Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ορθοδοξία και Πουριτανισμός στο έργο του Παπαδιαμάντη και του Καζαντζάκη




Εισήγηση στην ημερίδα για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη που οργάνωσε ο Δήμος Ναυπάκτου στην Παπαχαραλάμπειο αίθουσα
Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Το θέμα το οποίο πρόκειται να εισηγηθώ είναι πολύ μεγάλο και έχει πολλές προεκτάσεις, ήτοι θεολογικές, κοινωνικές και λογοτεχνικές, αφού άλλωστε μέσα από τα κείμενα των λογοτε­χνών μας περνούν όλοι οι καϋμοί, τα οράματα και τα βιώματα του λαού μας. Ωστόσο όμως 0ά επιδιώξω να παρουσιάσω, με συντομία, μερικές από τις κρίσιμες απόψεις του θέματος και κυρίως θα εντοπίσω το θέμα Ορθοδοξίας και Πουριτανισμού σε δύο έργα, στο έργο του Παπαδιαμάντη «Εξοχική λαμπρή» και στο έργο του Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Και πάλι τονίζω ότι δεν θα εξετάσω όλες τις πλευρές που θα μπορούσα να κάνω, αλλά μερικά από όσα νομίζω ότι είναι εκθέσιμα.

Ο εξευρωπαϊσμός της Ελλάδος

Πριν προχωρήσω όμως στην καθ’ εαυτό ανάπτυξη του θέματός μου, θα ήθελα να δούμε για λίγο τον «χώρο» στον οποίο μεγάλωσε ο Παπαδιαμάντης και βέβαια και τον τρόπο ζωής του κληρονόμησε ο Καζαντζάκης.

Ο Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σε μια περίοδο πολύ κρίσιμη για τον ελληνισμό, ήτοι το 1851, και βέβαια μεγάλωσε σε μια εποχή κατά την οποία γινόταν επίσημες διεργασίες για τον πολιτιστικό Εκσυγχρονισμό της Ελλάδος, που ταυτίζεται με τον εξευρωπαϊσμό, και αυτός ο πολιτιστικός εκσυγχρονισμός ταυτόχρονα είναι και προδοσία έναντι όλου του πολιτιστικού πλούτου του Γένους.

Τελευταία διάβασα δύο καταπληκτικά κείμενα, ήτοι το βι­βλίο της Έλλης Σκοπετέα με τίτλο «Το “Πρότυπο Βασίλειο” και η Μεγάλη Ιδέα (1820-1880)», που είναι από τα εγκυρό­τερα επιστημονικά βιβλία πάνω στο θέμα αυτό, και ένα κείμε­νο της Ευθυμίας Μαυρομιχάλη με τίτλο «Οι καλλιτεχνικοί σύλ­λογοι και οι στόχοι τους (1880-1910)». Και τα δύο αυτά κεί­μενα, χωρίς να αναφέρονται στον Παπαδιαμάντη, παρουσιά­ζουν τα πλαίσια μέσα στα οποία έζησε και μεγάλωσε, αλλά και κοιμήθηκε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και νομίζω δεί­χνουν την μεγαλωσύνη αυτού του ανθρώπου.

Η Έλλη Σκοπετέα στο βιβλίο της εκθέτει διεξοδικά το γε­γονός ότι μετά την Επανάσταση του 1821 παρατηρείται στον ελληνικό χώρο μια προσπάθεια απογαλακτισμού της Ελλάδος από την έως τότε παράδοσή της και την προσάρτησή της στην Ευρώπη. Οπότε με όλες τις διεργασίες που έγιναν προσπά­θησαν οι Ευρωπαίοι να αναπτύξουν μια καινούρια ιδεολογία και μια νέα συνείδηση στους Έλληνες πολίτες του Ελληνικού Κράτους. Η διεξοδική ανάπτυξη της διαφοράς μεταξύ των Ελ­λήνων και των Ελλαδιτών, η προσπάθεια ορισμού των συνό­ρων του νέου Κράτους, οι διαμάχες μεταξύ των αυτοχθόνων και των ετεροχθόνων και η τελική νίκη των αυτοχθόνων, η διά­κριση μεταξύ «των μέσα και έξω Ελλήνων» και η διαφορά μεταξύ Επτανησίων και Φαναριωτών δείχνει την διπολικότητα των κατοίκων που ζούσαν στο Ελληνικό Βασίλειο. Παρατηρείται μια προσπάθεια να αποκτήσουν οι Έλληνες ευρωπαϊκή ταυτότητα μέσα από την γλώσσα, την θρησκεία και την Παι­δεία. Με πολλές προσπάθειες κατασκευαζόταν ένα «πρότυπο Βασίλειο», το ελληνικό Κράτος, το οποίο ταυτιζόταν με το εθνικό Κράτος, και το οποίο «άρχιζε στην ουσία από το ση­μείο μηδέν»1. Το κενό που άφηνε η απομάκρυνση του Τούρκου καταχτητή έπρεπε να καλυφθή. «Επείγε η ανάγκη της αυτοτελούς πλέον επεξεργασίας μιας νέας συνείδησης, στο νέο πλαίσιο αναφοράς που ήταν το εθνικό κράτος»2. Μάλιστα ο Σπυρίδων Τρικούπης ως εξής καταγράφει το διπλό χαρακτηρισμό της Επανάστασης του 1821: «επανάστασις και αποστασία»3. Και βέβαια «η κατεύθυνση την οποία ακολούθησε το Βασίλειο ήταν δεδομένη: εξομοίωση με την Ευρώπη»4 και μάλιστα την Ευρώπη του διαφωτισμού, που σαφώς απομακρυνόταν από τον ορθόδοξο φωτισμό.

 […]

 Ορθοδοξία και Πουριτανισμός

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ιστορική Εκκλησία, που αποτελεί συνέχεια του πρώτου Χριστιανισμού, όπως τον διέ­σωσαν οι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι μεγάλοι Πατέρες, οι Μάρτυρες και Ομολογητές, οι Όσιοι και ασκη­τές. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο άνθρωπος είναι το αντι­κείμενο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός αγαπά όλους τους αν­θρώπους, δικαίους και αδίκους, με την διαφορά ότι οι άνθρω­ποι ανάλογα με την πνευματική τους κατάσταση εκλαμβάνουν και βιώνουν την αγάπη του Θεού κατά διαφορετικό τρόπο, είτε ως Κόλαση είτε ως Παράδεισο. Η αμαρτία εκλαμβάνεται ως ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως, και επομένως η ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού έγινε για να θεραπεύση τον άν­θρωπο και να τον ελευθερώση από τα συμπτώματα της αμαρ­τίας που είναι ο θάνατος και η φθορά. Επίσης στην Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύουμε ότι η τελική κρίση θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, ότι ο Θεός έδωσε την κρίση στον Χριστό που θα την εξασκήση κατά την Δευτέρα Παρου­σία. Έτσι η Εκκλησία δεν εκλαμβάνεται ως νομικό κατασκεύα­σμα, ούτε ως ιδεολογικό σωματείο για τους καθαρούς και άγιους, αλλά ως το πνευματικό νοσοκομείο θεραπείας των αμαρτωλών και μετανοούντων. Τα κύρια χαρακτηριστικά γνω­ρίσματα των μελών της Εκκλησίας είναι η αγάπη, η ταπείνω­ση, η μετάνοια και η αυτομεμψία.

Η Μεταρρύθμιση που παρατηρείται στην Δύση ως αντίδραση στο σκληρό πνεύμα του Παπισμού δημιούργησε μια καινούρια επανάσταση και βέβαια είχε σχέση με την Αναγέννηση που είχε προηγηθή από αυτήν και τον Διαφωτισμό που ακολούθησε την Μεταρρύθμιση. Οι Προτεστάντες απέρριψαν ολόκληρη την Παράδοση, ήτοι τα μυστήρια, τις λειτουργικές τέχνες και κράτησαν μόνον την Αγία Γραφή. Καλλιέργησαν τον Ορθολογισμό και βεβαίως εξέφρασαν τον απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως προορισμένοι ή για την σωτηρία ή για την καταδίκη. Μέσα στα πλαίσια αυτά ανα­πτύχθηκε ο ευσεβισμός, ως προσπάθεια της καθαρότητος των αισθήσεων, χωρίς άλλη προσπάθεια καθάρσεως της καρδιάς, και ο Πουριτανισμός.

Με τον όρο Πουριτανισμό εννοούμε τους Καλβινιστές της Αγγλίας που παρουσιάσθηκαν εκεί όταν βασίλευε η Ελισά­βετ (1558-1603). Την εποχή εκείνη εισήχθησαν στην Αγγλία τα καθολικά στοιχεία και τότε οι Καλβινιστές της Αγγλίας αντέδρασαν και έτσι κατήργησαν τον επισκοπικό βαθμό, γενόμενοι «πρεσβυτεριανοί» και διαμόρφωσαν την διδασκαλία τους και την λατρεία τους κατά τα καλβινιστικά πρότυπα, απέκτη­σαν σιωπηλό, σκυθρωπό και πεισματώδη χαρακτήρα7.

Φαίνεται στα όσα συνοπτικώς εξέθεσα πιο πάνω η διαφο­ρά μεταξύ της Ορθοδοξίας και του Πουριτανισμού. Κυρίως θα ήθελα να επικεντρώσω αυτήν την διαφορά σε δύο σημεία, γιατί αυτό θα μας βοηθήση στα όσα θα εκτεθούν πιο κάτω σχετικά με τον Παπαδιαμάντη και τον Καζαντζάκη. Το ένα εί­ναι ότι οι Προτεστάντες Πουριτανοί στηρίζονται στον Σταυρό του Χριστού, ενώ η Ορθοδοξία είναι Εκκλησία της Αναστάσεως δια του Σταυρού. Και το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Πουριτανοί χωρίζουν τους ανθρώπους διαλεκτικώς σε καλούς και κακούς, απορρίπτοντας τους μεν και εκθειάζοντας τους δε, ενώ οι Ορθόδοξοι, επειδή δεν δέχονται τον απόλυτο προο­ρισμό, θεωρούν την αμαρτία ως ασθένεια που ενυπάρχει σε όλους τους ανθρώπους, και ότι η Εκκλησία είναι πνευματικό νοσοκομείο μέσα στο οποίο κατά διαφόρους βαθμούς δεχόμα­στε, με την ελεύθερη θέλησή μας, την θεραπεία, δια της ακτίστου Χάριτος του Θεού.


«Ο Χριστός ξανασταυρώνεται και η «Εξοχική Λαμπρή»

Ύστερα από όσα ανέφερα προηγουμένως θα προχωρήσω να εντοπίσω τα δύο κεντρικά σημεία της διαφοράς μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Πουριτανισμού στους δύο αυτούς συγγραφείς, δηλαδή στον Καζαντζάκη και τον Παπαδιαμάντη, και μάλιστα στα δύο συγκεκριμένα έργα τους «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Εξοχική λαμπρή», Θα μπο­ρούσα να επεκτείνω το θέμα σε άλλα σημαντικά κείμενά τους αλλά χάριν οικονομίας χρόνου θα περιορισθώ σε αυτά.

Κατ’ αρχάς ο τίτλος των δύο διηγημάτων προσδιορίζει την διαφορά.

Ο Καζαντζάκης αρχίζει το έργο του με αναφορά στην ανα­παράσταση της σταυρώσεως του Χριστού και συνεχίζει να περιγράφη τον σταυρό που σήκωνε ο λαός της συγκεκριμένης εκείνης εποχής που πεινούσε, σε σχέση με την άρχουσα τάξη της εποχής τους. Ο σταυρός είναι το κεντρικό σημείο της δι­δασκαλίας του και τον βλέπει χωρίς την ανάσταση. Αυτό το βλέπουμε και στο βιβλίο του «Ο φτωχούλης του Θεού», όπου παρουσιάζεται ο άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, εκφραστής του δυτικού Χριστιανισμού, να ανέρχεται στον υψηλότερο βαθμό της πνευματικής ζωής όταν «ο φτερωτός Σταυρωμένος» τον άγγιξε σαν μια αστραπή. Ο Φραγκίσκος φώναζε: «Ακόμα! Ακό­μα! Θέλω ακόμα! Κι η θεία φωνή από πάνω του: Μη ζητάς παραπέρα. εδώ σταματάει ο ανήφορος του ανθρώπου, στην Σταύρωση». Και όταν ο Φραγκίσκος κραύγαζε απελπισμένα: «Θέλω παραπέρα, την Ανάσταση», η φωνή του Χριστού του αποκρινόταν: «Αγαπημένε Φραγκίσκο, άνοιξε τα μάτια, κοίτα­ξε: Σταύρωση κι Ανάσταση είναι ένα». Και όταν έφυγε ο φτε­ρωτός σταυρωμένος Χριστός, τότε έτρεχε το αίμα από τα πόδια και τα χέρια του Φραγκίσκου, «και στο πλευρό του έτρεχε μια ανοικτή φαρδιά πληγή, θαρρείς καμωμένη από λόγχη»8.

