Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Πού να σέ βρώ - Σταμάτης Σπανουδάκης

Μουσική, στίχοι, ενορχήστρωση, παραγωγή, ηχοληψία: Σταμάτης Σπανουδάκης Παιδική χορωδία: Σπύρου Λάμπρου Από τόν δίσκο : "Κομμάτι απ' τήν ψυχή μου" 2003

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Η κοιλάδα με τα νερά


Με λένε Αχμέτ Λιόσα. Κάποτε ήμουν Αλβανός και ήμουν περήφανος γι’ αυτό. Κάποτε ήμουν Μουσουλμάνος και ευτυχής που πίστευα στο Θεό. Κάποτε ήμουν καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων και απολάμβανα το παιγνίδι με τη γνώση, καθώς και τη συμμετοχή  μου σ’ ένα κύκλο εκλεκτών.  Κάποτε ταξίδευα με τη γυναίκα και τα παιδιά μου στην Ευρώπη και επέστρεφα, καμιά φορά μετά από μήνες, χαρούμενος στην ασφάλεια των ανθρώπων και του περιβάλλοντος που γνώριζα. Τώρα δεν υπάρχει Αλβανία κι αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο κακό. Τώρα δεν υπάρχει Θεός, κι αν υπάρχει δε θέλω να τον ξέρω. Δεν υπάρχει πια Φυσική, δεν υπάρχει γνώση, δεν υπάρχουν Τίρανα, δεν υπάρχει Ευρώπη. Δεν υπάρχουν πια η γυναίκα και τα παιδιά μου κι εγώ δεν έχω κανένα μέρος για να λαχταράω τη  επιστροφή μου. Το μόνο που έμεινε είναι αυτή η στενή Κοιλάδα με τα Νερά. Μια φυλακή στην πραγματικότητα, από την οποία δε μπορούμε να φύγουμε, γιατί έξω από αυτήν η ζωή είναι δραματική. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά πρέπει να την υπερασπιζόμαστε κιόλας μέρα και νύχτα, με νύχια και με δόντια, από αυτούς που φτάνουν ως τα σύνορα της Κοιλάδας μας αναζητώντας το πολυτιμότερο στοιχείο για την επιβίωση, το νερό. Αυτό που απόμεινε σ’ εμάς τους τυχερούς, αν έχει νόημα η λέξη, της Καταστροφής.
Δεν υπάρχει πια καθαρό νερό, σχεδόν πουθενά. Έχουμε ακούσει από αυτούς που φτάνουν ως εδώ ότι σε ολόκληρα τα Βαλκάνια έχει άλλα καμιά δεκαριά μικρά μέρη όλα κι όλα, όπως το δικό μας, με πόσιμο νερό. Τα ίδια στην Ιταλία, στην Κεντρική Ευρώπη, παντού. Όσοι έχουν επιβιώσει εκεί έξω πίνουν νερό από τα ποτάμια, μολυσμένο με ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Και πεθαίνουν σαν τις μύγες, γεγονός που επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, καθώς δεν υπάρχει πια κανένας που να ενδιαφέρεται για ο,τιδήποτε άλλο πέρα από την προσωπική του επιβίωση. Όσοι έχουν την υπομονή και τα μέσα να βράζουν το νερό πριν το πιούν, γλιτώνουν για λίγο από τις μολυσματικές ασθένειες, αλλά πώς να αποφύγουν τη ραδιενέργεια;
