φρα­ση της πί­στης στο πρό­σω­πο Του, που φλο­γί­ζει την καρ­διά με α­γά­πη και πυ­ρα­κτώ­νει τον νου με τα­πεί­νω­ση. Μό­νο έ­τσι αλ­λοι­ώ­νε­ται ο άν­θρω­πος στη ζω­ή του.


Ό­ποι­ος το θέ­λει α­λη­θι­νά, μπαί­νει στον Πα­ρά­δει­σο α­πό τώ­ρα. Κό­βον­τας δυ­να­μι­κά τις ε­ξαρ­τή­σεις που τον δε­σμεύ­ουν σε μά­ται­ες κο­σμι­κές α­ξί­ες. Ξε­περ­νών­τας ο­ρι­στι­κά τα συμ­πλέγ­μα­τα και τις α­να­στο­λές της βι­ο­λο­γι­κής του κα­θή­λω­σης, χω­ρίς να κοι­τά­ζει πί­σω. Πα­ρα­κάμ­πτον­τας δη­λα­δή ου­σι­α­στι­κά, τις α­μαρ­τί­ες. 


Η πνευ­μα­τι­κή αλ­λοί­ω­ση και η α­πο­μά­κρυν­ση α­πό την α­μαρ­τί­α, ε­ξα­γνί­ζουν το πρό­σω­πο και το ο­δη­γούν στην α­γι­ο­σύ­νη και τη θέ­ω­ση. Στη κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή,  οι στό­χοι αυ­τοί προ­σεγ­γί­ζον­ται μέ­σα α­πό την προ­σπά­θεια να πα­ρα­μεί­νου­με στα­θε­ροί σε μια πο­ρεί­α βι­ω­μα­τι­κής α­γά­πης, σε ό­λες τις φά­σεις της δι­α­δρο­μής της, ο κα­θέ­νας στον ρό­λο που ο Θε­ός του α­νέ­θε­σε.


***


Για να εν­σω­μα­τω­θείς ε­νερ­γά στην κοι­νω­νί­α του Χρι­στού, πρέ­πει να ε­πι­δι­ώ­ξεις στη ζω­ή σου την α­να­σύν­θε­ση της κα­θα­ρό­τη­τας του προ­σώ­που σου, με Πί­στη, με Α­γά­πη και με Τα­πεί­νω­ση. Ο­τι­δή­πο­τε πα­ρεμ­βαί­νει στη βού­λη­ση σου, με ε­πι­θυ­μί­ες που σ’ εμ­πο­δί­ζουν στην προ­σπά­θεια σου αυ­τή, εί­ναι α­μαρ­τί­α.


Στην ου­σί­α τους, οι τρεις αυ­τές ι­δι­ό­τη­τες α­πει­κο­νί­ζουν τη θεί­α τρι­α­δι­κό­τη­τα και εί­ναι α­δι­ά­σπα­στα ε­νω­μέ­νες. Α­πό ό­ποι­ο μο­νο­πά­τι και να ξε­κι­νή­σεις, θα συ­ναν­τη­θείς τε­λι­κά και με τις τρεις. Για­τί η κα­θε­μί­α ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται, μό­νο στη συ­νύ­παρ­ξη της με τις άλ­λες δύ­ο. Με α­γά­πη και τα­πεί­νω­ση συν­θέ­τεις την πί­στη, με πί­στη και τα­πεί­νω­ση α­να­πτύσ­σεις την α­γά­πη, με πί­στη και α­γά­πη α­να­κα­λύ­πτεις την τα­πεί­νω­ση.


Αν α­δυ­να­τού­με ε­πο­μέ­νως να προ­χω­ρή­σου­με ά­με­σα στη δι­α­δι­κα­σί­α της συγ­χώ­ρε­σης, ώ­στε να πα­ρα­βλέ­ψου­με τα πα­ρα­πτώ­μα­τα των αν­θρώ­πων, ας στρα­φού­με για βο­ή­θεια στον Χρι­στό. Ας προ­σευ­χη­θού­με να πολ­λα­πλα­σιά­σει τους άρ­τους της πί­στης και τους ι­χθείς της τα­πεί­νω­σης στην καρ­διά μας, για να θρα­φεί και να βλα­στή­σει ο σπό­ρος της α­γά­πης.


