Άσμα ασμάτων
Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026
Ἡ θέση τῆς Παναγίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία

Ἐρώτησι: Ἕνας περίφημος ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας μας ὀνομάζει τὴν Παναγία οὐρανό: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος». Θὰ θέλατε, π. Βασίλειε, νὰ συζητήσουμε λίγο τὴ θέσι τῆς Πλατυτέρας τῶν Οὐρανῶν μέσα στὴν Ὀρθόδοξή μας Ἐκκλησία;
Ἀπάντησι: «Αὕτη γὰρ ἀνεδείχθη οὐρανὸς καὶ ναὸς τῆς θεότητος»… Θυμᾶμαι ἕνα ἄλλο θεοτοκίο, ποὺ λέει ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «οὐρανώσασα τὸ γεῶδες ἡμῶν φύραμα», εἶναι αὐτὴ ποὺ ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό. Καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας λέει ὅτι, ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὰ πάντα καί, βλέποντάς τα, εἶδε καὶ εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ «καλά λίαν», αὐτὸ τὸ κάλλος καὶ αὐτὴ ἡ καλοσύνη, ἀφοροῦσαν τὴν Παναγία. Δηλαδή, ἦταν ὅλα «καλά λίαν», ἐπειδὴ ὁδηγοῦσαν στὴν Παναγία, ἐπειδὴ ἐν τέλει θὰ ἐγεννάτο ἡ Παναγία. Ἔτσι, ἡ Παναγία εἶναι ὁ σκοπὸς ὅλης τῆς δημιουργίας καὶ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀναμονῆς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ὁ Θεὸς δημιούργησε ὅλο τὸν κόσμο «καλόν λίαν» καὶ δημιούργησε στὸ τέλος τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τὸ πλάσιμο τοῦ ὁποίου καταβάλλει μία ἰδιαίτερη προσπάθεια, κάνει μία ἰδιαίτερη ἐνέργεια. Δὲν λέγει καὶ γεννᾶται ἀλλὰ πλάθει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ τῆς γῆς» καὶ ἐμφυσᾶ «πνοήν ζωῆς» σ’ αὐτόν. Ὁ Μέγας Βασίλειος λέει, ὅτι ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο «μοῖραν τῆς αὐτοῦ θεότητος». Κι ἔτσι, ἐμεῖς θὰ μπορούσαμε νὰ γινώμαστε θεοὶ κατὰ χάριν, ἂν ὑπακούαμε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐν τέλει, ἀφοῦ μᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ ἐλευθερία εἶναι δίκοπο μαχαίρι -εἴτε πηγαίνεις ἐπάνω διὰ τῆς ὑπακοῆς εἴτε καταστρέφεσαι διὰ τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς αὐτονομίας- ἐμεῖς ἀκολουθήσαμε τὴ φιλαυτία καὶ χάσαμε τὸν Παράδεισο, βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ζήσαμε μία ζωὴ βασανισμένη, χιλιετίες καὶ αἰῶνες πολλούς. Καὶ αὐτὸ τὸ βάσανο τὸ ξέρουμε ὅλοι μας.
Γεννιέται τότε τὸ ἐρώτημα πολλὲς φορές: Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἔσωσε, ἐφ’ ὅσον μᾶς ἀγαποῦσε; Ἐμεῖς παρηκούσαμε τοῦ πλάσαντος, κάναμε, ὅπως λέμε, τοῦ κεφαλιοῦ μας. Ἀλλὰ Αὐτός, ὡς Θεὸς εὔσπλαγχνος καὶ Πατέρας, γιατί δὲν μᾶς ἔβαζε πάλι στὸν Παράδεισο; Ὅμως δὲν ὑπάρχει Παράδεισος χωρὶς τὴν ἐλευθερία. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Χριστὸς νὰ σώση τὸν Ἰούδα;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος καὶ λέει, ὅτι ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ πάντα ἀλλὰ δὲν ἤθελε διὰ τῆς βίας νὰ σώση τὸν Ἰούδα, γιατί διὰ τῆς βίας δὲν ὑπάρχει σωτηρία, παρὰ μόνο ἡ καταστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἔτσι, λοιπόν, περιμέναμε χιλιετίες ὁλόκληρες, γιὰ νὰ ἔρθη κάποιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, τί σημαίνει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, γιὰ νὰ τὸ καταλάβαινε αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἦταν καθαρὸς καὶ πολὺ ταπεινός. Καὶ γεννήθηκε ἡ Παναγία. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καταλαβαίνουμε μ’ ἐκεῖνα ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή του: «Πρὸ δὲ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι». Πρὶν νὰ ἔρθη ἡ πίστι, ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸν Νόμο. Ὁ Νόμος ἔγινε παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν ἀλλὰ ὁ Νόμος, ὁποιοσδήποτε νόμος, ἦταν ἀνίκανος καὶ εἶναι ἀνίκανος νὰ σώση καὶ νὰ ἱκανοποιήση τὸν ἄνθρωπο ἀληθινά.