Η αλήθεια είναι ότι κι εμείς δεν ξέρουμε αν έχουν μολυνθεί με ραδιενέργεια τα χώματα και τα νερά μας. Προς το παρόν, τέσσερα χρόνια μετά, δεν έχουμε ακόμα ενδείξεις, δηλαδή καρκίνους, πέρα από το συνηθισμένο αριθμό για ένα πληθυσμό δέκα χιλιάδων ανθρώπων. Το σημαντικότερο, τα εκατόν δέκα παιδιά που γεννήθηκαν στο μεταξύ, ήταν απολύτως φυσιολογικά, εννοώ χωρίς δυσπλασίες. Ενώ έξω από την Κοιλάδα σπάνια γεννιέται φυσιολογικό μωρό, αλλά ακόμα και τότε έχει ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει. Ορισμένοι είναι υπερβολικά αισιόδοξοι και φτιάχνουν θεωρίες ότι η σύσταση των πετρωμάτων στα γύρω βουνά απορρόφησε τη ραδιενέργεια και διάφορες παρόμοιες ανοησίες. Στην αρχή προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι δεν υπάρχουν κλειστές πόρτες για τη ραδιενέργεια, αλλά μετά σκέφτηκα ότι η ελπίδα, έστω και ψεύτικη, είναι εξαιρετικά σημαντική για την επιβίωση. Και συμφώνησα, ότι τα ιδιαίτερα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της Κοιλάδας την προστατεύουν. Αμέσως κυκλοφόρησε σε όλους η χαρούμενη είδηση «ο καθηγητής είπε…»
Πριν την Καταστροφή στην κοιλάδα ζούσαν εικοσιπέντε χιλιάδες άνθρωποι, μοιρασμένοι στα έξι χωριά και τους εννιά οικισμούς. Δεν ήταν πλούσιο το μέρος, αλλά οι άνθρωποι τα κατάφερναν, καλλιεργώντας τη λίγη εύφορη γη και βόσκοντας τα κοπάδια τους στα γύρω βουνά. Σκέφτομαι πως αν είμαστε σήμερα εικοσιπέντε χιλιάδες, θα ήταν αδύνατο να τραφούμε. Αλλά, τις πρώτες μέρες, πολλοί έφυγαν θέλοντας να μάθουν για την τύχη των δικών τους που ζούσαν έξω από την Κοιλάδα και δεν επέστρεψαν ποτέ. Πολλοί χάθηκαν τα δύο πρώτα χρόνια, στις άγριες επιδρομές των απέξω, που ήθελαν το νερό, πριν οργανώσουμε αποτελεσματικά την άμυνά μας. Πολλοί δε μπόρεσαν να προσαρμοστούν στις δυσκολίες της νέας κατάστασης και πέθαναν. Άλλοι αυτοκτόνησαν. Ακόμα και τώρα, δεν είναι λίγοι αυτοί που σηκώνονται και φεύγουν, παρόλο που δεν έχουν δει κανέναν να επιστρέφει. Το Συμβούλιο δεν τους εμποδίζει, με το σκεπτικό ότι αν μείνουν με το ζόρι, θα κάνουν περισσότερη ζημιά με τη γκρίνια τους, παρά καλό.
Ωστόσο, η κατάσταση έχει κάπως ισορροπήσει. Το τελευταίο τρίμηνο είχαμε τριάντα γέννες και μονάχα εικοσιέξι απώλειες κάθε είδους (φυσικοί θάνατοι, διαφυγές, ευθανασίες, νεκροί σε συμπλοκές με εισβολείς). Ήταν η πρώτη φορά που το ισοζύγιο ήταν θετικό, εδώ και τέσσερα χρόνια. Αλλά είναι εξαιρετικά εύκολο να ανατραπεί η σχέση, ανά πάσα στιγμή, και να επιτρέψουμε στα καταθλιπτικά δεδομένα των προηγούμενων τριμήνων.
