Άσμα ασμάτων
Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
Ο άνθρωπος έιναι εν σμισκρώ ολόκληρη η Εκκλησία.

Μακαριστός Γέροντας Βασίλειος Ιβηρίτης
Ο άνθρωπος, η κορωνίδα της δημιουργίας, έχει μέσα του το επικίνδυνο δώρο της ελευθερίας. Γι' αυτό και ο ίδιος είναι επικίνδυνος και κουραστικός για όλα τα συστήματα και τις θεωρίες.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
ΝΗΦΑΛΙΟΣ ΜΕΘΗ
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, οὔτε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, οὔτε ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὥστε να μιλήσω γιά τή Θεία καί Νηφάλιο Μέθη.Μέ δέος στέκομαι ἐνώπιόν σας. Οἱ περισσότεροι εἶστε φοιτητές. Μπροστά σας αἰσθάνομαι πολύ πτωχός, πτωχός σέ ἐνθουσιασμό καί ἐπαναστατική δύναμη ἐνάντια στή μουντή ἀνοστιά πού ἔχει ἐνθρονισθεῖ σήμερα στήν κοινωνία πού ζοῦμε. Δέν ἀναγνωρίζω στή γενεά μου κανένα δικαίωμα πάνω στή δική σας. Θά 'τανε ἔλλειψη κοσμιότητας ἀπό μέρους μου νά σᾶς μιλήσω σάν τόν πατέρα, πού, πολλές φορές, νομίζοντας ὅτι τό παιδί εἶναι «δικό του», καί ὅχι τοῦ Θεοῦ, μέ τραχύτητα τοῦ λέει κάνε αὐτό καί μήν κάνεις τό ἄλλο. «Ὁ Θεός ἐξαρχής ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο», γράφει ὁ πνευματικός μου Πατήρ, στόν ὁποῖο μέ κόπο καί πολλή ὑπομονή μαθαίνω νά ὑπακούω σέ πλαίσια πλήρους ἐλευθερίας, τήν ὁποία αὐτός μοῦ παρέχει γιά νά προχωρῶ στόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης, τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὁ ἔρωτας γιά τά φαινόμενα μᾶς προσφέρουν ἕνα εἶδος ψεύτικης αἰωνιότητας. Προσφορά ποτοῦ πού μεθᾶ μέ ἀλόγιστη μέθη. Γεμίζει μέ ταραχή καί σύγχυση. Στό τέλος ἀφήνει ἀπογοήτευση γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά ὅ,τι ἡδονικά ἀπολαύσαμε μέ τίς αἰσθήσεις.
Ἀλλὰ πρὶν προχωρήσουμε στὴ Νηφάλιο Μέθη, ἄς μιλήσουμε λίγο γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ γιὰ τὴ Δύση σὲ σχέση μὲ αὐτὴν τὴν Μέθη.
Ἡ Ἑλλάδα ἔχει μιὰ τραγικότητα διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς Δύσης. Ὁ Ἕλληνας ἀνέκαθεν ζητᾶ, μέσα στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο, τὴν Παραμυθία, τὴν ὑπέρβαση τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ Δυτικὸς ἀντίθετα, ἀρνιέται τὴν Παραμυθία μὲ τὴν κατακτητική του στάση ἀπέναντι σὲ ὅλα. Μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὸ συναίσθημα τὰ ἀντικειμενοποιεῖ.
Οἱ Νεοέλληνες, μαγεμένοι ἀπὸ τὴν πλανερὴ αἴγλη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, πολεμᾶνε τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν εὔκολα ἀπὸ αὐτή. Φαινομενικά, ἡ στάση τους ἀπέναντι στὴ ζωὴ δηλώνει περιφρόνηση, ἄρνηση, ἀπεμπόληση τῆς Παράδοσης. Μὰ εἶναι αὐτὸ πρόσωπο ἢ προσωπεῖα ἑνὸς λαοῦ ποὺ δοκιμάζεται; Στὸ βάθος παραμένει ἐν σπέρματι, συχνὰ ἐρήμην αὐτῶν, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, ἡ αἰώνιά τους τροφή, τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ πόμα τὸ λευκολαμπές. Καινὸς χρόνος πού, ἐκ τῶν ἔνδον, ἄρδευε τὰ σώματά τους...
Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχουν προνομιακὰ ἕνα Θεὸ πόσιμο καὶ βρώσιμο.
Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες εἶναι κληρονόμοι τῆς ἀληθινῆς μορφῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ οἱ πρόγονοί τους, προσκολλημένοι στὴν Ἀλήθεια, μὲ θυσίες συντήρησαν γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἀφαιρεθεῖ ἡ οὐράνια υἱοθεσία.
