Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή: Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

του Άρη Δαβαράκη  

Η φιλία πάντα μετρούσε για μένα πολύ περισσότερο από τους «δεσμούς αίματος». Φαίνεται πως ο άγριος σπαραγμός που ξέσπασε ανάμεσα στα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς μου όταν πλησίασε η στιγμή να εγκαταλείψουμε την Αλεξάνδρεια (όπου όλοι είχαμε γεννηθεί) άφησε βαθειά σημάδια. Το μεγάλο κακό πήρε φωτιά από τη μεριά της οικογένειας του πατέρα μου, του Μιχάλη, ενός ανθρώπου πραγματικά γλυκύτατου, καλόκαρδου, γενναιόδωρου με την ουσιαστική σημασία της λέξης και χωρίς ίχνος κακίας για κανέναν και για τίποτα. Είχε δυό αδέλφια. Την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη του Άννα,  που ήταν και η νονά μου και η πολυαγαπημένη μου θεία και τον μικρότερό του Θεόδωρο με τον οποίον δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω ιδιαίτερη σχέση και οικειότητα –αλλά τον αγαπούσα και μ’ αγαπούσε πολύ απλά και φυσιολογικά, σαν γιό του αδερφού του. Οι τρεις τους ήταν παιδιά του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, του Σμυρνιού και της Κυκλαδίτισας  (από την Τήνο).
Ίσως το γεγονός πως σήμερα είναι ένα από τα δυό μεγαλύτερα Ψυχοσάββατα της χρονιάς (παραμονή της Πεντηκοστής), με οδηγεί να μιλήσω λίγο για όλους αυτούς τους δικούς μου ανθρώπους που, όλοι, τώρα πια δεν ζουν. Γιατί από μικρό παιδί, μέχρι που ξέσπασαν οι μεγάλες οικογενειακές καταιγίδες όταν εγώ πάλευα με την ήβη μου και τις μεταμορφώσεις της, είχα την σιγουριά πως ζούσα μέσα στην αγκαλιά μια πολύ μεγάλης, πολυπρόσωπης εννοώ, οικογένειας που την συνέδεαν δεσμοί αγάπης πανίσχυροι. Τον παππού Ζαχαρία δεν τον πρόλαβα, είχε πεθάνει όταν γεννήθηκα, η Ελισάβετ όμως, μια προσωπικότητα πραγματικά πολύ ισχυρή, εκτός από τα τρία δικά της παιδιά με τις οικογένειές τους, είχε μαζέψει γύρω της και τα επτά (αγόρια) αδέρφια της με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ήμασταν αμέτρητοι όλοι αυτοί που τώρα φτερουγίζουνε εκεί που πάνε οι ψυχές όταν εγκαταλείπουνε το σώμα και είχα ένα σωρό θείες και θείους και δεύτερα ξαδέρφια μια ντουζίνα και βάλε και «τρίτα ξαδέρφια» τρείς ντουζίνες και βάλε.
Από τη μεριά της μητέρας μου, της Ιωάννας,  τα πράγματα ήταν πιο απλά και πιο ήσυχα. Οι γονείς της, ο Διονύσης και η Δήμητρα, είχαν πάει στην Αλεξάνδρεια  από την Κέρκυρα νέοι, συνομήλικοι, πολύ ερωτευμένοι και πολύ όμορφοι, στο τέλος του 19ου αιώνα και είχαν κάνει τρία παιδιά. Όταν γεννήθηκα εγώ είχε φύγει και ο Διονύσης και τα δύο αδέρφια της μητέρας μου, η «πρώτη Ιωάννα» που κατάπιε ένα κορόμηλο σε βρεφική ηλικία καθισμένη στον ίσκιο του δέντρου και πνίγηκε και ο Σπύρος που πέθανε από τύφο στα 29 του χρόνια. Είχαν απομείνει η Δήμητρα, η χήρα αδελφή της Ελένη και η μητέρα μου. Οι δυό Κερκυραίες αδελφές ζήσανε μαυροντυμένες μαζί όλα τους τα χρόνια σε ένα ωραίο διαμέρισμα στην Mazarita, πάνω στον σταθμό του τραμ και η Ιωάννα παντρεύτηκε τον κατά δυό χρόνια μεγαλύτερό της Μιχάλη το '52 κι’ έφυγε από το πένθος που επικρατούσε στο σπίτι της Mazarita για να ζήσει τον έρωτά της με τον Μιχάλη.