Αντίθετα ο Παπαδιαμάντης στο διήγημά του «Εξοχική λαμπρή» περιγράφει την ορθόδοξη ατμόσφαιρα της εορτής της Αναστάσεως, που έγινε κατά τρόπον παραδοσιακό, στα Κα­λύβια. Έψαλαν τον Κανόνα στην Εκκλησία και ύστερα «ήναψαν τας λαμπάδας κ εξήλθον όλοι εις το ύπαιθρον ν’ ακούσωσι την Ανάστασιν. Γλυκείαν και κατανυκτιχήν Ανάστασιν εν μέσω των ανθούντων δένδρων, <των> υπό ελαφράς αύρας σειομένων ευωδών θάμνων, και των λευκών άνθεων της αγραμπελιάς»9. Οι χωρικοί κοινώνησαν και στην συνέχεια «περί την μεσημβρίαν, μετά την Β Ανάστασιν, οι χωρικοί το έστρωσαν υπό τας πλατάνους παρά την δροσεράν πηγήν»10. Έφαγαν και ήπιαν. «Είτα ήρχισαν τα άσματα. Εν πρώτοις το Χριστός ανέστη, ύστερον τα θύραθεν. Ο μπαρμπα-Μηλιός θελήσας να ψάλη και αυτός το Χριστός ανέστη, το εγύριζε πότε εις τον αμανέ και πότε εις το κλέφτικο»11. Ο μπαρμπα-Κίτσος έψαλε το Χριστός ανέστη, αλλά παρά την ιδιορρυθμία της ψαλμωδίας «ουδείς ποτέ έψαλεν ιερόν άσμα μετά πλείονος χριστιανικού αισθήματος και ενθουσιασμού»12. Και «περί την δείλην είχεν άρχίσει ο χορός, χορός κλέφτικος»13.

Δηλαδή, ενώ ο Καζαντζάκης περιγράφει μια πνευματική ζωή γεμάτη αγωνία και σταύρωση, πληγές και αίματα, όπως φαί­νεται και σε άλλα κείμενά του, ήτοι στην «Ασκητική» του, εν τούτοις ο Παπαδιαμάντης επιμένει στην Ανάσταση του Χριστού, που την πανηγυρίζει ολόκληρη η φύση, αλλά και την χαίρονται οι άνθρωποι με ιλαρότητα, φυσικότητα και πολύ ομορφιά.

Στα κείμενα αυτών των δύο μεγάλων λογοτεχνών μας πα­ρουσιάζεται και το δεύτερο σημείο που ανέφερα πιο πάνω. Συγκεκριμένα ο Καζαντζάκης χωρίζει τους ανθρώπους σε κα­λούς και κακούς, με βάση την πουριτανική ηθική, που στηρίζε­ται στον απόλυτο προορισμό και τον ευσεβιστικό ανθρωπισμό, ενώ ο Παπαδιαμάντης αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους με στοργή και αγάπη. Δεν αμνηστεύει τα ελαττώματά τους, αλλά τα βλέπει μέσα σε όλη την προοπτική της προσωπικότητός τους καθώς επίσης τα αφήνει στην Πρόνοια, το έλεος και την κρίση του Χριστού. Δεν αποσπά ανθρωποκεντρικά και αυτάρεσκα την κρίση από τον Χριστό.

Επίσης, και στα δύο αυτά κείμενα παρουσιάζονται και ερμηνεύονται διάφορες ενέργειες δύο ζευγών Ιερέων. Στον Καζαντζάκη περιγράφεται ο παπα-Φώτης και ο παπα-Γρηγόρης, στον δε Παπαδιαμάντη ο παπα-Κυριακός και ο παπα-Θοδωρής. Ο Καζαντζάκης είναι απόλυτος και τους ερμηνεύει μέσα στο σχήμα ο καλός και ο κακός. Ο Παπαδιαμάντης δεν θέτει τέτοιες διαχωριστικές γραμμές, βλέπει τα ελαττώματα αλλά τελικά τονίζει την μετάνοια και το ορθόδοξο ήθος.

Στον Καζαντζάκη ο παπα-Γρηγόρης χαρακτηρίζεται «φαταούλας»14, «τραγογένης»15, «θεομπαίχτης», «ψεύτης»16, είναι παπάς «με την γεμάτη κοιλιά... με τα διπλά προγούλια»17. Γράφει έντονα απαξιωτικά και καταδικαστικά για τον παπα-Γρηγόρη. Το ίδιο πνεύμα παρατηρείται και στους άλλους χωριανούς, όπως τον γερο-Πατριαρχέα, τον Χατζή - Νικολή, τον γερο-Λαδά18, την Κατερίνα, την χήρα19 κλπ. Αντίθετα ο παπα-Φώτης, για τον Καζαντζάκη, ήταν ο καλός παπάς, που δεν έχει κανένα ψεγάδι επάνω του και αγωνίζεται για το ποίμνιό του που πεινούσε. «Μπροστάρης πήγαινε ένας παπάς ηλιομαυρισμένος, αδύναμος, με μεγάλα μαύρα μάτια που πετούσαν φωτιές κάτω από τα’ άγρια φρύδια, με αριά γκρίζα γένια σφηνωτά.  Έσφιγγε στην αγκαλιά του ένα βαρύ Ευαγγέλιο ασημοδεμένο και φορούσε το πετραχήλι του»20. Είναι σαφής η διαλεκτική αντίθεση μεταξύ καθαρών και μη καθαρών ιερέων. Πρόκειται για ένα καθαρό πουριτανισμό και ευσεβισμό.

Στον Παπαδιαμάντη, όμως, δεν παρατηρούνται τέτοιες διαλεκτικές αντιθέσεις. Όλοι οι άνθρωποι είναι αμαρτωλοί και όλοι έχουν στοιχεία και σημεία βδελυκτά ενώπιον του Θεού και αναζητούν το έλεος του Θεού. Αυτό φαίνεται στην «Εξοχική λαμπρή», στις αντιδράσεις μεταξύ του παπα-Κυριακού και του παπα-Θοδωρή, ιδιαιτέρως στον τρόπο με τον οποίο αντέδρασε ο παπα-Κυριακός στην εσφαλμένη είδηση του υιού του Ζάχου. Κάνοντας ο παπα-Κυριακός την Ανάσταση στα Καλύβια, έμαθε από τον γυιό του ότι ο παπα-Θοδωρής του έκλεβε τις λειτουργίες, που λειτουργούσε στον κεντρικό Ναό, ενώ, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αναστατώνεται ο παπα-Κυριακός, ο οποίος, γνήσιος εκπρόσωπος του ελληνικού Κλήρου, «πλην μικρού ελευθεριασμού, ήτο κατά πάντα άμεπτος». Ο παπα-Κυριακός φαινόταν ως πλεονέκτης, γιατί ήθελε να μεγαλώση τα παιδιά του, λίγο δύσπιστος αλλά «ανοικτόκαρδος»21. Με την πληροφορία που του μετέφερε ο υιός του αγανάκτησε, δεν συγκρατήθηκε, αμάρτησε, έφυγε από την Εκκλησία, για να πάη εκείνη την ώρα να συλλάβη επ αυτοφόρω τον συνεφημέριό του, αλλά στον δρόμο, στον νερόμυλο, αισθάνθηκε την πτώση του και «ποιήσας το σημείον του σταυρού «ήμαρτον, Κύριε, είπεν, ήμαρτον, μη με συνερισθής»22. Και στην συνέχεια: «ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του. «Ω, Κύριε, είπεν ολοφύχως, ήμαρτον, ήμαρτον! Συ παρεδόθης δια τας αμαρτίας μας, και ημείς σε σταυρώνομεν κάθε μέρα»23. Επέστρεψε και έτσι τελείωσε την θεία Λειτουργία, όμως «αυτός δεν εκοινώνησε, επιφυλαττόμενος να το είπη εις τον πνευματικόν, και πρόθυμος να δεχθή τον κανόνα»24.

Στον Παπαδιαμάντη δεν παρατηρεί κανείς ούτε ίχνος πουριτανισμού και ευσεβισμού, δεν χωρίζει τους Κληρικούς σε καλούς και κακούς, δεν κρίνει τον παπα-Κυριακό, αλλά και αυτήν την πτώση του την αντιμετωπίζει με συμπάθεια και την εντάσσει στο κλίμα της μετανοίας. Ο Παπαδιαμάντης εκφράζει την άποψη ότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι έχουμε ανάγκη του ελέους και της ευσπλαχνίας του Θεού. Μόνον ο Θεός είναι καθαρός και, με την απόλυτη σημασία της λέξεως, άγιος. «Εις μόνος άγιος, εις μόνος Κύριος. Ιησούς Χριστός». Αυτό το βλέπουμε σε πολλά κείμενά του, ιδίως στο «Έρωτας στα χιόνια» και «Χωρίς στεφάνι».

Ο Παπαδιαμάντης και ο Καζαντζάκης είναι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, οι οποίοι εκφράζουν και διατυπώνουν στα κείμενά τους εκφράσεις της κοινωνίας μας. Όμως διαφορετική είναι η προοπτική μέσα από την οποία παρατηρούν την κοινωνία μας, και βεβαίως εκφράζουν δύο ερμηνευτικές παραδόσεις. Αυτό φαίνεται σε όλο το έργο τους. Ο Καζαντζάκης έχει επηρεασθή από την θρησκευτικότητα που παρατηρείται στην Δύση, είτε με την μορφή του Παπισμού, είτε με την μορφή του Προτεσταντισμού, ενώ ο Παπαδιαμάντης έχει επηρεασθή από τις παραδόσεις του λαού, τους φιλοκαλικούς Πατέρες και το Άγιον Όρος, το πνεύμα και την ζωή της Ρωμηοσύνης.

Προσωπικά με ικανοποιεί αφάνταστα ο Παπαδιαμάντης. γιατί βλέπει τον κόσμο με φιλανθρωπία, αρχοντική αγάπη, τρυφερότητα και ευαισθησία, η οποία προέρχεται από την ορθόδοξη αυτομεμψία και νομίζω ότι, αν έβαζαν τον Παπαδιαμάντη να κρίνη τον Καζαντζάκη, θα τον άφηνε στο έλεος του Θεού. Αυτό δείχνει την πνευματική αρχοντιά του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη.


πηγή

___________________________

1.    Έλλης Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η «Μεγάλη Ιδέα», όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα, 1830- 1880 Aθήνα 1988. σελ. 30-31

2.    ένθ. ανωτ. σελ. 31

3.    ένθ. ανωτ. σελ. 39

4.    ένθ. ανωτ. σελ. 44

5.    ένθ. ανωτ. σελ. 274

6.    βλ. Ευθυμίας Μαυρομιχάλη, Ο Γλύπτης Δημήτριος Ζ. Φιλιππότης, εκδ. Στρατή Γ. Φιλιππότη, Αθήνα 2003

7.   Αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, Εκκλησιαστική ιστορία, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα, σελ. 633

8      Νίκου Καζαντζάκη, Ο φτωχούλης του Θεού, εκδ. Ε. Καζαντζάκη. Αθήνα 1964. Ε1 εκδ. σελ. 311

9.    Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη Άπαντα, Κριτική έκδοση Ν. Τριανταφυλλόπουλος, έκδ. Δόμος, Αθήνα 1997, τόμ. Β, σελ. 127

10.  ένθ. ανωτ. σελ. 130

11.   ένθ. ανωτ. σελ. 132

12.  ένθ. ανωτ. σελ. 133

13.  ένθ. ανωτ.

14.  Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, έκδ. Ε. Καζαντζάκη, Αθήνα 1965, Θ’ έκδ. σελ. 66

15.  ένθ. ανωτ. σελ. 50

16.  ένθ. ανωτ.

17.  ένθ. ανωτ. σελ. 51

Ι8.  ένθ. ανωτ. σελ. 28-29

19.  ενθ. ανωτ. σελ. 38

20. ένθ. ανωτ. σελ. 36

21. Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, ένθ. ανωτ. σελ. 126

22. ένθ. ανωτ. σελ. 130

23. ένθ. ανωτ.

24. ένθ. ανωτ.

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Το βασίλειο της αγένειας: Προεκτάσεις σε επισήμανση του Οσίου Παϊσίου

Ο όσιος Παΐσιος, σε επιστολή του το 1969, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ένα φαινόμενο της χριστιανικής κοινωνίας της εποχής του, μια νοοτροπία επικίνδυνη για την ψυχική υγεία και το εκκλησιαστικό ήθος. Περιγράφει μια μερίδα ανθρώπων που ζουν μεν μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, αλλά χαρακτηρίζονται από τάσεις ασυμφωνίας και διαίρεσης.
«Είναι εκείνοι οι αδελφοί, που … α­σχολούνται με την κριτικήν ο ένας του άλλου και όχι δια το γενικώτερον καλόν του αγώνος. Παρακολουθεί δε ο ένας τον άλλον (περισσότερον από τον εαυτόν του) εις το τί θα ειπή ή τί θα γράψη, δια να τον κτυπήση κατό­πιν αλύπητα. Ενώ ο ίδιος αν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υπεστήριζε και με πολλές μάλιστα μαρτυ­ρίες της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το κακό που γίνεται είναι μεγάλο, διότι αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλη­σίον του, αφ’ ετέρου δε και τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των άλλων πιστών. Πολλές φορές σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, διότι τους σκανδαλί­ζει. Δυστυχώς, μερικοί από εμάς έχουμε παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουμε οι άλλοι να έχουν τον ίδιο με εμάς πνευματικόν χαρακτήρα…»
Διαδεδομένος στην εποχή μας, αυτός ο τύπος ανθρώπου ασχολείται μόνο με τους άλλους. Έτοιμος για άμυνα και επίθεση, βρίσκει το νόημα της ζωής του σε μια διαρκή αντιπαράθεση πού αναζητά πάντοτε ένα θέμα να διοχετευθεί: τώρα η ακρίβεια της πίστεως, τώρα η αίρεση, τώρα οι σκοτεινές δυνάμεις, αλλά ποτέ η μαύρη του η μιζέρια.