Ὁ Πατήρ μας εἶναι οὐράνιος: Πατήρ, Υἱός, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, φῶς καὶ ζωή, καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, χαρίζει τὴν οὐράνια υἱοθεσία διὰ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ἀποτελοῦν Ἕνα, «ἐν τῷ ἑνὶ τὰ τρία δέ, ἐν τοῖς τρισὶ τὸ ἕν δέ». Τὸ Ἕνα ποὺ λάμπει, φωτίζει, ἀποκαλύπτεται, ἀπολαμβάνεται μέσα μας, ἀποτελώντας ὅλα τὰ καλὰ μαζὶ καὶ φέρει οὕτως ὀνόματα πολλά: φῶς, εἰρήνη, χαρά, ζωή, τροφή, πόσις, ἔνδυμα, περιβόλαιο, σκηνή, θεῖος οἶκος, πέτρα, νεφέλη, αὔρα, ἀνατολή, ἀνάσταση, ἀνάπαυση, λουτρό, πῦρ, δρόσος, ὕδωρ, ποταμός, πηγή, γάλα, ἄρτος, οἶνος τῆς θείας καὶ Νηφάλιας Μέθης. Καινὸν νέκταρ, πανδαισία, τρυφή, ἀπόλαυση μυστική, ἥλιος ἄδυτος, ἀστὴρ ἀειλαμπής, ἀναμμένος στὸν οἶκο τῆς ψυχῆς λαμπτήρ. Τοῦτο τὸ Ἕν ἡ Κάθαρση, ἡ Παραμυθία, ὁ Εἷς καὶ ἡ Τριάς· ὁ Πατὴρ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐπὶ γῆς. Ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἄνθρωπος διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου· ἵνα ὁ ἄνθρωπος ὁμοιωθῇ τῷ Θεῷ...
Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική, ἀλλὰ ἐσωτερική, δι᾿ ἐρωτικῆς περιχωρήσεως καὶ ἀντιδόσεως ἰδιωμάτων δι'ἀσυγχύτου ἐνυπάρξεως Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ἐν ἀλλήλοις καὶ ἀλληλομεταδόσεως τῶν ἰδιωμάτων ἀμφοτέρων. Ἔτσι συντελεῖται ἡ μακαρία καὶ ἱερὰ ἀλλοίωση, μεταβολὴ ὄχι τοῦ λόγου τῆς φύσεως, ἀλλὰ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως...
Ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελοῦν παραδείγματα ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.
Ὁ Θεὸς ποὺ ἐνσαρκώθηκε καὶ ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου σταυρώθηκε, ἐπιθυμεῖ ἀεὶ νὰ ἐνανθρωπίζεται διὰ τὴς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσεως στὸ πρόσωπο τοῦ πιστοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος γίνεται Θεός, τόσο ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μίμηση. Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ εἶναι δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ μυστηρίου.
Ὁ ἄνθρωπος νοερὰ ἁρπάζεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσο ὁ ἄνθρωπος φανερώνει μὲ τὶς ἀρετὲς τὸν ἐκ φύσεως ἀόρατο Θεό.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς στὰ Φιλοσοφικὰ καὶ Θεολογικὰ Ἐρωτήματα θεολογεῖ: «Φασὶ γὰρ ἀλλήλων εἶναι παραδείγματα τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ τοσοῦτον τῷ ἀνθρώπῳ τὸν Θεόν, διὰ φιλανθρωπίαν ἀνθρωπίζεσθαι, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἑαυτὸν τῷ Θεῷ δι'ἀγάπης δυνηθεὶς ἀπεθέωσε, καὶ τοσοῦτον ὑπὸ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον κατὰ νοῦν ἁρπάζεσθαι πρὸς τὸ γνωστόν, ὅσον ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀόρατον φύσει Θεὸν διὰ τῶν ἀρετῶν ἐφανέρωσεν».
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος συστέλλεται, τόσο ὁ Θεὸς διαστέλλεται καὶ τοῦ προκαλεῖ τὴ θεία καὶ Νηφάλιο Μέθη. Ὁ γλυκύτατος Θεὸς ποὺ φανερώνεται ἀπαστράπτοντας, εἶναι ὁ οἶνος ὁ μυστικὸς ὅπου παραμένουν κρυμμένοι ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως: ὁ πέρα ἀπὸ κάθε γνώση λευκολαμπὴς οἶνος τῆς μυστικῆς γνώσως.
Ἀρετὴ σημαίνει φανέρωση τοῦ φωτός· τῆς μοσχοβολιᾶς καὶ εὐωδίας τοῦ οἴνου τοῦ μυστικοῦ· θεία ἀποκάλυψη.
Χριστὸς ἡ οὐσία τῆς ἀρετῆς...
Ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὴ Νηφάλιο Μέθη. Ὄντας μιὰ κατ'ἐξοχὴν ἐρωτικὴ φύση, ὁμολογῶν πὼς πιὸ δύσκολο πρᾶγμα γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ εἶμαι στὰ μαῦρα ντυμένος, νεκρὸς γιὰ τὰ παρόντα. Ἐπειδὴ ἔβαλα φραγμὸ στὸν ἄμεσο ἔρωτα, μόνο διὰ τῆς τελείας μετατροπῆς του ἀναζητῶ τὴν εὐτυχία. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποκλείει τυχὸν μικρορωγμές: ὀδυνηρὲς παρηγοριὲς γιὰ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς, ποὺ ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀφορμὴ γιὰ ἐνδυνάμωση τοῦ φραγμοῦ.