Το Συμβούλιο που διοικεί την Κοιλάδα έχει καταλάβει ότι χρειάζεται να υπάρχει πάντοτε μια κρίσιμη μάζα πληθυσμού, που θα μπορεί να την υπερασπίζεται, αλλά πως τυχόν υπερβολική αύξηση θα είναι καταστροφική. Γι’ αυτό παίρνει ορισμένα σκληρά μέτρα, τα οποία ωστόσο δέχονται όλοι: Κανένας απ’ τους απέξω δεν έχει δικαίωμα να μπει στην Κοιλάδα, πολύ περισσότερο να μείνει σ’ αυτή. Οι ανταλλαγές γίνονται αποκλειστικά στη Νεκρή Ζώνη. Καμιά οικογένεια δεν έχει το δικαίωμα να συντηρεί ανάπηρο άτομο, σωματικά ή πνευματικά ή κατάκοιτο υπέργηρο. Φυσικά, τα μη αρτιμελή βρέφη υφίστανται αμέσως ευθανασία. Και επειδή, λόγω των μεγάλων απωλειών σε νέους άντρες, πολλές νέες γυναίκες έμειναν δίχως σύντροφο, αποφασίστηκε η υποχρεωτική πολυγαμία. Δε χρειάστηκε να τονιστεί το «υποχρεωτική», γιατί όλοι, ακόμα και αυτοί που εξακολουθούν να επισκέπτονται τα τζαμιά και τις εκκλησίες των χωριών, αντιλαμβάνονται ότι χωρίς παιδιά η Κοιλάδα είναι καταδικασμένη.
Αν εξαιρέσει κανείς τις υποχρεώσεις της άμυνας, η οποία είναι η πρώτη μας έννοια και στην οποία συμμετέχουμε όλοι, άντρες και γυναίκες, όσοι μπορούμε να κρατήσουμε το καλάσνικοφ στο χέρι, ασχολούμαστε με την καλλιέργεια. Δεν υπάρχει σπιθαμή γης ακαλλιέργητη. Δεν υπάρχει ακάλυπτος χώρος, εκτός από τους δρόμους, σε ολόκληρη την Κοιλάδα, που μη φυτεύεται. Ούτε καν οι στέγες των σπιτιών. Το νερό μας σώζει. Αναγκαστήκαμε να καταργήσουμε την κτηνοτροφία, γιατί δεν υπάρχει πια η δυνατότητα εισαγωγής ζωοτροφών. Συντηρούμε μονάχα λίγα ζώα, για το γάλα των παιδιών. Αλλά η γεωργική παραγωγή είναι τόση που μας επιτρέπει την επιβίωση. Την τελευταία χρονιά μάλιστα μπορέσαμε να κρατήσουμε και απόθεμα, όσπρια κυρίως, στις αποθήκες.
Επειδή οι κάτοικοι της Κοιλάδας ήταν στην πλειοψηφία τους γεωργοί και κτηνοτρόφοι κατάφεραν να προσαρμοστούν σχετικά γρήγορα στις νέες συνθήκες: δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχουν καύσιμα, κανένα αυτοκίνητο δε μπορεί να κινηθεί, οι καρότσες των αγροτικών είναι σπαρμένες με φασόλια και φακές. Δεν υπάρχουν πια  τηλέφωνα, ούτε κινητά ούτε σταθερά. Δεν υπάρχει πια τηλεόραση και ραδιόφωνο, ούτε τυπώνονται εφημερίδες. Δεν υπάρχει πια παγκόσμιος ιστός.
Είναι αδύνατον να ζήσουμε χωρίς τον έξω κόσμο, στη στενή μας φυλακή. Χρειαζόμαστε αυτά που δε μπορούμε να παράγουμε οι ίδιοι: όπλα και πυρομαχικά, πρώτα απ’ όλα. Ρούχα και παπούτσια. Σκεύη για το μαγείρεμα. Καύσιμη ύλη, δηλαδή ξύλα και κάρβουνα. Τα στοιχειώδη έπιπλα, καρέκλες τραπέζια, κρεβάτια. Οικοδομικά υλικά. Εργαλεία για τις καλλιέργειες και για τα μαστορέματα και πολλά άλλα. Μας τα φέρνουν καραβάνια εξαθλιωμένων εμπόρων, που τριγυρίζουν εδώ και κει στις έρημες πόλεις και τα χωριά και μαζεύουν ό,τι χρήσιμο υπάρχει και μπορεί να μας ενδιαφέρει. Καμιά φορά κάνουν λάθη. Μια ομάδα κουβάλησε κάποτε ως εμάς έξι σάκους με βιβλία, από τα παλαιά, τα χάρτινα. Δεν τα θέλαμε, τελικά τα πήραμε για καύσιμη ύλη. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι λίγο άγραφο χαρτί και ξύλινα μολύβια. Κι αυτά όχι για τώρα, αλλά μπας και τα χρειαστούμε στο μέλλον. Αν υπάρξει μέλλον.