Τρέφεται από την πόλωση. Διψάει να πάρει θέση σε στρατόπεδο (ασχέτως αν σε πραγματικό πόλεμο μπορεί και να έστρεφε τα νώτα!). Κι αν ακόμη του δώσεις ένα λόγο της δικής του κατεύθυνσης και ιδεολογίας με την ετικέτα της αντίθετης, προκειμένου να τον εκτιμήσει, θα τον πολεμήσει αμείλικτα. Να εκτιμήσει δεν μπορεί, διότι πουθενά δε βλέπει το καλό, και η μυωπία αυτή τον βοηθά να εκτοξεύει ιεροπρεπώς Ιερεμιάδες. Δεν είναι σαν την μέλισσα που παίρνει το νέκταρ από τα άνθη αλλά (όπως το διατύπωσε ο όσιος Παΐσιος), σαν τη μύγα που γυρεύει τις ακαθαρσίες. Η πνευματική του ένδεια καλύπτεται από το περίβλημα του κοινωνικού ή πνευματικού αγώνα – και μη θαρρείτε πως το «πνευματικός» έχει κάποια εσωτερικότητα, το φαίνεσθαι ταυτίζεται με το είναι του.
Ο τύπος αυτός βρήκε ένα παράδεισο στο διαδίκτυο. Εδώ ο καθένας μπορεί να έχει εξίσου δημόσιο λόγο, ανεξέλεγκτο λόγο, με την πιο εντυπωσιακή πλατφόρμα, ενώ ταυτοχρόνως μπορεί εύκολα να κρύβει την ταυτότητά του και να κατασκευάζει το προφίλ που θέλει ο ίδιος (πράγμα πιο δυσχερές στην μη εικονική πραγματικότητα). Εδώ εύκολα εντάσσεται σε κάποιο στρατόπεδο και γίνεται «αγωνιστής».
Έτσι το διαδίκτυο γίνεται ένας κυκλώνας πληροφοριών, που ανακατεύει ξερά και χλωρά, σκουπίδια, μυαλά και συνειδήσεις, ευτελίζοντας ουσιαστικά την αλήθεια, αφού πλέον ο καθένας, και η κάθε ομάδα, επιδιώκει εγωιστικά, και με κάθε τρόπο, να επιβάλλει τη δική της αλήθεια, το δικό της «δίκιο», τη δική της αντίληψη και ερμηνεία. Στην διαδικασία αυτή επικρατεί η παρόρμηση και, κατ’ επέκτασιν, η προχειρολογία, η επιπολαιότητα, η προπέτεια, ακόμη και η λεκτική βία. Αυτό που συνέβαινε στο ποδόσφαιρο και στην πολιτική, βρήκε έδαφος και στον εκκλησιαστικό διαδικτυακό χώρο: πληροφορίες, ειδήσεις, γνώμες, υπηρετούν το χάος, τη σύγχυση και τα ανθρώπινα πάθη.
Εδώ όλα είναι ταχύτατα και εύκολα, η πληροφορία είναι fast food. Η ταχύτητα και ευκολία αυτή καθιστά και τον επισκέπτη του ίντερνετ ανίκανο να διαβάσει ένα βιβλίο στοιχειωδών απαιτήσεων, ανίκανο να εμβαθύνει ή να ανταποκριθεί ακόμη και σε ένα μικρό συγκροτημένο κείμενο. Ο εθισμένος στην ιντερνετική προχειρότητα, βία, και λατρεία της εικόνας, που ενίοτε συνεργάζονται με τη δική του εσωτερική σύγχυση ή ανασφάλεια, αδυνατεί πλέον να διαβάσει. Θα παρασυρθεί αναγκαστικά από τον τίτλο ενός κειμένου, από το πρώτο σχόλιο, και, αν έχει λάβει εκ των προτέρων στάση άμυνας, θα κάνει ένα scanning, για να αρπάξει τις φράσεις που τον εξυπηρετούν. Έπαυσε η διαδικασία της ανάγνωσης ως συνάντησης με τον συγγραφέα, ως προσπάθεια να κατανοηθεί το δικό του μήνυμα και να επιχειρηθούν οι προεκτάσεις του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η στράτευση. Γι αυτό και συνήθως το μη στρατευμένο κείμενο ή δέχεται πυρά από τα αντίθετα στρατόπεδα ή απλά αγνοείται, αφού δεν διεγείρει.
Αλλά πού να δώσεις σημασία, όταν ο επίδοξος συγγραφέας του διαδικτύου, άσχετος, ψυχασθενής ή κομπογιαννίτης (ή επιτυχής συνδυασμός και των τριών) αναπτύσσει (καταχρηστικό το ρήμα) την όποια άποψή του με τον δυναμισμό και την πεποίθηση του προφήτη και διδασκάλου, επιχειρώντας να γίνει κι αυτός πελάτης της δημοσιότητας; Αυτός ο ανεύθυνος διαμορφωτής της κοινής γνώμης διεγείρει, συγχύζει και μακροπρόθεσμα αποθαρρύνει πάσαν ψυχήν θλιβομένην. Από πού θα τον καταλάβουμε; Το καλό κείμενο σέβεται τόσο τον αναγνώστη όσο και το θέμα που πραγματεύεται, δεν προσβάλλει, δεν κολακεύει, δεν απευθύνεται στα πάθη, αλλά επιχειρεί ταπεινά να εμβαθύνει σ’ αυτό που είναι κοινός πλούτος και του συγγραφέα και του αναγνώστη, στη φυσική προίκα που έχει δοθεί από τον Θεό και συμβάλλει στην προκοπή όλων εν αληθεία.
Δυστυχώς, στον φαύλο κύκλο του διαδικτύου η γνώση εκτοπίζεται από την ανεξέλεγκτη πληροφορία, που με τη σειρά της ανεβαίνει στον θρόνο της γνώσης, για να τυφλώσει με ψεύτικα, παραπλανητικά φώτα. Και ο «πληροφορημένος» γίνεται ο ημιμαθής και παντογνώστης.
Δικαιολογημένα στον χώρο αυτό δεν υπάρχει χρόνος και πολυτέλεια για ευγένειες. Ούτε για την κοσμική ούτε για την πνευματική ευγένεια. Αυτά θέλουν άσκηση και περιχώρηση. Πιο εύκολη, πιο άμεση, πιο διεγερτική είναι η βία, στις χονδροειδείς όσο και στις εκλεπτυσμένες μορφές της, και βρίσκει έδαφος σε ψυχές ταραγμένες.
Αλλά ας κλείσουμε με μια θέση. Γραφή, ανάγνωση, γνώση, απαιτούν πειθαρχία εσωτερική· συγκέντρωση των ψυχικών δυνάμεων και καταπολέμηση των παθών της ανυπομονησίας, του εγωισμού και της φιλαυτίας· προσπάθεια να κατανοήσουμε τον άλλον, και να αναζητήσουμε μαζί του, με υπομονή, τον κοινό πλούτο της φύσης και της χάρης. Αν δεν γίνει αυτό, θα περιφερόμαστε στην περιφέρεια, έχοντας χάσει το κέντρο, έτοιμοι να εκσφενδονισθούμε από τις φυγόκεντρες δυνάμεις, σαν θλιβεροί μετεωρίτες. Και το χειρότερο, θα φανταζόμαστε ότι είμαστε αστέρια που φωτίζουν τον κόσμο.
Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός, ιερομόναχος
πηγή

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες



            - Θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος σωστός Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιστής και μαχητής της γνήσιας πίστης; (Άντε και μερικοί άλλοι με τους οποίους συγγενεύεις πνευματικά και διανοητικά…)
- Θέλεις να αποδείξεις ότι όσοι δεν «πας» - από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το γείτονα που δεν χωνεύεις - είναι οικουμενιστές και μεταπατερικοί, άσχετα αν δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;
Παίξε κι εσύ το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες. Υπάρχουν τρεις βασικοί όροι:
α) Επιλέγεις τους κανόνες που σε βολεύουν και αποφεύγεις έντεχνα και σιωπηρά αυτούς που δεν σε βολεύουν.
β) Αλλοιώνεις το κείμενο και το πνεύμα του κανόνα (είτε έντεχνα από σκοπιμότητα, είτε αυτονόητα από ημιμάθεια). Ίσως για να μη μπλέξεις και με πολλά, να παραθέσεις μόνο τον αριθμό του κανόνα κι ας γράφει αυτός ό,τι θέλει. Αν μάλιστα, αντί για νούμερο βάλεις γράμμα (δηλαδή αντί για 21ο κανόνα, πεις κα΄) αποκτάς καλύτερο θρησκευτικό prestige. Για παράδειγμα, σε ερώτηση για το αν η γυναίκα κατά την περίοδό της «ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς μυστηρίοις», ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας απαντά «οὐκ ὀφείλει» που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένη, καθώς το ρήμα ὀφείλω + απαρέμφατο = είμαι υποχρεωμένος. Πού να μπλέκεις όμως; Βάλε εσύ τον αριθμό του κανόνα (ζ’ Τιμοθέου) και πες ότι ο κανόνας ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ και είσαι μέσα…
γ) Ο τρίτος κανόνας είναι ο πολυτιμότερος και ασφαλέστερος. Αν δεις ότι δεν τα καταφέρνεις καλά, ακολουθείς πιστά τον εξίσου ημιμαθή, ξερόλα και ιεροεξεταστή μέντορά σου (κατοικοεδρεύουν πολλοί και στο ιντερνέτι) και φτιάχνετε ένα Χριστιανισμό καταγγελτικό, στυγνό, στενόμυαλο και απάνθρωπο.
Τι μπορεί όμως να σού χαλάσει το «παιγνίδι»;
Κάποιοι που ψάχνουν λίγο παραπάνω, ίσως ξέρουν και λίγα περισσότερα και δεν βαριούνται να σού απαντήσουν, αν και ξέρουν ότι μάλλον μιλάνε στον τοίχο. Αυτοί θα σού προσφέρουν το κείμενο που επικαλείσαι – το οποίο καλά μάντεψες, δεν λέει αυτά που θέλεις – και ενδεχομένως να σού προσφέρουν και άλλους κανόνες που δεν σε βολεύουν.
Για παράδειγμα, τι χειρότερο για ένα δικομανή επίσκοπο που ζητά αποζημειώσεις και χτίζει το προφίλ του ανά την επικράτεια, να του θυμίσεις τον ιδ΄ Αποστολικό κανόνα και τον κα΄ Αντιοχείας περί απαγόρευσης μεταθετού, τον ε΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί μη αφορισμού κληρικού ή λαϊκού λόγω μικροψυχίας και εμπάθειας του επισκόπου, τον κ΄ κανόνα της Πενθέκτης που απαγορεύει σε επίσκοπο να διδάσκει έξω από τα όρια της περιοχής του, τον ι’ κανόνα της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση εκζήτησης τόκων και τον δ΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να μην επινοεί ο επίσκοπος προφάσεις και «αφορισμούς» για να αποκτά χρηματικό κέρδος;
Τι χειρότερο για έναν υπερ-ορθόδοξο κληρικό, αμόλυντο καταγγέλτη, έτοιμο να βγει από το τείχος, να του θυμίσεις τους νε’, νστ’ και νζ’ Αποστολικούς κανόνες για απαγόρευση εξύβρισης επισκόπου, άλλου κληρικού ή ανθρώπου με αναπηρία, τους κβ’ και κγ’ κανόνες της Πενθέκτης για απαγόρευση σιμωνίας (εκζήτηση χρημάτων για την τέλεση των μυστηρίων), τους κδ’ και να’ για απαγόρευση σε κληρικούς να παρακολουθούν θεατρικά θεάματα, ορχήστρες και χορούς, μονομαχίες και ιππόδρομο (βλ. και γήπεδο ή …Survivor), τον ν’ της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση τυχερών παιγνίων και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Τι χειρότερο για έναν υπερφίαλο λαϊκό που τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του ιεροεξεταστή και του σωτήρα της Εκκλησίας, να του θυμίσεις τον ξστ’ Αποστολικό κανόνα για απαγόρευση νηστείας το Σάββατο και την Κυριακή, τον ξθ’ κανόνα της Πενθέκτης για απαγόρευση εισόδου των λαϊκών στο ιερό χωρίς ειδική ευχή, τον ξ’ κανόνα για απαγόρευση προσποίησης κατοχής από πονηρό πνεύμα, τον ν’ για απαγόρευση τυχερών παιγνίων, τον ρ’ για απαγόρευση χρήσης ζωγραφικών πινάκων με άσεμνο περιεχόμενο σε σπίτια, τον κ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και τον 90ο της Πενθέκτης για απαγόρευση γονυκλισίας την Κυριακή, τον 96ο της Πενθέκτης για απαγόρευση περιποίησης μαλλιών και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Οδηγεί κάπου αυτό το «παιγνίδι» ένθεν κακείθεν; Ίσως κάποιοι ακόμη να θυμάστε τον περιβόητο «Οδηγό Εξομολόγησης» που ήταν η πεμπτουσία του ανακριτικού, ευσεβιστικού, ηθικιστικού και εξουθενωτικού πνεύματος.
Οι ιεροί κανόνες που υπάρχουν στη ζωή της Εκκλησίας, είτε Πατέρων είτε Συνόδων (τοπικών και Οικουμενικών) είναι για να διδάσκουν και να διαφυλάσσουν τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας και για να εκκλησιαστικοποιούν την καθημερινότητα. Γι᾿ αυτό το λόγο, οι κανόνες με καθαρά ποιμαντικό και πρακτικό χαρακτήρα υπόκεινται σε ανανοηματοδότηση, βελτίωση, ακόμη και κατάργηση από το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας που εκφράζει την εκκλησιαστική ζωή, ενταγμένη στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ανά εποχές θέσπισαν κανόνες, σίγουρα δεν είχαν στο μυαλό τους την πιθανότητα να τους χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα για να εξοντώνουμε και να «δαγκώνουμε» ο ένας τον άλλον, να κλείνουμε την πόρτα της Εκκλησίας και να προβάλουμε το Χριστιανισμό ως κλειστό club για όσους νομίζουν ότι είναι εξ ορισμού άξιοι, άσπιλοι και αμόλυντοι. Οι Πατέρες άφησαν κανόνες, όχι κανόνια.
Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα της ελευθερίας, της χαράς και της αγάπης είναι για να μάς απαλλάξει από το φορτίο και από τη δουλεία του Νόμου.
Η αλήθεια είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα αποτελεσματικό φονικό όπλο. Τον κρατάς γερά από τη μεγάλη του άκρη και με τις άλλες τρεις ανοίγεις κεφάλια και εξολοθρεύεις τους «απίστους» για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έλα όμως που δεν τον άφησε για αυτή τη δουλειά ο Χριστός στον κόσμο…
Υ.Γ.: Προφανώς, φίλε αναγνώστη, κατάλαβες ότι το άρθρο αναφέρεται στην κατάχρηση και παράχρηση και όχι στη χρήση των κανόνων...
Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Θεολόγος καθηγητής