Ὁ ἔρως δῶρο τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν ἔρωτα πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, τὴ μέθη καὶ τὴν ἔλλαμψη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει:«Ἐπιτεταμένη γὰρ ἀγάπη, ἔρως λέγεται· ᾧ οὐδείς ἐπαισχύνεται, ὅταν μὴ κατὰ σαρκὸς γένηται παρ'αὐτοῦ ἡ τοξεία». Ὁ ἔρωτας ποὺ ἔχει γιὰ στόχο τὴ σάρκα κορέννυται καὶ γι'αὐτὸ πεθαίνει. Ὅταν ὁ στόχος του εἶναι ὁ Θεός, δὲν βρίσκει ποτὲ κορεσμό. Τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας του εἶναι ἄπειρο καὶ ἀσύλληπτο, γι'αὐτὸ ὁ θεῖος ἔρως δὲν πεθαίνει, ἀλλὰ συνέχεια ἐνδυναμώνεται.
Σοφότατα λέγει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν γράφει: «Μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα· τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα, αἰώνια». Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς ὄντως ἀγάπης μιλῶ· γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ· τοῦ Μὴ Ὁρώμενου. Ὁ μόνος ἀληθινὰ γλυκύς, ἐπιθυμητός, ἐράσμιος. Ἔρως ποὺ ἐπεκτείνει τὸν πόθο πρὸς τὶς θεῖες ἡδονές· συνεύρεση χωρὶς τέλος.
Ὅπως ὁ ὀφθαλμὸς κατασκευάστηκε μὲ γνώμονα τὸ φῶς, τὸ δὲ αὐτὶ τὸν ἦχο, ἔτσι ὁ ἀνθρώπινος ἔρως ἔχει γιὰ μέτρο του τὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ κατάλυμμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων». Αὐτός, ὁ «μανικὸς ἐραστής», δι'ἔρωτος μᾶς ἑλκύει κι ἐμεῖς δι' ἔρωτος Τὸν ἑλκύομε. Ὁ μανικός Του ἔρως μᾶς παρέχει τὸ βακχευτικὸ φίλτρο τῆς Νηφάλιας Μέθης. Ὁ ἔρως διὰ τοῦ ἔρωτος νικᾶται. Μόνο ὁ εὔτοξος καὶ φτερωτὸς ἔρως τοῦ νοητοῦ κάλλους μᾶς φέρνει στὴ χώρα τοῦ φωτός, στὸν οἶκο τοῦ οἴνου, ὅπου οἱ δρόμοι τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς καὶ τῆς κατὰ σάρκα γνώσεως δὲν ὁδηγοῦν ποτέ.
Ὁ ἔρως σταυροῦται. Δὲν πρόκειται περὶ σωματικῆς φιλίας, ἀλλὰ περὶ νοητῆς. «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοῖ πῦρ φιλόϋλον», γράφει ὁ θεῖος Ἰγνάτιος.
Χαρακτηρίζω τὸν σαρκικὸ ἔρωτα ὡς ἀφροδισιασμό, ἀλλὰ ὁ ἀφροδισιασμὸς ἀποαφροδισιοποιεῖ, ἐνῶ μαζὶ φραγμὸς καὶ μετατροπὴ τοῦ ἔρωτα πρὸς τὴν ὄντως καὶ ἀόρατη ἀγάπη ἐνδυναμώνει τὸν ἔρωτα καὶ προκαλεῖ τὴν ἔλλαμψη. Αὐτὴ ἡ ἀόρατη ἀγάπη εἶναι ὁ Δημιουργός, ποὺ τὸ κάλλος Του εἶναι ἀοράτως παρὸν στὴ Δημιουργία Του. Αὐτὴ ἡ ὄντως ἀγάπη ἔχει γιὰ σῶμα τὴν ὄντως ὕλη, ποὺ περνοῦσε τοὺς τοίχους δίχως ἐμπόδιο καὶ σήμερα κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός - γιατὶ ἡ ὄντως ὕλη εἶναι πνεῦμα, καὶ γιὰ τὴ φιλία καὶ ἀπόλαυση αὐτοῦ τοῦ θείου σώματος καλούμεθα. «Φάγετε καὶ πίετε» ὁ Λόγος λέγει. Ὁ δὲ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Τί δὲ ἐστιν ὃ κατανοοῦντες ὁρῶσι; Τὸ ἁπλοῦν τῆς θεότητος αὐτὸ φῶς τοῖς νοεροῖς ὀφθαλμοῖς ὁρῶσι πλουσίως, ὃ καὶ ψηλαφῶντες ἀΰλοις χερσὶν ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι, ἀνεστίως ἐσθίουσιν ἐν πνευματικῷ τῷ τοῦ νοὸς καὶ τῆς ψυχῆς αὐτῶν στόματι, οὗ τῆς θεωρίας τοῦ κάλλους καὶ τῆς γλυκύτητος ὅλως κορεσθῆναι οὐδέποτε δύνανται»...
Κατὰ τὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος πίνει τὸν καλὸ οἶνο τοῦ Γάμου, τὸν πλέον ἡδονικὸ καὶ μεθυστικό, ποὺ ὅσο τὸν γεύεται, τόσο καὶ περισσότερο διψᾶ. «Ὅτε πίνω, καὶ διψῶ», λέει ὁ Ἅγιος Συμεών.