Κάπου εδώ βραχυκυκλώνεται η ιστορία, με την πολύ κακή σχέση πεθεράς και νύφης που μας ταλαιπώρησε όλους αλλά πιο πολύ απ’ όλους τον Μιχάλη που ζούσε ανάμεσα σε δυό γυναίκες τόσο φορτισμένες ώστε να μην αφήνουνε την αγάπη να κάνει τη δουλειά της και να επουλώσει τις πληγές, μπλεγμένες όπως ήτανε σχεδόν συνέχεια (με μικρά διαλείμματα) σε ασήμαντους αλλά ομηρικούς καυγάδες. Και όταν ήρθε και η στιγμή να τ’ αφήσουμε όλα πίσω, να κλείσουμε τα σπίτια μας και να μετακομίσουμε πίσω στην μαμά-Ελλάδα, τότε πιά ανοίξανε οι ασκοί του Αιόλου και ζήσαμε όλοι σκηνές μεγάλης έντασης και διχόνοιας που, τουλάχιστον εμένα, με σημάδεψαν και με αγρίεψαν πάρα πολύ. Μέσα σ’ αυτό το πραγματικό τσουνάμι της κακής ενέργειας που μας τύλιξε σαν μαύρο πέπλο από παντού, ο θάνατος έκανε πάρτυ. Φύγανε όλοι. Τα δυό μου αγαπημένα πρώτα ξαδέρφια, τα παιδιά της Άννας, ο Γιώργος και ο Ζαχαρίας. Ο πατέρας τους ο Μίμης. Η Άννα. Ο πατέρας μου στα 50 του το '76, η μητέρα μου στα 51 της το '79. Η γιαγιά-Ελισάβετ άφραγκη και χιλιοταλαιπωρημένη. Η γιαγιά-Δήμητρα εδώ, στο Γηροκομείο της Κηφισίας με «αρτηριοσκλήρωση» (αυτό που τώρα λέμε Άλτσχάϊμερ αν δεν κάνω λάθος). Πολλά από τα δεύτερα ξαδέρφια, οι θείοι, οι θείες, τα παιδιά τους. Μόνο ο Θεόδωρος, χωρίς την γυναίκα του την Ελένη που έφυγε κι’ αυτή νωρίς από καρκίνο, σαν την Ιωάννα, ζει ακόμα. Και ο γιός του, ο άλλος μου πρώτος ξάδερφος ο Κωνσταντίνος που (ευτυχώς) δεν πρόλαβε πολλή Αίγυπτο και έφτιαξε εδώ την οικογένειά του – οπότε έχω και δυό ανιψιούς μια χαρά, κι’ ας έχω να τους δώ καμιά δεκαριά χρόνια. Από τους κοντινούς μου συγγενείς που ζούσαμε ζωές παράλληλες και αγαπιόμασταν, δεν έμεινε κανείς.
Αντίθετα τους φίλους που απέκτησα από τη χρονιά που ήρθα στην Ελλάδα, το 1964, μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα, τους έχω πάντα – και ας μην πολυβλεπόμαστε με κάποιους. Γιατί τους φίλους τους διαλέγεις και σε διαλέγουνε και μέσα στα χρόνια χτίζεται η σχέση σας με πραγματικό δόσιμο, με αγάπη καθαρή, χωρίς αγριότητες. Με άλλους δένεσαι περισσότερο και για μια ζωή, με άλλους για κάποιες μεγαλύτερες ή μικρότερες περιόδους, άλλους τους ανακαλύπτεις ξαφνικά και νοιώθεις σαν να προχωράτε για χρόνια μαζί.
Έχω πολύ καλούς φίλους και νοιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το δώρο του Θεού που συνεχώς ανανεώνεται. Σήμερα πέρασα το πρωϊ από το γραφείο ενός καινούργιου φίλου και ένοιωσα πόσο βαθιές γίνονται καμιά φορά, σε σύντομο χρόνο, κάποιες φιλίες. Γέμισα καλή ενέργεια κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν τον σχετικά καινούργιο πολύ καλό φίλο –και αυτό συνεχίστηκε μιλώντας με τον πιο παλιό μου φίλο που είναι στην Μύκονο για το τριήμερο και τον άλλον φίλο μου που πέρασε μεγάλες ιατρικές περιπέτειες και τώρα αναρρώνει και τον ζω καθημερινά και τον είκοσι χρόνια μικρότερό μου αγαπημένο φίλο με τον οποίον περπατήσαμε μαζί από την Ρηγίλλης ως την πλατεία Κολωνακίου και τις άλλες δυό αγαπημένες μου που είναι στην Μυτιλήνη, τον «κουμπάρο» (το λέμε για πλάκα) και την άλλη αγαπημένη φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη που ζεί στην Αθήνα –και την επίσης πολυαγαπημένη Θεσσαλονικιά φίλη που ζει στην Θεσσαλονίκη και μαγείρευε σήμερα μακαρόνια με γαρίδες γιατί περίμενε φίλους.
Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος γιατί έχω αληθινούς φίλους –που δεν χωράνε πουθενά. Και είμαι και τυχερός άνθρωπος γιατί εκεί στον κόσμο τον αόρατο είναι πολλές ψυχές που με βοηθάνε και με καθοδηγούν, απαλλαγμένες από τις εντάσεις  και την αγριότητα της επιβίωσης.
Πάω στην αγρυπνία μου για το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής στον άγιο Φίλιππο, να προσευχηθώ και να χαμογελάσω βαθειά μέσα μου σε ζώντες και κεκοιμημένους – για πάντα αγαπημένους. Αυτός ο κόσμος ο δικός μας και ο άλλος ο αόρατος, είναι ένας. Και η αγάπη φτερουγίζει ελεύθερη από εκεί προς τα εδώ και από εδώ προς τα εκεί – γεφυρώνοντας μεγάλες αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ –μα η ζωή τάφερε αλλοιώς. πηγή