Το α­να­στη­μέ­νο πρό­σω­πο μας, θα εί­ναι η ε­πέ­κτα­ση της Ου­ρά­νιας Βα­σι­λεί­ας μέ­σα μας. Το να πα­ρα­μέ­νου­με ά­βου­λοι, ψυ­χροί και α­πρό­σω­ποι, αυ­τό εί­ναι α­μαρ­τί­α. Το να πα­ρα­μέ­νου­με α­δι­ά­φο­ροι, σε μια ζω­ή ά­δεια α­πό α­λη­θι­νή χα­ρά. Σε μια ζω­ή χω­ρίς Χρι­στό, χω­ρίς Πα­ρά­δει­σο, ού­τε τώ­ρα, ού­τε με­τά.


Αλ­λά και η α­να­βο­λή για αρ­γό­τε­ρα, εί­ναι μια θα­νά­σι­μη πα­γί­δα. Η συ­νή­θεια εί­ναι το δί­χτυ της και η α­με­ρι­μνη­σί­α το δό­λω­μα της. Σε τί­πο­τα δεν θα δι­α­φέ­ρει το αύ­ριο α­πό το σή­με­ρα. Και ε­νώ δεν γνω­ρί­ζου­με αν θα υ­πάρ­χει αύ­ριο για μας, γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, πως το κλει­δί της Βα­σι­λεί­ας εί­ναι η συγ­χώ­ρε­ση.


Βλέ­που­με συ­χνά τον α­δελ­φό μας να πα­ρα­παί­ει πνευ­μα­τι­κά α­πό το λά­θος του, να σκλη­ραί­νει η καρ­διά του κι αν­τί να τον στη­ρί­ξου­με, να τον πε­ρι­βάλ­λου­με με τη στορ­γή μας, με τις προ­σευ­χές μας, αν­τί να ταυ­τι­στού­με μα­ζί του σε μια ο­λό­ψυ­χη προ­σπά­θεια α­νόρ­θω­σης του, ταυ­τι­ζό­μα­στε με την ε­νο­χή του, με την πι­κρή γεύ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ε­ναν­τί­ον του και α­να­ζη­τού­με ι­κα­νο­ποί­η­ση στην τι­μω­ρί­α του.


Ξε­χνού­με πως στο πρό­σω­πο των α­δελ­φών μας, γί­νε­ται η συ­νάν­τη­ση μας με τον Χρι­στό. Στο πρό­σω­πο των α­δελ­φών μας, που α­δι­α­φο­ρή­σα­με για την ύ­παρ­ξη τους, α­φού πρώ­τα στα­θή­κα­με ά­καμ­πτοι, σκλη­ροί ε­κτι­μη­τές των σφαλ­μά­των τους, αλ­λά και της α­νε­πάρ­κειας τους να αν­τα­πο­κρι­θούν στις δι­κές μας ε­γω­κεν­τρι­κές προσ­δο­κί­ες και α­νάγ­κες.


Η α­γά­πη ό­μως εί­ναι θυ­σί­α που θερ­μαί­νει, συμ­πο­νά και προ­στρέ­χει, δεν κρί­νει, δεν κα­τα­δι­κά­ζει, δεν εγ­κα­τα­λεί­πει. Ο ε­γω­ι­σμός μας εί­ναι που θί­γε­ται, πλη­γώ­νε­ται και μας πα­γώ­νει την καρ­διά. Η α­γά­πη εί­ναι προ­σφο­ρά και ό­χι δο­σο­λη­ψί­α, δεν εί­ναι αν­τα­πο­δο­τι­κή πα­ρο­χή. Τη στιγ­μή που α­πο­μα­κρύ­νου­με τους άλ­λους α­πό κον­τά μας, στε­ρού­με τη χα­ρά της προ­σφο­ράς α­πό τη δι­κή μας καρ­διά. Α­πο­στρέ­φου­με το βλέμ­μα μας α­πό το πρό­σω­πο του α­δελ­φού μας και α­δι­α­φο­ρού­με αν μέ­σα α­πό τα μά­τια του, εί­ναι πάν­το­τε η ει­κό­να του Χρι­στού που μας κοι­τά­ζει.