Ὁ ἔρως φέρνει τὴ μέθη, ἡ μέθη φέρνει τὸν ἔρωτα, ὁ ἔρως εἶναι μέθη, ἡ μέθη εἶναι ἔρως.
Τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι θεῖα καὶ ἱερὰ οἰνοπωλεῖα Νηφάλιας Μέθης. Οἰνοπώλης ἡ Παναγία. «Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, ἄμπελος ἀληθινή, τὸν βότρυν τὸ πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζοντα, τὸν τὰς ψυχὰς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων». Οἱ καλόγεροι οἰνοπότες ποὺ νικᾶνε τὸν χρόνο ξεκοκκίζοντας τὸ κομποσκοίνι ἀντὶ γιὰ τὸ κοινὸ κομπολόγι.
Ἐκεῖ οἱ συμπότες διδάσκονται τὴν καλὴ ὀρθόδοξη συμπεριφορά, ποὺ τὸ μυστικό της εἶναι νὰ ξέρει κανεὶς νὰ ἀγαπᾶ.
Οἱ καλόγεροι διψᾶνε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ Μέθη Του. Γιὰ τὴν Ἀγάπη, γιὰ τὴν πόση τοῦ Φωτός. Γιὰ τὴ γεύση, κατέναντι τοῦ Ἡλίου, τοῦ οἴνου τοῦ λευκολαμποῦς τῆς Νηφάλιας Μέθης, τελικῆς τοῦ Θεοῦ ἀεὶ ἐπεκτεινομένης ἀπολαύσεως.
Οἱ μοναχοί, γιὰ νὰ μετέχουν κατ'ἔφεσιν τῶν θεοποιῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ ἐνεργειῶν, ἐπικαλοῦνται τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων, καὶ τῶν ἰδίων Γεροντάδων τους.
Χαρακτηριστικὴ ἡ προσήλωση τῶν μοναχῶν στὴν Παναγία. Οἱ Ἁγιορεῖτες νιώθουν ὅτι ζοῦν στὸ Περιβόλι της.
Σχετικὰ ὁ Ἅγιος Γέροντάς μου, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ἔχει γράψει: «Ἡ ἐξαιρετικὴ ἀγάπη τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν στὴν Κυρία Θεοτόκο πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους στὸν Λόγο Χριστὸ ποὺ Τὸν οἰκειοῦνται διὰ μέσου τῆς ἐν μετανοίᾳ καρδιακῆς ἐπικλήσεως τοῦ Ὀνόματός Του. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πάλι πρὸς τὴν Παναγία αὐξάνει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Μονογενὴ Υἱόν της καὶ τὸν πόθο γιὰ περισσότερη κοινωνία μαζί Του, διὰ μέσου τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς».
Μὲ ὅσα ἑλληνικὰ ξέρω, ἐκ δανείων, αὐτὰ ἤθελα νὰ πῶ, ἐκ βάθους ψυχῆς ἐγὼ ὁ μηδαμινός.
Παρακαλῶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐμοῦ νὰ συντύχω κωπηλάτες τοὺς Νόας καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ τιμονεύω μὲ νοῦ καὶ λόγο, σοφά, τὴν ψυχή μου, ἀκάτιον στὸν γλυκὺ οἴνοπα πόντο, ἔχοντας στὸ κατάρτι ὑψηλὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ λευκὸ ἱστίο ἀναπεπταμένο καὶ πλῆρες βοτρύων τῆς ἀμπέλου, ὥστε «θείῳ βακχευόμενος πνεύματι» νὰ διεξέλθω τὴν ἀτρύγετο τοῦ βίου θάλασσα.
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΥΜΕΩΝ -ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (Ἐπεξεργασμένο κείμενο ὁμιλίας πού δόθηκε στον Βόλο, τα Γιάννενα, την Ἀθήνα καί τή Λιβαδιά, κυρίως σέ φοιτητές, κατά τή διάρκεια τοῦ 1984)
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026
Από τον μοναχό Θεολόγο Ιβηρίτη, για τον αείμνηστο Γέροντά μου Βασίλειο
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Η παραβολή του Ασώτου Υιού ( ένα από τα ωραιότερα κείμενα για την παραβολή του σπλαχνικού Πατέρα )

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
Ως εκ νεκρών ζων
Η «τῶν σαλευομένων μετάθεσις»[1] ἀποκαλύπτει τῶν αἰωνίων τὸ ἄπτωτο, ἀκίνητο καὶ ἀεικίνητο.
῞Ολη ἡ ἐξωτερικὴ ἀσυναρτησία, τὴν ὁποία μπορεῖ κανεὶς στὴν ἀρχὴ νὰ βρῆ, στὸν παραμέσα χῶρο βλέπει νὰ ὑπάρχη σὰν ζωὴ ἐχεφροσύνης μὲ μιὰ ἄριστη περιχώρησι καὶ κυκλοφορία τοῦ αἵματος.