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

O Εσταυρωμένος του μπαρ

Αλήθειες από τον Νίκο Δήμου
Νίκος ΔήμουΟ  Νίκος Δήμου γενικά εμφανίζεται ως «αντίπαλος» της Εκκλησίας (την οποία, προφανώς, ταυτίζει με το ιερατείο, που, προφανέστερα, το θεωρεί συμμορία εκμεταλλευτών της θρησκοληψίας και δεισιδαιμονίας του λαού) και αγκυλωμένος από ιδεολογικές προκαταλήψεις – αλλά και μια υπεροπτική διάθεση – απέναντι σε διάφορες εκδηλώσεις της χριστιανικής ευσέβειας.

Εδώ όμως τονίζει αλήθειες αποδεκτές από κάθε σοβαρό ορθόδοξο χριστιανό και ομολογεί τον εαυτό του ως χριστιανό, έστω και, όπως γράφει, «αιρετικό».
Ασφαλώς, «αιρετικό» εννοεί κάτι σαν αντίθετο στην υποκρισία και τη θρησκοληψία, δηλ. όχι πραγματικά αιρετικό, άσχετα αν η άποψή του για το Θεό, τον άνθρωπο, την Εκκλησία κ.τ.λ. είναι στην πραγματικότητα αιρετική ή όχι. Το τελευταίο δεν νομίζω πως τον απασχολεί καν, γιατί φαίνεται να μην αποδέχεται ότι στην τοποθέτηση του χριστιανισμού γι' αυτά τα θέματα υπάρχει κάποια αλήθεια. Πιστεύω ότι από το χριστιανισμό έχει κρατήσει μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται ως κοινωνικό μήνυμα, απορρίπτοντας ό,τι θεωρεί μεταφυσικό μύθο, όπως τη θεότητα του Χριστού, την ένωση του ανθρώπου με το Θεό και φυσικά την αξία των μυστηρίων της Εκκλησίας. Τέλος πάντων.
Δημοσιεύουμε λοιπόν αυτό το άρθρο, ας μου συγχωρεθεί να πω, όχι για να μάθουμε κάτι καινούργιο, αφού αυτά που επισημαίνει τα λένε αμέτρητοι ορθόδοξοι πνευματικοί διδάσκαλοι, αλλά για να τον συγχαρούμε και να τον καλέσουμε (τον ίδιο και όλους όσοι συμμερίζονται την οπτική του) στην παρέα μας, στο σπίτι μας, στην Εκκλησία. Είμαι βέβαιος ότι κατά βάθος αναζητά τον ίδιο Χριστό, με τον οποίο συνδέονται οι άγιοί μας, όμως δεν ξέρει ότι υπάρχει ή πού θα Τον ανακαλύψει.



