Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Η παραβολή του Ασώτου Υιού ( ένα από τα ωραιότερα κείμενα για την παραβολή του σπλαχνικού Πατέρα )

 Μπορεί να είναι εικαστικό


Αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους

Η ανταρσία του νεώτερου υιού και η διαγωγή του πατέρα
Τον νεώτερο υιό της παραβολής τον σώζει η αίσθηση που έχει ότι είναι υιός του πατέρα. Αισθάνεται και εκφράζεται μ’ αυτήν την ορολο­γία. Ζη σ’ αυτόν τον οικογενειακό χώρο. Γι’ αυτό λέει: «Πάτερ, δος μοι…»
Η αμαρτία, η αδυναμία του, είναι ότι όντας ανώριμος δεν έχει φτάσει στο να ξέρη ότι η ουσία του Πα­τρός είναι η ίδια με την ουσία του Υιού. Δεν ξέρει τούτη τη στιγμή αυτό που λέει παρακάτω ο πατέρας στον πρεσβύτερο υιό, «τα εμά πάντα σα εστί», γι’ αυ­τό ζητά από τον πατέρα του να του δώση «το επιβάλ­λον μέρος της ουσίας», το κομμάτι που του ανήκει. Αυτός ο χωρισμός που γίνεται μέσα του είναι η αμαρ­τία του.
Αυτός ο χωρισμός, ο τεμαχισμός είναι η αμαρτία, το κακό. «Όρος σύντομος του κακού ότι ου κατά φύσιν αλλά κατά μερικήν έλλειψιν του αγαθού εστί» (Αγιος Μάξιμος, Ρ.G. 4, 301Α).
Ο πατέρας είναι άρχοντας αγάπης. Δεν ενδια­φέρεται για τον εαυτό του. Ενδιαφέρεται να σώση τον άλλο, το παιδί του. Αυτό βρίσκεται στον σκοπό της ζωής του, είναι καταξίωσι του είναι του. Δεν τον ενδιαφέρει τι θα πη ο κόσμος, αν θα χάση το κύρος του, αν παρουσιαστή ως πατέρας αποτυχημένος, με παιδί που αφήνει το σπίτι και φεύγει μακριά. Η αγάπη του πατέρα πάει πιο μακριά απ’ ό,τι μπορεί να πάη η κρίσι του κόσμου ή η ανταρσία του γιου του. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν θέλει να του κάμη διδασκαλία με λόγια. Ξέ­ρει ότι δεν πρόκειται να βγη τίποτε. Δεν πρόκειται να νοιώση κάτι ο νεώτερος υιός του.
Τώρα πρέπει να τον αφήση να περιπλανηθή, να πάθη, να μάθη, να δη προσωπικά. Αυτό ξέρει ο πατέρας ότι είναι κάτι θανάσιμα επικίνδυνο, αλλά δεν βλέπει άλλη λύσι.
Θα τον συντροφεύη πάντοτε με την αγάπη του, που μένει στο σπίτι, αλλά απλώνεται παντού. Γι’ αυτό δεν αμύνεται στενόκαρδα, δεν πιέζει. Δίδει αγωγή στο παιδί του υποφέροντας μυστικά ολόκληρος, βγαί­νοντας στον σταυρό της αναμονής.
Το θέμα δεν είναι ο πατέρας να κρατήση δια της βίας τον υιό κοντά του, αλλά να του δώση τη δυνατότητα, να του δημιουργήση τις προϋποθέσεις, ώστε ο ίδιος, μόνος του, να έλθη προς Αυτόν, την πηγή της Ζωής. Αυτή η κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει τον υιό.
Η προσωπική κίνησι προς τον Πατέρα ορίζει το πρόσωπο του Υιού. Η φράσι «και ο Λόγος ην προς τον Θεόν» (και όχι «εν τω Θεώ») δεν θέλει άραγε να μας πη κάτι για το μυστήριο της υιότητος και της πατρότητος;
Να δώσης τη δυνατότητα στον άλλο να γυρίση στο σπίτι εν ελευθερία. Να το βρη. Να το νοιώση, να γίνη δικό του. Να μην μπορή να φύγη, γιατί οπουδήποτε και να βρίσκεται, τότε -με τη σωστή τοποθέτησι και σχέσι υιού προς πατέρα- θα είναι «εν παντί καιρώ και τόπω» στον πατρικό οίκο.
Και χωρίς να πη λόγο, «διείλεν αυτοίς τον βίον». Του μιλά και του συμπεριφέρεται με τον τρόπο που ο υιός καταλαβαίνει, όχι με εκείνον που ο πατέρας ξέρει.
Του έδωσε το κομμάτι που ζητούσε. Αλλά το κομμάτι αυτό, αποκομμένο από το σύνολο της αληθείας της αμπέλου της ζωής, δεν μπορεί να ζήση, να καρποφορήση. Το κομμάτι αυτό, όταν το παίρνουμε δυναστικά, αντάρτικα -όπως και όταν θέλουμε- δεν μας οδηγεί, δεν μας φέρνει στη ζωή, στον Παράδεισο, αλλά στην απόγνωσι και καταστροφή. Αυτό που συνάγομε με το επαναστατημένο θέλημά μας -«συναγαγών άπαντα»- το σκορπίζαμε ασώτως -«διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» (α-σωτηρία, α-σώον, μισερά, αμαρτωλά, εκτός Θεού, σε παρά φύσιν κατάστασι).
Μαραίνεται και ξηραίνεται σύντομα. Σκορπίζεται. Τελειώνει σε μια κατάστασι στείρα, οπού χωρί­ζεται η ζωή από την πνευματική ζωή. Σε μια κατά­στασι που δεν έχει φως, καρποφορία, συνέχεια για τον άνθρωπο. Όπου τα πάντα μυρίζουν φθορά και είναι θάνατος.
Το κομμάτι που μας δίδει ο Θεός είναι από ένα σώμα θεανθρώπινο που μερίζεται και δεν διαιρείται, που εσθίεται και ουδέποτε δαπανάται. Είναι μικρό προζύμι με όλο τον δυναμισμό της βασιλείας, που σώ­ζει τα σύμπαντα και ζυμοί τα τρία σάτα της δημιουργίας ολόκληρης.
 
Το ψεύτικο χάνεται, μας εγκαταλείπει
Μέσα στο πυρ της πραγματικότητας φανερώθηκε το ψεύτικο, το απατηλό, που χάνεται και φεύγει. Μας αφήνει μόνους, έρημους και νηστικούς σε χώρα αλλο­δαπή, οπού τα πάντα ξοδεύονται χωρίς να ανανεώνωνται -«δαπανήσαντος αυτού πάντα».
Δεν δαπανήθηκαν μόνο τα δικά του πάντα, αλλά έγινε επί πλέον λιμός ισχυρός «κατά την χώραν εκείνην». Στη μακρινή χώρα κανείς δεν ζη καλά για πάν­τα. Στο τέλος ισχυρός λιμός βασανίζει όλους. Κανείς δεν μπορεί να βοηθήση κανένα. Υπάρχει μια έκπτωσι, εξαθλίωσι, τελική απώλεια του ανθρώπου. Και όταν ζητάς βοήθεια, όταν πας να προσκολληθής «ενί των πολιτών της χώρας εκείνης», αυτός σε σπρώχνει πιο χαμηλά, σε στέλνει να βόσκης χοίρους, να ποιμαίνης πάθη. Σε κάνει χοιροβοσκό. Σε κάνει χοίρο. Αρ­νείται τη φύσι, την ευγένειά σου. Σε θεωρεί ζώο. Σου αρνείται την τροφή των χοίρων. Αλλά και όταν σου την δίδη, είναι σαν να μη σου δίδη τίποτε. Μένεις νη­στικός, γιατί δεν τρώγεται η τροφή των χοίρων. Εσύ έχεις ανάγκη από άλλη τροφή.
 
Το αληθινό μένει, μας σώζει
Η δοκιμασία του νεώτερου γιου στη μακρινή χώρα φανέρωσε και το τι έκρυβε μέσα του, τι αντοχή είχε, τι έμεινε ανέπαφο, ποιος μπορούσε να τον βοηθήση, σε ποιον να κολληθή -«εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου, εμού δε αντελάβετο η δεξιά σου» (Ψαλμ. 62, 9)- σε ποιον να καταφύγη, ποιος είναι «οικτίρμων και ελεή­μων» (Ψαλμ. 102, , που υπάρχει τροφή, ζωή και ανάστασι για όλους.
Μπορεί να τα έχασα όλα. Μπορεί να χάθηκα και εγώ ο ίδιος -«απολωλώς ην»-, κυριολεκτικά να πέ­θανα -«νεκρός ην»-, αλλά κάτι υπάρχει που δεν χά­νεται, δεν πεθαίνει· είναι ο Πατέρας μου και η αγά­πη Του. Αυτός είναι «δυνατός εν ελέει και αγαθός εν ισχύϊ» (α’ ευχή του Εσπερινού). Το ξέρω, το ζω.
Δεν σκέφτομαι τα παιδιά του -είμαι ανάξιος για κάτι τέτοιο- σκέφτομαι τους μισθωτούς του, πώς τους φέρεται, πώς τους χορταίνει. Είμαι μισθωτός χωρίς μισθό· δούλος χωρίς ψωμί.
Θα σηκωθώ και θα γυρίσω πίσω και θα πω στον πατέρα μου: Αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα. Σε σένα που είσαι πατέρας επουράνιος. Σε σένα που έχεις τέτοια αγάπη, που γεμίζει ουρανό και γη. Σε σένα που ακόμη εδώ, στη μακρινή χώρα της στερήσεως, της ασωτείας, της κολάσεως, με παρακολουθείς, με συνοδεύεις.
Δεν είμαι άξιος να λέγομαι γιος σου. Ξέπεσα, έχασα την υιοθεσία. Αυτή είναι η αμαρτία, το έγκλημά μου το ένα. Δεν είναι η περιουσία σου που έφαγα. Δεν είναι κάτι μικρό, υλικό, που μπορώ να επανορθώσω με τις δυνάμεις μου· δεν είναι κάτι που μπορώ να κερδίσω με τη δουλειά μου, για να σου το επιστρέψω. Καθύβρισα τη μια σχέσι του υιού προς τον πατέρα. Δεν μπορώ τίποτε να κάμω, εφ’ όσον με σε­βάστηκες περισσότερο απ’ ό,τι άξιζα. Με καταδικάζει η συμπεριφορά σου.
Αν δεν ήσουν τόσο άρχοντας της αγάπης, αν δεν μου είχες φερθή όπως μου φέρθηκες, αν δεν ήσουν τέ­λειος σε όλα, αν λίγο κάπου μου έφταιγες· ίσως να εύρισκα σαν δικαιολογία κάτι να πω. Τώρα δεν είναι έτσι. Τώρα με αφήνει αναπολόγητο, άναυδο και μουγ­κό, η ανείκαστή σου στοργή και ανοχή, που μόλις συ­νειδητοποιώ.
Έπρεπε να πάω τόσο μακριά, για να το νοιώσω; Έπρεπε να φτάσω στην απώλεια και στον θάνατο, για να καταλάβω τι θα πη σωτηρία και ζωή; Δεν ξέρω τι να πω. Όλα όμως αποδεικνύουν ένα πράγμα: τη δική μου αφιλοτιμία, αφροσύνη. Και τη δική σου βασιλεία, αγάπη, που με διαλύει.
Έρχομαι προς εσένα, τραβηγμένος από σένα· από την αγάπη σου, που με έλκει έσωθεν και μου κά­νει συντροφιά.
 
Κάνε με δούλο σου. Η ενοχή είναι δική μου. Η ανοχή, η ζωή, είσαι εσύ.
«Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου· ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου· ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου».
Συνάντησι νεώτερου υιού με τον πατέρα
Πριν φτάση στο σπίτι, ο πατέρας τον βλέπει και τρέ­χει. Χωρίς να του πη τίποτε, πέφτει ολόκληρος στον τράχηλό του, τον αγκαλιάζει και τον καταφιλεί.
Ήδη ο γιος κατάλαβε, πήρε την απάντησι: Ο πατέρας άκουσε την εξομολόγησι, την ξέρει πριν του την πη. Βλέπει τον γιο του πριν να γυρίση. Ήταν μα­ζί του, χωρίς να τον βλέπη ο γιος. Αυτός που αγαπά με την τέλεια αγάπη «απών ως παρών συναναστρέφεται, μη ορώμενος υπό τινος» (Αββάς Ισαάκ, λόγος κδ’).
Ο γιος όμως αρχίζει την εξομολόγησι· λέγεται μόνη της, βγαίνει από την καρδιά του, πρέπει να εξωτερικευθή. Είναι μια ανάσα που πρέπει να βγη από τα σπλάχνα του, για να ελευθερωθή. Την λέει όπως ακριβώς γεννήθηκε μέσα του, αλλά δεν την τελειώνει. Αναφέρει το αμάρτημα, το έγκλημά του, και στα­ματά. Δεν τολμά να συμπληρώση τη φράσι να ζήτη­ση να γίνη δούλος του πατέρα. Τα χάνει με τον χείμαρρο της αγάπης που τον παρασύρει, τον διαλύει· και δεν μπορεί να κάνει σ’ Αυτήν υποδείξεις. Ομολογεί το έγκλημά του και σιωπά.
Τον λόγο παίρνει ο πατέρας, που με τον ίδιο τρό­πο μιλά ξεκάθαρα εν σιωπή: Δεν λέει τίποτε στο παι­δί του για τον εαυτό του· ούτε αν πόνεσε ούτε πόσο πόνεσε, όταν έφυγε· ούτε πόσο χαίρεται ή αν χαίρεται, τώρα που γύρισε. Αυτά δεν λέγονται· διαγράφονται όλα ως περιττά. Δεν μπορεί να μιλήση σ’ αυτόν τον γιο που είναι άξιος της σιγής, της άφατης πατρικής του αγάπης. Πώς να αρθρώση τα άρρητα ή πώς να μειώση την ενάργεια όσων λέγονται εν σιγή;
Στον γιο δεν λέει τίποτε. Η μυσταγωγία της σχέσεώς τους ιερουργείται σε χώρο βαθιάς σιωπής. Πυράκτωμα αγάπης που παραλύει τη γλώσσα.
Μιλά, δίδει εντολές στους δούλους: «εξενέγκατε την στολήν … ενδύσατε … θύσατε τον μόσχον τον σιτευτόν», ας ευφρανθούμε, γιατί «ούτος ο υιός μου νε­κρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
 
Μόνο στους άλλους μπορεί να μιλήση για το θέ­μα του γιου του.
Το «νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη», που ο πατέρας λέει στους δούλους, δείχνει το μεγάλο δράμα και τη χαρά που έζησαν και που ζουν οι δυο τους, πατέρας και γιος.
Δεν μίλησε ο πατέρας στην αρχή ούτε τώρα, όχι γιατί ήταν αδιάφορος ή δεν γνώριζε το μέγεθος του δράματος ή δεν είχε συνείδησι του κινδύνου που επρό­κειτο να περάση το παιδί του. Δεν έχει κανένα στοι­χείο απάθειας που φανερώνει αδιαφορία ή έλλειψι αισθήσεως. Όλα τα ζη. Όλα τα ξεπερνά με την άπει­ρη αγάπη του. Τον παρακολουθεί, τον συνοδεύει μέ­χρι την απώλεια, τον θάνατο. Συνθάπτεται μαζί του. Ξέρει, χωρίς να του πη ο γιος λεπτομέρειες, όλη την οδύσσεια που πέρασε, ότι γεύτηκε όντως την κόλασι, τον χαμό, τον θάνατο.
Και βρέθηκε, σώθηκε, ανέζησε από άλλη δύναμι, που υπήρχε μέσα του και τον παρακολουθούσε γύ­ρω του διακριτικά. Υπάρχει η δύναμι της υιότητος και της πατρότητας. Ήταν αυτός γιος και είχε πη στην αρχή «πάτερ» (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρη το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού, του θανάτου του ίδιου του παιδιού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε.
Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξι και η ζωή της Εκκλησίας.
 