Στον Πα­ρά­δει­σο υ­πάρ­χει μια θέ­ση που πε­ρι­μέ­νει τον α­δελ­φό μας, αυ­τόν που ε­μείς δεν ε­πι­θυ­μού­με την πα­ρου­σί­α του στη ζω­ή μας. Και α­κρι­βώς δί­πλα του, υ­πάρ­χει μια θέ­ση προ­ο­ρι­σμέ­νη για μας. Ε­κεί δεν υ­πάρ­χουν α­πο­στά­σεις. Γι’ αυ­τό και η θέ­ση μας θα εί­ναι πάν­το­τε δί­πλα του. Η κα­ταλ­λη­λό­τη­τα και η δυ­να­τό­τη­τα μας να ζού­με σε συν­θή­κες Πα­ρα­δεί­σου, ε­πι­κυ­ρώ­νε­ται α­πό ε­μάς, ε­δώ, σή­με­ρα, με την κα­τάρ­γη­ση των α­πο­στά­σε­ων που μας χω­ρί­ζουν.


***


Τις σχέ­σεις μας με τον Θε­ό, με τους αν­θρώ­πους και τον ε­αυ­τό μας, τις προσ­δι­ο­ρί­ζει κα­θα­ρά ο Χρι­στός, μέ­σα στα ί­δια λό­για Του, που α­να­φέ­ρα­με πιο πά­νω: «Ε­άν α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών... » «Α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις!.. »


Δεν κα­τα­λο­γί­ζει πα­ρα­πτώ­μα­τα στον κα­θέ­να μας με­μο­νω­μέ­να, αλ­λά στους αν­θρώ­πους συ­νο­λι­κά. Και δεν μας κα­λεί να με­τα­νο­ή­σου­με, αλ­λά να συγ­χω­ρέ­σου­με. 

Μας υ­πο­δει­κνύ­ει ό­μως έ­τσι, τη στάθ­μι­ση της θέ­σης μας με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων και της σχέ­σης μας μα­ζί τους, ώ­στε να προ­σεγ­γί­σου­με και τα δι­κά μας σφάλ­μα­τα και να συ­ναι­σθαν­θού­με την α­ναγ­και­ό­τη­τα της προ­σω­πι­κής μας με­τά­νοι­ας.


Δεν υ­πάρ­χουν μας λέ­γει, για τον Θε­ό, έ­νο­χοι και θύ­μα­τα, κα­τη­γο­ρού­με­νοι και κρι­τές. Η το­μή στην αν­τί­λη­ψη που ε­πι­κρα­τεί στον κό­σμο μας, εί­ναι τε­ρά­στια. Δεν εί­μα­στε ε­μείς και οι «άλ­λοι». Δεν υ­πάρ­χουν δι­κοί μας και ξέ­νοι, κα­λύ­τε­ροι ή χει­ρό­τε­ροι. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι, λη­στές της ζω­ής μας, με­τέ­χου­με στη ζυ­γα­ριά της Σταυ­ρι­κής Θυ­σί­ας του Γολ­γο­θά.


Και α­νά­με­σα μας ο Χρι­στός. Που πα­ρα­κα­λεί τον Πα­τέ­ρα, ά­φες αυ­τοίς, ουκ οί­δα­σικαι προ­τρέ­πει ε­μάς α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις”. Και μας δι­δά­σκει πώς να προ­σευ­χό­μα­στε στον Πα­τέ­ρα, ά­φες η­μίν τα ο­φει­λή­μα­τα η­μών, ως και η­μείς α­φί­ε­μεν τοις ο­φει­λέ­ταις η­μών”, σαν εκ­πρό­σω­πος ο κα­θέ­νας μας ό­λου του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος.