Το κείμενο του κ. Νίκου Δήμου (από εδώ):

O Εσταυρωμένος του μπαρ
 photo: Νίκος Δήμου

Η φωτογραφία που συνοδεύει αυτό το άρθρο δεν είναι μοντάζ. Την τράβηξα πριν από χρόνια στην Μύκονο. Σε ένα μπαρ, μία εσοχή περιείχε την εικόνα του Χριστού (με «στέφανο εξ ακανθών», παρακαλώ) και μπροστά της μία σειρά μπουκάλια ποτών, που σχεδόν την έκρυβαν.


Μόλις την είδα, σκέφθηκα: να μία ωραία σχέση με την θρησκεία! Μου θύμισε την πρώτη μου επίσκεψη σε ιερόδουλο. Πάνω από το «κρεβάτι της αμαρτίας», κρεμόταν η εικόνα της Παναγίας.


Παιδί, έβλεπα τις γειτόνισσες να εκκλησιάζονται, να προσκυνούν, να νηστεύουν – αλλά εκτός από αυτά να μην τηρούν καμία από τις ουσιαστικές εντολές του Ιησού τον οποίο θρηνούσαν και στόλιζαν στον Επιτάφιο. Οι πιο θρήσκοι άνδρες της γειτονιάς ήταν τα μεγαλύτερα λαμόγια.


Και ο μπάρμαν της Μυκόνου και η πόρνη της πλατείας Βάθη είχαν μία εργαλειακή σχέση με την θρησκεία. Ήθελαν την βοήθεια και την προστασία της κατά την εξάσκηση του επαγγέλματός τους, άσχετα με το τι ήταν αυτό το επάγγελμα.


Κι αυτοί που συρρέουν να προσκυνήσουν το σκήνωμα της ΑγίαςΒαρβάρας [: ένα λείψανο, όχι το σκήνωμα] ζητάνε επίσης προστασία, παραμυθία και θεραπεία. Αλλά πόσοι από αυτούς είναι πραγματικοί Χριστιανοί; Πόσοι ακολουθούν τη διδασκαλία του Ιησού στην «Επί του Όρους Ομιλία»; Το να πιστεύεις στα θαύματα είναι εύκολο και βολικό – το να γυρίζεις το άλλο μάγουλο όμως;


Άραγε όσοι πάνε το Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο ή στην Παναγία Σουμελά, αγαπούν τον πλησίον τους ως εαυτόν;


Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις οι Έλληνες είναι από τους πλέον θρησκευόμενους λαούς. Όμως έχουν μία περίεργη σχέση με την θρησκεία. Πάνω από πνευματική την θεωρούν εθνική υπόθεση – κομμάτι της εθνικής τους ταυτότητας. Αυτό τους παρέχει προνομιούχο προστασία σε καιρούς ανάγκης. (Μέχρι και δικό της Θεό έχει η Ελλάδα). Ζητάνε την παρέμβαση του Αγίου σαν ρουσφέτι.


Αυτό όμως δεν τους οδηγεί στο να διαμορφώσουν τη ζωή τους ακολουθώντας την χριστιανική διδασκαλία.


Και οι υποδοχές «με τιμές αρχηγού κράτους» δεν αποτελούν ένδειξη πίστης, αλλά ένδεια. Φαντάζεστε τον ταπεινό Ιησού, που μπήκε στα Ιεροσόλυμα καβάλα στο γαϊδουράκι – να βρεθεί μπροστά σε μπάντα και άγημα;


Αυτά από έναν αιρετικό χριστιανό – που όμως σέβεται περισσότερο την έντιμη πίστη από όλους εκείνους που την καπηλεύονται.

*****
 
Σκέψεις του αγαπητού αδελφού ιερέα που μας επισήμανε το παραπάνω:

Μην τα ισοπεδώνουμε όλα, εδώ ο Νίκος Δήμου μας αποκαλύπτει μια αλήθεια. Την έλλειψη ενσάρκωσης και μαρτυρίας μέσα στην ζωή. Αναλύει φαινόμενα θρησκόληπτα, που αντί να βγάζουν οσμή ευωδίας βγάζουν δυσωδία.

Έχει χαθεί η λεβεντιά της πνευματικής ζωής, αναζητούμε γέροντες σαν καφετζούδες, συνταγές σωτηρίας και, αντί να δούμε την πνευματική σχέση με τον Χριστό ως σχέση πραγματική, ως ταξίδι ελευθερίας που μας δίνει δυνατότητες μέσα από την ελευθερία, αλλά και την χάρη (του Θεού), τη βλέπουμε τη σχέση ως συναλλαγή. 