Στην αρχή είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με τους εμπόρους. Πολλές φορές, εκεί που παζαρεύαμε, τράβηξαν τα καλάσνικωφ και άνοιξαν πυρ ομαδόν, θέλοντας να βάλουν χέρι στα γκούμια με το νερό, που γυάλιζαν στην είσοδο της Κοιλάδας. Την πρώτη και την τρίτη φορά τα κατάφεραν, αλλά έκαναν το λάθος να μπουν μέσα στην Κοιλάδα, για πλιάτσικο. Δε γλίτωσε κανείς τους. Τώρα έχουμε οργανώσει καλά την άμυνά μας, με σκοπιές, περιπολίες αλλά και γερά συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια σε όλες τις διαβάσεις, ακόμα και στα μονοπάτια των βουνών. Κανείς δε μπορεί να περάσει μέσα. Βέβαια ούτε κι εμείς μπορούμε να βγούμε, χωρίς οδηγό. Το χειρότερο είναι ότι δε μπορούμε να σεργιανάμε στα βουνά, εξαιτίας των ναρκών. Αλλά, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, το χειρότερο είναι μονάχα αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε: η εξόντωσή μας και η κατάληψη της Κοιλάδας των Νερών από τους απέξω.
Το νερό μας περισσεύει. Καλλιεργούμε και ποτίζουμε ολόκληρη την κοιλάδα, ακόμα και τα περβάζια των παραθύρων. Πουλάμε μεγάλες ποσότητες στους εμπόρους, που καταφθάνουν καθημερινά στη Νεκρή Ζώνη. Κρατάμε πάντοτε γεμάτες τις υπόγειες δεξαμενές που κατασκευάσαμε. Όλα τα πηγάδια της κοιλάδας, αυτά που υπήρχαν και αυτά που ανοίξαμε, είναι γεμάτα. Κι όμως, δεν έχουμε καμιά ένδειξη ότι τα νερά λιγοστεύουν. Αυτό έκανε μερικούς να σκεφτούν μήπως πρέπει να επιτρέψουμε στους απέξω να φτιάξουν μόνιμους καταυλισμούς και να τους τροφοδοτούμε εμείς με νερό, για τους ίδιους και για καλλιέργειες. Για να επιβιώσουν περισσότεροι άνθρωποι. Το συζητήσαμε και συμφωνήσαμε όλοι ότι θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για την Κοιλάδα, καθώς σε λίγο καιρό θα μαζευόντουσαν όλοι οι επιζήσαντες έξω από την πόρτα μας και το αποτέλεσμα θα ήταν να μην αντέξουμε την πίεση. Το αφήσαμε.