Γι’ αὐτό, ὅταν ἦρθε τὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ὑπὸ… νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου εἶναι ἡ γέννησι τῆς Παρθένου, τῆς γυναικὸς διὰ τῆς ὁποίας ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός. Αὐτὴ εἶναι ἡ «κλῖμαξ δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Αὐτή, λοιπόν, ἡ «ἐκ κοιλίας μητρός» τῆς ἠγιασμένη, ἀκριβῶς γιατί ἦταν καρπὸς πολλῆς προσευχῆς τῶν γονέων της, τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννης, ποὺ ζήτησαν νὰ τοὺς χαρίση ὁ Θεὸς ἕνα παιδί καὶ νὰ τὸ ἀφιερώσουν ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Θεό, ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπὸ βρεφικῆς ἡλικίας. Καὶ ἀκοῦμε στὴν ἀκολουθία τῶν Εἰσοδίων νὰ ψάλλη ἡ Ἐκκλησία ὅτι «τῶν ἁγίων εἰς ἅγια ἡ ἁγία καὶ ἄμωμος ἐν ἁγίῳ Πνεύματι εἰσοικίζεται». Ἐκεῖ μένει ἡ Παρθένος ἐπὶ χρόνια, ἐκεῖ τρέφεται μὲ τροφὴ Ἀγγέλου καί, ὅταν φθάση σὲ μία ὥριμη ἡλικία καὶ ἔχη ὡς μνηστῆρα τὸν Ἰωσήφ, δέχεται τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό καὶ εἶναι πιὰ ἱκανὴ νὰ πῆ «ναί» στὸ μήνυμα τοῦ Ἀγγέλου, νὰ πῆ «γένοιτό μοι κατά τὸ ρῆμα σου», νὰ δεχθῆ νὰ γίνη τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτή. Κι ἀπὸ τότε καὶ στὸ ἑξῆς, νὰ γίνη ἐκείνη ἡ ὁποία, διὰ τῆς ὅλης ὑπάρξεώς της, σαρκοποιεῖ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι, γίνεται ἡ «εὐρυχωροτέρα τῶν οὐρανῶν», ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων καὶ αὐτὴ ποὺ πράγματι ἀξιώνεται νὰ κάνη τὴ γῆ οὐρανό.
Ἐρώτησι: Οἱ Πατέρες, μιλώντας μὲ τὴ γλώσσα τῆς θεολογίας καὶ τῆς θεοπνευστίας, καθόρισαν γιὰ τὴν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν, ὅτι βρίσκεται μεταξὺ κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου. Τί σημαίνει αὐτό;
Ἀπάντησι: Μ’ αὐτὸ πού μοῦ λέτε, θυμᾶμαι τὸν ὕμνο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἐκκλησία, ὅτι ἡ Παναγία εἶναι ἡ «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Αὐτὴ εἶναι «καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν».