῾Ο αὐτοεξευτελισμός καὶ αὐτοδιασυρμὸς ποὺ ἐπίμονα γίνεται ἀπὸ τὸν συγγραφέα δὲν τὸν ρίχνει στὰ μάτια τοῦ ἀναγνώστη, τὸν ἐξαφανίζει, τὸν θανατώνει. Καὶ τὸν κάνει νὰ παρουσιάζεται «ἐν ἑτέρᾳ μορφῆ»[2] μπροστά μας «ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶν»[3].
Τὸ ἀνίλεο χτύπημα ποὺ γίνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο εἶναι κάτι σκληρό, ποὺ χτυπᾶ ἄσκημα σ' ἕναν ποὺ βασανίζεται μάταια νὰ σώση τὴν «ἀξιοπρέπειά» του. Στὸ τέλος-τέλος ὅμως βλέπει κανεὶς πὼς ὅλα τὰ ἄσχετα ἔχουν σχέσι. ῞Ολα τὰ ἀνισόρροπα μιλοῦν ἔλλογα καὶ ἐναρμόνια. ῞Οσα φαίνονται ὑπέρμετρα καὶ σκληρά, ἐνσταλάζουν ρανίδες ἀληθινῆς παρακλήσεως, βαθιᾶς παρηγοριᾶς στὰ ἔγκατα τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ κακὸ εἶναι ὅτι πολυσυνηθίσαμε νὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία, στὸν ἄκαμπτο χῶρο τοῦ ὀρθοῦ λόγου, ποὺ μᾶς ἔφερε στὸ ἀπαγχονίζον παράλογο.
Πάψαμε νὰ χτίζουμε ἐκκλησίες ὅπως οἱ Βυζαντινοί, σεβόμενοι τὸν κόσμο τῆς καθεμιᾶς πέτρας. Χάσαμε τὴν αἴσθησι ποὺ μᾶς δείχνει τὸν πλοῦτο ποὺ κρύβει ἡ προτροπὴ τοῦ παλιοῦ ᾽Αββᾶ: «Προσπάθησε νὰ καταφρονηθῆς ἀναφανδὸν ὑπὸ πάντων τῶν ἀνθρώπων»[4].
Κάναμε τὸν βίο ἀβίωτο. Φέραμε τὸν ἑαυτό μας σὲ χῶρο κλειστό, ἀνήλιο καὶ ἀνάερο. Γι' αὐτό, καὶ τὰ κείμενα αὐτὰ τὰ «παρεμφερῆ», βρίσκονται σὲ γραφὴ ἀδιάβαστη. Εἶναι γραμμένα σ' ἄλλη ἐποχή, σ' ἄλλο χῶρο: σ' αὐτὸν τὸν βαθιὰ ἀνθρώπινο καὶ ἐφετό, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὅμως ἑκούσια ἢ ἀκούσια ἐκπατριστήκαμε, καὶ ρίξαμε τὸν ἑαυτό μας σὲ τούτη τὴν ἀλλοδαπὴ χώρα τῆς μηχανῆς καὶ τῆς μηχανικότητος, ὅπου, ὅταν κάτι τσαλακωθῆ, παύει νὰ ὑπάρχη.
᾿Ενῶ ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει μέσα σ' ὅλες τὶς μεταβολές. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ οἱ ἀπειλὲς τοῦ γίνονται εὐλογίες. Οἱ κατάρες, εὐχές. Οἱ πόνοι, παρηγοριά. Καὶ ὁ θάνατος, ζωή, Καὶ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο τὸ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, τῆς κοινωνίας μας μὲ τὴ Ζωή, ποὺ «θανάτῳ θάνατον» πάτησε.
Η ζωή, ἡ ὑπόστασί μας δὲν εἶναι τὸ ἄθροισμα «τῶν καυσουμένων στοιχείων»[5], οὔτε ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τῶν σαλευομένων. Μετὰ ἀπὸ τὸ χώνεμα τῶν καυσουμένων καὶ ἀπὸ τῶν «σαλευομένων τὴν μετάθεσιν» ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, χάρι στὸν ἄφθαρτο καὶ ἄρραφο χιτώνα ποὺ ἐνδύεται στὸ Βάπτισμα, ἀναδυόμενος ἀπὸ τὰ ὕδατα τοῦ θανάτου.
Αὐτὴ ἡ αἰώνια ὕπαρξι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πέραν τῆς φθορᾶς, αὐτὴ ἡ ἄκτιστη χάρι, δίνει νόημα στὸ ἐφήμερο καὶ ἀνόητο.
Μέσα ἀπὸ τὰ ἐρείπια, «τοὺς λίθους καὶ κεράμους» φωτίζει ἡ ἄφθαρτη μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ μιὰ ἀντοχὴ ἀκατάβλητη. ᾽Ανήκει στὸν ἄλλο κόσμο· γι᾿ αὐτό, καὶ σὲ τοῦτον κινεῖται ἄνετα. Πέρα ἀπὸ τὴ μετάθεσι μᾶς φέρνει τὸ χαρούμενο μήνυμα (εὐαγγέλιο) πὼς ὑπάρχει κάτι τὸ ἀμετάθετο. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀμετάθετο μετατίθεται ἀκατάπαυστα, «ὅπου θέλει πνεῖ»[6], ζωογονώντας τὰ πάντα.