Η χειρότερη στιγμή μας ήταν στο τέλος της πρώτης χρονιάς, όταν ξέσπασε η εσωτερική διαμάχη, για το ποιος θα ελέγχει τους εισερχόμενους πόρους, δηλαδή τα προϊόντα που ανταλλάσσαμε με το νερό. Ως τότε την ευθύνη την είχαν οι παλιοί ιθύνοντες και ειδικά ο δήμαρχος της περιοχής. Οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν όταν διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα υλικά και τα καλύτερα εργαλεία μοιράζονται κατά σύστημα στους εκλεκτούς του δημάρχου. Οι τελευταίοι απάντησαν δυναμικά, αλλά αυτό ήταν μεγάλο λάθος. Τετρακόσιοι εξήντα νεκροί μέσα σε ένα απόγευμα. Όταν εξοντώθηκε ο δήμαρχος, τα παιδιά του  και οι φανατικοί υποστηρικτές του, δημιουργήθηκε το Συμβούλιο, που διοικεί την Κοιλάδα. Δεν υπάρχουν πια αδικίες μεταξύ μας. Όχι γιατί είμαστε όλοι οπλισμένοι, αυτό θα  μπορούσε κάλλιστα να μας οδηγήσει σε γενικευμένη αλληλοεξόντωση. Αλλά γιατί καταλάβαμε ότι η επιβίωση του καθενός και των δικών του εξαρτάται από την επιβίωση της Κοιλάδας. Και η επιβίωση της Κοιλάδας απαιτεί απόλυτη ισονομία μεταξύ μας. Είναι γελοίο, ίσως, αλλά χρειάστηκε να έρθει το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού για να το πετύχουμε. Κι αυτό αποκλειστικά μέσα στα ασφυκτικά όρια της Κοιλάδας και χάρη στο νερό.
Οι μεγαλύτεροι ζούμε σε μόνιμη κατάθλιψη. Αναλογιζόμαστε αυτά που χάσαμε. Αναλογιζόμαστε τον πολιτισμό μας, που χάθηκε στην άβυσσο. Αναλογιζόμαστε τους δικούς μας. Σκεφτόμαστε το μέλλον, που δεν υπάρχει. Οι νεότεροι φαίνονται καλύτερα προσαρμοσμένοι, αλλά μοιάζουν εντελώς διαφορετικοί. Δεν είναι παράξενο, είναι εντελώς διαφορετικός ο κόσμος που μεγαλώνουν.
Υπερασπιζόμαστε αποτελεσματικά την ύπαρξή μας, εδώ και τέσσερα χρόνια. Αλλά, τελευταία, βλέπω να έρχονται όλο και λιγότεροι έμποροι ως την είσοδο της Κοιλάδας, με όλο και λιγότερα εμπορεύματα. Ο έξω κόσμος φαίνεται να εξαντλείται. Μας μιλάνε για επιδημίες, που θερίζουν τους επιζήσαντες. Ζουν σαν τρωγλοδύτες, σκοτώνονται μεταξύ τους, πεθαίνουν από αρρώστιες και πείνα. Τι θα γίνει όταν δε θα υπάρχουν πια άνθρωποι για να ζητάνε το νερό μας, προσφέροντάς μας ό,τι έχουμε εμείς ανάγκη; Τι θα γίνει όταν εξαντληθούν τα αποθέματα που δημιουργούμε; Θα αναγκαστούμε να βγούμε εμείς έξω από την Κοιλάδα του Νερού. Και ως τώρα κανένας από αυτούς που βγήκαν δεν επέστρεψε.
πηγή

Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2013

Μή­τηρ Θε­ού...






Α­γί­ου Νι­κο­δή­μου του Α­γι­ο­ρεί­του

«...Η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος κα­τά τον έ­ξω χα­ρα­κτή­ρα και ή­θος του σώ­μα­τος, ή­τον σε­μνή και α­ε­βα­σμί­α κα­τά πάν­τα, ο­λί­γα και α­ναγ­καί­α λα­λού­σα' ή­τον ο­γλί­γο­ρος εις το να υ­πα­κού­ῃ και ευ­προ­σή­γο­ρος· ε­τί­μα ό­λους και ε­προ­σκύ­νει. εί­χε το μέ­γε­θος του σώ­μα­τος μέ­σον και σύμ­με­τρο­ν' ή, ως άλ­λοι λέ­γου­σι, το μέ­γε­θος εί­χεν υ­ψη­λό­τε­ρον α­πό το μέ­σο­ν' δεν ε­παρ­ρη­σι­ά­ζε­το εις κά­θε άν­θρω­πο­ν' ή­τον μα­κράν α­πό γέ­λω­τα και έ­ξω α­πό κά­θε τα­ρα­χήν και θυ­μόν.