Τι έλεγε ο άγιος Πορφύριος: "Πολλοί έρχονται σε μένα και όλο ζητάνε παντρειές, δουλειά, αποκατάσταση οικονομική, το μέλλον, αλλά κανείς δεν έρχεται να ζητήσει πώς θα αγαπήσει τον Χριστό και τον πλησίον".


Κάναμε τον Ορθόδοξο δρόμο προτεσταντική παραφυάδα. Το τάμα, από προσφορά, αγάπη και άνοιγμα, έχει γίνει συναλλαγή και ρουσφέτι. Η Θεία Κοινωνία για το καλό του χρόνου. Ο εκκλησιασμός, αντί να είναι συνάντηση με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο, έγινε κουτσομπολιό και χαβαλές. 


Για πολλούς η πίστη είναι αυτοδικαίωση αμαρτιών και, αν πεις έναν λόγο οντολογικό, σε καταγγέλλουν στον Μητρόπολη για αυστηρότητα. 


Θα σταθώ σε μια φράση του κ. Δήμου: "Το να πιστεύεις στα θαύματα είναι εύκολο και βολικό – το να γυρίζεις το άλλο μάγουλο όμως;"

Για μένα μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι η θεραπεία από έναν καρκίνο, αλλά η ΜΕΤΑΝΟΙΑ… Να βλέπεις ανθρώπους η χάρη να τους γυρνάει 360 μοίρες, να παίρνει η ζωή τους τούμπα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα, ένας άνθρωπος από το σκοτάδι να πηγαίνει στο φως. 


Θαύμα δεν είναι μόνο να περιμένεις στην ουρά να προσκυνήσεις την Αγία Βαρβάρα, αλλά ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ είναι να κάνεις το βράδυ γονατιστός στο προσκυνητάρι σου ένα κομποσκοίνι για τον εχθρό σου και να νιώθεις το ρήγμα μέσα σου ότι δεν μπορείς να τον αγαπήσεις… ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ…
πηγή

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

ΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Τι ωραιώθης και τι ηδύνθης, 

αγάπη, εν τρυφαίς σου;
Τούτο μέγεθός σου, 
ωμοιώθης τω φοίνικι, 
και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. 
Είπα αναβήσομαι επί τω φοίνικι, 
κρατήσω των ύψεων αυτού. 
Εγώ τω αδελφιδώ μου, 
και επ’ εμέ η επιστροφή αυτού 
ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου, 
και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. 
Υπό μήλον εξήγειρά σε 
εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου, 
εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσα σε.  
Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, 
ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου 
ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, 
σκληρός ως Άδης ζήλος 
περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, 
φλόγες αυτής. 
Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην, 

και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Γενικές προϋποθέσεις γιά τή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου



( † Μητροπ. Αντωνίου Μπλουμ)
Θα ήθελα να πω λίγα λόγια σχετικά με τον τρόπο ανάγνωσης του Ευαγγελίου. Είναι πολύ σημαντικό να τον γνωρίζουμε προκειμένου να καταπιαστούμε με αυτό. Θα ξεκινήσω δείχνοντας πως μπορεί κάποιος να το διαβάσει όταν είναι μόνος του, στο «ταμιείον» του… Είναι αυτονόητο ότι οφείλω να λάβω υπ’ όψιν το γεγονός ότι πολλοί δεν έχουν το Ευαγγέλιο στα χέρια τους, έτσι ώστε, πριν προχωρήσω στο πρώτο σχόλιο, ν’ αναγνώσω το χωρίο στο οποίο αναφέρομαι.