Μό­νο αυ­τό το ε­λά­χι­στο ζη­τά α­πό μας. Να δε­χθού­με στο βα­σί­λει­ο της καρ­διάς μας, στη ζω­ή μας, τώ­ρα, ό­λους τους αν­θρώ­πους μέ­χρι τον τε­λευ­ταί­ο, για­τί ο τε­λευ­ταί­ος θα εί­ναι Ε­κεί­νος. Τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αλ­λά και τί­πο­τα λι­γό­τε­ρο.


Η σω­τη­ρί­α μας δεν εί­ναι ού­τε πο­σο­τι­κή, ού­τε συγ­κρι­τι­κή, σε σχέ­ση με το πό­σο κα­λοίεί­μα­στε. Η σχέ­ση μας με τον Χρι­στό πρέ­πει να εί­ναι προ­σω­πι­κή, α­φού ο ί­διος εί­ναι και ο Θε­ός που με θεί­α συγ­κα­τά­βα­ση και εγ­κυ­ρό­τη­τα, πι­στο­ποι­εί ξε­χω­ρι­στά τον κα­θέ­να που τον εμ­πι­στεύ­ε­ται.


Δεν έ­χου­με πια α­πέ­ναν­τι μας, ού­τε τους αν­θρώ­πους, ού­τε τον Θε­ό. Εί­μα­στε ε­νω­μέ­νοι και με­τα­ξύ μας και με τον Θε­ό. Ε­λεύ­θε­ροι, α­πό ε­γω­ι­σμούς που α­πο­μο­νώ­νουν και α­πό ε­νο­χές που α­πο­μα­κρύ­νουν, να Τον συ­ναν­τή­σου­με μυ­στη­ρια­κά, στην ά­πει­ρη α­γα­θό­τη­τα με την ο­ποί­α αγ­κα­λιά­ζει ό­λα τα παι­διά Του, α­κό­μα κι ε­μάς τους βα­ρείς στην κα­τα­νό­η­ση, τους χλια­ρούς στη συ­ναί­σθη­ση και αρ­γούς στην αν­τα­πό­κρι­ση μας.


Αυ­τό που φαί­νε­ται δύ­σκο­λο για μας –ο δρό­μος προς την Α­νά­στα­ση-, για τον Χρι­στό εί­ναι ή­δη γε­γο­νός. Αν Τον δε­χθού­με στην καρ­διά μας, εν­σω­μα­τω­νό­μα­στε μα­ζί Του, για­τί με­τέ­χου­με στην Εκ­κλη­σί­α. Α­πο­κτού­με υ­πό­στα­ση, για­τί Τον έ­χου­με κε­φα­λή μας. Α­πο­κτού­με ξα­νά ζω­ή, για­τί Ε­κεί­νος εί­ναι η Ζω­ή και η Α­νά­στα­ση! 
 Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς

Σάββατο, 6 Απριλίου 2013

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

IN THE FOG


Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λόζνιτσα

Σενάριο: Σεργκέι Λόζνιτσα (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλι Μπίκοφ, 1987)

Πρωταγωνιστούν: Βλαντιμίρ Σβίρσκιυ, Βλάντισλαβ Αμπάσιν, Σεργκέι Κολέσοφ

Διάρκεια: 127΄

ΒΡΑΒΕΙΟ FIPRESCI ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2012
ΥΠΟΘΕΣΗ 


Δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ, 1942. Η περιοχή είναι υπό γερμανική κατοχή και οι ντόπιοι αντιστασιακοί αντιστέκονται σθεναρά.

Ένα τρένο εκτροχιάζεται κοντά στο χωριό, όπου κατοικεί ο Σσένια, ένας εργαζόμενος στο σιδηρόδρομο, με την οικογένεια του. Αν και αθώος, συλλαμβάνεται μαζί με άλλους σαμποτέρ, αλλά την τελευταία στιγμή ένας γερμανός αξιωματούχος αποφασίζει να τον αφήσει ελεύθερο. Οι φήμες ότι ο Σισένια έγινε προδότης κυκλοφορούν γρήγορα, και οι αντάρτες Μπούροφ και Βόιτικ φτάνουν από το δάσος για να πάρουν εκδίκηση.