Το χρώ­μα του θε­ο­δό­χου της σώ­μα­τος, ή­τον ό­μοι­ον με το χρώ­μα του σι­τα­ριού' εί­χε ξαν­θάς τας τρί­χας της κε­φα­λή­ς' εί­χεν ο­φθαλ­μούς πολ­λά ω­ραί­ους, χρω­μα­τι­σμέ­νους με θεί­αν σε­μνό­τη­τα, ω­ρα­ϊ­σμέ­νους με κό­ρας ο­ξείς καί ό­μοι­ας με την ε­λαί­αν και καλ­λυ­νο­μέ­νους με βλε­φα­ρί­δας φαι­δρο­πρε­πεί­ς' εί­χε τα ο­φρί­δια μαύ­ρα κυ­κλι­κώς ε­σχη­μα­τι­σμέ­να' εί­χε την μύ­την ο­μα­λήν και ευ­θεί­α­ν' τα πα­νά­μω­μα χεί­λη της ή­τον αν­θη­ρά, λάμ­πον­τα κο­σμί­ως με ε­ρυ­θρόν χρώ­μα και γέ­μον­τα α­πό την των λό­γων γλυ­κύ­τη­τα' εί­χε το ι­ε­ρο­πρε­πές πρό­σω­πον, ό­χι στρογ­γυ­λόν, αλ­λά ο­λί­γον μα­κρύ' εί­χε τας θε­ο­δό­χους χεί­ρας της μα­κράς, ο­μοί­ως και τους δα­κτύ­λους των χει­ρών μα­κρούς και τε­τορ­νευ­μέ­νους με λε­πτό­τη­τα' 

Ή­τον α­νυ­πε­ρή­φα­νος και α­νε­πί­δει­κτος, χω­ρίς να δεί­χνῃ καμ­μί­αν βλα­κί­αν καί έ­κλυ­σι­ν' εί­χε τα­πεί­νω­σιν υ­περ­βάλ­λου­σαν. Ε­φό­ρει και η­γά­πα ρού­χα φυ­σι­κώς α­πό λό­γου των χρω­μα­τι­σμέ­να, κα­θώς τού­το δη­λού­ται α­πό το ά­γιον και ι­ε­ρόν αυ­τής Μα­φό­ριον, αυ­τό­χρο­ον υ­πάρ­χον. Και δια να ει­πού­μεν κα­θο­λι­κώς, η Κυ­ρί­α Θε­ο­τό­κος ή­τον και κα­τά τα ε­ξω­τε­ρι­κά μέ­λη του πα­να­χράν­του αυ­τής σώ­μα­τος, γε­μά­τη α­πό τό­σην θεί­αν χά­ριν και σε­βα­σμι­ό­τη­τα, ώ­στε ό­που, ό­στις έ­βλε­πεν αυ­τήν, ε­λάμ­βα­νεν εις την ψυ­χήν του έ­να κά­ποι­ον φό­βον και ευ­λά­βειαν, συγ­κε­κραμ­μέ­νην ο­μού με μί­αν ε­σω­τε­ρι­κήν χα­ράν και χω­ρίς να την η­ξεύ­ρη πρω­τί­τε­ρα, ε­γνώ­ρι­ζεν α­πό μό­νον τον ε­ξω­τε­ρι­κόν χα­ρα­κτή­ρα της, ό­τι α­λη­θώς αυ­τή εί­ναι Μή­τηρ Θε­ού...».

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Καλοκαιράκι, λέγαμε παλιά


%CF%83%CE%BA%CE%AD%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.jpg

Δεν πάνε και πολλά χρόνια που ο κόσμος έλεγε "καλοκαιράκι έρχεται". Χρόνια που ζούσαμε μέσα σε πλάνη και κυρίως μέσα σε ευκολοπιστία και κοιτώντας ο καθένας τον εαυτό του, ζώντας μόνο και μόνο για το σήμερα, αδιαφορώντας για το αύριο. Των εαυτών μας και των επόμενων γενεών. Ευδαιμονία θεωρούσαμε ότι επικρατεί και … επί γης ειρήνη σε αυτή την γωνιά του κόσμου, οδηγούμενοι από ιαχές επαγγελματιών του … συνδικαλιστικού χώρου και από κραυγές του τύπου : θέλουμε να μας κάνετε ισχυρή κυβέρνηση για να φέρουμε το καλό στον τόπο μας.