῎Ετσι, ἡ πρᾶξι τοῦ συγγραφέα νὰ μιλᾶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ μιλᾶ εἶναι μιὰ ἐπίσκεψι ξένη· μιὰ ἄνωθεν ἄφιξι ἐν τοῖς καθ᾽ ἡμᾶς. Κάτι τὸ ἄλλο. ῞Ενας ἀσπασμὸς τοῦ πέραν, τοῦ ἐπέκεινα· καὶ χρυσώνει τὸ τώρα, τὸ περαστικό, ποὺ ἔτσι ποὺ τὸ ζοῦμε συχνὰ μᾶς ἀπογοητεύει, σὰν ξένο καὶ ἀποξενωτικό.
Τὰ «῾Ομιλήματα» εἶναι μιὰ ἐξομολόγησι ποὺ δὲν τολμᾶ κανεὶς νὰ κάνη στὸν πνευματικό του, καὶ αὐτὸς τὴν κάνει, ὄχι δημόσια, μὰ καταγράφοντάς την τρισδιάστατα καὶ προσυπογραφοντάς την ξεκάθαρα, μ' ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του, γιὰ νὰ μὴ χωρᾶ καμμιὰ παρεξήγησι. Δὲν μᾶς δείχνει ἔτσι μόνο ἕνα νέο τρόπο γραψίματος, ἀλλὰ μᾶς θυμίζει καὶ τὸν καινὸ τρόπο ζωῆς. Εἶναι μιὰ νεκρανάστασι. Καὶ εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν μπορεῖ νὰ βιωθῆ τούτη ἡ ζωή, παρὰ ἀφοῦ πεθάνη κανείς. Γι' αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία βαπτίζοντάς μας στὸν θάνατο μᾶς ντύνει στὴ ζωὴ τὴν ἀθάνατη. Καὶ ὁ Παῦλος ζητᾶ νὰ «παραστήσωμεν ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶντας».
Ποιός, πράγματι, μᾶς κόλλησε αὐτὴ τὴ μανία νὰ σώσωμε τὸ καταδικασμένο, νὰ λατρέψωμε τὴν κτίσι; Καὶ πνιγόμαστε ἄδικα. ᾽Ενῶ πέρα ἀπὸ τὸν θάνατο τοῦ θνητοῦ, τὴ φθορα τοῦ φθαρτοῦ, ὑπάρχει χάριτι Κυρίου ἡ ἀθανασία καὶ ἀφθαρσία ποὺ διαπερνᾶ ἀπὸ τώρα τὸ εἶναι μας, τὰ πάντα. Καὶ καταπίνεται τὸ θνητὸ ἀπὸ τὴ ζωή, καὶ τὸ φθαρτὸν «ἐνδύεται ἀφθαρσίαν»[7].
῾Ο Ν. Γ. Πεντζίκης παρουσιάζεται ὡς ὁ τολμηρὸς ποὺ πεθαίνει καὶ παραδίνεται σ' ἄλλα χέρια. Καὶ δὲν μᾶς πέφτει λόγος νὰ ποῦμε τίποτα. ᾽Αλλὰ καί ἂν ποῦμε -ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο- τὰ χέρια αὐτὰ δροῦν ἀσχέτως ἡμῶν.
Μόνα αὐτὰ πλάθουν τὸν ἄγνωστο Παράδεισο, τὸν «ἡτοιμασμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου»[8] γιὰ μᾶς ὅλους, τοὺς καθημερινούς. Αὐτὰ πλάσανε τὸν ἄγνωστο ἑαυτό μας, καὶ ἕως «ἄρτι ἐργάζονται»[9] πάνω μας.
«῾Ο ἀποθανὼν δεδικαίωται»[10].
῞Ενας ποὺ κάνει τόν ἑαυτό του κουρέλι. ῞Ενας ποὺ καταφέρνει στὸν ἴδιο ἑαυτό του τέτοια θανατηφόρα γιὰ τὴν κοινωνική του εὐπρέπεια πλήγματα, ἔχει τὴν ἄδεια καὶ δυνατότητα νὰ προχωρῆ ἐλεύθερα, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων»[11].
Δὲν ἐνοχλεῖ κανένα, γιατὶ κανενὸς δὲν παίρνει τὴ θέσι. Κανέναν δὲν πάει νὰ προσπεράση, νὰ παραγκωνίση. ῎Εχει θέσι ποὺ κανεὶς δὲν τὴν ὑποβλέπει. Ποιὸς στ' ἀλήθεια θὰ ἐπιθυμοῦσε τὸν διασυρμό, τὴ διαγραφή, τὴν ἀπώλεια;
Εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν καθένα (πέρα ἀπὸ τὶς ἐπιδιώξεις μας). Εἶναι μέσα σ᾿ ὅλους. Εἶναι ἀκίνδυνος γιὰ ὅλους, ὅπως ὁ νεκρὸς ποὺ κείτεται μπροστά μας ἀκίνητος. ῎Ετσι, ἀκοῦμε μὲ ἀνοιχτὰ αὐτιὰ ὅ,τι μᾶς λέει. Καὶ μποροῦμε ἄνετα νὰ ποῦμε καὶ γι' αὐτὸν ἕνα καλὸ λόγο.