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ομορφιά από τις στάχτες



[Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Stephen R. Lloyd-Moffett,  Ομορφιά από τις στάχτες στο  «Εν Πλώ», στις 19-5-2017]
Η Κοινότητα του πολιτισμικού Εμείς έχει τρεις πυλώνες: Την Πολιτική, την Πίστη και την Παιδεία.
Αν γκρεμιστεί η κολώνα της Πίστης θα πέσουν αργά ή γρήγορα και οι άλλες δύο. Η κοινότητα όμως της Πίστης μπορεί να αναγεννήσει κοινότητες Πολιτικής και Παιδείας, αν έχουν διαλυθεί. 
Άρα, το πώς μια κοινότητα Πίστης μπορεί να αναγεννιέται και να ανανεώνεται, είναι το πιο κρίσιμο πολιτισμικό ζήτημα. Το βιβλίο του Μόφετ είναι ανεκτίμητο ακριβώς ως προς αυτό.

Ι
Το βιβλίο περιγράφει, πώς η Κοινότητα Πίστεως της Μητρόπολης Νικοπόλεως και Πρεβέζης, που είχε καταστραφεί επί Χούντας και κατέρρευσε τελείως στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αναγεννήθηκε από την τέφρα της, χάρη στην πρωταγωνιστική παρουσία του Επισκόπου Μελετίου (1980 – 2010).
Απροσδόκητο το φαινόμενο μαθεύτηκε και παραέξω. Και έφερε εδώ τον αμερικανό συγγραφέα, που ήρθε από την Αμερική για να το μελετήσει. Και να το μάθουμε κι εμείς, διά της τεθλασμένης, χάρη στην εξαιρετική μετάφραση της κ. Τσαλίκη και την έκδοση του τοπικού εκδοτικού οίκου «Ιωνάς».
Το βιβλίο όχι μόνο μας περιγράφει το «φαινόμενο», αλλά μας δίνει και τη δυνατότητα να το κατανοήσουμε. Γνωρίζοντας φαίνεται τη δυσανεξία μας, ο συγγραφέας φρόντισε, ιδιαίτερα το θέμα που ειδικά ενδιέφερε τον ίδιο, τη σχέση Μοναχισμού και τοπικού Επισκόπου στην ιστορία του χριστιανισμού, να το κάνει λιανά, προσιτό και στη δική μας «κοσμικιστική» κατανόηση. Η έκθεσή του δείχνει σπάνια αναλυτικά προσόντα, παρατηρητική αμεροληψία και ευαισθησία οξυδερκή.
Το βιβλίο έχει την εξής δομή: 1) Η Κοινότητα. Οι ιστορικές καταβολές και οι περιπέτειές της. 2) Ο πρωταγωνιστής της αλλαγής. Οι δικές του καταβολές και η εν γένει διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. 3) Η παταγώδης κατάρρευση της τοπικής Εκκλησίας στον προθάλαμο της Μεταπολίτευσης 1975 – 1980. 4) Η ανάκαμψή της μετά το 1980. 4) Το «αντι-πρόγραμμα», που προκύπτει από την ανάλυση της δράσης του πρωταγωνιστή. Και 6) ο ρόλος του Μοναχισμού, ως κρίσιμου βοηθητικού αυντελεστή. 
Ανακεφαλαιώνοντας τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, θα έλεγα ότι απαντά σε τρία καίρια ερωτήματα: α) Μπορεί να αναγεννηθεί μια Κοινότητα Πίστεως; β) Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; γ) Ποια η διαφορά ανάμεσα στην παλιά και στη νέα Κοινότητα;
Διαβάζοντάς το, σταματούσα κάθε τόσο από την ανάδυση της σκέψης, πως αν είχαμε κάτι ανάλογο (εμπειρία και ανάλυση) και στους δύο άλλους πυλώνες του εθνικού Εμείς, θα ξέραμε ποιο είναι το πνευματικό περίγραμμα της διεξόδου από τη διαφαινόμενη ολοκλήρωση της καταστροφής μας.
Αλλά, πριν αναφερθώ σε ορισμένα από τα ζητήματα, που έξοχα αναδεικνύονται στο βιβλίο, θα πρέπει να ανοίξω μια παρένθεση για τη γενικότερή μας κατάσταση.
ΙΙ
Σήμερα είμαστε, ως εθνική κοινωνία, κυριολεκτικά στο Τίποτα. Πιστεύουμε ότι «δεν γίνεται τίποτα!». Ούτε στην Πολιτική, ούτε στην Παιδεία, ούτε στην Πίστη.
«Μοιραίοι κι άβουλοι» παραιτηθήκαμε τελείως. Ούτε «θάματα» προσμένουμε ούτε «οράματα» βλέπουμε. Ακόμα και τα κεριά, που ως τώρα ανάβαμε πυκνά στο «Ευρωμανουάλι», έχουν αραιώσει.
Να όμως που έρχεται ένας «ξένος» για να διαψεύσει την αυτοεικόνα μας ως επιτομής του Τίποτα. Το βιβλίο του μας εισάγει σε κάτι που έγινε. Δείχνοντάς μας, συγχρόνως, πώς ακριβώς έγινε. Και εκθέτοντάς μας τις προϋποθέσεις, που συνέτρεξαν.
Κι εδώ είναι η πρόκληση: Η γνώση του τρόπου, που μια κοινότητα μπορεί να αναστηθεί από το Τίποτα, δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση μια «ανακάλυψη» του πρωταγωνιστή Επισκόπου της. Υπάρχει από τότε που ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε την Εκκλησία της Νικόπολης και διετέλεσε ο πρώτος της Επίσκοπος. Ούτε «κεραία» δεν άλλαξε από τότε σ’ αυτή τη γνώση. 
Αλλά επειδή, ό,τι μας φαίνεται «απίστευτο», το ονομάζουμε «θαύμα» και επειδή, σαν «σύγχρονοι άνθρωποι» που είμαστε, «δεν πιστεύουμε στα θαύματα», γι’ αυτό, είναι βέβαιο, ότι ένα τέτοιο βιβλίο θα το θάψουμε στη Σιωπή.
- Ακούς εκεί, ήρθε το αμερικανάκι να μας δείξει τ’ αμπελοχώραφά μας, θα πει ο «δεξιός». - Φοβού τους Αμερικανούς και δώρα φέροντας, θα πει ο «αριστερός». Ο δε «κεντρώος», μετά του σώφρονος «εκ δυτικής Λιβύης» ηγεμόνος, θα σηκώσει βαριεστημένα τους ώμους. Έτσι κι αλλιώς «ό,τι εξέχει κόβεται»!
Ουδείς κίνδυνος, λοιπόν, να αναταραχτεί ο κυρίαρχος Βάλτος, από την κυκλοφορία ενός τόσο καλού βιβλίου. Ο συγγραφέας το ξέρει. Γι’ αυτό, πού και πού, μας το θυμίζει. Η αισιοδοξία πρέπει να είναι ρεαλιστική, συγκρατημένη.
Κλείνω την παρένθεση.
ΙΙΙ
Για την Κατάρρευση δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ποιος δεν θυμάται το σκάνδαλο με τον «άγιο Πρεβέζης», που έκανε τους τοπικούς παπάδες να ντρέπονται να βγουν στον δρόμο και τους πιστούς να αποφεύγουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία; Η κοινότητα της Πίστεως είχε γίνει στάχτη.
Με τον ερχομό του νέου Επισκόπου (που ετοιμαζόταν να πάει στ’ Αγιονόρος με τους μαθητές του και κλήθηκε να πάει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά!) η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Αργά και με μεγάλες δυσκολίες, η αρχαία αποστολική Κοινότητα, νεκρή ην και ανέζησε. Ξεπετάχτηκε μάλιστα σφριγηλότερη, απ’ ό,τι πριν η συνήθεια μαράνει τον ζήλο και έρθουν τα σκάνδαλα.
Παλιά η Κοινότητα ήταν πολύ δυνατή εξωτερικά, αλλά αδύνατη εσωτερικά. Της έλειπε η επίγνωση. Σε έναν πολύ δύσκολο, αλλά στατικό κόσμο, όπως εκείνων των εποχών, την κράταγε ζωντανή η τρομερή «πίστη των γιαγιάδων». Τώρα υπερέχει εκείνης, χάρη στην άγκυρα της επίγνωσης που έριξε μέσα της. Και γιατί βρήκε, επιπλέον, τον τρόπο να είναι και εξωτερικά ανθεκτική. Κι αυτό μέσω του άφοβου συσχηματισμού με τη μεταβαλλόμενη «κοσμική» πραγματικότητα. Όχι με τη εύκολη ανέγερση φουνταμενταλιστικών τειχών. Που αντί να «κρατούν απ’ έξω» τον Διάβολο, τον εγγράφουν –αλλοίμονο- εσωτερικό τους υπότροφο. (Στις προϋποθέσεις του ακίνδυνου «συσχηματισμού» θα επανέλθω στο τέλος του παρόντος κειμένου.)
Στα τριάντα χρόνια της αρχιερατείας του π. Μελετίου επαληθεύτηκε η αποδιδόμενη στον γέροντα Παϊσιο, θυμόσοφη παρατήρηση, πως «όπου οργώνει ο Διάβολος έρχεται ο Χριστός και σπέρνει»!
Με μια ουσιαστική όμως διαφορά: Ο Χριστός δεν έρχεται ακάλεστος, έλεγε ο Επίσκοπος Μελέτιος. Οι άνθρωποι είναι αυτεξούσιοι κι ο Παντοδύναμος, δεν μπορεί ούτε θέλει, να παραβιάσει τον αυτοκαθορισμό τους. «Κρούει τη θύρα». Και περιμένει να του ανοίξουν.
Επίσης: Δεν θα «σπείρει», αν εννοούμε εμείς να «παρεμβάλλουμε τα δικά μας σχέδια» και τις «ετσιθελικές εμμονές μας». Είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία». Αν η δουλειά δεν γίνεται με αγάπη και ταπεινοσύνη, δεν γεννά στις ψυχές των ανθρώπων τη δύναμη να μεταμορφώσουν την αγαθή τους προαίρεση σε κοινότητα Πίστεως. Πρέπει να αφήνουμε τον Χριστό να κυβερνά τη δραστηριότητά μας. «Η Εκκλησία είναι του Θεού και όχι των ανθρώπων!».
Αν ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, τότε η συνταγή είναι δεδομένη. Το είπε καθαρά: Τον απέστειλε ο Πατήρ, για να σώσει τον κόσμο. Όχι για να τον κρίνει. Αυτό ήταν το θέλημα Του Πατρός κι αυτό εφάρμοσε ο Ιησούς. Όχι το «δικό» του. Αν οι Επίσκοποι και οι Ιερείς είναι όντως «φίλοι του Χριστού» και δικοί του «απεσταλμένοι» στον κόσμο, δεν έχουν παρά να κάνουν το ίδιο. Να σηκώνουν τον Σταυρό του κόσμου, όπως Εκείνος. Στην ανάγκη μάλιστα, που δεν λείπει ποτέ, να εγκαταλείπουν το κοπάδι των 99 και να τρέχουν στα όρη, να ψάξουν για το απολωλός. Και να το βάλουν στον σβέρκο τους. «Πάνω από το κεφάλι τους».
Αν στο παράδειγμά μας, συνέχιζε ο Επίσκοπος Μελέτιος, δει ο κόσμος τον αγώνα μας να μοιάσουμε Εκείνου που μας έστειλε, δεν θα έχει κανένα πρόβλημα να αγκαλιάσει την προσπάθειά μας. Τόσο απλό!
Το Πρόγραμμα, που χρειαζόμαστε δεν είναι ανάγκη να το επινοήσουμε εμείς. Υπάρχει και είναι το Ευαγγέλιο!
Λοιπόν, ούτε «ειδικά προγράμματα» χρειάζονται, ούτε «προβολή του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας». Πολύ δε περισσότερο «οικονομικά πλάνα», περιαγωγή δίσκων κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας και λαχειοφόρες αγορές κατά την έξοδο.
Δενχρειάζεται τίποτε απ’ όλα αυτά, που κάνουν κι εμάς, να μη διαφέρουμε από τους Φαρισαίους. Και κάνουν τον κόσμο, ευλόγως, να μας κρατά σε απόσταση.
Κοντολογίς, για όλα τα προβλήματα της Εκκλησίας φταίει ο ανθρωποκεντρισμός - κατά την έκφραση του π. Μελετίου. Ο ανθρωποκεντρισμός του Επισκόπου πρώτα και των Πρεσβυτέρων έπειτα.
IV
Το βιβλίο τονίζει, τέλος, τη στρατηγική συμβολή των Μοναχών στην επίτευξη της πνευματικής μεταμόρφωσης της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Χωρίς αυτούς, ένας άνθρωπος, όσο άγιος και σοφός κι αν είναι, ελάχιστα πράγματα μπορεί να κάνει. Χρειάζεται τη βοήθεια των «ειδικών δυνάμεων» της Εκκλησίας, που είναι οι Μοναχοί.
Πώς όμως θα μπορούσαν οι καλόγεροι να εργάζονται μέσα στην «κοσμική» κοινότητα και συγχρόνως να παραμένουν Μοναχοί, «έξω από τον κόσμο»; Δεν θα διαλυόταν η δική τους κοινότητα; Λύθηκε άραγε το πρόβλημα αυτό; Και με ποιον τρόπο;
Στο κρίσιμο αυτό σημείο βρίσκεται και η κατ’ εξοχήν συνεισφορά του συγγραφέα.
Αναλύοντας τη συμβολή της Μονής του Προφήτου Ηλιού (που δημιουργήθηκε από την αρχική συνοδεία των μαθητών του Μελετίου), το βιβλίο αναδεικνύει τις βασικές αρχές, βάσει των οποίων ρυθμίστηκε, με αμοιβαία γόνιμο τρόπο, η αλληλενέργεια ανάμεσα στον «Δήμο», στην «ενδημοποιημένη» Εκκλησία και στο Μοναστήρι.
Ο δρόμος του «κοσμικού» χριστιανού και ο δρόμος του χριστιανού «μοναχού» είναι βεβαίως ασύμβατοι. Αποσκοπούν όμως και οι δύο στη σωτηρία του κόσμου. Επομένως πρέπει «και τούτο ποιείν και εκείνο μη αφιέναι». Χωρίς όμως να καταλυθεί η αυτονομία των δύο πόλων. - Είτε μέσω της εξαγωγής τη σχέσης «γέροντα» και «υποτακτικού» στον κόσμο, όπως κάνει ο «νεογεροντισμός». - Είτε κάνοντας τους μοναχούς χαμάληδες του «δραστήριου» αυταρχικού Μητροπολίτη. Και τα δυο αυτά, είναι συνταγές καταστροφής, τόσο του Μοναχισμού όσο και της τοπικής Εκκλησίας.
Ο Μοναχός πρέπει να είναι φως για τον Κοσμικό, σύμφωνα με τη διατύπωση του π. Μελετίου. «Ο ρόλος των μοναχών περιγράφεται σαφώς από τους Πατέρες. Είναι ρόλος φωτιστικός. Δεν είναι δράση». Ενσαρκώνοντας το φως οι Μοναχοί εμπνέουν τους Κοσμικούς. Τους προσανατολίζουν. Λειτουργούν σαν φάρος. Και όσο περισσότερο ο Μοναχός καθαρίζει τον εαυτό του από τα πάθη, τόσο λαμπρότερο γίνεται το φώς του φάρου.
Η εν προκειμένω ένταξη των μοναχών στη δράση, δικαιολογείται, κατά τον μακαριστό Επίσκοπο, μόνο από την εμπερίστατη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η τοπική Εκκλησία. Σε τέτοιες συνθήκες, όπου οι «κανονικές δυνάμεις» της -των Πρεσβυτέρων- δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, πρέπει να σπεύσουν οι τοπικές «ειδικές δυνάμεις» - αν υπάρχουν- και να αναλάβουν δράση υπό τις διαταγές του Στρατηγού-Επισκόπου. Και αφού ενισχυθούν οι «κανονικές» δυνάμεις και καταστούν επαρκείς, οι «ειδικές» μπορούν να «επιστρέψουν στη βάση τους».
Εδώ ισχύει το «νυν υπέρ πάντων ο αγών». – Ο αγών «υπέρ βωμών και εστιών»!
V
Θα κλείσω την παρουσίαση του βιβλίου, εστιάζοντας στο οντολογικό πρόβλημα, που είναι το ίδιο καίριο και για τους δύο άλλους πυλώνες-κοινότητες: της Πολιτικής και της Παιδείας.
Πρόκειται, για το πώς δεν θα χάνουμε τον εαυτό μας μέσα στον κατακλυσμό των ανταγωνιστικών μηνυμάτων και δελεασμών. Όπως ήδη έχει συμβεί στην πατρίδα μας και καταλήξαμε στο ανεκδιήγητο «ναι σε όλα μέσα στο τίποτα».
Πρόκειται δηλαδή για το ερώτημα: Πώς μπορούμε να Είμαστε; Να έχουμε Ταυτότητα;
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική οντολογική παράδοση, ο άνθρωπος δεν μπορεί -αφ’ εαυτού του και μόνος του- να λύσει το πρόβλημα, γιατί είναι φύσει τρεπτός.
Η έξωθεν «αλλοίωση», που είναι κακή, επειδή μας αλλάζει χωρίς να μας ρωτήσει, δύναται να εξουδετερωθεί μόνο από την εκούσια εσωτερική «καλή αλλοίωση». Αυτή όμως προϋποθέτει «ανοιχτή γραμμή» με τον Αναλλοίωτο. Που δεν είναι άλλος από τον κρεμασμένο στον Σταυρό. Είναι το Αθώο Θύμα «το εσφαγμένο από καταβολής κόσμου». Ο Ων, που γεννήθηκε στον κόσμο αδύνατος και τρεπτός, αλλά ο κόσμος δεν κατάφερε να τον αλλάξει. Αντίθετα, αυτός άλλαξε τον κόσμο.
Το αληθινό «μυστικό του Ιησού» ήταν, ότι σήκωσε τον Σταυρό του κόσμου. Κι αυτό το «μυστικό» το αποκάλυψε στους φίλους του, παραγγέλλοντάς τους «να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη» στη γνώση του. Αυτοί το έγραψαν φαρδιά πλατιά και σε κατανοητά για την εποχή τους ελληνικά. Και το εξηγούσαν προφορικά από γενιά σε γενιά.
Ένας απ’ αυτούς, ο κοντινότερός μας στη διαχρονική αλυσίδα, ήταν κι ο Επίσκοπος Μελέτιος, ο πρωταγωνιστής τούτης της θαυμαστής ιστορίας. Αιωνία να είναι η μνήμη του.
πηγή