Επιστροφή που σε ελευθερώνει
Ο νεώτερος υιός σκεφτόταν να ζητήση να μείνη στο σπίτι «ως εις των μισθίων». Αυτό αν του δινόταν, θα ήταν ήδη παράδεισος μέγας γι’ αυτόν. Θα βρισκόταν σε δρόσο Αερμών. Όμως ο Θεός Πατέρας τον κάνει το κεντρικό πρόσωπο και την αφορμή του μεγάλου πανηγυριού. Και αυτό τον καταπλήττει και τον κα­τακαίει. Ο Θεός καταδικάζει με το πλήθος της αγάπης Του. Και νοιώθεις ανάξιος γι’ Αυτήν. Αποτραβιέσαι στη θέσι του δούλου, που σου ταιριάζει, σου υπεραρκεί, σε αναπαύει. Δεν αναπαύει όμως τον Θεό, που τόσο αγαπά, που τόσο συγχωρεί, που σε συνθλίβει, σε λιώνει με την αγάπη Του την άμετρη. Και κλαις από χαρά για το θαύμα τούτο. Και το κλάμα φανερώνει την πλησμονή της αγαλλιάσεως.
Γι’ αυτό οι Αγιοι, τα παιδιά του Θεού, ονομά­ζουν τον εαυτό τους δούλο Χριστού. Και νοιώθουν ότι αυτό ξεπερνά την αξία τους και τους πλημμυρίζει με τιμή. Το άλλο, το να γίνεται παιδί κατά χάρι και το κεντρικό πρόσωπο του πανηγυριού, οπού θύεται ο μό­σχος ο σιτευτός, αυτό ξεπερνά τις ανθρώπινες προσ­δοκίες· υπαγορεύεται και πραγματοποιείται μόνο από την απερινόητη και άφατη αγάπη του Θεού Πατρός.
Εξουθενώνει τον εαυτό του και δοξάζεται. Δεν βλέπει ανθρώπινα τη δόξα που θα ακολουθήση. Μένει μόνο στην εξουθένωσι. Του αρκεί να είναι στο σπί­τι του Πατρός. «Εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» (Ψαλμ. 83, 11). Δεν ζητά χαρίσματα -αυτό γίνεται εκ βαθέων- γι’ αυτό του δίδονται όλα.
 
Όταν ζητάς κάτι μικρό, ένα ερίφιο, δεν παίρνεις τίποτε. Όταν δεν ζητάς τίποτε -ούτε να γίνης δούλος- τα παίρνεις όλα.
Επειδή είναι αληθινή η μετάνοιά του, ήδη τον έβαλε στον Παράδεισο· διαιτάται σε χαρά που ακατάπαυστα αυξάνει. Αυτό το ξέρει ο πατέρας. Γι’ αυτό θύει τον μόσχο τον σιτευτό. Ενδύει τη χαρά με τη χα­ρά. Τον υιό τον άξιο του πατέρα με τη στολή την πρώ­τη. Αυτό γίνεται αυθόρμητα. Όπως από τον τάφο της σκοτεινής γης, ο σπόρος που πεθαίνει, προχωρεί φυσιολογικά και φτάνει στην ανθοφορία -«η γη αυτομάτη καρποφορεί» (Μάρκ. 4, 28)- έτσι από τη συντετριμμένη καρδιά του ταλαιπωρημένου, του χαμέ­νου γιου, ανατέλλουν τα πάμφωτα χαρίσματα και τον ντύνουν. Τον περιβάλλει το φως ως ιμάτιον στολή πρώτη και ανέγγιχτη.
Αλλιώς -αν δεν είχε αυτή τη διαλυτική των πάν­των συντριβή- δεν θα μπορούσε να ανθέξη και τα ελάχιστα χαρίσματα, θα του κάνανε κακό. Θα τα πέταγε πέρα. Και ο ίδιος θα πεταγόταν έξω από τη μονα­δική χαρά, την πανήγυρι της αγάπης· όπως έκαμε ο πρεσβύτερος υιός.
«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών» (Ιω. 16, 22). Κανείς δεν μπορεί να του πάρη τούτη τη χαρά, να του την αφαιρέση, να την απομακρύνη. Γιατί πηγάζει από μέσα του, από τον εαυτό του, είναι ο Χριστός που ζη μέσα του. Δεν ζη πια αυτός.
 
Επιστροφή που σε πνίγει
Μια διαφορετική επιστροφή, όχι θεϊκή εν ταπεινώσει και εξουθενώσει -που είναι γεννητική της άφθαρτου δόξης- αλλά σύμφωνα με τη λογική και τη στάσι του πρεσβύτερου υιού, που δεν είναι επιστροφή αλλά πε­ριπλοκή χειρότερη των πραγμάτων, θα ήταν κάπως έτσι:
Λοιπόν, πατέρα, γυρίζω να τα συζητήσωμε, να δούμε τα πράγματα ψύχραιμα. Να δούμε σε τι φταις και σε τι φταίω. Να βρούμε έναν τρόπο συμβιώσεως.
Όχι ότι δεν μπορώ να ζήσω μακριά από σένα. Μπορώ κάλλιστα, αλλά είπα, μια και είσαι πατέρας μου, να γυρίσω. Τώρα όμως πρέπει να προσέξωμε, για να μην επαναληφθούν τα ίδια. Γιατί αν δεν έδινες αφορμή με τη συμπεριφορά σου, δεν είμαι ανόητος να σηκωνό­μουνα να έφευγα στα καλά καθούμενα.
Λοιπόν, τί λες τώρα; Υπάρχει τρόπος συμβιώ­σεως, ναι ή όχι;
Και μην κρατήσης κακία. Αλλά να τα ξεχάσης όλα. Και να μου βάλης την πρώτη στολή, για να μη νοιώθω μειωμένος απέναντι των άλλων.
Για πανηγύρι χαράς δεν του κάνει λόγο, γιατί αυτή η λογική δεν έχει σχέσι με καμιά χαρά. Αυτή είναι η αρρώστια, τα ράκη της πεπτωκυίας φύσεως, όχι η στολή της πρώτης καινής κτίσεως. Αυτή είναι η κόλασι της «δικαιοσύνης».
Υπάρχει παραμονή στο σπίτι που είναι περιπλάνησι σε χώρα μακρινή. Υπάρχει επιστροφή που είναι μεγαλύτερη απομάκρυνσι από το σπίτι.
Το ανανεούμενο βάσανο του πατέρα.
 
Συνάντησι με τον πρεσβύτερο υιό 
Από τον μακρινό αγρό, όπου έβοσκε χοίρους, γύρισε συντετριμμένος ο νεώτερος υιός και μπήκε στον Παράδεισο. Από τον αγρό του πατέρα επέστρεψε ορ­γισμένος ο πρεσβύτερος και φανέρωσε την κόλασι που κουβαλούσε μέσα του. «Ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν», αφού πληροφορήθηκε από τους δούλους τι γι­νόταν στο σπίτι.
Είναι ανανεούμενο βάσανο η ζωή του πατέρα. Μόλις τελειώνει η μια δοκιμασία, αρχίζει η άλλη. Όταν ο νεώτερος επιστρέφη από την ασωτεία, ο πρεσβύτερος, που μένει στο σπίτι, αρνείται να μπη μέσα.
Κάθε μεγάλη μέρα ο πειρασμός δημιουργεί προβλήματα, προκαλεί αφορμές θλίψεως. Θέλει να μολύνη τη χαρά, να θόλωση την καθαρότητα της γιορ­τής. Να μην αφήση καρδιά απλήγωτη. Αλλά ο πα­τέρας της παραβολής είναι ωκεανός αγάπης και ανο­χής: «Εξελθών παρεκάλει αυτόν».
Ο πατέρας γνωρίζει την αρρώστια του μεγαλύ­τερου παιδιού του, ότι ζηλεύει και φθονεί. Γι’ αυτό, από αγάπη κινούμενος, μετριάζει τις εκδηλώσεις της πατρικής του στοργής. Δεν τρέχει -«δραμών»- όπως στην περίπτωσι του νεωτέρου, αλλά εξέρχεται βαρύς από τον πόνο. Και δεν τον «καταφιλεί» -αν έκανε κά­τι τέτοιο, θα τον κατέκαιγε, θα τον τάραζε ολόκληρο- ούτε καν τον φιλεί. Μόνο του μιλά παρακλητικά. Και δέχεται καρτερικά όλα τα κύματα της οργής του πρε­σβύτερου υιού.
Σαν να είχε έτοιμη την επίθεσι (όπως ο νεώτε­ρος την εξομολόγησι). Λες και περίμενε την αφορμή για να ξεσπάση, να βγάλη έξω όσα μαζεύονταν και έβραζαν μέσα του ολόκληρη σειρά ετών.
«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι…»
Δεν τον ονομάζει καμιά φορά ούτε τον βλέπει ως πατέρα, αλλά σαν αφεντικό, και μάλιστα άδικο. Τον εαυτό του τον υποτιμά, τον βλέπει σαν μισθωτό δούλο.
Μέσα σ’ όλην αυτή τη νομικίστικη σχέσι δικαιώ­νει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του και καταδικάζει από­λυτα τον πατέρα του.
«Ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον». Είμαι εν τάξει πάντοτε. Είμαι άμεμπτος. Ποτέ δεν έσφαλα σε κάτι.
Εσύ αντίθετα είσαι ολοκληρωτική αποτυχία. «Ουδέποτε έδωκας έριφον ίνα μετά των φίλων μου ευφρανθώ».
 
Εγώ ουδέποτε έκαμα κάτι κακό. Εσύ ουδέποτε έκαμες κάτι καλό.
Τον αδελφό του δεν τον ονομάζει αδελφό, αλλά γιο του πατέρα του. Και το σφάλμα του νεωτέρου, που δεν το έχει διορθώσει, δεν είναι ότι πρόσβαλε τον πατέρα του, αλλά ότι ξόδεψε χρήματα, κατέφαγε πε­ριουσία. Και αυτός πρώτος και μόνος κατηγορεί τον αδελφό του ότι κατέφαγε την περιουσία «μετά πορνών».
Η πρώτη διόρθωσι του πατέρα γίνεται με την προσφώνησι: «Τέκνον». Εσύ δεν με καλείς πατέρα, εγώ σε θεωρώ και σε ονομάζω παιδί μου. Αυτό είναι το πρώτο. Δεν είσαι δούλος μου, ούτε καταδυναστευόμενός μου.
Στο αρνητικό επίρρημα ουδέποτε του πρεσβύτε­ρου υιού ο πατέρας αντιπαραθέτει το θετικό πάντοτε: «Συ πάντοτε μετ’ εμού ει». Είσαι πάντοτε μαζί μου. Αυτός είναι ο παράδεισος, η ελευθερία, ο πλούτος του υιού, το ότι μένει εν τη οικία (Ιω. 8, 35), μένει με τον πατέρα μαζί. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ιω. 14, 10).
Και στην αίτησι του ελαχίστου και μικρού -ερι­φίου- απαντά με το πάντα. «Πάντα τα εμά σα εστί».
Στην οργή και στο μίσος που τον κατατρώει («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») αντιπαραθέτει το «ευφρανθήναι και χαρήναι έδει», γιατί ο αδελφός σου αναστήθηκε και σώθηκε.
Χαρακτηριστικά του νεώτερου υιού
Στον νεώτερο υιό εφαρμόζεται ο λόγος της Αποκαλύψεως: «Όφελον ψυχρός ης ή ζεστός» (Αποκ. 3, 15).
Όταν έφυγε, ήταν απόλυτος αντάρτης: «συναγαγών άπαντα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν εις χώραν μακράν». Έπεσε με τα μούτρα στην αμαρτία. Τα έδω­σε, τα έχασε όλα.
Όταν έφτασε στην εσχάτη ανάγκη, «εκολλήθη ενί των πολιτών της χώρας εκείνης». Το εκολλήθη δείχνει την ολόψυχή του προσπάθεια να πιαστή από κάποια σανίδα σωτηρίας.
Όταν επέστρεφε, ήταν το ίδιο θερμός και από­λυτος: ήρθε να ομολογήση απερίφραστα την ολική του αποτυχία και αμαρτία.
Τα χάνει όλα την πρώτη φορά. Προσφέρει τώρα όλο του τον εαυτό, έστω χαμένο και νεκρό –πάντως όλο- στον πατέρα του· χωρίς κανένα ενδοιασμό, χω­ρίς καμιά επιφύλαξι ή όρο.
Η φιλαυτία -η αρρωστημένη προσκόλλησι στο εγώ μας- είναι ξένη προς την Αγάπη που μας έπλα­σε, προς την πνοή που Αυτή μας φύσηξε στα σπλάχνα. Γι’ αυτό κάνοντας το θέλημά του αντάρτικα ο νεώτερος γιος, χάνει τον άξονα της ζωής του, αθετεί τη φύσι του, καταστρέφει τον εαυτό του· βρίσκεται εκτός εαυτού. Μόλις «έρχεται εις εαυτόν», επιστρέφει στο σπίτι του. Βρίσκει τον πατέρα του, που είναι αγάπη, που δεν κλείνεται στον εαυτό του, αλλά «δι’ υπερβολήν της ερωτικής αγαθότητας έξω εαυτού γίνεται … και εν πάσι κατάγεται» (Αγιος Διονύσιος ο Αρεο­παγίτης, Ρ.G. 3, 712ΑΒ). Τον πατέρα που τρέχει έξω από το σπίτι, για να αγκαλιάση τον νεώτερό του γιο που επιστρέφει, και βγαίνει έξω από το σπίτι του, από την ίδια αγάπη κινούμενος, για να παρακαλέση τον πρεσβύτερο.
Η εκστατική αγάπη -προσφορά στον Αλλον- μας οδηγεί στον εαυτό μας. Βρίσκομε το είναι μας και όλους τους άλλους. Αν αυτήν έχωμε -όσο μακριά κι αν βρισκώμαστε- θα μας φέρη στον Παράδεισο. Αν δεν την έχωμε -και στην πόρτα του Παραδείσου να είμαστε- η έλλειψι της αγάπης, το μίσος, δεν θα μας αφήση να μπούμε, αλλά θα μας πετάξη μακριά.
 