Η πρώτη προϋπόθεση ώστε ν’ αποκομίσουμε πραγματικά οφέλη από μία τακτική μελέτη του Ευαγγελίου είναι φυσικά να υιοθετήσουμε μία στάση τιμιότητας απέναντί του· δηλαδή να το προσεγγίσουμε με ειλικρίνεια και ευθύτητα, όπως ακριβώς επιχειρούμε να μελετήσουμε την οποιαδήποτε επιστήμη· ν’ απαλλαχτούμε από κάθε μεροληπτική κρίση και μόνο αφού έχει «μιλήσει» μέσα μας το αντικείμενο της μελέτης μας, να προ­σπαθήσουμε να κατανοήσουμε το βαθύτερο νόη­μα του λόγου του. Είναι λοιπόν απαραίτητο ν’ ασχοληθούμε με την ανάγνωση του Ευαγγελίου εντελώς αμερόληπτα, κινούμενοι από μία και μόνη επιθυμία:την ανακάλυψη της αλήθειας, την κατα­νόηση των νοημάτων του λόγου και τη διαμόρφω­ση μιας ακέραιης συνείδησης σαν κι αυτή που οφείλουμε να έχουμε όταν καταπιανόμαστε με την οποιαδήποτε επιστημονική δραστηριότητα.

Αν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο κατ’ αυτό τον τρόπο, με ειλικρίνεια και εντιμότητα, μ’ ανοιχτό μυαλό, χωρίς καμία προκατάληψη, θα φτάσουμε αναπόφευκτα και σε χωρία που θα ξυπνήσουν διάφορες αντιδράσεις στη ψυχή μας. Κάποια σημεία του κειμένου παραμένουν ακατανόητα, σαν να είναι ξένα για μας, μπορούμε να τα κατα­γράψουμε και να τα προσπεράσουμε, συνεχίζο­ντας την ανάγνωση και περιμένοντας τη στιγμή που θα έχουμε ωριμάσει αρκετά, ώστε να διεισδύσουμε καλύτερα στο νόημά τους. Άλλα χωρία είναι δυνατόν να μας δυσαρεστήσουν («Δεν συμ­φωνώ με τούτο το χωρίο, δεν μπορώ να το απο­δεχτώ …»). Μπορεί επίσης να ανακαλύψουμε ότι το Ευαγγέλιο κι ο ίδιος μας ο εαυτός δεν συμφω­νούν πραγματικά. Θα υπάρξουν όμως και ορι­σμένες περικοπές που θ’ αντηχήσουν χωρίς δυσκολία σ’ όλη μας την καρδιά, σ’ όλη μας τη ψυχή, θα υπάρξουν χωρία που θα συγκλονίσουν τον εσωτερικό μας κόσμο, θα μας φανούν τόσο όμορφα, τόσο γεμάτα με νόημα, που θα θέλαμε να φωνάξουμε: Ως «θαυμαστός… ο Κύριος»! Αυτά τα χωρία σημαίνουν ότι ενωνόμαστε με τον Θεό, ότι η προσεκτική μελέτη μάς οδηγεί στα βάθη του Θεού, στη γνώση της ιδίας της ύπαρξής Του, στη διάκριση της φύσης των σκέψεών Του, των συναι­σθημάτων Του, των δεσμών Του μαζί μας.

Τότε λοιπόν ανακαλύπτουμε μέσα μας ένα βάθος για την ύπαρξη του οποίου ήμασταν εντελώς ανυποψίαστοι. Σ’ αυτό το βάθος ο Θεός και εμείς γινόμαστε ένα, κατανοούμε, αγαπάμε, βρισκόμαστε σε αρμονία ο ένας με τον άλλο. Κι όταν συμβαίνει αυτό, ανοιγόμαστε προς τους εαυτούς μας μ’ έναν εντελώς πρωτόγνωρο τρόπο, και αρχίζουμε να γνωρίζουμε και να κατανοούμε τον Θεό. Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση για την ανάγνωση του Ευαγγελίου: να είμαστε έτοιμοι να λειτουργήσουμε χωρίς φόβο, με απόλυτη τιμιότητα και ανοιχτό μυαλό για ό,τι θα συμβεί, για ό,τι θα συνειδητοποιήσουμε, γι’ αυτό που θα πλημμυρίσει τη ψυχή μας με χαρά και ενθουσιασμό, και που θα μας εμπνεύσει τη θεωρία του κάλλους, κι ακόμη περισσότερο, την έμπρακτη εφαρμογή όσων ανακαλύψαμε εν τω Θεώ και εν ημίν μέσα από το Ευαγγέλιο.

Για ν’ αποκομίσουμε κάποιο όφελος από τη μελέτη του Ευαγγελίου, πρέπει να δείξουμε συνέπεια και επιμονή. Όποιος, αφού διάβασε μια περικοπή, αποφανθεί «αυτό το κείμενο δεν μου λέει τίποτε, κατά βάθος δεν μ’ ακούμπησε, δεν άξιζε τον κόπο η μελέτη», εκείνος δεν θα φτάσει ποτέ στο σημείο, ώστε οι λόγοι που ανάβλυσαν από την καρδιά του Θεού να εναρμονιστούν με τη δική του καρδιά.