῎Ετσι, σώζεται μέσα στὴν καρδιά μας καὶ ἀνασταίνεται στὴ ζωή μας. Καὶ κυκλοφορεῖ στὸ εἶναι μας. Αὐτὸς εἶναι οἱ ἄλλοι, καὶ μεῖς εἴμαστε αὐτός.
Τότε βλέπομε ὅτι μέσα στὴν ᾽Εκκλησία ὑπάρχει χῶρος γιὰ ὅλους. ῞Ολοι βρίσκονται μέσα μας. Καὶ ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος «μεταβαίνει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν»[12] μπαίνοντας στὴν ᾽Εκκλησία.
Σημειώσεις
[1] ῾Εβρ. 12, 27.
[2] Μαρκ. 16, 12.
[3] Πρβλ. Ρωμ. 6, 13.
[4] Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος
[5] Β΄ Πέτρ. 3, 10
[6] Ἰω. 3, 8.
[7] Α΄ Κορ. 15, 53.
[8] Πρβλ. Ματθ. 25, 34.
[9] Πρβλ. Ἰω. 5, 17.
[10] Ρωμ. 6, 7.
[11] Ἰω. 20, 19.
[12] Β΄ Πέτρ. 3, 10.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ευθύνη" μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου (1972) του Πεντζίκη
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025
Πατήρ Βασίλειος Γοντικάκης Ο αγαπητός μας Γέροντας
Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
«Προγεύομαι τη μέρα της εξόδου μου και της νεκρωσίμου ακολουθίας στον Άγιο Αθανάσιο (τον ναό τού κοιμητηρίου της Μονής). Περιμένω τη μεγάλη γιορτή στο κοιμητήριο της Ιβήρων. Θα είμαι εκεί και θα απολαμβάνω. Και το κελί μου θα βλέπω και όλους σας. Θα φύγω, αλλά θα είμαι εδώ… », έλεγε ο πατέρας Βασίλειος κατά τις τελευταίες ημέρες της νοσηλείας του. «Να με ράψετε ολόκληρο στον μοναχικό μανδύα, να μη φαίνεται ούτε το πρόσωπο. Ραμμένο, ραμμένο, θέλω να είμαι ραμμένος… Ο τάφος δεν είναι πέρασμα στο θάνατο, αλλά στη ζωή, την όντως ζωή».
Μετά από λίγο έπαυσε να μιλά, καθώς προσηλωνόταν στην έξοδο του από τον κόσμο. Έτοιμος από πάντα να αναχωρήσει εκ του κόσμου τούτου, καθώς ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου, έχοντας εισέλθει στο αειφόρο ρεύμα της αενάου ζωής.
Ο θάνατος τεθανάτωται, ήταν μία από τις προσφιλείς εκφράσεις του. Αυτή η υπέρβαση τού έδινε τη δύναμη της ανατροπής όλων των σχημάτων, που χαρακτήριζε τους λόγους και τα γραπτά του. Οι συγγραφές του μια συνεχής αναμόχλευση των ανθρωπίνων και της ανθρώπινης ύπαρξης. Πίστευε στους αφανείς εν Χριστώ, τους κρυμμένους, τους ανύπαρκτους. Η αιμορροούσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα στο οποίο συχνά αναφερόταν. Η γυναίκα υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε δαπανήσει στους γιατρούς το βιός της χωρίς να δει όφελος. Πλησίασε τον Ιησού από πίσω και άγγιξε την άκρη του ιματίου του. Ο Ιησούς, χωρίς καν να την έχει δει, ένιωσε να φεύγει δύναμη από πάνω του, ενώ τον συνέθλιβαν τα πλήθη. Η εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του Ιησού την έκανε να ξεχάσει τον φόβο της. Αρκείται στο άγγιγμα του ιματίου του Κυρίου. Η αδυναμία της μετατράπηκε σε δύναμη πίστεως. Εξ ου και ο λόγος που της απηύθυνε ο Ιησούς∙ Θάρσει θύγατερ. Την αποκαλεί «θυγατέρα» και την καθιστά υγιή, αποκαθιστώντας και την πραγματική της υπόσταση.
Οι αφανείς, οι ανύπαρκτοι, είναι που συμμετέχουν για τον Βασίλειο στη Βασιλεία των ουρανών. Οι ανύπαρκτοι και οι ελάχιστοι για τον κόσμο είναι αυτοί που βρίσκονται κοντά στον Χριστό και ζουν μέσα στη Χάρη του. Η σκέψη, η ζωή, η ύπαρξη του ήταν στραμμένες στον ουρανό. Ουράνιες ελλάμψεις τον εξακόντιζαν πάνω και πέρα από τα γήινα, ώστε να ομιλεί με μια γλώσσα που δεν διαβρωνόταν από τα εγκόσμια πράγματα. Η Χάρις του Θεού τον στεφάνωνε, και από τη Χάρη του Θεού αντλούσε τη δύναμη να μιλά και να γράφει. Εάν το Άγιον Όρος είναι η νοητή ναυς που πλέει μέσα στους αιώνες χωρίς να αλλοιώνεται, ο Βασίλειος είναι ένας φάρος αλήθειας στην τρικυμισμένη θάλασσα του κόσμου. «Είναι» όχι «ήταν», γιατί ο Βασίλειος είναι ζωντανός, και όχι μόνο στις καρδιές μας.