Χαρακτηριστικά του πρεσβύτερου υιού
Ο πρεσβύτερος νοσεί, έχει μέσα του κόλασι. Μόνο βάσανο και ταραχή του προκαλεί η αγάπη του πατέρα προς αυτόν, η αγάπη των ανθρώπων μεταξύ τους.
Δεν μπορεί να εφαρμοσθή εδώ η εντολή του μεγάλου Δειπνοκλήτορος: «ανάγκασον εισελθείν» (Λουκ. 14, 23). Μια τέτοια επιμονή για είσοδο στον Παρά­δεισο σε άνθρωπο που ζηλοφθονεί, πολλαπλασιάζει τον δαιμονισμό. Τον βασανίζει περισσότερο. Του κάνει τη ζωή αβάσταχτη κόλασι.
Αυτός με σίγουρους συλλογισμούς και ατράντα­χτα επιχειρήματα ανατρέπει όλα. Τα αποδεικνύει απαράδεκτα. Βρίσκει ενόχους και καταδικαστέους όσους συνέπραξαν για μια τέτοια γιορτή· για έναν παράδεισο, όπου ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψη, να σωθή, να ζήση· για ένα πασχάλιο δείπνο, όπου «ο μόσχος πολύς» και ακούγεται η κλήσι: «Πάντες απο­λαύσατε του συμποσίου της πίστεως … του πλούτου της χρηστότητας». Δεν ανέχεται τέτοιες καινοτομίες. Δεν μπορεί να μπη σε τέτοιο κλίμα. Δεν υποφέρει «συμφωνίες και χορούς». Του είναι ξένο και απαράδε­κτο το γεγονός, ο Θεός να αγκαλιάζη τον άσωτο που μετανοεί και να του χαρίζη «την στολήν την πρώτην». Δεν μπορεί να ανεχθή αυτή την αδικία, αυτή την προσ­βολή προς την «αλήθεια», τη «δικαιοσύνη».
Ο πατέρας μειλίχια τον προσκαλεί στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι. Και είναι σαν να του ζητά να μπη στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος· και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη δευτέρα Παρουσία;
Μήπως η οργή («ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού; Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει να μπη στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτόν τον ίδιο την πρόσκλησι για τον Παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο; Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί; Μή­πως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους, υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν και έχουν νουν Χριστού; Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλαδή για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νουν Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αλη­θείας ελθείν», θα ακουσθή από όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον»· και απ’ αυτούς που αγαπούν: «Δεύτε οι ευλο­γημένοι του Πατρός μου…»;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμαστε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμαστε για το ποια θέσι θα πάρωμε τότε μόνοι μας; Δεν ετοιμαζόμαστε για την κρίσι της αγάπης; Δηλαδή για το αν δεχώμαστε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο ή ως κόλασι;
 
Αντιπαραβολή των δύο υιών
Ο νεώτερος υιός υπόδειγμα επιστροφής και φανέρωσι του τί είναι εξομολόγησι: καρπός μετανοίας, ομολο­γία των ουσιαστικών μου σφαλμάτων, εγκλημάτων. Συντριβή και εκζήτησι ελέους.
Ο πρεσβύτερος υιός υπόδειγμα μη επιστροφής και φανέρωσι του τί δεν είναι εξομολόγησι: αναφορά των δικών μου κατορθωμάτων και των εγκλημάτων των άλλων. Σκληροκαρδία και κατάκρισι.
Με το πέρασμα του χρόνου και την οδυνηρή πεί­ρα έφυγε από τον νεώτερο η ιδέα ότι κάτι μπορεί να βρη έξω από το σπίτι, χωρίς τον πατέρα. Γνώρισε την κουφότητα της ζωής μακριά από την πηγή της.
Αντίθετα, όσο περνά ο καιρός, ο πρεσβύτερος δεν ωριμάζει πνευματικά, αλλά σκληραίνει τη στάσι του. Συνεχώς και περισσότερο κατακρίνει τους άλλους και τον πατέρα του, μέσα σε μια ψευδαίσθησι ότι είναι «κάποιόν τι».
Ο νεώτερος υιός με τη συμπεριφορά του λέει τον λόγο της μετανοίας: «Σοι μόνω ήμαρτον».
Ο πρεσβύτερος αντιθέτως λέει: Εσύ είσαι ο μό­νος φταίχτης.
Το ότι ο νεώτερος επαναστάτησε στην αρχή, πριν περάσουν τα χρόνια, μπορεί κάπως να δικαιολογηθή.
Το να αντιδρά όμως ο πρεσβύτερος μετά «τοσαύτα έτη» και να μη θέλη να μπη στο σπίτι, την ώρα της μεγάλης χαράς, αλλά να ζητά ερίφι -όχι αμνό- για να ευφρανθή με τους φίλους του (οι φίλοι του ήσαν μεταξύ των ερίφων, των εξ ευωνύμων, όχι μετα­ξύ των ευλογημένων, των εκ δεξιών), αυτό είναι βαρύ και δύσκολα θεραπεύεται.
Όταν έχης να κάμης με πατέρα ουράνιο, έχεις άλλες σχέσεις, μιλάς άλλη γλώσσα, αναφέρεις άλλες απώλειες και κέρδη. Δεν αμύνεσαι, αλλά αυτοεξουθενώνεσαι, γιατί βρίσκεις τον εαυτό σου ένοχο -τον μόνο ένοχο- μπροστά σ’ έναν τέτοιο πατέρα, που όχι μόνο αγαπά, αλλά είναι η Αγάπη.
Όταν δεν θεωρής τον Θεό πατέρα που αγαπά, τότε η εξομολόγησι καταργείται, χάνει το νόημά της, δεν γίνεται. Ή όταν πάη να γίνη, ξεπέφτει σε μια νο­μική αντιδικία, οπού κατηγορείται ο αναίτιος, ο ευεργέτης. Όταν βλέπης μπροστά σου εργοδότη, που υπολογίζει τα δούναι και λαβείν, ετοιμάζεσαι για δια­μάχη και αναμέτρησι οικονομική, δικανική τακτοποίησι· να δούμε ποιος θα επιβληθή σε ποιόν.
Αν μπορούμε να αγαπάμε, θα γνωρίσωμε την αλήθεια του Θεού. Χωρίς αγάπη, υψώνοντας τη φωνή μας, αποκαλύπταμε το ψέμα της ζωής μας.
 
Χαρακτηριστικά του πατέρα
Ο πατέρας της παραβολής ξέρει πότε μιλά και πότε όχι. Πότε μοιράζει την περιουσία ολόκληρη, χωρίς να πη λέξι. Και πότε δεν δίδει ούτε ένα ερίφιο και επεξηγεί το γιατί. Πότε και ποιόν γιο του ασπάζε­ται, χωρίς άλλα σχόλια. Πότε και ποιόν γιο του δεν ασπάζεται, αλλά τον παρακαλεί και τον συμβουλεύει, πατρικά και βραχύλογα.
Δεν χρειάζονται πολλά λόγια και επεξηγήσεις. Απαιτείται χρόνος, προσωπική αυτοπαρακολούθησι και δοκιμασία, για να καταλάβωμε -αν καταλάβωμε- περί τίνος πρόκειται.
Έχει σημασία λοιπόν να ξέρη κανείς πότε θα πη σε κάποιον κάτι. Και μέχρι που θα προχωρήση. Στη συνέχεια σταματά την επεξήγησι, χωρίς να προχωρή, ενώ το θέμα δεν λύθηκε, δεν τακτοποιήθηκε.
Δεν ρωτά τον νεώτερο γιο του τί σκέφτεται να κάμη και πότε. Γι’ αυτό τον αφήνει ελεύθερο να μείνη στο σπίτι όσες μέρες θέλει μετά τη μοιρασιά της περιουσίας (αυτός φεύγει «μετ’ ου πολλάς ημέρας»). Ούτε τον ερώτα που θα πάη· αν σκέφτεται να πάη κοντά ή μακριά («εις χωράν μακράν), ή αν θα πάρη όλα τα πράγματά του ή τα μισά («συναγαγών άπαν­τα ο νεώτερος υιός απεδήμησεν»).
Ούτε τον πρεσβύτερο υιό ρώτησε τί αποφασίζει, αφού άκουσε όσα του είπε η πατρική του αγάπη. Τον αφήνει ελεύθερο να αποφασίση όταν και όπως θέλει. Αφήνει το θέμα ανοιχτό. Απλώς περιορίζεται στο να του πη τι έπρεπε να κάμη: «Ευφρανθήναι και χαρήναι έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Και η παράκλησι, η προτροπή του πατέρα, μένει αναπάντητη, το τέλος άγνωστο. Κόβεται η συζήτησι απότομα, σταματά, μένει ακέφαλη. Γιατί δεν τελειώνει; Γιατί δεν φτάνει σε τελεία και παύλα;
Έτσι γίνεται. Δεν βρίσκεται τέλος με συζητήσεις στα θέματα αυτά και με ανθρώπους που βρίσκονται σ’ αυτή την κατάστασι. Δεν υπάρχει τέλος σε συζητήσεις για θέματα που η φύσι τους ξεπερνά πάντα λόγον και αίσθησιν. Αλλωστε ούτε και το πρόβλημα, η αρρώστια του νεωτέρου, τακτοποιήθηκε με συζητή­σεις, αλλά με μια φαινομενική εγκατάλειψι, άφεσι στο να μάθη δια του πάθους του. Έτσι είναι. Μόνον ο Θεός να κάμη το θαύμα Του.
Κουβέντες και προτροπές δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα σε ανθρώπους που έχουν καταπιή το μί­σος, τη λογική της αυτοδικαιώσεως, της καταδίκης όλων των άλλων. Μπορούν να σου αραδιάσουν ατέλειωτα σε στιγμή χρόνου· να συσσωρεύουν αναρίθμητες δικές τους αρετές και εγκλήματα των άλλων. Όσα δεν ελέχθησαν -και δεν λέγονται- μπορούν να τα εκστομίσουν, για να εξοντώσουν τον αδελφό τους και να δικαιώσουν τον εαυτό τους. Αλλά δεν αλλά­ζουν γνώμη. Δεν μπορούν να μετανοήσουν. Δεν αγαπούν. Είναι ξένο προς τη φύσι τους. Αυτή είναι η κόλασί τους.
 
Πώς μπορείς ν’ αγαπάς αυτούς που δεν αγαπούν;
Αυτό είναι ένας μεγάλος σταυρός. Σου αρνούνται την αγάπη· είναι κόλασι γι’ αυτούς. Υποφέρουν, βασανί­ζονται. Αλλά πώς μπορείς να τους συμπαρασταθής, να τους συνδράμης, χωρίς αγάπη; Αυτοί ζητούν όχι τη σωτηρία, αλλά την καταδίκη, την εξόντωσι πάντων. Έτσι καταδικάζουν και τον εαυτό τους. (Θεολογία και πολιτεία κολάσεως.)
Ο πατέρας παρατρέχει τα επιχειρήματα του πρεσβύτερου γιου. Δεν του κάνει καμιά κριτική: ούτε τον ψέγει για κάποιο λάθος του, ούτε του αναφέρει κάτι καλό που έκαμε. Δεν χρειάζεται να καθυστερήση κα­θόλου μέσα στη λογική αυτή, που δεν οδηγεί πουθενά αλλού, εκτός από το αδιέξοδο της κολάσεως. Δεν μπορεί κανείς να του αρνηθή την κάποια καλή του προσπάθεια, αλλά το κακό ήταν ότι δεν είχε κατα­λάβει ότι και ο ίδιος ήταν άσωτος, δεν ήταν μόνον ο αδελφός του.
Η παραβολή και εμείς
Έχει άμεση σχέσι η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, που χαρα­κτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.
 
Εμείς που βρισκόμαστε; Ποιόν αντιπροσωπεύαμε;
Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμε· αυτό μας διδάσκει η παραβολή.
Ο νεώτερος υιός από την αρχή, που ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιος του είπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση τα πάντα, και γίνη ισχυρός λιμός σ’ όλη τη μακρινή χώρα, και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης… Μέχρις ότου γί­νουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τί έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».
Αρα, αν βρισκώμαστε στην κατάστασι αυτή του νεώτερου γιου, πριν έλθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε που βρισκόμαστε, τι μας γίνεται, τι αντιπροσωπεύαμε. Ή και αν νομίζωμε ότι ξέρομε -που συ­νήθως νομίζομε- πέφτομε έξω. Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητά μας.
Αλλά και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Ή καλύτερα, αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομο­λογή με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώ­πινη αδυναμία. Αλλά ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημά του -«ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν»- και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέ­ρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κά­νει το δικό του θέλημα αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.
Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πα­τρός.
«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρό­νο, την κτίσι όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρι, που μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή που μετανοεί.
Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί τη διαρκώς άψογη στάσι του -«ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον»- την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκλησι πα­τρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπα­τεί.
Αρα, δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε που βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.
Τί φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι! Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύσι του μόσχου του σιτευτού, να μη γίνεσαι δαιτυμών λαμ­πρός του μεγάλου Συμποσίου που προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».
 