Στις τηλεοράσεις έπαιζαν σήριαλς του Φώσκολου όπου δεν μπορούσες να παρακολουθήσεις ποιος κοιμάται με ποια, στον τύπο επικρατούσαν περιοδικά του Κωστόπουλου με μόνιμο ρητό …. "πήδα ότι πηδιέται".
Παράλληλα, δεν έλειπαν από την καθημερινότητα και απόψεις όπως "πες μου τι ΙΧ οδηγείς να σου πω ποιος είσαι". Και να, τα ΙΧ και να τα κοστούμια και να οι εκδρομές σε μέρη μακρινά και ονειρεμένα (που ήσαν πληρωμένες με καταναλωτικά δάνεια και οι 20 ημέρες διακοπών, αποπληρώνονταν τα επόμενα 3-4 χρόνια).
Βεβαίως όλα αυτά ήταν συνυφασμένα με το "αγοράζω 10 πράγματα, τα ρίχνω στο ψυγείο και στο τέλος της εβδομάδος πετάω τα μισά, αφού σάπισαν ή ακόμη με το κλείνω την βιοτεχνία μου που παράγει πλαστικά κουτάκια για τις διακλαδώσεις των καλωδίων και γίνομαι … εισαγωγέας, μεγάλος και τρανός που εισάγω αντίστοιχα είδη από την Γερμανία. Βάζω και ένα … λογικό μικτό περιθώριο κέρδους 80% (!!!) και το παίζω μέγας και τρανός στις παρέες μου κυκλοφορώντας με το notebook στην μασχάλη, όντας πίνοντας φραπέ και κανονίζοντας … δουλειές.
Όλα αυτά, μέσα σε έναν τέντζερη ανακατεύονταν σε ένα χυλό από χάος και λησμονιά της πραγματικής ζωής.
Από τον τέντζερη όμως δεν θα μπορούσε να λείπει το "καπάκι", όπου ως γνήσια "καπάκια" πολιτικάντηδες περιόδευαν τους τόπους καταγωγής των κομματόσκυλα και εκλεγμένοι -ειδικά το καλοκαιράκι-, μέσα λιμουζίνες και με συνοδεία αιθέριες υπάρξεις (αρκετές φορές "πληρωμένες") όπου, σε προσέγγιζαν να σου θυμίσουν πως, εκείνοι είναι οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, αλλά και οι γενικοί δερβέναγες της ζωής μας.
Εκείνοι (κατ’ αυτούς) που χωρίς την ύπαρξή τους, θα ήμασταν … σαπούνι, και περιττώματα στην καθημερινότητα.
Εκείνοι που -ουσιαστικά- απαιτούσαν να τους μιλάς στον πληθυντικό, επιδεικνύοντας σου το mont blanc στυλό τους, και το armani κοστούμι τους που …. συμπτωματικά τοποθετούνταν στην καρέκλα του καφενέ του κάθε χωριού έτσι ώστε να βλέπεις το κοστουμάκι τους (ενός κοστουμιού αγορασμένου με τα χρήματά ΣΟΥ, μια λιμουζίνας κινούμενης με τα χρήματά ΣΟΥ κ.ο.κ.
Σε παράλληλους κόσμους με αυτουνούς, ένα βήμα πιο πριν την έλευσή τους, εμφανίζονταν οι … "επιχειρηματίες" που με ανάλογες με τους προηγούμενους περιβολές και με σύνθημά τους "είμαι αυτοδημιούργητος" προλείαιναν τον δρόμο για τους da capo πολιτικάντηδες, που θα έρχονταν σε μια δύο μέρες.