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΤΩΝ "ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΩΝ" ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΡΗΤΑ


Έχει πραγματικά μεγάλη πλάκα το γεγονός ότι μια μερίδα της Εκκλησίας – αυτή που βλέπει παντού εχθρούς και συνομωσίες σε βάρος του «ευλογημένου» Ελληνικού λαού – αντιτίθεται με σφοδρότητα στο …πλαστικό χρήμα! 
Έτσι, σήμερα διοργανώθηκε Ημερίδα με θέμα «Κατάργηση των μετρητών - Τέλος της ελευθερίας - οδεύοντας προς τον ολοκληρωτισμό» από την Εστία Πατερικών Μελετών και την Ενωμένη Ρωμηοσύνη, με την αμέριστη στήριξη και παρουσία του Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ. 
Έχει πλάκα, όπως είπα, διότι όλοι οι παραπάνω θέλουν …ζεστό μετρητό να ρέει κι όχι μια «αχρήματη κοινωνία». Κι αυτό το συνδέουν – λέει – με την ελευθερία του ανθρώπου! Αυτοί, οι οποίοι είναι ο ορισμός του ολοκληρωτισμού – έργοις και λόγοις – και πολλοί άνθρωποι έχουν υποστεί την ανελευθερία στα δίχτυα τους. 
Φυσικά στην ημερίδα έγιναν αναφορές στον άγιο Παϊσιο τον αγιορείτη και στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, γιατί αυτοί είχαν οιονεί προφητεύσει την «αχρήματη κοινωνία»! 
Άρα, για τους διοργανωτές η χρήση του πλαστικού χρήματος μήπως συνιστά και αμαρτία; Ενοχλούνται από την κατάργηση των μετρητών, ενώ θα έπρεπε να είναι ευτυχείς που απαλλασσόμαστε οι θνητοί από το να πιάνουμε στα χέρια μας χρήματα. Ξέρουν να μας πουν αν ο Χριστός έπιασε στα χέρια Του χρήματα; Ή είναι σίγουροι ότι ο Αρχηγός της πίστεώς μας είναι εναντίον του πλαστικού χρήματος; 
Όλοι αυτοί οι «χριστιανοί νοικοκυραίοι» έχουν πάθει πανικό διότι οι τρέχουσες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία – όχι μόνο στην Ελλάδα - κλονίζουν την ασφάλειά τους, το κομπόδεμά τους και τα αυτονόητά τους. Γι’ αυτό και μιλούν για «παγκόσμιες μεθοδεύσεις για πλήρη έλεγχο του ανθρώπου με την κατάργηση των μετρητών και την αποκλειστική χρήση της πλαστικής κάρτας.».
Αλίμονο, αν η ελευθερία μας εξαρτιόταν από το μετρητό ή το πλαστικό χρήμα! Αυτό έχουν καταλάβει αυτοί από την διδασκαλία του Χριστού; 
Και επίσης, έχει πολύ γέλιο το ότι όλοι αυτοί προβάλλονται ως «αντιστασιακοί»! Ενάντια στο σύστημα που προσπαθεί να μας «υποτάξει»! Δεν κοιτάνε που έχουν φτιάξει ένα δικό τους σύστημα που καθυποτάσσει ψυχές! 
Μήπως μπορούν οι διοργανωτές να μας πουν πόσο στοίχισε η εν λόγω ημερίδα και αν οι πληρωμές έγιναν με μετρητά ή με πλαστικό χρήμα; 
Χαχαχαχα! 
Π.Α.Α. 