Εμείς ως πατέρες πνευματικοί
Υπάρχει μια ισορροπία στην όλη ιστορία, γιατί ο πατέρας όλα τα ρυθμίζει θείως, όλα τα υποφέρει. Σηκώνει γαλήνια τον σταυρό της όλης περιπέτειας του σπιτιού. Και τα δυο παιδιά του είχαν προβλήματα· βα­σανίστηκαν και τον βασάνισαν. Αυτός όμως έπραξε άψογα, θεϊκά. Ούτε τον νεώτερο υιό χαρακτήρισε άσω­το ούτε τον πρεσβύτερο επέπληξε, επειδή του μίλησε άπρεπα. Η συμπεριφορά του φανερώνει απέραντη αγάπη και φέρνει παρηγοριά.
Εφ’ όσον έχομε έναν τέτοιο Πατέρα, μπορούμε να ελπίζωμε. Μπορούμε να βρούμε τον δρόμο για το σπίτι, μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας.
Στη ζωή μας ως άνθρωποι είμαστε πάντοτε παι­διά του Θεού· και υπόδειγμα για την επιστροφή προς τον ουράνιο Πατέρα είναι ο νεώτερος υιός. Βρισκόμαστε όμως και στη θέσι του πατρός ή του πνευμα­τικού πατρός. Τότε πάλι το πώς πρέπει να συμπερι­φερθούμε προς τα τέκνα ή πνευματικά μας τέκνα μας φανερώνει η συμπεριφορά του «ανθρώπου» της πα­ραβολής.
Αν βρισκώμαστε στην κατάστασι του νεωτέρου που επέστρεψε ή επιστρέφει, τότε μπορούμε να ανεχώμαστε τον άλλο, το παιδί μας. Τότε μπορούμε να νοιώθουμε -και να το ομολογούμε- ότι είμαστε αδύ­νατοι, πολύ αδύνατοι -«χωρίς αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (βλ. Ιω. 15, 5)-, αλλά δεν πρέπει να απογοητευώμαστε, γιατί έχομε Πατέρα «δυνάμενον συμπαθήσαι ταις ασθενείαις ημών» (Εβρ. 4, 15).
Αν βρισκώμαστε είτε στην κατάστασι του νεώ­τερου υιού σε χώρα μακρινή ζώντες ασώτως, είτε στην κατάστασι του πρεσβύτερου υιού, που δικαιώνει τον εαυτό του και καταδικάζει τους άλλους, τότε οπωσ­δήποτε θα παραποιούμε τη διαγωγή του αληθινού Πατρός. Παρ’ όλη την πιθανώς καλή μας διάθεσι, θα βασανιζώμαστε και προ παντός θα βασανίζωμε.
Σύμφωνα μ’ αυτά μπορούμε να διακρίνωμε δύο εκτροπές συμπεριφοράς πατρός ή πνευματικού πατρός:
Α’. Οι πρώτοι -κατά το παράδειγμα του νεωτέ­ρου προ της επιστροφής- παρουσιάζονται ως πολύ φιλελεύθεροι, συγκαταβατικοί και ανεκτικοί. Δεν κάνουν παρατηρήσεις. Δικαιολογούν τους νέους. Δεν τους θεραπεύουν αρρώστιες (δεν έχουν τέτοια ικανό­τητα). Οτιδήποτε κάνουν τα παιδιά τους, τα θεω­ρούν φυσικά, δικαιολογημένα ή και τέλεια. Αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αγάπης αλλά συνέπεια αδιαφορίας και επιπολαιότητας· προσπάθεια να αποκτήσουν την πρόσκαιρη φιλία των παιδιών. Αυτοί οι δάσκαλοι-πατέρες καλύπτουν την ανικανότητα και άγνοιά τους με υποτιθέμενη φιλανθρωπία και κατανόησι, ενώ πρό­κειται για πραγματική καταφρόνησι και εγκατάλειψι του ανθρώπου, ο οποίος έχει ανάγκη από τα μέγιστα και τίμια.
Αυτούς τους οδηγούς ακολουθούν οι νέοι για λί­γο, ξεγελασμένοι από την επίφασι της τόλμης τους και τον παραπλανητικό φιλελευθερισμό τους. Αλλά γρήγορα τους εγκαταλείπουν, αν έχουν γνήσιες απαιτήσεις και δυνατή πνευματική κράσι, γιατί αντιλαμ­βάνονται την επικίνδυνη κουφότητά τους. Αυτοί είναι αλλότριοι, ξένοι προς τη ζωή, τη φύσι και βαθιά δί­ψα του ανθρώπου. «Και οι άνθρωποι αλλοτρίω ου μη ακολουθήσωσιν, αλλά φεύξονται απ’ αυτού, ότι ουκ οίδασι των αλλοτρίων την φωνήν» (Ιω. 10, 5).
Β’. Οι δεύτεροι μένουν φαινομενικά στο σπίτι του πατέρα -παράδειγμα ο πρεσβύτερος υιός- ενώ βρίσκονται μακριά από το πνεύμα και το μεγαλείο της αγάπης του.
Αυτοχειροτονούνται πνευματικοί πατέρες, επειδή «τοσαύτα έτη» δουλεύουν. Και ενεργούν ως βάναυσοι επιτιμητές των άλλων. Ο προσωπικός τους αγώνας για μετάνοια και ταπείνωσι, κατά τα λεγόμενά τους, έχει τελειώσει. Τώρα ασχολούνται με τα προβλήμα­τα των άλλων (και συνήθως αυτόκλητοι). Ό,τι κά­νουν, δεν υπαγορεύεται από άδολη πατρική αγάπη -τους είναι ξένη- αλλά από μια μοχθηρή καρδιά και αδικαιολόγητη για τα χρόνια τους ζηλοφθονία. Έτσι σύντομα γίνεται σ’ όλους έκδηλη η εσωτερική τους ακαταστασία και εκδικητική μανία. Η φωνή και η συμπεριφορά τους είναι ξένη προς τη φωνή του γνή­σιου ποιμένα, που θυσιάζει την ψυχή του υπέρ των προβάτων και «τα ίδια πρόβατα καλεί κατ’ όνομα και εξάγει αυτά» (Ιω. 10, 3).
Γι’ αυτό οι άνθρωποι τους εγκαταλείπουν. Και όσο απομακρύνονται -και δικαιολογημένα- τόσο αυτοί δαιμονίζονται, εκσφενδονίζοντας απειλές και κατάρες γι’ αυτούς που δεν ζητούν τις συμβουλές τους.
Δεν μπορούμε, δεν μας είναι επιτρεπτό, να δείξωμε ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη επιείκεια ή αυστηρότητα απ’ όση έδειξε ο ουράνιος Πατέρας. Ή διαφορετικά να πούμε: και η επιείκεια και η αυστηρότητά μας είναι ανεπαρκείς και περιττές για τον άλ­λο. Αυτό που χρειάζεται, είναι να παύσωμε, αν μπο­ρούμε, να ζούμε τον κατά φαντασίαν βίο, και να ζούμε για τον υπέρ ημών αποθανόντα και Αναστάντα. Έτσι θα ζούμε και για όλους. Και δι’ ημών θα φανερώνεται Εκείνος, ο Αρχηγός της ζωής, και όχι οι σχε­τικές και άνευ αξίας δικές μας απόψεις και ενέργειες.
Αυτός που επέστρεψε ή επιστρέφει βλέπει μόνο την αναξιότητά του («ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»). Γι’ αυτό διακρίνει και εκπλήσσεται από την αγάπη του Θεού. Βλέπει τον εαυτό του πρώτο των αμαρτωλών και τους άλλους καθαρούς. Αυτός ο άνθρωπος αγαπά «καθ’ ομοιότητα του Θεού» (Αββάς Ισαάκ, λόγος πα’), αγαπά με την αγάπη του Θεού, που σώζει και κρίνει. Δι’ αυτού αγαπά και φανερώνε­ται μόνον ο Θεός. Αυτός γίνεται Θεός κατά χάριν και όχι θεολόγος κατά φαντασίαν. Το πρώτο είναι δύσκο­λο και δυσεύρετο, το δεύτερο ευτελές και καθημερινό.
Οι αγιαζόμενοι, οι Αγιοι, μας παρηγορούν, μας σώζουν. Αυτοί μπορούν να αναλάβουν το έργο του πατρός, γιατί λένε την αλήθεια με τον λόγο και τη ζωή τους. Παρουσιάζουν ότι ο αγώνας τους υπάρχει μέχρι τέλους. Μπορεί ν’ αλλάζη, αλλά δεν τελειώνει, μέχρι να μπη ο άνθρωπος στον τάφο. Το έργο της με­τανοίας ακολουθεί όσο ζούμε. Η ημέρα της ταφής μας είναι η ώρα του σαββατισμού.
Και μεις, που είμαστε αδύνατοι, που έχομε προβλήματα, τους ακούμε, τους εμπιστευόμαστε το είναι μας, τους πλησιάζομε, θέλομε, όσο γίνεται περισσό­τερο, να μένωμε κοντά τους. Γιατί νοιώθουμε ότι μας νοιώθουν, μας ευεργετούν, μας θεραπεύουν, όσο σκλη­ροί κι αν είναι -όταν είναι. Η φιλανθρωπία τους είναι δραστική, σωτήρια, και η αυστηρότητά τους φιλάνθρωπη.
Χωρίς την αγάπη του Θεού Πατρός και την παρουσία των Αγίων, που κάνουν αισθητή τη στοργή και το φως Του, η ζωή στη γη σκοτεινιάζει και κρυώ­νει σαν κόλασι. Οι πολίτες της «μακρινής χώρας» σε καταστρέφουν στέλνοντάς σε να βόσκης χοίρους, πά­θη σαρκός. Και οι «δίκαιοι» -τύπου πρεσβύτερου υιού- σε καταδικάζουν δεν δέχονται τη μετάνοιά σου.
Υπάρχει όμως πάντοτε ο Πατέρας που σε γέν­νησε, σε πονά και σε σώζει.
Το σύμπαν είναι κατοικήσιμο, εφ’ όσον έχομε τον Θεό πατέρα και τον συνάνθρωπο αδελφό μας.
(ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ 2007)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ως εκ νεκρών ζων

 

π. Βασίλειος Γοντικάκης

Η «τῶν σα­λευ­ο­μέ­νων με­τά­θε­σις»[1] ἀ­πο­κα­λύ­πτει τῶν αἰ­ω­νί­ων τὸ ἄ­πτω­το, ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­ει­κί­νη­το.

῞Ο­λη ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς στὴν ἀρ­χὴ νὰ βρῆ, στὸν πα­ρα­μέ­σα χῶ­ρο βλέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χη σὰν ζω­ὴ ἐ­χε­φρο­σύ­νης μὲ μι­ὰ ἄ­ρι­στη πε­ρι­χώ­ρη­σι καὶ κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ αἵ­μα­τος.

῾Ο αὐ­το­ε­ξευ­τε­λι­σμός καὶ αὐ­το­δι­α­συρ­μὸς ποὺ ἐ­πί­μο­να γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸν συγ­γ­ρα­φέ­α δὲν τὸν ρί­χνει στὰ μά­τι­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, τὸν ἐ­ξα­φα­νί­ζει, τὸν θα­να­τώ­νει. Καὶ τὸν κά­νει νὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται «ἐν ἑ­τέ­ρᾳ μορ­φῆ»[2] μπρο­στά μας «ὡς ἐκ νε­κρῶν ζῶν»[3].

Τὸ ἀ­νί­λε­ο χτύ­πη­μα ποὺ γί­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­δι­ο εἶ­ναι κά­τι σκλη­ρό, ποὺ χτυ­πᾶ ἄ­σκη­μα σ' ἕ­ναν ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται μά­ται­α νὰ σώ­ση τὴν «ἀ­ξι­ο­πρέ­πει­ά» του. Στὸ τέ­λος-τέ­λος ὅ­μως βλέ­πει κα­νεὶς πὼς ὅ­λα τὰ ἄ­σχε­τα ἔ­χουν σχέ­σι. ῞Ο­λα τὰ ἀ­νι­σόρ­ρο­πα μι­λοῦν ἔλ­λο­γα καὶ ἐ­ναρ­μό­νι­α. ῞Ο­σα φαί­νο­νται ὑ­πέρ­με­τρα καὶ σκλη­ρά, ἐν­στα­λά­ζουν ρα­νί­δες ἀ­λη­θι­νῆς πα­ρα­κλή­σε­ως, βα­θι­ᾶς πα­ρη­γο­ρι­ᾶς στὰ ἔ­γκα­τα τοῦ ἀν­θρώ­που.

Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι πο­λυ­συ­νη­θί­σα­με νὰ ζοῦ­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν ᾿Εκ­κ­λη­σί­α, στὸν ἄ­κα­μπτο χῶ­ρο τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου, ποὺ μᾶς ἔ­φε­ρε στὸ ἀ­παγ­χο­νί­ζον πα­ρά­λο­γο.

Πά­ψα­με νὰ χτί­ζου­με ἐκ­κ­λη­σί­ες ὅ­πως οἱ Βυ­ζα­ντι­νοί, σε­βό­με­νοι τὸν κό­σμο τῆς κα­θε­μι­ᾶς πέ­τρας. Χά­σα­με τὴν αἴ­σθη­σι ποὺ μᾶς δεί­χνει τὸν πλοῦ­το ποὺ κρύ­βει ἡ προ­τρο­πὴ τοῦ πα­λιοῦ ᾽Αβ­βᾶ: «Προ­σπά­θη­σε νὰ κα­τα­φρο­νη­θῆς ἀ­να­φαν­δὸν ὑ­πὸ πά­ντων τῶν ἀν­θρώ­πων»[4].

Κά­να­με τὸν βί­ο ἀ­βί­ω­το. Φέ­ρα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας σὲ χῶ­ρο κλει­στό, ἀ­νή­λι­ο καὶ ἀ­νά­ε­ρο. Γι­' αὐ­τό, καὶ τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τὰ «πα­ρεμ­φε­ρῆ», βρί­σκο­νται σὲ γρα­φὴ ἀ­δι­ά­βα­στη. Εἶ­ναι γραμ­μέ­να σ' ἄλ­λη ἐ­πο­χή, σ' ἄλ­λο χῶ­ρο: σ' αὐ­τὸν τὸν βα­θι­ὰ ἀν­θρώ­πι­νο καὶ ἐ­φε­τό, ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως ἑ­κού­σι­α ἢ ἀ­κού­σι­α ἐκ­πα­τρι­στή­κα­με, καὶ ρί­ξα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας σὲ τού­τη τὴν ἀλ­λο­δα­πὴ χώ­ρα τῆς μη­χα­νῆς καὶ τῆς μη­χα­νι­κό­τη­τος, ὅ­που, ὅ­ταν κά­τι τσα­λα­κω­θῆ, παύ­ει νὰ ὑ­πάρ­χη.

᾿Ε­νῶ ὁ ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει μέ­σα σ' ὅ­λες τὶς με­τα­βο­λές. Καὶ ὄ­χι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ οἱ ἀ­πει­λὲς τοῦ γί­νο­νται εὐ­λο­γί­ες. Οἱ κα­τά­ρες, εὐ­χές. Οἱ πό­νοι, πα­ρη­γο­ριά. Καὶ ὁ θά­να­τος, ζω­ή, Καὶ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, τῆς κοι­νω­νί­ας μας μὲ τὴ Ζω­ή, ποὺ «θα­νά­τῳ θά­να­τον» πά­τη­σε.

Η ζω­ή, ἡ ὑ­πό­στα­σί μας δὲν εἶ­ναι τὸ ἄ­θροι­σμα «τῶν καυ­σου­μέ­νων στοι­χεί­ων»[5], οὔ­τε ἡ ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ τῶν σα­λευ­ο­μέ­νων. Με­τὰ ἀ­πὸ τὸ χώ­νε­μα τῶν καυ­σου­μέ­νων καὶ ἀ­πὸ τῶν «σα­λευ­ο­μέ­νων τὴν με­τά­θε­σιν» ὑ­πάρ­χει ὁ ἄν­θρω­πος, χά­ρι στὸν ἄ­φθαρ­το καὶ ἄρ­ρα­φο χι­τώ­να ποὺ ἐν­δύ­ε­ται στὸ Βά­πτι­σμα, ἀ­να­δυ­ό­με­νος ἀ­πὸ τὰ ὕ­δα­τα τοῦ θα­νά­του.

Αὐ­τὴ ἡ αἰ­ώ­νι­α ὕ­παρ­ξι τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ πέ­ραν τῆς φθο­ρᾶς, αὐ­τὴ ἡ ἄ­κτι­στη χά­ρι, δί­νει νό­η­μα στὸ ἐ­φή­με­ρο καὶ ἀ­νό­η­το.

Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ἐ­ρεί­πι­α, «τοὺς λί­θους καὶ κε­ρά­μους» φω­τί­ζει ἡ ἄ­φθαρ­τη μορ­φὴ τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ μι­ὰ ἀ­ντο­χὴ ἀ­κα­τά­βλη­τη. ᾽Α­νή­κει στὸν ἄλ­λο κό­σμο· γι᾿ αὐ­τό, καὶ σὲ τοῦ­τον κι­νεῖ­ται ἄ­νε­τα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ με­τά­θε­σι μᾶς φέρ­νει τὸ χα­ρού­με­νο μή­νυ­μα (εὐ­αγ­γέ­λι­ο) πὼς ὑ­πάρ­χει κά­τι τὸ ἀ­με­τά­θε­το. Καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­με­τά­θε­το με­τα­τί­θε­ται ἀ­κα­τά­παυ­στα, «ὅ­που θέ­λει πνεῖ»[6], ζω­ο­γο­νώ­ντας τὰ πά­ντα.

῎Ε­τσι, ἡ πρᾶ­ξι τοῦ συγ­γ­ρα­φέ­α νὰ μι­λᾶ μὲ τὸν τρό­πο ποὺ μι­λᾶ εἶ­ναι μι­ὰ ἐ­πί­σκε­ψι ξέ­νη· μι­ὰ ἄ­νω­θεν ἄ­φι­ξι ἐν τοῖς καθ᾽ ἡ­μᾶς. Κά­τι τὸ ἄλ­λο. ῞Ε­νας ἀ­σπα­σμὸς τοῦ πέ­ραν, τοῦ ἐ­πέ­κει­να· καὶ χρυ­σώ­νει τὸ τώ­ρα, τὸ πε­ρα­στι­κό, ποὺ ἔ­τσι ποὺ τὸ ζοῦ­με συ­χνὰ μᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­ει, σὰν ξέ­νο καὶ ἀ­πο­ξε­νω­τι­κό.

Τὰ «῾Ο­μι­λή­μα­τα» εἶ­ναι μι­ὰ ἐ­ξο­μο­λό­γη­σι ποὺ δὲν τολ­μᾶ κα­νεὶς νὰ κά­νη στὸν πνευ­μα­τι­κό του, καὶ αὐ­τὸς τὴν κά­νει, ὄ­χι δη­μό­σι­α, μὰ κα­τα­γρά­φο­ντάς την τρισ­δι­ά­στα­τα καὶ προ­συ­πο­γρα­φο­ντάς την ξε­κά­θα­ρα, μ' ὅ­λα τὰ στοι­χεῖ­α τῆς ταυ­τό­τη­τάς του, γι­ὰ νὰ μὴ χω­ρᾶ κα­μμι­ὰ πα­ρε­ξή­γη­σι. Δὲν μᾶς δεί­χνει ἔ­τσι μό­νο ἕ­να νέ­ο τρό­πο γρα­ψί­μα­τος, ἀλ­λὰ μᾶς θυ­μί­ζει καὶ τὸν και­νὸ τρό­πο ζω­ῆς. Εἶ­ναι μι­ὰ νε­κρα­νά­στα­σι. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α πὼς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βι­ω­θῆ τού­τη ἡ ζω­ή, πα­ρὰ ἀ­φοῦ πε­θά­νη κα­νείς. Γι­' αὐ­τό, ἡ ᾽Εκ­κ­λη­σί­α βα­πτί­ζο­ντάς μας στὸν θά­να­το μᾶς ντύ­νει στὴ ζω­ὴ τὴν ἀ­θά­να­τη. Καὶ ὁ Παῦ­λος ζη­τᾶ νὰ «πα­ρα­στή­σω­μεν ἑ­αυ­τοὺς τῷ Θε­ῷ ὡς ἐκ νε­κρῶν ζῶ­ντας».