Όπως είπα στην αρχή, πρέπει να είμαστε προ­ετοιμασμένοι ότι θα πέσουμε και σε χωρία που θα μας φαίνονται ολότελα απόμακρα· άλλα θα μας χτυπήσουν και θα πονέσουμε, ενώ μόνο ένας μικρός αριθμός θα αγγίξει το βάθος του είναι μας. Αν όμως επιμείνουμε στη μελέτη μας, αν στοχα­στούμε έντονα τους λόγους των οποίων γίναμε αποδέκτες, θα καλλιεργήσουμε σιγά-σιγά τη ψυχή μας, θα την προετοιμάσουμε για μία νέα κατανόηση. Μια παραβολή του Ευαγγελίου μάς λέει ότι, όταν ο σποριάς ρίξει το σπόρο του στη γη, ένα μέρος πέφτει στο δρόμο, ένα άλλο μέσα στ’ αγκάθια, ένα ακόμη σε πετρώδες έδαφος και τέλος ένα πέφτει στη γη την αγαθή που έχει τη δυνατότητα να δώσει καρπό. Κάθε μέρα, ο καθέ­νας μας συμβαίνει να μοιάζει με το ένα ή το άλλο, μ’ ένα πετρώδες μονοπάτι, ή με γη αγαθή έτοιμη να δεχτεί τον σπόρο διά του Ευαγγελίου. Και μπορεί σήμερα η μελέτη μας ν’ αποβεί άκαρπη. Αν όμως επιμείνουμε σ’ αυτή, μολονότι είναι αφηρημένη και απρόσεκτη και εμείς δεν επιτρέπουμε να μας διαπεράσει, τότε θα την επαναλάβουμε αύριο, και ξανά την επόμενη μέρα: θα φτάσει η στιγμή που ξαφνικά θα φανεί ότι στην πραγματι­κότητα ο σπόρος έχει πέσει σε τέτοιο βάθος που μας εμποδίζει να παρατηρήσουμε το φύτρωμά του. Και μόνο ύστερα από κάποιο χρονικό διά­στημα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που μας φαινόταν μακρινό κι ακατανόητο, έχει απότομα αρχίσει ν’ αυξάνει, το λιβάδι πρασινίζει, η σοδιά μεγαλώνει. Κι αυτό είναι το πρώτο σημείο.

Στη συνέχεια, καλούμαστε να διαποτιστούμε από το νόημα του Ευαγγελίου, δηλαδή να βεβαι­ωθούμε ότι διαβάζοντάς το, κατανοούμε ορθά το γραφόμενο. Αν μια περικοπή μάς φαίνεται ακατανόητη, γιατί υπάρχουν λέξεις ξένες ή παρωχημένες για μας, οφείλουμε να καταβάλουμε προ­σπάθεια για να συλλάβουμε το νόημά της, να καταφύγουμε σ’ ένα λεξικό ή να ζητήσουμε τη βοήθεια κάποιου. Η ουσία είναι να ορίσουμε ορθά τη σημασία τους, γιατί στον βαθμό που θα τις κατανοήσουμε σε βάθος, θ’ αγγίξουν το εσωτερικό της ύπαρξής μας, αλλιώς θα παραμείνουν στην επιφάνεια.

Τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου επιβάλλεται για όλους. Το καλύτερο είναι να το διαβά­ζουμε το πρωί, όταν οι σκέψεις δεν έχουν ακόμη σκορπίσει. Για να γίνει όμως αυτό, δεν αρκεί να πάρουμε το βιβλίο, να καθίσουμε, και να περιμένουμε να ξεκινήσουμε. Πρέπει να σταθούμε ενώ­πιον του Θεού και να πούμε: «Κύριε, τώρα πρό­κειται να διαβάσω το Ευαγγέλιο, όπου εξιστορείται η ζωή του Κυρίου μας και Σωτήρα Ιησού Χριστού. Καθένας από τους λόγους Του είναι λόγος αιώνιος, λόγος που απευθύνεται σε μένα προσωπικά. Ευλόγησέ με, βοήθησέ με να ελευθερώσω τον νου μου, ν’ ανοίξω την καρδιά μου. Βοήθησέ με να μη φοβάμαι, καθώς οπωσδήποτε θα συναντήσω περικοπές που θα με “υποχρεώσουν” ν’ αλλάξω τη ζωή μου, ν’ αλλάξω τη συμπε­ριφορά μου προς τους ανθρώπους ή και προς τον ίδιο μου τον εαυτό, και τούτες οι αλλαγές με τρομάζουν. Βοήθησέ με να γίνω γενναίος, τολμηρός και συνάμα συνετός…».