πηγή

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός…


Στιγμιότυπο 2017-06-15, 9.58.35 πμ

Πριν λίγες μέρες, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος απέστειλε μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη εδώ. Κατόπιν, ο Μητροπολίτης Πειραιώς απάντησε. Μπορείτε να διαβάσετε και τη δική του επιστολή εδώ.
Δεν έχω σκοπό να ασχοληθώ με τα δύο αυτά κείμενα. Όποιος έχει κουράγιο, ας τα διαβάσει. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ μία γενική παρατήρηση και ένα ειδικό σχόλιο.
Η παρατήρηση: Όπως είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον τι είναι γελοίο και τι όχι, αν αυτός δεν διαθέτει την απαραίτητη αίσθηση προς τούτο, εξίσου δύσκολο –αν όχι δυσκολότερο– είναι να δώσεις στον άλλο να καταλάβει όχι την τάδε ή τη δείνα άποψη, αλλά την ορθότητα ή όχι του φρονήματός του. Είναι άλλο πράγμα η άποψη, η προσέγγιση ενός ζητήματος (τα επιχειρήματα), και άλλο πράγμα το «φρόνημα», το περιβάλλον εκείνο της σκέψης, της ψυχικής συνθήκης και της εν γένει βιοτής, μέσα στο οποίο ευδοκιμούν και καρπίζουν οι στοχασμοί, οι εκτιμήσεις, τα επιχειρήματα, οι επιλογές και οι πράξεις. Μόνο με βάση αυτή την παρατήρηση μπορεί κανείς να κατανοήσει πώς γίνεται όσα έγραψε ο Μητροπολίτης Αργολίδος να μην έγιναν αντιληπτά από τον αποδέκτη της επιστολής. Κι έτσι μόνο εξηγείται πώς γίνεται να γράφει τόσα ο Μητροπολίτης Πειραιώς για να δικαιώσει εαυτόν, δίχως να αντιλαμβάνεται πως εκτίθεται ακόμη περισσότερο στα μάτια μας.
Και το σχόλιο:
Σε πάνω από μία ποιμαντορικές εγκυκλίους του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ αναφέρει διδακτικά το ιστορικό περιστατικό της πυρκαγιάς της ακροπόλεως της Κέρκυρας, του 1718. Το περιστατικό έχει ως εξής, εν συντομία: Η ρωμαιοκαθολικη διοίκηση του νησιού, υπό τον Ανδρέα Πιζάνι, σχεδιάζει στα 1718 να χτίσει ρωμαιοκαθολικό «αλτάριο» στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των παπικών κατοίκων του νησιού. Οι ορθόδοξοι εξεγείρονται. Προσεύχονται να ματαιωθούν τα σχέδια του Πιζάνι. Κάποιο βράδυ, που εμαίνετο καταιγίδα στην περιοχή, ένας κεραυνός χτύπησε την ακρόπολη της Κέρκυρας και συγκεκριμένα την πυριτιδαποθήκη της, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σειρά εκρήξεων, που όμοιές τους δεν είχε ξαναδεί το νησί. Αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής: «Οι τρεις πυριτιδαποθήκες μέσα στο Φρούριο έπιασαν φωτιά και οι αλλεπάλληλες εκρήξεις ήταν τόσο δυνατές που ακουγόντουσαν μέχρι την Ήπειρο… Κτίρια κατεδαφίζονταν και η γη σειόταν. Οι τοίχοι των σπιτιών αποκολλούνταν σε κομμάτια και μεγάλα σπίτια κατέρρεαν παντού, σκοτώνοντας όσους βρίσκονταν μέσα, αλλά και όσους βρίσκονταν κοντά σε αυτά… Κάτω από τα ερείπια υπήρχαν πτώματα ανδρών, γυναικών, παιδιών και ζώων που κάηκαν μέχρι θανάτου. Μερικά μέλη νεκρών αλλά και ολόκληρα πτώματα βρέθηκαν σε χαντάκια και τάφρους και άλλα εκτινάχθηκαν στην θάλασσα και παρασύρθηκαν από τα κύματα… Ήταν τόσο ισχυρή η έκρηξη κοντά στην θάλασσα που δημιουργήθηκαν πανύψηλα κύματα, τα οποία βύθισαν τέσσερις γαλέρες. Υπολογίζεται ότι η απώλεια σε ζωές ήταν περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι…».
Το περιστατικό θεωρήθηκε από πολλούς εκείνη την εποχή ως επέμβαση του Θεού, για την αποτροπή των παπικών σχεδίων. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς το προσκομίζει στη σημερινή εποχή για να δώσει ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο επεμβαίνει ο Θεός και κατακαίει τους εχθρούς του, όταν οργίζεται. Μάλιστα, προς τούτο, επικαλείται και το γεγονός ότι το περιστατικό αναφέρεται ως τέτοιο από τον Αθανάσιο Πάριο, ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος. Για να το αναφέρει ένας Άγιος, έτσι τάχα δεν έχουν τα πράγματα; Το βασικό όμως είναι ότι το περιστατικό μνημονεύεται σήμερα από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως παράδειγμα του πώς βλέπει ο Θεός τους αιρετικούς και τι είναι ικανός να κάνει εναντίον τους. Αυτό που αναφέρει ο χρονικογράφος –απανθρακωμένα πτώματα παιδιών, ανθρώπινα μέλη εδώ κι εκεί, και δύο χιλιάδες νεκρών συνολικά– είναι κατά τον Πειραιώς Σεραφείμ, έργο του Χριστού, έργο Εκείνου που στη Γεθσημανή είπε στον Πέτρο να βάλει πίσω στο θηκάρι την εκδικητική του μάχαιρα, έργο Εκείνου που ανέβηκε στο σταυρό από αγάπη για τον άνθρωπο, έργο Εκείνου που ακόμα και πάνω στο σταυρό παρακαλούσε για τη συγχώρηση των σταυρωτών Του.
Από μια δισχιλιετή παράδοση σαν αυτή του Χριστιανισμού μπορείς να αλιεύσεις ό,τι θέλεις, να το ερμηνεύσεις όπως θέλεις, για να υποστηρίξεις όποια θέση θέλεις. Υπάρχουν τά πάντα στην ιστορία της Χριστιανοσύνης και με κατάλληλες ερμηνείες μπορούν να αξιοποιηθούν προς επίρρωση οποιασδήποτε θέσης. Αλλά είπαμε: άλλο οι θέσεις, άλλο το φρόνημα. Το φρόνημα μπορεί να καταδείξει τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά το φρόνημα είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις. Τα κριτήρια της θεολογίας είναι που κρίνουν κάθε ώρα και στιγμή τις θεολογικές θέσεις μας. Αλλά πώς να μιλήσεις για τα κριτήρια, όταν πολλοί δεν διανοούνται καν την ύπαρξή τους;
Καλλιεργείται σήμερα ένα «ορθόδοξο» φρόνημα, μία τάση ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανούς, που ισχυρίζεται (και προσπαθεί να το τεκμηριώσει με θεολογικές θέσεις) πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μπορούν να σταθούν πλάι στην αγάπη και τη συγχωρητικότητα˙ πως η αγάπη και η συγχωρητικότητα δεν είναι τα μόνα κριτήρια που ζυγιάζουν τα πάντα και καθορίζουν το φρόνημα, αλλά πως υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, εξίσου κομβικά, που διαμορφώνουν τάχα την ταυτότητα των χριστιανών (ιερή οργή και αγανάκτηση, χάριν της ποίμνης του Χριστού τάχα, ποιμαντικός ex cathedra στιγματισμός των κακώς εχόντων, επιθετικότητα προς αυτούς που απειλούν την Ορθοδοξία)˙ και μάλιστα αυτά τα πράγματα μπορούν να δικαιώνονται μέσα μας ακόμα κι όταν ακυρώνουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα. Δεν πρόκειται για παρωνυχίδα του εκκλησιαστικού μας βίου: μέσα από την εικόνα του οργισμένου Θεού, που κατακαίει ρωμαιοκαθολικούς, άλλος Χριστός προκύπτει, άλλη πίστη… Είναι άλλος ο Χριστός που «τιμωρεί» εμένα τον αμαρτωλό για να με συνετίσει –έτσι ενδέχεται να νιώθω προσώρας την παιδαγωγία της άπειρης αγάπης Του– και άλλος εκείνος ο Χριστός που οργίζεται και σκοτώνει ανθρώπους, με τρόπο φρικαλέο. Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός.
Στο ένατο κεφάλαιο του ευαγγελίου του, ο ευαγγελιστής Λουκάς λέει πως ο Χριστός είχε στείλει αγγελιοφόρους σε ένα χωριό της Σαμάρειας για να προετοιμάσουν τον ερχομό Του: «Οι Σαμαρείτες όμως δεν τον δέχτηκαν… Και ρώτησαν τότε οι μαθητές τον Ιησού “Κύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους καταστρέψει, όπως έκανε και ο προφήτης Ηλίας;”. Εκείνος στράφηκε προς αυτούς και τους επέπληξε λέγοντας: “Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας˙ ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά για να τους σώσει”» (στ. 52-56).
«Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας…». Αν κάνετε ένα γύρο στα «ορθόδοξα» blog και τις ιστοσελίδες του διαδικτύου, θα συναντήσετε τόσο μίσος, τόση αγανάκτηση, τόση μισαλλοδοξία, τόση λεκτική βία (και τόση φοβικότητα) απέναντι στους αλλοδόξους, τους αντιφρονούντες, τους εχθρούς της πίστης, τον ίδιο τελικά τον σύγχρονο κόσμο, που θα διαπιστώσετε πως τα λόγια του Χριστού («ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας») περιγράφουν επακριβώς τον ψυχισμό και το φρόνημα πολλών σύγχρονων ορθοδόξων.
Τι σχέση έχει το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Αργολίδος με το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Πειραιώς; Σε ό,τι μάς αφορά (δηλαδή στις ατομικές μας αποτιμήσεις) έχουμε χρέος να είμαστε ξεκάθαροι και κατηγορηματικοί: Καμία! Κι όσο περνάει ο καιρός, όσο οι καιροί μαίνονται ολοένα αγριότεροι και ποικίλες κρίσεις δοκιμάζουν τα κριτήρια και το φρόνημά μας, τόσο θα αναδεικνύεται εναργέστερα η βαθύτερη πραγματικότητα του πληρώματος των ορθοδόξων: είμαστε στην ίδια Εκκλησία, αλλά δεν πιστεύουμε όλοι στον ίδιο Χριστό! 
πηγή

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Συναισθήματα και πατρίδες...


Αφεντιά και καμάρι κατέχει ο αγέρας που κατευθύνει το ποδήλατο ενώ κατηφορίζει στα ψυχρά, μοναχικά σοκάκια της φτωχής μου φαμίλιας, εκείνης που βρεθήκαμε στο ίδιο έδαφος, κάτω από τον ίδιο ήλιο, με το φεγγάρι να καθοδηγεί το τιμόνι που παραπαίει.

Πέρασα από γέφυρες με τα φρένα χαλασμένα, το πετάλ στις βουνοκορυφές χαλιναγωγούσε τον προσανατολισμό μου. Το είπα πολλές φόρες για να το ακούσουν και η σιωπή δυνάμωνε. Έκοψαν τις ρίζες μου, έκαψαν τα κλαδιά μου λέγοντας δυο λέξεις μόλις με είδαν να φλέγομαι: «Είσαι ξένη».
«Είσαι ξένη», «Είσαι ξένη», «Είσαι ξένη» όσες φόρες κι αν το ψιθυρίζω αρνούμαι να το πιστέψω. Γιατί όταν οι γονείς μου έβαλαν τα ρούχα μέσα σε μια βαλίτσα χάθηκαν από το πέπλο που χώριζε τις δυο χώρες Αλβανία – Ελλάδα, το μέλλον μου ήταν καθορισμένο και η πατρίδα θα χανότα , δεν θα ήμουν ποτέ ξανά Αλβανίδα, δεν θα γινόμουν ούτε στιγμή Ελληνίδα, θα γινόμουν ένα σώμα τεμαχισμένο ανάμεσα σε δυο κόσμους.

Αγάπησα την ελληνική γλώσσα, ενστερνίστηκα τα ήθη και τα έθιμα του πλούτου που απέπνεε η Ελλάδα, έγινα και εγώ σαν τους φίλους μου, είχα την τιμή να παρελάσω με το άσπρο μου πουκάμισο και την μπλε φούστα αν και ήθελα να το αποφύγω. «Γιατί μια ξένη, μια Αλβανίδα να τιμήσει την Ελλάδα; Με ποιο δικαίωμα;» έτσι το σκεφτόμουν και έτσι το σκεφτόντουσαν.
Ήταν ανήκουστο να θεωρώ τον Σωκράτη, τον Αριστοτέλη και όλους τους Αρχαίους φιλοσόφους μας, λογοτέχνες του 20ουαιωνα και πολεμιστές της Ελλάδας πρόγονους μου, που μόχθησαν για την νέα Ελλάδα, για τα στερνοπούλια της, για τα παιδιά τους.
«Μνήσθητί μου Κύριε» φώναξε ο άνθρωπος που υποδύθηκε τον Καψάλη στην αναπαράσταση της ανατίναξης το Σάββατο, αναδράμοντας στην Έξοδο του 1821.
«Πατέρα είναι κακό που αγαπώ την Ελλάδα;»
Σιωπή. Τι θα μπορούσε να πει ο πατέρας όταν το παιδί του χάνει τις ρίζες του; Όταν θυμάται την καταγωγή της μόνο όταν επισκέπτεται τον τόπο της, όταν μέχρι χθες δεν ήξερε την Ιστορία της Αλβανίας, όταν η Αλβανική αλφάβητος φαντάζει άγνωστη και όταν απωθεί τον αέρα στο πέρασμα των συνόρων.
Οδηγώντας το αυτοκίνητο και βγαίνοντας από τα σύνορα της Αλβανίας ένιωθα ασφάλεια, ήμουν στην Ελλάδα, μπορώ να μιλώ μόνο ελληνικά, να γραφώ, να εκφράζομαι.
«Ντροπή»
Κάνοντας βόλτες περιμετρικά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου παρατηρούσα πόσο όμορφα εναρμονίζονται και γαληνεύουν τα χρώματα του ουρανού, πίσω από τις πελάδες με τα μοναδικά χρώματα της φύσης και τότε έγραψα τους δυο αυτούς στοίχους στην γραφομηχανή μου:
 «Χάνω τις ρίζες μου
Ποια είμαι; Και γιατί βρέθηκα σε τούτον εδώ τον τόπο;
Είμαι Ελληνοαλβανίδα. Και αυτός είναι ένας τίτλος που τον αισθάνομαι. Όταν φτάνω στον τόπο μου ξέρω πως εκείνος με έσπειρε στα έγκατα εκείνης της γης, ξέρω πως είμαι καρπός της Αλβανίας. Βλέποντας τα συντρίμμια του σπιτιού που γεννήθηκα στο Ζουμπανάτ, σε ένα χωριό διπλά στην λίμνη, μια βαθιά συγκίνηση ήρθε να στεγάσει μέσα μου. Όταν είδα το δωμάτιο που έμεναν οι νιόπαντροι τότε γονείς μου όταν γεννήθηκα, εκείνο το μέρος που αργότερα έγινε στάνη είπα: « Αυτή είμαι». Όταν με ρωτούν λέω πως είμαι Αλβανίδα. Η μητέρα μου πάνω σε ένα γέρικο γαϊδούρι και εγώ στην κοιλία της έτοιμη να ξεπροβάλω. Με φάσκιωσαν για να ισώσουν τα άκρα μου. Πάνες δεν υπήρχαν, αντικαταστάθηκαν από κουρέλια όπως και παλιά μπαλωμένα ρούχα για να ζεσταθώ».
Αλίμονο σε όσους ξέχασαν. Αλίμονο σε όσους στον τόπο τους αισθάνονται ξένοι και αλίμονο σε έμενα που είμαι μια Ελληνοαλβανίδα με πρόγονο τον Skenderbeu και τον Enver Hoxha και πρότυπο τον Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Και ναι, με καμάρι αντιπροσώπευσα την Αιτωλοακαρνανία στην πομπή της Εξόδου και τα τσαρούχια μου τα φόρεσα και το φέσι μου αλλά και το βαρύ γιλέκο μου από προβιά, ενδυμασία της νύφης από την Άμπλιανη.
Ιστορία, αίμα, τιμή, έθνος, πατρίδα όποιος εθνικιστής δεν τίμησε ποτέ το χώμα του. Γιατί την σημαία της Ελλάδας θα την σηκώσω ψηλά όσο και την σημαία της Αλβανίας. Και τις δυο μαζί, την μια στο ένα χέρι και την άλλη στο άλλο χέρι.
Θα χορεύω το Kanga Mallekastriote όπως και τους Ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι μια Ελληνοαλβανίδα.
Άντζελα Υζεϊράι