Ποι­ός, πρά­γμα­τι, μᾶς κόλ­λη­σε αὐ­τὴ τὴ μα­νί­α νὰ σώ­σω­με τὸ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο, νὰ λα­τρέ­ψω­με τὴν κτί­σι; Καὶ πνι­γό­μα­στε ἄ­δι­κα. ᾽Ε­νῶ πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν θά­να­το τοῦ θνη­τοῦ, τὴ φθο­ρα τοῦ φθαρ­τοῦ, ὑ­πάρ­χει χά­ρι­τι Κυ­ρί­ου ἡ ἀ­θα­να­σί­α καὶ ἀ­φθαρ­σί­α ποὺ δι­α­περ­νᾶ ἀ­πὸ τώ­ρα τὸ εἶ­ναι μας, τὰ πά­ντα. Καὶ κα­τα­πί­νε­ται τὸ θνη­τὸ ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, καὶ τὸ φθαρ­τὸν «ἐν­δύ­ε­ται ἀ­φθαρ­σί­αν»[7].

῾Ο Ν. Γ. Πε­ντζί­κης πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ὁ τολ­μη­ρὸς ποὺ πε­θαί­νει καὶ πα­ρα­δί­νε­ται σ' ἄλ­λα χέ­ρι­α. Καὶ δὲν μᾶς πέ­φτει λό­γος νὰ ποῦ­με τί­πο­τα. ᾽Αλ­λὰ καί ἂν ποῦ­με -ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο- τὰ χέ­ρι­α αὐ­τὰ δροῦν ἀ­σχέ­τως ἡ­μῶν.

Μό­να αὐ­τὰ πλά­θουν τὸν ἄ­γνω­στο Πα­ρά­δει­σο, τὸν «ἡ­τοι­μα­σμέ­νον πρὸ κα­τα­βο­λῆς κό­σμου»[8] γι­ὰ μᾶς ὅ­λους, τοὺς κα­θη­με­ρι­νούς. Αὐ­τὰ πλά­σα­νε τὸν ἄ­γνω­στο ἑ­αυ­τό μας, καὶ ἕ­ως «ἄρ­τι ἐρ­γά­ζο­νται»[9] πά­νω μας.

«῾Ο ἀ­πο­θα­νὼν δε­δι­καί­ω­ται»[10].

῞Ε­νας ποὺ κά­νει τόν ἑ­αυ­τό του κου­ρέ­λι. ῞Ε­νας ποὺ κα­τα­φέρ­νει στὸν ἴ­δι­ο ἑ­αυ­τό του τέ­τοι­α θα­να­τη­φό­ρα γι­ὰ τὴν κοι­νω­νι­κή του εὐπρέ­πει­α πλή­γμα­τα, ἔ­χει τὴν ἄ­δει­α καὶ δυ­να­τό­τη­τα νὰ προ­χω­ρῆ ἐ­λεύ­θε­ρα, «τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων»[11].

Δὲν ἐ­νο­χλεῖ κα­νέ­να, γι­α­τὶ κα­νε­νὸς δὲν παίρ­νει τὴ θέ­σι. Κα­νέ­ναν δὲν πά­ει νὰ προ­σπε­ρά­ση, νὰ πα­ρα­γκω­νί­ση. ῎Ε­χει θέ­σι ποὺ κα­νεὶς δὲν τὴν ὑ­πο­βλέ­πει. Ποι­ὸς στ' ἀ­λή­θει­α θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε τὸν δι­α­συρ­μό, τὴ δι­α­γρα­φή, τὴν ἀ­πώ­λει­α;

Εἶ­ναι κά­τω ἀ­πὸ τὸν κα­θέ­να (πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις μας). Εἶ­ναι μέ­σα σ᾿ ὅ­λους. Εἶ­ναι ἀ­κίν­δυ­νος γι­ὰ ὅ­λους, ὅ­πως ὁ νε­κρὸς ποὺ κεί­τε­ται μπρο­στά μας ἀ­κί­νη­τος. ῎Ε­τσι, ἀ­κοῦ­με μὲ ἀ­νοι­χτὰ αὐ­τι­ὰ ὅ,τι μᾶς λέ­ει. Καὶ μπο­ροῦ­με ἄ­νε­τα νὰ ποῦ­με καὶ γι­' αὐ­τὸν ἕ­να κα­λὸ λό­γο.

῎Ε­τσι, σώ­ζε­ται μέ­σα στὴν καρ­δι­ά μας καὶ ἀ­να­σταί­νε­ται στὴ ζω­ή μας. Καὶ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ εἶ­ναι μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι οἱ ἄλ­λοι, καὶ μεῖς εἴ­μα­στε αὐ­τός.

Τό­τε βλέ­πο­με ὅ­τι μέ­σα στὴν ᾽Εκ­κ­λη­σί­α ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γι­ὰ ὅ­λους. ῞Ο­λοι βρί­σκο­νται μέ­σα μας. Καὶ ὁ­λό­κλη­ρος ὁ ἄν­θρω­πος «με­τα­βαί­νει ἐκ τοῦ θα­νά­του εἰς τὴν ζω­ὴν»[12] μπαί­νο­ντας στὴν ᾽Εκ­κ­λη­σί­α.

Σημειώσεις

[1] ῾Ε­βρ. 12, 27.

[2] Μαρκ. 16, 12.

[3] Πρβλ. Ρωμ. 6, 13.

[4] Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος

[5] Β΄ Πέ­τρ. 3, 10

[6] Ἰω. 3, 8.

[7] Α΄ Κορ. 15, 53.

[8] Πρβλ. Ματθ. 25, 34.

[9] Πρβλ. Ἰω. 5, 17.

[10] Ρωμ. 6, 7.

[11] Ἰω. 20, 19.

[12] Β΄ Πέ­τρ. 3, 10.



Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ευθύνη" μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου (1972) του Πεντζίκη

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Πατήρ Βασίλειος Γοντικάκης Ο αγαπητός μας Γέροντας

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία. 

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

«Προγεύομαι τη μέρα της εξόδου μου και της νεκρωσίμου ακολουθίας στον Άγιο Αθανάσιο (τον ναό τού κοιμητηρίου της Μονής). Περιμένω τη μεγάλη γιορτή στο κοιμητήριο της Ιβήρων. Θα είμαι εκεί και θα απολαμβάνω. Και το κελί μου θα βλέπω και όλους σας. Θα φύγω, αλλά θα είμαι εδώ… », έλεγε ο πατέρας Βασίλειος κατά τις τελευταίες ημέρες της νοσηλείας του. «Να με ράψετε ολόκληρο στον μοναχικό μανδύα, να μη φαίνεται ούτε το πρόσωπο. Ραμμένο, ραμμένο, θέλω να είμαι ραμμένος… Ο τάφος δεν είναι πέρασμα στο θάνατο, αλλά στη ζωή, την όντως ζωή».

Μετά από λίγο έπαυσε να μιλά, καθώς προσηλωνόταν στην έξοδο του από τον κόσμο. Έτοιμος από πάντα να αναχωρήσει εκ του κόσμου τούτου, καθώς ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου, έχοντας εισέλθει στο αειφόρο ρεύμα της αενάου ζωής.

Ο θάνατος τεθανάτωται, ήταν μία από τις προσφιλείς εκφράσεις του. Αυτή η υπέρβαση τού έδινε τη δύναμη της ανατροπής όλων των σχημάτων, που χαρακτήριζε τους λόγους και τα γραπτά του. Οι συγγραφές του μια συνεχής αναμόχλευση των ανθρωπίνων και της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίστευε στους αφανείς εν Χριστώ, τους κρυμμένους, τους ανύπαρκτους. Η αιμορροούσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα στο οποίο συχνά αναφερόταν. Η γυναίκα υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε δαπανήσει στους γιατρούς το βιός της χωρίς να δει όφελος. Πλησίασε τον Ιησού από πίσω και άγγιξε την άκρη του ιματίου του. Ο Ιησούς, χωρίς καν να την έχει δει, ένιωσε να φεύγει δύναμη από πάνω του, ενώ τον συνέθλιβαν τα πλήθη. Η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του Ιησού την έκανε να ξεχάσει τον φόβο της. Αρκείται στο άγγιγμα του ιματίου του Κυρίου. Η αδυναμία της μετατράπηκε σε δύναμη πίστεως. Εξ ου και ο λόγος που της απηύθυνε ο Ιησούς∙ Θάρσει θύγατερ. Την αποκαλεί «θυγατέρα» και την καθιστά υγιή, αποκαθιστώντας και την πραγματική της υπόσταση.

Οι αφανείς, οι ανύπαρκτοι, είναι που συμμετέχουν για τον Βασίλειο στη Βασιλεία των ουρανών. Οι ανύπαρκτοι και οι ελάχιστοι για τον κόσμο είναι αυτοί που βρίσκονται κοντά στον Χριστό και  ζουν μέσα στη  Χάρη του.  Η σκέψη, η ζωή, η ύπαρξη του ήταν στραμμένες στον ουρανό. Ουράνιες ελλάμψεις τον εξακόντιζαν πάνω και πέρα από τα γήινα, ώστε να ομιλεί με μια γλώσσα που δεν διαβρωνόταν από τα εγκόσμια πράγματα. Η Χάρις του Θεού τον στεφάνωνε, και από τη Χάρη του Θεού αντλούσε τη δύναμη να μιλά και να γράφει. Εάν το Άγιον Όρος είναι η νοητή ναυς που πλέει μέσα στους αιώνες χωρίς να αλλοιώνεται, ο Βασίλειος είναι ένας φάρος αλήθειας στην τρικυμισμένη θάλασσα του κόσμου. «Είναι» όχι «ήταν», γιατί ο Βασίλειος είναι ζωντανός, και όχι μόνο στις καρδιές μας.

Στην τελευταία τηλεφωνική μας επικοινωνία δέκα μέρες πριν από την μοιραία πτώση του, μου είχε πει: «Δεν είμαι θεολόγος». Πράγματι, δεν είναι θεολόγος. Ο Βασίλειος είναι κατά βάση λογοτέχνης. Αλλά τι λογής λογοτέχνης; Την απάντηση έδωσε ο ίδιος, μιλώντας για τον αββά Ισαάκ τον Σύρο που τόσο αγαπούσε: «Και για τη λογοτεχνία και εξομολόγησι των λογοτεχνών; Τις ξέρει, τις καταλαβαίνει, τις γνωρίζει, τις δέχεται. Είναι και ο ίδιος λογοτέχνης Και τόσο πολύ λογοτέχνης, που φτάνει στο σημείο να μην είναι. Έχει ξεπεράσει τη λογοτεχνία και βρίσκεται στον επέκεινα χώρο, όπου οδηγεί τον άνθρωπο ο αληθινός πόνος και ο καημός της λογοτεχνίας… Έτσι, από την πολλή ανθρωπιά, την οποία πετυχαίνουν με τον αγώνα και τον κόπο που καταβάλλουν, οι αληθινοί λογοτέχνες μπορούν να προχωρήσουν φυσιολογικά στη θεανθρωπία. Ο λόγος και η ύπαρξι τού λογοτέχνη εγκεντρίζεται στην αιώνια ζωή. Τρέφεται απ’ αυτήν. Τρέφεται από τον ένα Λόγο, ‘‘δι’ ου τα πάντα εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν’’ (Ιω. 1, 3). Τότε βρίσκουν αυτό που προσδοκούν. Ψηλαφούν αυτό που υπαινίσσονται και ενσαρκώνουν αυτό που επιθυμούν. Συνεχίζουν τον αγώνα τον λογοτεχνικό. Τους δίδεται το ανέφικτο, τους χαρίζεται εκείνο που ‘‘επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη’’ (Α΄Κορ. 2, 9). Δεν σταματά κάπου η πορεία, η επέκτασι, η άνοδος. Συνέχεια προχωρείς. Απεκδύεσαι την προβολή. Εγκαταλείπεις την άμυνα. Όλα σου κάνουν καλό. Με άλλο ασχολείσαι. Αποφεύγεις τα ανθρώπινα και βρίσκεις τους ανθρώπους. Φτάνεις στη σιωπή. Και μιλά με άλλο τρόπο ο λόγος και η ζωή σου».*

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει έτσι για τη λογοτεχνία αν δεν είναι αληθινός λογοτέχνης. Ο Βασίλειος αναφέρεται πρωτίστως στον αββά Ισαάκ αλλά αναφέρεται εξίσου και στον ίδιο, και σε όλους εκείνους που τους κατακαίει ο καημός της λογοτεχνίας, και λαχταρούν δια της λογοτεχνίας να γίνουν μέρος του Λόγου, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Ο καημός της λογοτεχνίας συνοψίζεται στη φράση του Ρωμανού του Μελωδού: Δος μοι λόγον Λόγε, μη σιγών παρέλθης με, συ ει εν τω πάσχειν και εν τω μη πάσχειν, συ ει θνήσκων σώζων.  

Τα γραφόμενα και τα λόγια του στάθηκαν για μένα οδηγός και πηγή έμπνευσης. H εκτεταμένη αναφορά του στον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο σε μια συζήτησή μας στη Μονή Σταυρονικήτα, στάθηκε αφορμή για τη συγγραφή τού βιβλίου μου  Θηριομαχία. Όπως και η φράση του Νικολάου Καβάσιλα, Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος, που μου είπε βαδίζοντας κατά την περιφορά της Παναγίας της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων όντας ηγούμενος, και όσα μου είπε κατά καιρούς για τον αββά Ισαάκ και τον Ντοστογιέβσκη, γράφτηκαν στην καρδιά μου με ανεξίτηλα γράμματα. Και ήρθε «Η Μεγάλη Ιδέα ενός Μικρού Λαού» για να ενώσει τα διεστώτα, τον Ηράκλειτο με τη λατρεία του Μονογενούς Υιού του Θεού, και να αναπαύσει τις ψυχές μας.

«Είμαστε μαζί, προχωράμε μαζί», μου έλεγε. Γέροντα, εσύ προχωράς, μας αγκαλιάζεις και μας παίρνεις μαζί σου, και τώρα κοντά στον ουράνιο Πατέρα εύχεσαι για μας, και η ολόφωτη Παρουσία σου μας συνοδεύει σε κάθε μας βήμα.

 

* Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι.Μ.Ιβήρων, Φως Χριστού φαίνει πάσι, σελ. 86-89, Ι.Μ. Ιβήρων.

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα (+ π.Βασιλείου Γοντικάκη)

Η παράδοση ως κίνδυνος και ως ελπίδα (Antifono.gr) - YouTube
Ομιλία του πατρός Βασιλείου Γοντικάκη


Μετά από όλα αυτά, νομίζω, μπαίνω κατευθείαν στο θέμα.

Εάν είχαμε περισσότερη άνεση χρόνου, θα προτιμούσα να μιλήσω προφορικά. Επειδή, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να τηρήσουμε τον χρόνο, έχω γράψει ένα κείμενο, το οποίο ζητώ συγγνώμη γιατί είναι σύντομο και γραμμένο πρόχειρα, οπότε θα το διαβάσω λίγο αργά και στη συνέχεια θα πούμε περισσότερα στη συζήτηση.
Υπάρχουν δύο παραδόσεις:
Η μία, όπου δεσπόζουν οι δεσπότες και οι άρχοντες των εθνών, και η άλλη, όπου τιμώνται εκείνοι που ζητούν να γίνει το θέλημα του Ενός.