Τέλος είναι αυτονόητο ότι το Ευαγγέλιο πρέ­πει να διαβάζεται χωρίς βιασύνη. Ένα καλό βιβλίο διαβάζεται με αργό ρυθμό. Όταν έρχεται ένας φίλος, τον ακούμε με προσοχή, χωρίς να ευχόμαστε να τελειώνει σύντομα όσα έχει να μας πει, ώστε να σηκωθεί να φύγει. Με τον ίδιο τρό­πο οφείλουμε να φερόμαστε προς τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, που τούτη τη στιγμή στέκεται μπροστά μας, μάς απευθύνει προσωπικά το λόγο, μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις και τα συναισθήματά Του. Μας προσκαλεί σε μία νέα ζωή, τη ζωή που αυτός γεύεται. Είναι η αιώνια ζωή, ήδη δεδομένη σήμερα στον χρόνο και τον χώρο. Να διαβάζουμε λοιπόν χωρίς πίεση. Μικρή σημασία έχει αν θα διαβάσουμε ένα εκτενές ή ένα σύντομο απόσπασμα, ή αν θα μας πάρει πολύ ή λίγο χρόνο. Ας συλλογιστούμε πόσο αργά δια­βάζουμε, όταν η ανάγνωση ενός βιβλίου ποίησης μάς έχει συναρπάσει, τονίζοντας την κάθε λέξη και με πόση προσοχή αφουγκραζόμαστε το μέτρο και την ηχώ των στίχων! Με τον ίδιο τρόπο αρμόζει να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο. Μιλάει ο Θεός· θα φτάναμε ποτέ στο σημείο να Του πούμε: «Τελείωνε, έχω και άλλα πράγματα να κάνω»; Όχι, πρέπει να μείνουμε με τον Θεό.

Και πριν ν’ απομακρυνθούμε, πριν να επιστρέψουμε στις καθημερινές ασχολίες μας, ας κάνου­με μία παύση, ας σταματήσουμε να διαβάζουμε ή να σκεπτόμαστε οτιδήποτε, κι ας καθίσουμε σιωπηλοί. Ας παραμείνουμε στη σιωπή για πέντε λεπτά τουλάχιστον, ας παραδοθούμε στην ησυχία που απλώνεται στο δωμάτιο, και που ίσως κατα­λαμβάνει το νου και τη ψυχή μας. Και μετά, ας σηκωθούμε και ας πούμε: «Κύριε, ευλόγησε την είσοδό μου σε τούτη την καινούργια μέρα. Απλώνεται μπροστά μου, ανείδωτη, σαν μια χιο­νισμένη πεδιάδα. Αξίωσέ με ν’ αναζητήσω την τύχη μου σ’ αυτή και να μην αφήσω εκεί ίχνη πονηρά και ανάξια για Σένα και για μένα. Ευλόγησέ με· όλη τη νύχτα κοιμήθηκα σαν να ήμουν νεκρός, και τώρα ανασταίνομαι πάλι κι αρχίζω μια καινούρια ζωή…».

Μ’ αυτούς τους λόγους να πορεύεσαι στη ζωή.

Θυμάμαι ποιός ήταν ο αντίχτυπος που είχε για μένα το Ευαγγέλιο όταν το διάβασα για πρώτη φορά, και ποιούς καρπούς έδωσε στη ψυχή μου. Ασφαλώς δεν έζησα τη ζωή μου σε ύψος αντίστοιχο με τους λόγους του Ευαγγελίου, το γεγο­νός αυτό όμως δεν εμπόδισε ν’ αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης και αγαλλίασης. Το θεωρώ μάλιστα ως το άριστο, το πλέον αξιόλογο και θαυμάσιο απ’ όλα τα βιβλία που μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω στη ζωή μου.

(Antony Bloom, Συνάντηση με τον ζωντανό Θεό, εκδ. Εν πλω, σ. 16-25)