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017


Προτότυπη μουσική για το θεατρικό έργο "'Ασμα Ασμάτων" σε σκηνοθεσία Βαλάντη Φράγκου.
Σύνθεση - Ενορχήστρωση: Μίμης Νικολόπουλος
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα OrzaProject Studios.
Μix - Mastering: Petro Ammos
Εικόνα: Μαγδαληνή Στεφανάτου

Original music for the theatrical play "Asma Asmaton" (Song of Songs) directed by Valantis Frangos.
All tracks were composed and arranged by Mimis NIkolopoulos.
All recordings took place in OrzaProject Studios.
Mixed & Mastered by Petro Ammos.
Image: Magdalini Stefanatou


info
http://www.ert.gr/kozani-asma-asmaton...

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

«ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ» ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΩΝ


Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος


1. Αν δεν ξεφύγουμε από το βερμπαλιστικό κήρυγμα, υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες ο κόσμος να μυηθεί στο ήθος του ορθόδοξου ανθρωπισμού, στην ομορφιά της ορθόδοξης θεολογίας και στην ωραιότητα των πατερικών λόγων. 
2. Οι πιστοί γνωρίζουν και έχουν αναπτύξει ένα καλό θεολογικό αισθητήριο μέσα από τα ψυχωφέλιμα κηρύγματα. Σε αυτό έχουν βοηθήσει οι συνειδητοί λειτουργοί του λόγου, όσοι δηλαδή έχουν ερωτευτεί πραγματικά τον εραστό Θεό. 
3. Δεν χρειάζεται θεολογική εμβάθυνση, χρειάζεται ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. Ο πιστός λαός αγνοεί βασικά σημεία της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής. 
4. Ανάμεσα στους πιστούς που εκκλησιάζονται υπάρχουν κι εκείνοι που δεν εκκλησιάζονται, εκείνοι που δεν πιστεύουν, εκείνοι που αρνούνται τον Θεό, εκείνοι που αμφισβητούν το θεμέλιο της ορθόδοξης πίστης, την Ανάσταση, εκείνοι που παλεύουν μέσα τους με τον Θεό και τον οποίο αισθάνονται απομακρυσμένο και μη αποκεκαλυμμένο, εκείνοι που αναζητούν, εκείνοι που βρίσκονται σε αδιέξοδα. Ο ρόλος του κληρικού είναι πολυδιάστατος, άκρως σημαντικός, ο κατεξοχήν πλέον σημαντικός, αφού ο κληρικός οφείλει να σταθεί δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο της δακρυσμένης αυτής εποχής. Με πίστη και με γνώση.  
5. Πρόκληση μεγάλη: Να κερδίσει η ορθοδοξία δια του λόγου και του παραδείγματος το έδαφος που πολλές φορές χάνεται κάτω από τα πόδια της. Οι θεολόγοι, οι κληρικοί μπορούν και πρέπει να εμπνεύσουν πιο συνειδητά, εμφατικά, με πίστη. Δεν έχουμε καν υποψιαστεί την εξέλιξη της θεολογίας όσον αφορά ζητήματα που στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει να απασχολούν και να προβληματίζουν τη θεολογική πραγματικότητα. Επιμένουμε σε μία στείρα και ξεγυμνωμένη από θείο πνεύμα απολογητική (την πλέον κακότεχνη φύση της εκκλησιαστικής ζωής), και ασχολούμαστε συνεχώς με τους αιρετικούς, τους κακόδοξους, τις κινήσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη, τους διαλόγους των θρησκειών, την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Κι αυτά, ενώ δεν καταφέραμε να υποψιαστούμε το θησαυρό της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας που βρίσκεται κάτω πλέον από τα πόδια μας, αφού φροντίσαμε επιμελώς να τον θάψουμε, για να μην μας θυμίζει ότι το έλεος του Θεού αφορά τον κάθε άνθρωπο, τον όλο άνθρωπο, το «συναμφότερον» κατά Γρηγόριο Παλαμά. 
6. Ο πιστός λαός στέκει ακόμη ανυποψίαστος. Δεν έχει υποπτευθεί τι σημαίνει ορθοδοξία, εκκλησία, Χριστός, ζωή, θάνατος, σωτηρία, έλεος, μυστηριακή ζωή. Πόσοι άραγε απαντούν εύστοχα στο ερώτημα «Ποιος είναι ο Χριστός;». 
7. Η ορθοδοξία έχει άπειρη ομορφιά, εκλεπτυσμένη αισθητική, φιλακόλουθη φύση, σωτηριώδες χάρισμα. Χρειάζεται να ερωτευθούν οι ανθρώπινες ψυχές τον Χριστό. Και για να γίνει αυτό, είναι ανάγκη να γνωρίσουν τον κατεξοχήν έρωτα της ζωής, τον Χριστό. Ο Χριστός δεν είναι ιδέα, δεν είναι φιλοσοφία, δεν είναι συναίσθημα. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο ενανθρωπήσας Θεός. 
8. «Είδαμε» τον Θεό, μπερδευτήκαμε με τον τρόπο θεώρησης Του και ξεγελαστήκαμε πως είναι ένας επαναστάτης, ένας άριστος φιλόσοφος. Τον προσεγγίσαμε με τα αισθητήρια του σώματος, Τον καταντήσαμε «κτιστό». Σκοτώσαμε το μυστήριο. Θάψαμε την ομορφιά του μυστηρίου που εντούτοις βιώνεται. Πρόκληση είναι να μυηθούμε από πνευματικές μορφές στο κάλλος του μυστηρίου. 
9. Αγνοήσαμε και κρύψαμε την αλήθεια. Οι Πατέρες συνηθίζεται να προβάλλονται ως διώκτες των αιρετικών, πολέμιοι των κακοδοξιών κ.ο.κ. Ναι, είναι και αυτό και αυτό ανέδειξαν στα θαυμάσια τους έργα. Οι Πατέρες όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ποιος μίλησε για τον Γρηγόριο Παλαμά ως μεγάλο φιλόσοφο; Συνήθως προβάλλεται ως διώκτης των αιρετικών. Κατεξοχήν έτσι έχει γίνει γνωστός. Μίλησε όμως για την εμπειρία του Θεού, τα στάδια της εμπειρικής θεολογίας, το Άγιο Πνεύμα ως «απόρρητο έρωτα» μεταξύ Πατρός και Υιού κ.ά. Γιατί αγνοήσαμε τους λόγους του κατεξοχήν φιλοσόφου αγίου του μεγάλου αυτού ανδρός, αυτού του μεγάλου πνευματικού αναστήματος του Γρηγορίου Νύσσης; Και γιατί κρύψαμε με φοβικά σύνδρομα τη διδασκαλία του για την ανυπαρξία της κόλασης για παράδειγμα, την οποία αναπτύσσει στον Κατηχητικό του λόγο; Γιατί φοβηθήκαμε να ερευνήσουμε, να εντρυφήσουμε, να συναντήσουμε μία άποψη που νιώθουμε ότι μας «απειλεί»; Γιατί σκανδαλιστήκαμε; Γιατί επιλέγουμε αποσπασματικά τους λόγους των Πατέρων κατά το συμφέρον; Γιατί χρησιμοποιούμε τους Πατέρες κατά το δοκούν και με σκοπό να ικανοποιήσουμε την ξευτιλισμένη μας ανεπάρκεια, ένδεια; Γιατί θάβουμε την εκστατική ερωτικότητα των πατερικών λόγων; Γιατί λεηλατούμε το μυστήριο του πως και του τρόπου φανέρωσης του; 
10. Αρνούμαστε τη σωτηρία όλων όσων δεν είναι εμείς ή σαν εμάς. Συμπονούμε στους λόγους μας, στο νου μας τους αμαρτωλούς αλλά κατακρίνουμε και αποφεύγουμε την πόρνη, τον εγκληματία, τον αδιάφορο, τον άθεο, τον αρνητή, τον τσαλακωμένο. Επιτέλους. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ CLUB ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που βαυκαλίζονται πως κρατάνε καλά τα κλειδιά της σωτηρίας για τον εαυτό τους, ξεχνώντας πως ο Θεός δεν σώζει για τις καλές μας πράξεις (προτεσταντικά κατάλοιπα του sola fide κ.ο.κ.), αλλά δια του ελέους Του, το οποίο είναι ακατανόητο, άφραστο, απερινόητο, ακατάληπτο για τα ανθρώπινα δεδομένα. 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΝΑΙ, ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ! 
ΕΜΕΙΣ; 

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Μπαρίς: Το βιολί της ειρήνης και των τύψεων


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής



Ο Μπαρίς Γιαζγκί γεννήθηκε στο Σιίρτ, μια φτωχή και ορεινή περιοχή στην ΝΑ Τουρκία όπου κυριαρχεί ο κουρδικός πληθυσμός. Δύσκολα τα περνούσαν οι γονείς, κτηνοτρόφοι και οι δύο τους, που έκαναν κάμποσα παιδιά για να έχουν βοήθεια και χέρια στην οικογένεια. Την εποχή που γεννήθηκε ο μικρότερός τους γιος, τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα στην περιοχή τους. Μαίνονταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους αυτονομιστές, ενώ ο τρόμος και ο θάνατος ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Έτσι ο πατέρας του τού έδωσε το όνομα αυτού που ευχόταν πιο πολύ για την οικογένειά του: Μπαρίς στα τουρκικά σημαίνει ειρήνη Ειρηνική ήταν η ψυχή του μικρού Μπαρίς που γρήγορα έδειξε την ευαισθησία του, το ταλέντο του στην μουσική και ειδικότερα την κλίση του στο βιολί. Ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του μουσική, μέχρι που κάποιος δάσκαλος που διέκρινε το ταλέντο του, τού έδωσε κάποια μαθήματα στο σχολείο. 

Ένας θείος του πάλι, αδελφός της μάνας του, που έπαιζε βιολί στους γάμους - διάσημοι οι κούρδικοι γάμοι, κρατάνε τρεις μέρες και οι καλεσμένοι χορεύουν ακατάπαυστα. Σε εκείνο το βιολί λοιπόν έμαθε να κινεί το δοξάρι ο μικρός Μπαρίς. Όταν έφτανε στο Λύκειο, οι γονείς έστειλαν το στερνοπούλι τους στην Πόλη, να τελειώσει το σχολείο εκεί, μένοντας κοντά στον μεγάλο του αδελφό, τον Φατίχ, που ζούσε εκεί Ήταν και αυτός μουσικός,το μουσικό ταλέντο μάλλον κληρονομιά από τη μάνα που είχε και εκείνη υπέροχη φωνή, δεν έλειπε από την οικογένεια. Κλαρίνο έπαιζε ο Φατίχ. Δούλευε σε πανηγύρια και γάμους συμπατριωτών του. Καμιά φορά έπαιζε και σε κανένα μαγαζί , σε κάποιο από τα πολλά "Türkü evi" μαγαζιά που παίζουν τους σκοπούς της Ανατολίας, τούρκικα τραγούδια μα και πολλά κούρδικα. 

Εκεί στους παράδρομους του Ταξίμ είναι όλα αυτά και τον φώναζε πού και που κάποιος έμπειρος ουστάς να βοηθήσει. Ταλέντο είχε και ο Φατίχ μα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Έβλεπε όμως στον μικρό αδελφό την δική του συνέχεια και τον χαιρόταν. 

«Ας έρθει εδώ» είπε στους γονείς, ο Φατίχ για τον Μπαρίς. «Ο μικρός έχει ταλέντο, εγώ δουλειές έχω, θα τελειώσει το σχολείο, θα δουλεύει και μαζί μου, θα βγάζει το μεροκάματο». Έτσι και έγινε. 