Στην ελληνική παράδοση συναντούμε έναν μικρό λαό με μεγάλες απαιτήσεις. Έχει μια παιδικότητα στην έκπληξη· τον ξαφνιάζει το μυστήριο της ζωής. Ζητά την αλήθεια για την αλήθεια — όχι για να τη χρησιμοποιήσει σε κάτι άλλο. Όπως τα παιδιά αγαπούν το παιχνίδι για το ίδιο το παιχνίδι, έτσι κι εκείνοι αγαπούν τη γνώση για τη γνώση.

Περιεχόμενο της απασχόλησής τους είναι η απορία που τους γεννά η ζωή· ζητούν την αιτία αυτού του μυστηρίου, όχι την κατάκτηση του κόσμου.

Αυτό αποτελεί το κοινό περιεχόμενο και τον σκοπό τους. Ο Δημόκριτος θεωρεί πιο σημαντικό να βρει μία αιτιολογία για το πρόβλημα της ζωής, παρά να αποκτήσει τη βασιλεία των Περσών και τα πλούτη τους. Αυτό φανερώνει πού βρίσκονται και τι ζητούν.

Αγαπούν τη σοφία και το κάλλος· καλλιεργούν τη φιλοσοφία και τη φιλοκαλία· ζητούν το μέτρο και την αρμονία στην τέχνη· απορρίπτουν τις υπερβολές· τονίζουν παντού το «μηδὲν ἄγαν». Διαμορφώνουν τη γλώσσα τους με τέτοιο τρόπο ώστε να εκφράζει με συντομία και σαφήνεια. Διατυπώνουν καθαρά τις ερωτήσεις τους και τις απαντήσεις που βρίσκουν.

Αυτός ο πολιτισμός απλώνεται τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο· δεν επιβάλλεται με την υπεροχή της δύναμης ως κατακτητής, αλλά με την έλξη του πνεύματος ως ελευθερωτής. Δοκιμάζεται στην ειρήνη και στον πόλεμο, στη νίκη και στην ήττα.

Φτάνει με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως την Ινδία, και θεωρείται προνόμιο για τους λαούς που κατακτήθηκαν απ’ αυτόν. Υποδουλώνονται οι Έλληνες στους Ρωμαίους και γίνονται οι φωτισμένοι δάσκαλοι των κατακτητών. Οι Εβραίοι της Διασποράς μεταφράζουν την Παλαιά Διαθήκη στα ελληνικά.

Πρόκειται για μια ζωντανή και ανοιχτή κοινωνία· συνυπάρχουν με άλλους λαούς, κρίνουν και συγκρίνουν, δίνουν και παίρνουν· ό,τι πάρουν, το καλλιεργούν περισσότερο απ’ αυτούς που το είχαν.

Με την εμφάνιση του Χριστιανισμού έχουμε τους πρώτους Έλληνες Χριστιανούς στη «Γαλιλαία των Εθνών». Όταν ο Παύλος έρχεται στην Αθήνα, εντυπωσιάζεται που βλέπει την πόλη «κατείδωλον γεμάτην ειδώλων». Χαρακτηρίζει τους Αθηναίους ως «κατά πάντα δεισιδαιμονεστέρους»· διακρίνει ότι γυρεύουν την αλήθεια.

Δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να συζητούν και να ζητούν να ακούσουν ό,τι νεότερο λέγεται και προτείνεται. Έχουν θεούς με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη, αλλά έχουν και βωμό «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».

Από εκεί αρχίζει το κήρυγμα του Αποστόλου. Αυτό του δίνει την αφορμή να αναφερθεί σε γνώμες και αναζητήσεις των δικών τους ποιητών και φιλοσόφων.

Όταν στήνεις βωμό στον Άγνωστο Θεό, φανερώνεις ποιο είναι το επίπεδο της ζωής σου και τι σε απασχολεί. Όταν τιμάς τον Θεό ως άγνωστο, σημαίνει ότι σέβεσαι τον Θεό — όχι το είδωλό Του. Βρίσκεσαι σε πορεία αναζητήσεως, όχι σε ψευδαίσθηση πληρότητας.

Η μυσταγωγική συνάντηση της ελληνικής ψυχής με τον Αναμενόμενο ιερουργείται από την αρχή της ιστορίας των Ελλήνων. Δεν είναι άγνωστος ο Θεός —συντροφεύει αγνώριστος εκείνον που Τον σέβεται· όλοι θα Τον γνωρίσουν.

Εάν στηρίζεσαι στη δύναμη των λογισμών σου για να πετύχεις κάτι δικό σου και να ξεπεράσεις τους άλλους, τότε κερδίζεις αυτά που χάνονται και χάνεσαι μαζί τους. Εάν λατρεύεις τον Άγνωστο Θεό και θυσιάζεις τα πάντα χάριν αυτού του αγνώστου, τότε ανοίγεις τον δρόμο της ζωής σου για την έκπληξη που γεμίζει τα πάντα με φως και υψώνει τον άνθρωπο σε άλλο επίπεδο.

Η τόλμη να ζητάς το Ένα σε βάζει σε δρόμο επικίνδυνο και ιερό. Εάν είσαι τίμιος στην έρευνα, έρχεται ο Άγνωστος και συμπορεύεται μαζί σου.

Δεν χαρακτηρίζονται οι άριστοι από τη δουλοπρέπεια του να φάνε για να ζήσουν, αλλά από μια θεία μανία να βρουν την απάντηση στα μεγάλα προβλήματα. Το λέει ξεκάθαρα ο Ηράκλειτος: «Οι άριστοι προτιμούν το ένα αντί πάντων, ενώ οι πολλοί τρώνε αχόρταγα σαν τα κτήνη».

Αυτοί οι τολμηροί, με τις πνευματικές απαιτήσεις, που διατυπώνουν τα μεγάλα ερωτήματα και θυσιάζουν τη ζωή τους γι’ αυτά, είναι οι γενάρχες αυτού του πολιτισμού — της γλώσσας, της τέχνης, του λαού. Δεν είναι οι σπερματιστές; της αλήθειας, αλλά οι μανικοί εραστές της.

Αποφεύγουν την ύβρη και την οίηση· πιστεύουν ότι υπάρχει θείος νόμος που επιβάλλει να υπακούμε στη θέληση του Ενός — όχι οποιουδήποτε, αλλά του Ενός και Θείου Λόγου, του Λόγου και Θεού.

Αυτός, με τη σοφία Του, κυβερνά τα πάντα.


Κι όταν οι Έλληνες λατρεύουν τον Άγνωστο Θεό, για τον Οποίον ζουν, φιλοσοφούν και αγωνίζονται μια ζωή, αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζονται για τη γνώση —και μάλλον βρίσκονται ήδη στην οδό της θεογνωσίας— εκείνου που είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».

Έτσι, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες μετεστράφησαν στον Χριστιανισμό και εγκατέλειψαν την παράδοσή τους, αλλά —ορθότερα— ότι στο πρόσωπο του Θεού Λόγου βρήκαν την απάντηση στα αιτήματα που, από την αρχή, βασάνιζαν την ψυχή τους.

Η συνάντηση αυτή πραγματοποιείται στον ευρύτερο χώρο της προσωπικής τους ζωής και εκφράζεται με τον λειτουργικό ύμνο:
«Ἔφλεξάς πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἤλλαξάς με τῷ θείῳ σου ἔρωτι·
ἔφλεξάς με τῷ πόθῳ σου καὶ ἤλλαξάς με· σὺ δ’ οὐκ ἠλλάχθης».


Έτσι αρχίζει και συνεχίζεται η ιστορία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Άλλοι μιλούν για Χριστιανισμό του Ελληνισμού, και άλλοι για Εξελληνισμό του Χριστιανισμού· όμως στην πραγματικότητα έχουμε την Καινή Κτίση, όπου όλα τα γεννά και τα μεταμορφώνει η χάρις του Πνεύματος. Ξεπερνιούνται όλα τα παλαιά· ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός, γιατί «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένη».

Έχουμε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία συνεχίζεται στην εποχή της Γεννήσεως του Χριστού, και τους διωγμούς κατά των Χριστιανών. Σταματούν οι διωγμοί· μεταφέρεται η πρωτεύουσα από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη.
Εξακολουθεί να είναι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά σιγά σιγά εκδηλώνεται η Ελληνική Ορθόδοξη ταυτότητά της. Υπάρχει το ελληνικό πνεύμα· η νοοτροπία της αναζητήσεως.

Προχωρούμε στη Θεία Αλλοίωση. Προσλαμβάνεται, καθαίρεται και μεταμορφώνεται ο ελληνορωμαϊκός κόσμος. Από τη φιλοσοφία, που ήταν μελέτη του θανάτου, προχωρούμε στη λειτουργική θεολογία, όπου έχουμε την κατάργηση του θανάτου. Από τη μέθη και τη μανία των αρχαίων οργίων, περνούμε στη νηφάλια μέθη και στη σώφρονα μανία των αχράντων Μυστηρίων. Από την τέχνη που επιζητούσε να πετύχει το άκαρπο κάλλος και την αγαλλίαση των αισθήσεων, προχωρούμε στην παράκληση του Πνεύματος, που διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου.

Από τους κλασικούς φιλοσόφους φθάνουμε στους μεγάλους Πατέρες και Οικουμενικούς Διδασκάλους. Αυτοί, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, βραδύ βήματι και με πολλή σύνεση, διέκριναν και διατύπωσαν το δόγμα της Αληθείας.
Αγωνίστηκαν για την Ορθοδοξία της πίστεώς τους, συγκρότησαν τις Οικουμενικές Συνόδους, καθόρισαν τους κανόνες της πνευματικής ζωής, οργάνωσαν το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας. Θέσπισαν τους όρους του κοινοβιακού μοναχισμού, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της ερημικής ζωής και της ασκήσεως, και εμελώθησαν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐν ἁρμονίᾳ θεολογίας.

Δηλαδή, έσωσαν τον αυθεντισμό και το πλήρωμα της ζωής.

Αυτό που κατορθώνουν οι τολμηροί της πίστεως —όσοι δίδουν τα πάντα για την αγάπη του Θεού— δεν είναι αποτέλεσμα ανθρωπίνου κόπου ή εξυπνάδας, αλλά η έκπληξη της θείας δωρεάς, που καταλύει τους όρους της φθοράς και χαρίζει το θαύμα της Θεώσεως.

Οι μεγάλοι Πατέρες και Άγιοι της πίστεως έφτασαν έως εκεί όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος· από εκεί και πέρα ενεργεί η χάρη του Πνεύματος.
Τότε ο άνθρωπος δεν πράττει, αλλά πάσχει τα θεία.

Και ο Απόστολος Παύλος έφτασε έως εκεί όπου γίνεται η αρπαγή· γι’ αυτό αναφέρεται ότι «ἡρπάγη ἕως τρίτου οὐρανοῦ» — όχι με τις δικές του δυνάμεις.
Όταν φτάσεις εκεί, όλα τελειώνουν και όλα αρχίζουν από άλλη δύναμη.


Και στην πορεία προς Εμμαούς συνέβη κάτι παρόμοιο. Όταν πλησίαζαν στην πόλη όπου πήγαιναν, ο άγνωστος συνοδοιπόρος των δύο μαθητών προσποιήθηκε ότι θα προχωρήσει παραπέρα. Εκείνοι όμως Τον παρακάλεσαν να μείνει μαζί τους, «ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστί». Και τότε, στην κλάση του Άρτου — στο τέλος της οδοιπορίας τους — Τον γνώρισαν.

Εκείνος έγινε άφαντος· δηλαδή, φανερώθηκε όντως ως Αναστημένος Κύριος.
Τώρα δεν μπορούσαν —ούτε ήθελαν— να Του ζητήσουν να μείνει μαζί τους· Τον είχαν γνωρίσει αληθινά. Άνοιξαν τα μάτια τους· έγιναν μία αίσθηση, μπήκαν στην Καινή Κτίση, ευφραινόμενοι μέσα στο φως του Αναστημένου, μέσα στο οποίο και αναπαύονται.

Αν η αλήθεια σου χάνεται όταν γίνεται άφαντη, σημαίνει πως δεν είναι αλήθεια, αλλά φαντασία. Εδώ έλαμψε η Αλήθεια που γέμισε τα πάντα με φως. Αποκαλύφθηκε μέσα από τα παρόντα και τα μέλλοντα, σαν να είναι σκοπός της ζωής του ανθρώπου να φτάσει στη στιγμή εκείνη της λειτουργικής πληρότητας.

Αμέσως θυμήθηκαν τι συνέβαινε μέσα στην καρδιά τους όταν τους εξηγούσε τις Γραφές. Κατάλαβαν ότι έπρεπε να πάθει ο Χριστός, για να εισέλθει στη Δόξα Του.
Έπρεπε και αυτοί να περάσουν όλο τον κόπο της οδοιπορίας, για να ανοιχθούν οι οφθαλμοί τους. Και έπρεπε να συγκεντρωθεί όλος ο θεολογικός αγώνας της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, για να φτάσουμε στην ομολογία προς τον Θεάνθρωπο και στη λειτουργική αυτή, αναιμάκτως τελούμενη, θυσία, ώστε να γεμίσουν τα πάντα από θεϊκή αγαλλίαση.

Λύθηκε η απορία των αρχαίων. Ήρθε το φως της Αλήθειας. Τελείωσε η επίγεια πορεία της Αυτοκρατορίας. Αρχίζει τώρα η επόμενη, ως ευλογία όλων — η Αυτοκρατορία του Πνεύματος και της Αγάπης του Αναστημένου.

Οι μαθητές δεν θα είχαν φέρει τον Χριστό μαζί τους, αν είχε μείνει κοντά τους· αφού τότε θα Τον περιόριζαν τοπικά. Τώρα, όμως, ο Χριστός, γινόμενος άφαντος, έγινε πανταχού παρών· είναι παντού και πάντοτε με όλους. Και η Ορθόδοξη Λειτουργική Θεολογία προσφέρεται ως ουράνια τροφή σε όλο τον κόσμο. Η ακολουθία και η αλήθεια της Θείας Λειτουργίας βρίσκονται στην ταπείνωση, που φέρνει τη γαλήνη του Πνεύματος σε όλους.Ο Νικητής δεν έρχεται ως κάποιος ισχυρός για να προσβάλει εκείνους που νικήθηκαν· αλλά η νίκη του Μεγάλου Νικητού χαρίζεται σε όλους.

Γι’ αυτό λέμε ότι η πρωτοτυπία και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας φανερώνονται σ’ αυτό:
στη χάρη και την τομή της Ορθόδοξης ζωής, που εκφράζεται με λεπτότητα στη θεία Λειτουργία, στη σύζευξη ζωής και τέχνης.

Μέσα στη σιωπή ξεσπά μια κοσμογονική επανάσταση, που καταλύει τον θάνατο.
Ο Βασιλεύς της Δόξης δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτής Αναστημένος, αλλά ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός στον Επιτάφιο.
Έτσι, δεν πληγώνει κανέναν πονεμένο· αλλά ανιστά όλους τους νεκρούς. Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, ολοφώτεινα η βεβαιότητα ότι «Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωή πολιτεύεται».

Θα ήθελα τώρα να προσθέσω κάτι ακόμη. Αρχίζουμε από μία τόλμη, μία μανία, μία τρέλα — να τα θυσιάζουμε όλα για το Ένα. Και αυτό είναι σαφές και προχωρεί έτσι.
Ενώ στον αρχαίο ελληνισμό υπήρχαν χίλια πάθη, υπήρχαν κι εκείνοι που τα θυσίαζαν όλα για το Ένα.