Κέρναγαν κόσμο, σε έβαζαν στο Ι.Χ. τους να σε πάνε στο σπίτι, ενώ μόλις κατέβαινες βλαστήμαγαν (εν κρυπτώ) που … πάτησες το …. άγιο πατάκι του οχήματός τους, αλλά … η δουλειά να γίνετε μωρέ …. και η διαιώνιση του "συστήματος".
Όλα αυτά και πολλά άλλα, το καλοκαιράκι ! Όπου οι συνειδήσεις ήσαν πιο χαλαρές, οι ρυθμοί πιο ήπιοι, οι άμυνες πιο πεσμένες και γενικά "οι παρέες" έδιναν το απαιτούμενο θέαμα, στους … υποτακτικούς.
Ερχόμενοι στο σήμερα και με θέσφατο πως ένας προδότης, μαζί με την παρέα του, μετέτρεψε την Χώρα ΜΑΣ σε ξέφραγο αμπέλι του κάθε ανά την υφήλιο αλήτη και προχωρώντας στο επόμενο στάδιο, νέοι δούλοι ξένων αφεντικών συνεχίζουν την γραμμή του προκατόχου τους, μας δίδετε η εξής ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ευκαιρία.
Τούτο το "καλοκαιράκι", όσοι μπορέσουν να φύγουν από τον περιστερώνα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας και γενικά όλων των μεγαλουπόλεων, με προορισμό χωριά και πατρικά σπίτια, ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΝ στον περίγυρο. Να εξηγήσουν με απλά λόγια το τι συμβαίνει και τα χωριά πλέον δεν έχουν τόσο κόσμο όσο παλιά. Αλλά ακόμη κι εκείνα που έχουν κόσμο, ο κόσμος δεν ξοδεύει "μια" στον τόπο του, καθώς δεν έχει "μια" !
Να μιλήσουν στα καθ´ όλα σεβάσμια γερόντια και να τους εξηγήσουν πως, όσα δείχνουν τα megaλα κανάλια, είναι εικονική πραγματικότητα και τίποτα άλλο.
Να μεταφέρουν στον εκεί κόσμο, πως την τελευταία 3 ετία μια πόλη της Ελλάδος εξαφανίστηκε από τον χάρτη (βλέπε αυτοκτονίες). Να ενημερώσουν τον περίγυρο, πως ακόμη δεν έχει εμφανιστεί το στατιστικό αποτέλεσμα της έξαρσης καρκινογενέσεων, που προέρχονται από το υπέρμετρο στρες που προκαλεί η ανεργία.
Δηλαδή, με άλλα λόγια, να πουν την αλήθεια.
Όσοι δε, δεν μπορέσουν να φύγουν, λόγω οικονομικών, καλό είναι να κτυπήσουν το κουδούνι του διπλανού τους, να μιλήσουν, να πιουν ένα καφέ, να παίξουν ένα τάβλι και γενικά να μην επιτρέψουν να "γονατίσουν" την ψυχολογία τους, ετοιμάζοντας όμως τους εαυτούς τους κι αυτοί, για νέους λαοπλάνους και αγύρτες που θα προσπαθήσει το "σύστημα" να εμφανίσει, έτσι ώστε όχι μόνο να τους αποκρούσει, αλλά και να τους λιώσει.
Καλοκαιράκι σε όλους να είναι, γεμάτο από σκέψεις του πόσο κορόιδα πιαστήκαμε, αναμνήσεις και απόλαυση γαλήνιας οικογενειακής θαλπωρής, θέληση να αλλάξουν τα πράγματα, κρίσεις αυστηρές και σκληρές, αποφάσεις και προετοιμασία δράσεις.
Καλό πηγαιμό και καλύτερη επιστροφή. Με προσοχή στον δρόμο, αφού κανείς δεν περισσεύει !
Γιώργος Θ. Κανελλάκης