Ο Ειρηναίος, έτσι θα λέγανε ίσως τον Μπαρίς αν ήταν Έλληνας, ενθουσιάστηκε. Ο μεγάλος του αδελφός, ο άμπης του, πάνω από δέκα χρόνια τον περνούσε, του στάθηκε σαν πατέρας, τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έπαιρνε μαζί για να παίζει στους γάμους και κάποτε σε κάποια μαγαζιά που έπαιζε και εκείνος. Στην αρχή τον έβαζε να παίζει το μπεντίρ ή την ταραμπούκα, βιολί δεν είχε δικό μου ο Μπαρίς, εκείνου όμως η ψυχή χτυπούσε αλλού. Μόλις έβρισκε την ευκαιρία δανειζόταν το βιολί κάποιου μουσικού από την ορχήστρα και έπαιζε. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε αγόρασε ένα βιολί, ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρει με το κομπόδεμά του. Χρεώθηκε και ένα ποσό σημαντικό για εκείνον, δανείστηκε μα τα κατάφερε τελικά να το αγοράσει. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν το πήρε στα χέρια του. Ο μαγαζάτορας, ένας έμπειρος οργανοποιός και έμπορος μουσικών οργάνων εκεί στην Γκαλίπ Ννεντέ, στον Γαλατά, κατάλαβε το πάθος του μικρού και του διάλεξε ένα καλό βιολί και του έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε στην τιμή. Πετούσε ο μικρός. Σταμάτησε στη μέση του Γιουκσέκ Καλντερίμ, καθώς κατέβαινε για το Καράκιοϊ να πάρει το τραμ, και άρχισε να παίζει Δεν άντεχε να περιμένει να φτάσει στο σπίτι Ο αδελφός του πάλι τον μάλωσε που ξόδεψε όλα του τα λεφτά και που χρεώθηκε κιόλας, μα κατά βάθος τον καμάρωνε για το πάθος και το ταλέντο του. Ο μικρός έκανε ήδη όσα και ο ίδιος θα ήθελε να κάνει μα δεν τόλμησε. Ο Μπαρίς βρήκε και έναν δάσκαλο και ξεκίνησε μαθήματα. Του μάθαινε παραδοσιακό βιολί ο χότζας, τα οθωμανικά και ανατολίτικα μακάμια, αλλά το βράδυ στο διαδίκτυο άκουγε στα ραδιόφωνα και τα μουσικά κανάλια τους μεγάλους ερμηνευτές της δυτικής μουσικής και τον έπιανε το ξημέρωμα... Θαύμασε τον Γεχούντι Μενουχίν και τον Νταβίντ Όϊστραχ, τον εντυπωσίασε ο Αντρέ Ριέ, γοητεύτηκε από την όμορφη Βανέσα Μέι. 

Ήξερε πως αυτή είναι η μουσική που ήθελε να γνωρίσει και να κατακτήσει. Ένας υπέροχος νέος κόσμος που τον μεθούσε. 

Το καλοκαίρι που πέρασε τον κάλεσε ένας άλλος αδελφός του; στο Βέλγιο. Στην Αμβέρσα ζούσε εκείνος μετανάστης. Ξεκίνησε εργάτης σε εργοστάσιο σοκολάτας, μα είχε ανοίξει ένα δικό του μαγαζάκι τώρα, ένα ζαχαροπλαστείο που πουλούσε μαζί με τις σοκολάτες μπακλαβάδες και μουχαλέμπια στους πολυάριθμους Τούρκους, Κούρδους και Άραβες πελάτες της γειτονιάς. «Έλα να δεις εδώ τι γίνεται» του είπε, «Ίσως βρεις δουλειά, ίσως μπορέσεις να μείνεις» Ο Φατίχ είχε μιλήσει με στον αδερφό του στο Βέλγιο για το ταλέντο του μικρού και αποφάσισαν να συνεργαστούν για να τον βοηθήσουν. 

Η βίζα του ήταν μόνο για δύο μήνες, τόσο μπορούσε να πάρει σαν σπουδαστής της γλώσσας. Με άλλη ιδιότητα δεν μπορούσε να πάει στο Βέλγιο. Μα εκείνοι οι δύο μήνες του άλλαξαν τη ζωή. Πήγε σε συναυλίες, σε κονσέρτα, άκουσε ζωντανά την δυτική μουσική που ως τότε άκουγε μόνο από το ίντερνετ. Ζήτησε να μάθει πώς μπορεί να τη σπουδάσει. Πήγε στο καλύτερο ωδείο και του είπαν να κάνει πρώτα από όλα μια δοκιμαστική παρουσίαση . «Κάνετε αίτηση» του είπαν, «στείλτε μας ένα βιογραφικό και κάποιο δείγμα της δουλείας σας βιντεοσκοπημένο ή ηχογραφημένο και θα σας απαντήσουμε, κλείνοντας σας ραντεβού». 

«Δεν προλαβαίνω» τους είπε. 

«Φεύγω σε μία εβδομάδα και δεν ξέρω πότε θα έρθω πάλι... Θέλω να με ακούσετε. Μόνο για 10 λεπτά, δώστε μου μόνο 10 λεπτά.» 

«Δεν γίνεται του είπαν» κύριε. «Υπάρχει μια διαδικασία.» επανέλαβε ψυχρά η ψηλόλιγνη γραμματέας του κονσερβατουάρ με τα καστανά καρέ μαλλιά το λευκό δέρμα και τα μικρά καστανά μάτια. 

Αντί για άλλη απάντηση ο Μπαρίς έβγαλε το βιολί του και άρχισε να παίζει εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια όλων το Πρώτο Καπρίτσιο για βιολί του Παγκανίνι, έργο πολύ απαιτητικό δεξιοτεχνικά που το είχε μάθει μόνος του κατεβάζοντας την παρτιτούρα από το διαδίκτυο. Δυο μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά σε μια επιτροπή από καθηγητές που άκουγαν τον σγουρομάλλη φέρελπι νέο από την Ανατολία να τους ξεδιπλώνει το ταλέντο και τις μουσικές του δεξιότητες. 

«Σας δεχτήκαμε κατ’ εξαίρεσιν» του είπαν. 

«Μας άρεσε αυτό που ακούσαμε και θα σας πάρουμε να φοιτήσετε εδώ στο ωδείο μας ως εξαιρετικό ταλέντο. Κανονίστε τα διαδικαστικά και σας περιμένουμε από το εαρινό εξάμηνο, γιατί οι θέσεις για το χειμώνα έχουν κλείσει».



Γύρισε ενθουσιασμένος στην Πόλη και άρχισε να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Πετούσε. Στο μεταξύ δούλευε σαν τρελός για να μαζέψει ένα κομπόδεμα. Η χώρα ζούσε στον πυρετό που ακολούθησε το πραξικόπημα του καλοκαιριού και ετοιμαζόταν για το δημοψήφισμα του Απριλίου, μα ο Μπαρίς δεν νοιαζόταν για αυτά. Έβλεπε μπροστά του μόνο έναν δρόμο. Αυτόν της μουσικής που περνούσε μέσα από τις σπουδές στο κονσερβατουάρ της Αμβέρσας. «Και αυτό θα είναι μόνο η αρχή», σκεφτόταν. «Πόσοι δρόμοι ανοίγουν μετά» Ήξερε καλά πως αυτός και όχι άλλος είναι ο δρόμος του και τον ονειρευόταν λαμπρό και γεμάτο μουσική. 

Όταν γύρω στα τέλη της χρονιάς πήγε να ζητήσει βίζα για το Βέλγιο έφαγε την πρώτη ψυχρολουσία. «Δεν δίνουμε βίζα για μουσικές σπουδές στο ωδείο» του είπαν. «Δεν έχετε τα τυπικά προσόντα για να εγγραφείτε. Δεν μπορείτε να κάνετε ανώτερες μουσικές σπουδές, χωρίς κάποιο πτυχίο και τις άλλες τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί». 

«Μα στο κονσερβατουάρ με δέχτηκαν ως εξαιρετικό ταλέντο». 

«Ναι το βλέπουμε. Αυτοί κάνουν την δουλειά τους και εμείς την δική μας. Οι τυπικές προϋποθέσεις δεν ισχύουν για εσάς. Αν ήσασταν πολίτης της ΕΕ θα ήταν αλλιώς». 

Πήγε και ξαναπήγε, αλλά μάταια. 

«Δώστε μου τουλάχιστον βίζα 2-3 μηνών για γλώσσα». 

«Ούτε και αυτό μπορούμε. Δεν κάνατε καλή χρήση την προηγούμενη φορά που βρεθήκατε στο Βέλγιο. Πήρατε για γλώσσα και δεν φοιτήσατε τελικά, δεν έχετε να μας δείξετε αποδεικτικό». 

«Λυπάμαι πολύ» είπε στο τέλος κοφτά η υπάλληλος. «Απλά δεν γίνεται».  

Ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του. Η Αμβέρσα, το κονσερβατουάρ που τον περίμενε, οι μουσικές σπουδές, τα όνειρα για την καριέρα, όλα φάνηκε να εξανεμίζονται με μιας. 

«Πως δε γίνεται, όλα γίνονται» σκέφτηκε σε μια στιγμή. «Εγώ θα πάω στο Βέλγιο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα πάω.» και ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιό του. 

Στα μέσα του Απρίλη, αμέσως μετά το Πάσχα οι ελληνικές λιμενικές αρχές και η FRONTEX εντόπισαν το ναυάγιο μιας μεγάλης βάρκας γεμάτης με πρόσφυγες και μετανάστες ανοιχτά της Μυτιλήνης. Ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια. Η βάρκα ωστόσο βούλιαξε για άγνωστο λόγο. Ίσως ήταν παραφορτωμένη με κόσμο ίσως να μετακινήθηκαν οι επιβάτες μέσα της. Μετά ο πανικός, πολλοί δεν ήξεραν κολύμπι,,τα βαριά ρούχα....Τα σωστικά συνεργεία έσωσαν κάμποσους επιβάτες. Ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα. Περισυνέλεξαν όμως και 16 νεκρούς. Πρόσφυγες από την Συρία και το Ιράκ, Αφγανοί, Πακιστανοί. 

Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και ένας νέος άντρας που γρήγορα αναγνωρίστηκε ως πολίτης της Τουρκίας. Είχε άλλωστε πάνω την ταυτότητά του. "Μπαρίς Γιαζγκί, ετών 22, υπηκοότητα τουρκική," έγραφε η αναφορά των αρχών. Στο χέρι του βρέθηκε περασμένη μια θηλιά από σκοινί. Στην άλλη άκρη του σκοινιού ήταν δεμένο ένα βιολί. 

«Εγώ θα πάω στο Βέλγιο, Φατίχ άμπη» είπε στον αδερφό του πριν τρεις μέρες που τον αποχαιρέτησε και άφησε το σπίτι τους στην Πόλη. «Καλά πὠς θα πας, τι σκέφτεσαι. Αφού δεν σου δίνουν βίζα Πρόσεξε» «Μη σε νοιάζει, άμπη», συνέχισε ο μικρός «Εγώ θα πάω και θα σπουδάσω βιολί, και μετά θα πάρω και εσένα εκεί, να σε ακούσουν και εσένα και να δουν τι σπουδαίος μουσικός είσαι. Θα πάρω και εσένα εκεί, ακούς. Εδώ δεν έχουμε ζωή πια.» 

Ο Φατίχ αποχαιρέτησε τον μικρό με δάκρυα στα μάτια. 

«Ποιος είναι ο άμπης και ποιος ο μικρός αδελφός, τελικά ανάμεσά μας,», σκεφτόταν καθώς τον φιλούσε στο μέτωπο «Καλή αντάμωση, αδελφέ μου, ο Θεός μαζί σου». 

Αυτή είναι η ιστορία του Μπαρίς, ενός νέου βιολιστή από την Ανατολή που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Ή αυτή θα μπορούσε να είναι. Μικρή σημασία έχει. 

Συνοψίζω την είδηση παρατακτικά: 

Ο Μπαρίς Γιαζγκί ήταν ένας νέος από το Σίιρτ που αγαπούσε το βιολί. 

Ο Μπαρίς πνίγηκε στα γαλήνια νερά του Αιγαίου στην προσπάθειά του να περάσει στην Ελλάδα παράνομα. 

Ο Μπαρίς είχε σκοπό να πάει στο Βέλγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην μουσική και στο βιολί. Αποφάσισε να μπει παράνομα στην ΕΕ καθώς δεν μπόρεσε να πάρει βίζα από τις βελγικές αρχές. 

Ο Μπαρίς ήταν μόλις 22 χρονών. Όταν τον ανέσυραν από τα παγωμένα νερά βρήκαν να έχει δεμένο στο χέρι του το βιολί του. 

Ο Μπαρίς πέρασε στο θάνατο έχοντας στην αγκαλιά του ό,τι αγάπησε περισσότερο στην σύντομη ζωή του. 

Ο Μπαρίς που το όνομά του σημαίνει Ειρήνη, είναι μία ακόμα τύψη του δικού μας πολιτισμού.

Εύχομαι να γίνει ένα αστέρι στον ουρανό, έτσι όπως έζησε στην γη, για να φωτίζει και τους δικούς μας σκοτεινούς ορίζοντες 

Καλό ταξίδι Μπαρίς. Ας πλουτίζεις τώρα με το γλυκόηχο βιολί σου την ορχήστρα του παραδείσου. 
Η είδηση από την τουρκική Τζουμχουριέτ.