Ο Απόστολος Παύλος δεν πήγε στον Άγνωστο Θεό στη Ρώμη, αλλά στην Αθήνα· και ένα μικρό πράγμα, ένα σημείο, χαρακτηρίζει όλον τον κόσμο:
υπάρχει ένας ηγέτης, ο οποίος τα θυσιάζει όλα για το Ένα — και παίρνει μαζί του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και ο Χριστός, στην Ανάσταση, δεν παρουσιάζεται —όπως συχνά στη Δύση— ως κάποιος που καμαρώνει γιατί νίκησε· αλλά ως Εκείνος που κατέρχεται στα βάθη, λύει τις αλυσίδες των πεπεδημένων και τους βγάζει στο φως.


Η «μαγεία» —αυτό το ελληνικό χαρακτηριστικό— αν πάρει τον δρόμο της αυτοπεποίθησης, γίνεται καταστροφή· αν πάρει τον δρόμο της θυσίας, για να γίνει το θέλημα του Ενός, τότε οδηγεί σε άλλον δρόμο: σε δρόμο εκπλήξεων, σε αποδόσεις εις δόξαν. Καταλήγουμε έτσι στο μεγαλείο της ταπεινώσεως· στην επανάσταση του να έρχεται ο Νικητής ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός. Αυτό αρχίζει από τη μανία των αρχαίων Ελλήνων· εκείνων που, αν και δεν μιλούν για ταπείνωση, καταδικάζουν την ύβρη, την υπερηφάνεια. «Και ὁ ἥλιος, ἐὰν ὑπερβῇ τὸ μέτρον, τιμωρεῖται» λέγει ο Ηράκλειτος.

Βλέπετε, λοιπόν, αυτό το πιστεύω, γιατί το ζούμε μέσα στην παράδοση· δεν τη μαθαίνουμε απ’ όσους την εξέτασαν απ’ έξω, αλλά την ζούμε. Και αυτή η παράδοση έχει κυκλοφορία αίματος· έχει τρέλα που γίνεται θεία μανία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας παραλαμβάνουν τη σκυτάλη και δεν υποστέλλουν τη σημαία της τόλμης· ούτε βάζουν νερό στο κρασί της μανίας· αλλά όλα αλλοιώνονται, μεταμορφώνονται, καθαγιάζονται.

Η μανία και η μέθη των αρχαίων οργίων έδειχναν μια αναζήτηση του Ενός που ξεπερνά τα πάντα· όταν όμως αυτή η αναζήτηση έμενε ανθρώπινη, κατέληγε στα πάθη και στα όργια. Όταν όμως φθάνουμε στην περίοδο της Χάριτος, δεν χάνεται η δύναμη της ζωής, αλλά μεταμορφώνεται· γι’ αυτό μιλούμε για νηφάλια μέθη και σώφρονα μανία.

Και στο τέλος, το να φτάσεις στο Ένα σημαίνει να ξεπεράσεις την ανθρώπινη λογική και να τιμήσεις όχι τον δυνατό που εξουθενώνει τους άλλους,
αλλά τον ταπεινό που εξουθενώνει τον εαυτό του, για να σωθούν οι πάντες.

Και τότε μπορούμε να πούμε:
«Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, χαίρετε πάντες·
εἰς τὸ δεῖπνον τῆς πίστεως προσέλθετε·
πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς χαρᾶς».


Αυτά δεν λέγονται πουθενά αλλού· αυτά μόνο βιώνονται— και για να τα ζήσεις χωρίς να σκανδαλιστείς, πρέπει να περάσεις μέσα από την ταπείνωση, την άρνηση, τη θυσία.
Να διαρραγείς, να λιώσεις, να γίνεις τίποτα· να αγαπήσεις το τίποτα, να αγαπήσεις την ταπείνωση, να αγαπήσεις τη διαγραφή· να γίνεις ο τελευταίος των τελευταίων·
και τότε ανασταίνεσαι από μια άλλη δύναμη. Και τότε χαίρεσαι — όχι γιατί σώθηκες εσύ, αλλά γιατί σώθηκαν όλοι, και «οὐδεὶς νεκρός ἐν τῷ μνήματι».

Αυτό είναι το ήθος μας. Άκουσα κάποτε, λέει, κάποιον να διαβάζει ποιήματα — του Βάρναλη. Φωνές, ένταση, ολοκληρωτισμός· θέλει να σε επιβάλει με τη φωνή.

Φωνάζω κι εγώ, αλλά φωνάζω για να φτάσω στη μη φωνή. Άκουσα κι έναν ιεροκήρυκα να φωνάζει για τον Χριστό με τον ίδιο τρόπο· και σκέφτηκα: το ήθος το δικό μας, μετά από όλες τις φωνές και τις συγχύσεις, είναι η ηρεμία, η γαλήνη· μια γαλήνη που τα περιέχει όλα· και αυτή η γαλήνη, αφώνως, ανασταίνει τους νεκρούς.

Και αυτό το ήθος έχει σαρκωθεί μέσα στην ίδια τη ζωή μας. Είχα βάλει ως τίτλο: «Ελληνορθόδοξη Παράδοση». Κάποιος μου είπε πως αισθάνεται αλλεργία όταν ακούει για Ελληνισμό και Ορθοδοξία. Εγώ όμως του απαντώ: είναι μεγάλο πράγμα να είσαι Έλληνας Ορθόδοξος.

Λέω το εξής: να είσαι μη Έλληνας και μη Ορθόδοξος, να είσαι μια … ψυχή· αλλογενής, αλλά με την τρέλα σου. Η Ορθοδοξία, με τη θεία μανία, τη σώφρονα μανία και τη νηφάλια μέθη, σε οδηγεί στο ξεπέρασμα των πάντων. Η θεολογία μας, με την αποφατική της διατύπωση, φτάνει σε αυτή την ελευθερία· και η πνευματική ζωή φτάνει στην ελευθερία της ανυπαρξίας. Λέω, βάσει αυτού, ότι ο ταπεινός είναι ο άνθρωπος που μη ερχόμενος, «είναι»· και είναι απόλυτα ελεύθερος. Δεν ενοχλεί κανέναν, δεν ενοχλείται από κανέναν· και σώζει όλους, γιατί σώζει με τη χάρη του Πνεύματος.

Πήγα, λοιπόν, να σας γράψω αυτά τα λογικά, αλλά σας λέω: στην ουσία, μια θεία τρέλα ρέει και τελειώνει μέσα σε όλα. Και αυτή η θεία τρέλα κορυφώνεται στη Μεγάλη Εβδομάδα, μέσα σε αυτή τη γαλήνη. Θεωρώ κορυφαία στιγμή την Ακολουθία του Επιταφίου, όταν το σέντονο πλημμυρίζει φως, σαν τα μάτια να γεμίζουν ουρανό.

Εκείνος ο ύμνος που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή και την Κυριακή των Μυροφόρων, περικλείει τα πάντα· νοούνται όλα, σώζονται όλοι· και νεκρός οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι.

Δεν λέω τίποτε τολμηρότερο ή μαλακότερο απ’ ό,τι λέει η Εκκλησία. Αλλά, αν κάποτε υποφέρουμε στη ζωή, αν φτάσουμε στην απόγνωση, αν διαλυθούμε και δεν υπάρχουμε, τότε θα νιώσουμε πως έρχεται Εκείνος που μας ανιστά. «Χριστός κατελθών εἰς
άδην, μόνος ἀνῆλθε, σκυλεύσας τὴν νίκην». Μόνος κατέβηκε στον Άδη και ανέστησε όλο τον κόσμο. Μόνος κατεβαίνει στον άδη της δικής μας απελπισίας, της κολάσεως, και μας ανασταίνει. Θέλει να περάσουμε πολλά βάσανα για να σωθούμε. Θα μπορούσε να μας κάνει όλους καλούς και να μας έχει βάλει σ’ έναν παράδεισο, όπου θα ήμασταν καλοκουρδισμένα μαριονετάκια.
Αλλά αυτό θα ήταν κόλαση. Αυτό δεν το κάνει ο Χριστός — το κάνουν οι άνθρωποι.

Ο Χριστός σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό μας αφήνει να φτάσουμε στα χάλια μας.
Κι αυτά τα χάλια είναι, τελικά, η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.


Συγγνώμη που πήρα το λόγο παραπάνω· σταματώ εδώ.

[Παρεμβολή ερώτησης από το κοινό]

– Είχα διαβάσει, Γέροντα, μια φράση σας σε ένα βιβλίο, όπου λέτε:
«Αν δεν με αγαπάς, στενεύει ο χώρος σου και λιγοστεύει ο χρόνος σου».
Το συνέκρινα με έναν στίχο του Μισελ Τουρνιέ, που λέει:
«Τα λευκά παιδιά έχουν μεγάλη καρδιά· εκεί μετατρέπεται ο χρόνος σε χώρο».
Θα ήθελα να ρωτήσω:
τι σπουδή χρειάζεται να κάνει ο άνθρωπος, για να φτάσει σ’ αυτό το σημείο — όπου ο χρόνος μετατρέπεται σε χώρο;

– (Παρέμβαση άλλου ακροατή)
Πατέρα Βασίλειε,
από τότε που “ἐκοιμήθη” ο Κύριος, έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια.
Στο διάστημα αυτό έγιναν δύο εκατομμύρια μαρτύρια, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο κίνδυνος του πυρηνικού αφανισμού, και σήμερα βλέπουμε ένα νέο φαινόμενο:
την επιστημονική πλύση εγκεφάλου που ξεκίνησε από τον θετικισμό και κατέληξε στη λεγόμενη «Νέα Εποχή», που κάνει το άσπρο μαύρο.

Πότε, λοιπόν, ήταν ευκολότερη η σωτηρία του ανθρώπου;
Τότε, που δεν υπήρχαν διδακτορικά, μάστερ και υπολογιστές, ή σήμερα, που έχουμε πολλή γνώση αλλά λιγότερη πίστη;
Η σωτηρία θα έρθει “ἄνωθεν”, όπως τότε, ή υπάρχουν ακόμη δυνάμεις μέσα στην Εκκλησία που μπορούν να βοηθήσουν στην επιστροφή του ανθρώπου;

– (Απάντηση π. Βασιλείου)
Μου αρέσει μια φράση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης που λέει:
«Ὁ Θεὸς ἀπαντᾷ, διότι ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἀπανᾷ· ἀπαντᾷ ὁ Θεὸς σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἀνοίγει νὰ ἀπαντήσει».
Και λέγει κάπου ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος:
«Τὸν λόγον τοῦ Κυρίου γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀκούει καὶ τὴ σιωπή Του».


Όποιος γνωρίζει τον Λόγο του Κυρίου, ακούει και τη σιωπή Του. Όταν, λοιπόν, λάβουμε την αίσθηση τη σωστή από την Εκκλησία, τότε ακούμε τον Λόγο του Θεού και μέσα από τη σιωπή, αλλά και μέσα από την παραποίηση των ανθρώπων που, με τον δικό τους τρόπο, εκφράζουν τον πόνο τους και ζητούν το πλήρωμα της ζωής — το οποίο βρίσκεται στην Εκκλησία.

Και από την άλλη πλευρά, όπως λέγει η Παλαιά Διαθήκη:
«Οὐκ ἔστιν ὅς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ». Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, που καλύπτει τα πάντα· και το τέλος είναι εκείνο που φωτίζει όλη την οδοιπορία.

Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια των μαθητών·
θυμήθηκαν τα παλιά, την πορεία, την ερμηνεία των Γραφών, και πήραν δύναμη για το μέλλον· και φτάνουμε στην Ανάσταση, όπου φωτίζεται ο ουρανός και μαζί του τα καταχθόνια. Όταν φτάσει κανείς εκεί, τα βλέπει όλα διαφορετικά. Θυμάμαι τη φράση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού:
«Στο πλήρωμα της αγάπης δεν υπάρχει κανένας χωρισμός·
δεν υπάρχει διαφορά άρρενος και θήλεος, πιστού και απίστου».


Βλέπετε, για να πει «πιστού και απίστου», έχει την αφόρητη τόλμη — όχι του σχολαστικού θεολόγου, αλλά του Θεόπνευστου· εκείνου που δεν μιλά απλώς για τον Ιησού, αλλά μιλά ο ίδιος ο Θεός μέσα του. Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού!

Και όταν μας αφήνει να υποφέρουμε, να πνιγόμαστε, τότε αποκαλύπτει μέσα στη ζωή μας έμπρακτα την αγάπη Του. Δεν θέλει να μας σώσει μαγικά· θα μπορούσε. Αλλά μπορούμε να πούμε πως, πλάθοντας τον άνθρωπο ελεύθερο, ο Θεός έβαλε και τα βάσανα στη ζωή του.

Λέμε στην ευχή: «Ὁ Κύριος ἀεί σφαγιάζεται, ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας».
Και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως ο Θεός «ἀγαπᾷ τὸν καθένα ἄνθρωπο μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ἀγαπᾷ ὅλη τὴν οἰκουμένη».
Τον καθένα άνθρωπο, κάθε ζωντανό πλάσμα, κάθε κτίσμα — αυτή είναι η αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό λέω: μπαίνοντας μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, καθυστερώντας μέσα στον Παράδεισο, παιδευόμαστε. Κάνουμε υπομονή, περνούμε μέσα από κλάματα, απογοητεύσεις, πτώσεις — και στο τέλος βλέπουμε ότι όλα αυτά ήταν χρήσιμα, για να φτάσουμε σε μια στιγμή που είναι αιωνιότητα. Δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί, αν δεν κουραστούμε, κι ακόμη περισσότερο — αν δεν φτάσουμε στην απόγνωση.
Γι’ αυτό λέει και ο Βασίλειος ο Μέγας:
«Οὐδὲν ὅπλον ἰσχυρότερον τῆς ἀπογνώσεως» —
κανένα όπλο δεν είναι ισχυρότερο από την απόγνωση,
όταν αυτή μεταστραφεί σε εμπιστοσύνη στο Θεό.


Όλα αυτά τα λέω για τον εξής λόγο: μπορούμε να αρχίσουμε να συζητούμε για πολλά θέματα, αλλά, στο τέλος, ένα είναι το θέμα για όλους.

Αρχίζουμε από την αγάπη του Θεού και φτάνουμε στην Ανάσταση — όπου τα πάντα είναι γεμάτα φως. Στη μέση, μπορεί να πέσουμε σε θεολογίες, σε ερμηνείες,
και να χάνουμε την ουσία· το ζήτημα είναι να μην μπλέξουμε σε φανταστικούς κύκλους,
αλλά να επιμείνουμε στην πορεία. Στο τέλος, ο τελευταίος γίνεται πρώτος· εκείνος που είναι «τίποτα», γίνεται ο φορέας του «Ενός». Όποιος φτάσει, όπως οι μαθητές προς Εμμαούς, μετά τον κόπο της οδοιπορίας και το βάσανο της απορίας, θα Τον δει — τον Αναστημένο. Αυτό είναι γεγονός σωτηρίας και αληθινής έκπληξης· εκεί που νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα, και Εκείνος είναι το Παν, εκεί όπου σε βγάζει από τον θάνατο στη ζωή.
Αυτό είναι γεγονός που συνιστά την οικουμένη.

Ας αγωνιστούμε, λοιπόν· ας ζήσουμε τα προβλήματά μας, χωρίς να βιαζόμαστε να δώσουμε δικές μας ερμηνείες. Στο τέλος θα αφήσουμε τον Θεό — όχι για τις ευλογίες,
όχι για την υγεία ή την επιτυχία, αλλά για τις δοκιμασίες και τα βάσανα.

Και τότε θα είμαστε ευγνώμονες — ακόμη και στα γεγονότα και στους ανθρώπους που μας κάνουν τη ζωή μαύρη. Θα έχουμε παράπονο όχι για όσους μας πλήγωσαν, αλλά για όσους δεν μας διέλυσαν· γιατί από τη διάλυση αρχίζει η Ανάσταση.