Στην τελευταία τηλεφωνική μας επικοινωνία δέκα μέρες πριν από την μοιραία πτώση του, μου είχε πει: «Δεν είμαι θεολόγος». Πράγματι, δεν είναι θεολόγος. Ο Βασίλειος είναι κατά βάση λογοτέχνης. Αλλά τι λογής λογοτέχνης; Την απάντηση έδωσε ο ίδιος, μιλώντας για τον αββά Ισαάκ τον Σύρο που τόσο αγαπούσε: «Και για τη λογοτεχνία και εξομολόγησι των λογοτεχνών; Τις ξέρει, τις καταλαβαίνει, τις γνωρίζει, τις δέχεται. Είναι και ο ίδιος λογοτέχνης Και τόσο πολύ λογοτέχνης, που φτάνει στο σημείο να μην είναι. Έχει ξεπεράσει τη λογοτεχνία και βρίσκεται στον επέκεινα χώρο, όπου οδηγεί τον άνθρωπο ο αληθινός πόνος και ο καημός της λογοτεχνίας… Έτσι, από την πολλή ανθρωπιά, την οποία πετυχαίνουν με τον αγώνα και τον κόπο που καταβάλλουν, οι αληθινοί λογοτέχνες μπορούν να προχωρήσουν φυσιολογικά στη θεανθρωπία. Ο λόγος και η ύπαρξι τού λογοτέχνη εγκεντρίζεται στην αιώνια ζωή. Τρέφεται απ’ αυτήν. Τρέφεται από τον ένα Λόγο, ‘‘δι’ ου τα πάντα εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν’’ (Ιω. 1, 3). Τότε βρίσκουν αυτό που προσδοκούν. Ψηλαφούν αυτό που υπαινίσσονται και ενσαρκώνουν αυτό που επιθυμούν. Συνεχίζουν τον αγώνα τον λογοτεχνικό. Τους δίδεται το ανέφικτο, τους χαρίζεται εκείνο που ‘‘επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη’’ (Α΄Κορ. 2, 9). Δεν σταματά κάπου η πορεία, η επέκτασι, η άνοδος. Συνέχεια προχωρείς. Απεκδύεσαι την προβολή. Εγκαταλείπεις την άμυνα. Όλα σου κάνουν καλό. Με άλλο ασχολείσαι. Αποφεύγεις τα ανθρώπινα και βρίσκεις τους ανθρώπους. Φτάνεις στη σιωπή. Και μιλά με άλλο τρόπο ο λόγος και η ζωή σου».*
Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει έτσι για τη λογοτεχνία αν δεν είναι αληθινός λογοτέχνης. Ο Βασίλειος αναφέρεται πρωτίστως στον αββά Ισαάκ αλλά αναφέρεται εξίσου και στον ίδιο, και σε όλους εκείνους που τους κατακαίει ο καημός της λογοτεχνίας, και λαχταρούν δια της λογοτεχνίας να γίνουν μέρος του Λόγου, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Ο καημός της λογοτεχνίας συνοψίζεται στη φράση του Ρωμανού του Μελωδού: Δος μοι λόγον Λόγε, μη σιγών παρέλθης με, συ ει εν τω πάσχειν και εν τω μη πάσχειν, συ ει θνήσκων σώζων.
Τα γραφόμενα και τα λόγια του στάθηκαν για μένα οδηγός και πηγή έμπνευσης. H εκτεταμένη αναφορά του στον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο σε μια συζήτησή μας στη Μονή Σταυρονικήτα, στάθηκε αφορμή για τη συγγραφή τού βιβλίου μου Θηριομαχία. Όπως και η φράση του Νικολάου Καβάσιλα, Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος, που μου είπε βαδίζοντας κατά την περιφορά της Παναγίας της Πορταΐτισσας στη Μονή Ιβήρων όντας ηγούμενος, και όσα μου είπε κατά καιρούς για τον αββά Ισαάκ και τον Ντοστογιέβσκη, γράφτηκαν στην καρδιά μου με ανεξίτηλα γράμματα. Και ήρθε «Η Μεγάλη Ιδέα ενός Μικρού Λαού» για να ενώσει τα διεστώτα, τον Ηράκλειτο με τη λατρεία του Μονογενούς Υιού του Θεού, και να αναπαύσει τις ψυχές μας.
«Είμαστε μαζί, προχωράμε μαζί», μου έλεγε. Γέροντα, εσύ προχωράς, μας αγκαλιάζεις και μας παίρνεις μαζί σου, και τώρα κοντά στον ουράνιο Πατέρα εύχεσαι για μας, και η ολόφωτη Παρουσία σου μας συνοδεύει σε κάθε μας βήμα.
* Αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου Ι.Μ.Ιβήρων, Φως Χριστού φαίνει πάσι, σελ. 86-89, Ι.Μ. Ιβήρων.