Καθώς οι αντάρτες οδηγούν το θύμα τους στο δάσος, πέφτουν σε ενέδρα και ο Σισένια μένει μόνος με τον τραυματισμένο εχθρό του.

Βαθιά στο δάσος, εκεί όπου δεν υπάρχουν φίλοι και εχθροί, εκεί που η γραμμή μεταξύ προδοσίας και ηρωισμού είναι πολύ λεπτή, ο Σισένια αναγκάζεται να πάρει μια ηθική απόφαση υπό ανήθικες συνθήκες.



Η ταινία έλκει την καταγωγή της από τις παλιές επικές ταινίες του σοβιετικού κινηματογράφου, με τους απλοϊκούς, μονοκόμματους ήρωες που δε δίσταζαν να θυσιαστούν για την πατρίδα αναλαμβάνοντας αποστολές ασύλληπτου ηρωισμού. Η μανιχαϊστική αντίληψη που διέτρεχε το σύνολο των ταινιών  εκείνων δεν άφηνε περιθώρια για ηθικά διλήμματα, για εσωτερικές συγκρούσεις ή αμφισβητήσεις της ηθικής ακεραιότητας των σοβιερικών πολιτών και στρατιωτών, που μάχονταν εναντίον των Γερμανών εισβολέων.
Η διαφορά όμως με εκείνες  τις ταινίες είναι ότι το δραματικό στοιχείο δεν πηγάζει από την επαφή των ηρώων με το θάνατο τη στιγμή της εκτέλεσης του καθηκοντος, αλλά από το γεγονός του τραγικού εγκλωβισμού του πρωταγωνιστή σε μια κατάσταση αντικειμενικής  αδυναμίας να αποδείξει  στους συμπατριώτες του ότι δεν είναι καταδότης. 
Ο σκηνοθέτης καθηλώνει τον θεατή με το βασανιστικό ξετύλιγμα μιας πορείας θανάτου μέσα σε ένα υπέροχο αλλά ταυτόχρονα αμείλικτο φυσικό περιβάλλον, κάνοντας ατομικές αναδρομές στα γεγονότα που οδήγησαν σ΄αυτήν την κατάσταση.
Παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα τον τιτάνιο αγώνα  του Σισένια να μεταφέρει εθελοντικά το άψυχο σώμα του παρ΄ολίγον εκτελεστή του προς τη στρατιωτική βάση του, αρχικά απορούμε για την απόρριψη της ιδέας της δραπέτευσης, γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι η απόφαση αυτή είναι συνειδητή.
 Ο Σισένια ελπίζει ότι θα δώσει στους άλλους να καταλάβουν την αθωότητά του και ότι θα τον αφήσουν να επανενταχθεί στην κοινότητα των ομοεθνών του, που του είχε στρέψει την πλάτη θεωρώντας τον συνεργάτη των Γερμανών.
Ζώντας σήμερα στους κόλπους  μιας  κοινωνίας απόλυτα κομφορμιστικής και συμφεροντολογικής, η οποία  αποτελείται από ένα άθροισμα υποκειμένων παντελώς αδιάφορων μεταξύ τους, η στάση του Σισένια μάς καταπλήσσει, διότι μας ξαναθυμίζει με ωμό τρόπο  την ηθική ρήση  που πρότασσαν  συχνά οι γονείς μας, όταν μας τιμωρούσαν για τις σκανδαλιές μας , ότι δηλαδή ο άνθρωπος ζει για να έχει ένα καλό "όνομα" μέσα στην κοινωνία. Χωρίς αυτό το "όνομα" , δηλαδή την κοινωνική αναγνώριση, είναι ένα χαμένο κορμί και δεν έχει νόημα ύπαρξης .

πηγή