Αυτό — λέει ο Αθανάσιος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος — είναι το ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας: η ήσυχη δύναμη της ελπίδας.

Μην απελπίζεστε· ελπίζετε, μέσα στην Εκκλησία θα δείτε πως από όλα βγαίνει κάτι καλό. Γι’ αυτό απαντώ χωρίς να απαντώ.

ΜΙΑ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025

Στέλιος Ράμφος: Οι νεοορθόδοξοι δεν είχαμε πιει μαζί ούτε καφέ

Η δική μου σχέση με τον Χρήστο ήταν μια συνομιλία για το πού πάει ο τόπος και ο κόσμος. Οι δύο μανίες μας δεν είχαν άλλο πεδίο να συναντιούνται
Συνέντευξη: Σάκης Ιωαννίδης (03.09.2024)
 
 Χειρόγραφες σημειώσεις στο γραφείο του Χρήστου Γιανναρά. «Ηταν πολύ καλός συγγραφέας και χειριστής της γλώσσας. Η γλώσσα του διατηρεί την αριστοκρατική ομορφιά της ελληνικής, κάτι που αποτυπώνεται και στον ίδιο τον γραφικό του χαρακτήρα», λέει ο Στέλιος Ράμφος. [ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ]

Από τον χειμώνα του 1967 στο Παρίσι ξεκίνησε «μια συζήτηση», δημόσια και ιδιωτική, μεταξύ του Στέλιου Ράμφου και του Χρήστου Γιανναρά, που συνεχίστηκε για περισσότερο από μισό αιώνα. Ο Ράμφος σπούδαζε τότε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, ενώ ο Γιανναράς, που έφυγε από τη ζωή στα 89 του χρόνια, ετοίμαζε τη διδακτορική του διατριβή, επίσης για τη Σορβόννη. Ο 85χρονος σήμερα συγγραφέας είχε μόλις ξεκινήσει την ανάγνωση των πατερικών βιβλίων, ενώ ο λίγο μεγαλύτερός του θεολόγος εντρυφούσε στα Ασκητικά. «Συζητούσαμε για τη δικτατορία και την κατάσταση στη χώρα, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε πάρα πολύ ήταν το πνευματικό πρόβλημα της Ελλάδας. Μπορούσα από τότε να δω την ορμή ενός ανθρώπου που ήταν έτοιμος να σπάσει φραγμούς».

– Ποιο ήταν το πνευματικό πρόβλημα που έβλεπε στην Ελλάδα;

– Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο.

Πώς αντιλαμβανόταν, δηλαδή, τον άνθρωπο;

Ο Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο – άπειρο – ο Θεός, Πρόσωπο και ο άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως. Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.[ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ; Η ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΔΑΦΟΣ. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. Ο ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ.Η ΑΥΤΟΘΕΟΠΟΙΗΣΗ]

– Αυτό ήταν τα κύριο σημείο της διαφωνίας σας;

– Δεν θα έλεγα η διαφωνία, ήταν η συζήτησή μας. Αργότερα ο Γιανναράς βρήκε τον Λακάν και τον ενδιέφερε πολύ η γέννηση της υποκειμενικότητας μέσα στον Λακάν. Αυτό δείχνει ότι δεν είχε αφήσει το θέμα κλειστό και ο ίδιος το ζύμωνε μέσα του. Αλλά η θεμελιώδης θέση του ήταν αυτή, ότι η αυθυπέρβαση γίνεται από έναν άνθρωπο ως σχέση και ότι η ατομικότητα ήταν κάτι καταδικασμένο.

– Πολεμήθηκε ο Γιανναράς από θρησκευτικούς κύκλους για τις θέσεις του;

– Πολεμήθηκε, αλλά και αγαπήθηκε από πάρα πολύ κόσμο. Γιατί πολλοί άνθρωποι έβρισκαν μια ανάσα σ’ αυτά που έγραφε. Υπήρξε μια δυσκολία στη σχέση του με εκκλησιαστικές οργανώσεις, όπως η Ζωή, στην οποία ανήκε και ο ίδιος μέχρι μια ορισμένη στιγμή. Για τα βιώματα εκείνης της εποχής είχε γράψει το «Καταφύγιο Ιδεών», ένα βιβλίο με πολλά πραγματικά στοιχεία, αλλά φορτισμένο ακόμη με πολεμικά συναισθήματα.
«Οι φήμες έλεγαν ότι ήμασταν φοβεροί εχθροί, ασυμφιλίωτοι. Οχι…», λέει ο Στέλιος Ράμφος για τη σχέση του με τον Χρήστο Γιανναρά. «Η μεταξύ μας σχέση ήταν ο δεσμός δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν αρκετά ο ένας τον άλλον», προσθέτει. [ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ]

– Ποιο θεωρείτε το πιο σημαντικό έργο του; Ποιο ξεχωρίζετε;

– Κατ’ αρχάς δεν μιλάμε για ένα βιβλίο. Δεν υπάρχει καλύτερο βιβλίο του, αλλά δέσμη βιβλίων όπου τα θέματά του διασταυρώνονται συμπληρωματικά. Ας πούμε: «Οντολογία του Προσώπου», «Ορθοδοξία και Δύση στη νεότερη Ελλάδα», «Το πρόσωπο και ο έρως», «Ελευθερία του ήθους», «Αλφαβητάρι της πίστης», «Ενάντια στη θρησκεία». Ο Γιανναράς ήταν πολύ καλός συγγραφέας και χειριστής της γλώσσας. Η γλώσσα του διατηρεί την αριστοκρατική ομορφιά της ελληνικής, κάτι που αποτυπώνεται και στον ίδιο τον γραφικό του χαρακτήρα.

Εν πάση περιπτώσει, ο Γιανναράς, ακόμη και όταν θεωρούσε την Ελλάδα τελειωμένη υπόθεση, μετείχε στην προσπάθεια εθνικής αυτογνωσίας για να ξανασταθεί η χώρα στα πόδια της, μια προσπάθεια που αρχίζει τον 18ο αιώνα και συνεχίζεται με σκαμπανεβάσματα έως σήμερα.

Πολλοί τον κατηγορούν για επαναληπτικότητα.

– Οι επαναλήψεις και οι υπερβολές στο έργο του δείχνουν ότι εκείνο που κρατούσε στα χέρια του με τον καιρό άρχισε να ανακυκλώνεται. Καθώς ο χώρος Ανατολή – Δύση ήταν πολύ ισχυρότερος στη σκέψη του από τον χρόνο Ανατολή – Δύση. Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν μπορούμε να κρίνουμε το έργο του ως μια σειρά βιβλίων. Είναι μια διαρκής προσπάθεια. Ολόκληρη η εργασία του είχε στόχο στρατηγικό, τον οποίο υπηρετούσε με πολύ θάρρος. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε μια σταθερή αναφορά σε κομβικά στοιχεία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, διότι πίστευε ότι η αδιάκοπη, αναστοχαστική, σχέση με τον πολιτισμό αποτελεί προϋπόθεση όχι μόνον απλής επιβιώσεως, αλλά και ανανεώσεως. Ελεγε ότι έχουμε τελειώσει και εμείς και η Ευρώπη, αλλά ταυτοχρόνως τόνιζε: «Ναι, αλλά για την Ιστορία δεν μπορείς να πεις οριστικά πράγματα». Γι’ αυτό και έγραφε βιβλία.

Είχε την αίσθηση μιας αποστολής;

– Είχε την αίσθηση ότι υπηρετούσε αυτή την ιδέα και νομίζω ότι την υπηρέτησε με συνέπεια. Ισως γνωρίζετε ότι ετοιμαζόταν για το Πολυτεχνείο, αλλά την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και προς κατάπληξη μεγάλη της οικογενείας του, είπε «θέλω να πάω στη Θεολογική». Ο συναισθηματισμός του, δηλαδή η αγάπη για το υψηλό, τον έσπρωχνε κάπου αλλού και δικαιώθηκε στο τέλος. Η επιμονή του στο υψηλό δεν ήταν αντιδημοκρατική επιλογή, αλλά ζωτικής σημασίας διάκριση μεταξύ ισότητος και ανομοιότητος. Είμαστε πολιτικά ίσοι, αλλά ταυτόχρονα ανόμοιοι μεταξύ μας. Αυτό όμως τον υποχρέωσε να προχωρήσει και να κάνει έναν συγκερασμό, να συνδυάσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία. Επομένως, η προσχώρησή του στη θεολογία είχε και κάτι παραπάνω.


Από τα κεντρικά βιβλία του είναι νομίζω «Η Ελευθερία του Ηθους». Είναι το σημείο που δείχνει καθαρά το στίγμα της αποστολής του. Πριν από αυτό είχε ανακαλύψει τον Χάιντεγκερ και του έδειχνε μια προσήλωση για ένα πολύ μεγάλο διάστημα της ζωής του. Τον τελευταίο καιρό, όμως, δεν επέμενε ιδιαίτερα. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλη η σκέψη του Γιανναρά ήταν για τη ζωή, ενώ ο Χάιντεγκερ είναι στοχαστής του θανάτου. Είναι κάτι το οποίο δεν ήθελε να προσέξει ο Γιανναράς ή του διέφυγε.

– Πολλοί έχουν εντάξει τον Γιανναρά και εσάς σε ένα κίνημα που ονομάστηκε νεοορθοδοξία. Συμφωνείτε εσείς με αυτόν τον τίτλο;

– Αυτός ο τίτλος είναι δημιούργημα ενός δημοσιογράφου και παλιού συμφοιτητή, του Πέτρου Μακρή, ο οποίος έκανε ένα ρεπορτάζ στη μεταδικτατορική «Ελευθεροτυπία» και έπλασε τη λέξη για να περιγράψει μια κίνηση ανθρώπων που έχουν αγάπη για την παράδοση και εξίσου αγάπη για τη ζωή. Η λέξη παρέμεινε, αλλά το σχήμα με σάρκα και οστά δεν υπήρχε. Δηλαδή, οι αποκαλούμενοι νεοορθόδοξοι, ο Γιανναράς, ο Ζουράρις, ο Σαββόπουλος, ο Μοσκώφ, εγώ, δεν είχαμε πιει όλοι μαζί ούτε καφέ. Ο ένας ήξερε τον άλλον, αλλά δεν είχαμε καμία οργάνωση. Αν υπήρχε οργάνωση, θα είχε πεθάνει εξαρχής. Υπήρχε όμως ένα πνεύμα αλλαγής την περίοδο της μεταπολιτεύσεως, που διαπέρασε σαν ρεύμα την κοινωνία και αυτό παρέμεινε.

– Υπήρχε κάτι που προετοίμασε τη σκέψη του Γιανναρά;

– Προϋπήρχε η νεοπατερική θεολογία του ’60, όπως και η θεολογική παρουσία του καθηγητή Νίκου Νησιώτη, ο οποίος προσπάθησε να φέρει κοντά την ορθόδοξη βιωματική εμπειρία και τον υπαρξισμό, ένας πολύ συμπαθής άνθρωπος που διακονούσε τη θεολογία και προπονούσε τον Πανελλήνιο στο μπάσκετ. Από αυτήν την ανησυχία βγαίνουν ο Χρήστος Γιανναράς, ο Ιωάννης Ζηζιούλας και άλλοι. Εβαλε τη σφραγίδα της στη νεότερη ορθόδοξη θεολογία με έντονο το περσοναλιστικό στοιχείο, μια φιλοσοφία που είχε στον πυρήνα της την προσωπική σχέση ανθρώπου και Θεού. Στην προσωπική αυτή σχέση τα πάντα ανάγονται σε αξία. Η έννοια της σχέσης έχει να κάνει με την εμπειρία ανοίξεως και προσφοράς του ανθρώπου προς τον άπειρο θεό. Εκεί μπορεί να αναζητήσει κανείς την έννοια του Προσώπου – σχέσεως στην οποία πατάει και η φιλοσοφική έννοια του έρωτος στον Γιανναρά. Με μία διαφορά, ότι ο Ερως είναι άνοιξη του εγώ στο άπειρο φως και με κλειστό εγώ είτε χωρίς εγώ, έρως δεν μπορεί να υφίσταται.

– Πολλοί ξεχωρίζουν τα βιβλία του Χρήστου Γιανναρά σε σχέση με τις επιφυλλίδες του. Εσείς παρακολουθούσατε την αρθρογραφία του;

– Το γεγονός ότι στις επιφυλλίδες του επανέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, στα ίδια θέματα έχει να κάνει με προτεραιότητες συγκυριακές. Ομως, όπως είπαμε και προηγουμένως, δεν ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων των οποίων τα βιβλία διαβάζονται ως ξεχωριστά πονήματα. Εχει μια στρατηγική σκέψη που μπορεί να περιοριστεί σε μια επιφυλλίδα ή να αναλυθεί σε τόμους. Και στις επιφυλλίδες του, πάντως, έχει μια χροιά φιλοσοφική, όταν έβλεπε τη φθορά των πραγμάτων που οφείλονταν, κατά την άποψή του, σε μια προϊούσα ακατανοησία των συστατικών αληθειών ενός πολιτισμού. Οι επιφυλλίδες ήταν ένα κομμάτι της προσωπικότητάς του, καθώς τον αφορούσε και τον ενδιέφερε πάρα πολύ το καθημερινό, το εμπειρικό, όπως έλεγε ο ίδιος.

– Υπάρχει μια μυθολογία γύρω από τη σχέση σας όλα αυτά τα χρόνια. Πώς ήταν πραγματικά; Είχατε επαφές;

– Ηταν φιλικά αμφίθυμη. Η τελευταία μας επικοινωνία ήταν πριν από κανένα μήνα, όταν μου τηλεφώνησε για ένα βιβλίο μου που τον ενδιέφερε, ένα βιβλίο που περιελάμβανε τα άρθρα μου στην «Καθημερινή» για τα 200 χρόνια από το 1821. Η τελευταία φορά που είχαμε ανταμώσει και φάγαμε παρέα ήταν πριν από αρκετά χρόνια, στο Ιντεάλ. Οπως τρώγαμε, πέρασε κάποιος από δίπλα μας και κατάπληκτος είπε: «Εσείς οι δυο μαζί;». Και γυρίζει ο Χρήστος και του απαντάει: «Ποιος είναι ο κακός;». Οι φήμες έλεγαν ότι ήμασταν φοβεροί εχθροί, ασυμφιλίωτοι. Οχι, ο καθένας αντιμετώπιζε με τον τρόπο του τα πράγματα, αλλά η μεταξύ μας σχέση ήταν ο δεσμός δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν αρκετά ο ένας τον άλλο.

– Πολλοί αναρωτιούνται ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μιλάμε για δημόσια πρόσωπα όταν φεύγουν από τη ζωή. Να κρίνουμε ή όχι το έργο τους; Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε με άλλον τρόπο για τον Γιανναρά;

– Μιλάμε για κάποιον όπως τον γνωρίσαμε όταν ζούσαμε μαζί του. Η δική μου σχέση με τον Χρήστο ήταν μια σχέση και μια συνομιλία για το πού πάει ο τόπος και ο κόσμος. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ για πράγματα ιδιωτικά. Πάντα η κουβέντα μας, όποτε τύχαινε να ανταμώσουμε, να μιλήσουμε, ήταν αυτά τα θέματα. Επομένως, πολύ λίγα πράγματα θα είχα να θυμηθώ από προσωπικές κουβέντες, όπως ήταν η πρώτη μας συνάντηση στο δωμάτιό μου στο Παρίσι χάρη σε έναν κοινό αγαπημένο φίλο, τον Γιάννη Καλεώδη. Είμαι και εγώ μανιακός με ορισμένα πράγματα και άρα οι δύο μανίες μας δεν είχαν άλλο πεδίο να συναντιούνται. Εξ ου και δεν θεωρώ αυτή τη συνέντευξη επίλογο, αλλά διάλειμμα ενός διαλόγου.

πηγη:καθημερινή