Θὰ ἤθελα τώρα νὰ ἔλεγα κάτι γενικὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Ὅπως εἴπατε, ἡ Παναγία -τὸ λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς- εἶναι «μεθόριον κτιστῆς καὶ ἀκτίστου φύσεως» καὶ κανεὶς δὲν μπορῆ νὰ ἔρθη πρὸς τὸν Θεό, παρὰ μόνο δι’ αὐτῆς. Καὶ εἶναι ἡ δόξα τῆς ἀνθρωπότητος, εἶναι τὸ «μητροπάρθενον κλέος». Εἶναι αὐτὴ, στὴν ὁποία «πᾶσα ἡ κτίσις ἀγάλλεται». Καὶ εἶναι ἡ Μητέρα μας, ἐκείνη ἡ ὁποία μᾶς ἔθρεψε καὶ μᾶς θήλασε μὲ τὴ Χάρι καὶ μὲ τὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἡ πρώτη, ἡ Εὕα, μᾶς θήλασε μὲ τὴν ἀνταρσία, μὲ τὰ πάθη καὶ τὸν θάνατο.
Ἡ Παναγία, ὅπως λέει ἡ λέξι, εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους. Καὶ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἁγίους, γιατί ξεπέρασε ὅλους σὲ καθαρότητα, σὲ ταπείνωσι καὶ σὲ ὑπακοή. Μπορεῖ νὰ εἶναι μεγάλοι ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, οἱ μεγάλοι Πατέρες, Ὁμολογητὲς καὶ Μάρτυρες. Ὅμως κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν Παναγία. Γι’ αὐτό, βλέπουμε ὅτι τὸ κάλλος τῆς Παναγίας καὶ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἀπὸ τὴν Παναγία, εἶναι «ἔσωθεν», εἶναι «ὁ τῆς κοιλίας αὐτῆς καρπός».Αὐτὸ τὸ κάλλος ποὺ γέννησε καὶ τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς καὶ Θεός της, εἶναι αὐτὸ ποὺ φωτίζει ὅλη τὴ ζωή μας, τὰ προβλήματά μας καὶ τὶς δυσκολίες μας.
Καὶ γυρίζω πάλι σ’ αὐτό ποὺ εἶπα πρὶν ἀπὸ λίγο, ὅτι θὰ ἤθελα νὰ μιλήσω γιὰ τὶς γυναῖκες. Τὸ πῶς θὰ τιμήσουμε τὴ γυναίκα, τὸ πῶς θὰ γίνη αὐτὸ καὶ πῶς θὰ συμβῆ, θὰ τὸ βροῦμε μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Θεοτόκο, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο. Καὶ βλέπουμε, ὅτι οἱ γυναῖκες τώρα θέλουν νὰ πάρουν μία θέσι ἔνδοξη. Ἀλλὰ τὸ ποὺ μπορεῖ νὰ φθάση ἡ γυναίκα, τὸ ἔδειξε ἡ Παναγία μὲ τὸ νὰ γίνη «τιμιωτέρα τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξωτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Καὶ ἂν εἶναι μεγάλοι οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, κανεὶς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν Παναγία• καὶ ἂν ἡ Παναγία εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς, δὲν ἔγινε, ὡστόσο, οὔτε διάκος οὔτε ἱερέας οὔτε δεσπότης. Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν γίνονται διάκοι ἢ ἱερεῖς, ὄχι γιατί ὑποτιμῶνται μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀλλὰ γιατί τιμῶνται ὑπερτέρως.
Ἔτσι, ἀναδεικνύεται ἡ ἀλήθεια ποὺ λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι, ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός καὶ ὅταν ταπεινώνωμαι, τότε δοξάζομαι. Καὶ τὸ ἀσθενὲς φύλο, μέσα στὴν Ἐκκλησία, διὰ τῆς ὑπακοῆς καὶ διὰ τῆς ταπεινώσεως, τὴν ὁποία ἐφαρμόζουν καὶ ζοῦν οἱ Ἅγιοι καὶ τὴν ὁποία ἐφήρμοσε καὶ ἐνσάρκωσε ἰδιαιτέρως ἡ Παναγία, ἀποδεικνύεται ἰσχυρὸ καὶ ἰσχυρότερο.
Ἐρώτησι: π. Βασίλειε, λέμε στὸν ὕμνο «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας καθελοῦσα». Ποιό είναι αυτό «τὸ μεσότοιχον τῆς ἔχθρας»;
Ἀπάντησι: Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ διαβόλου καὶ τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀνταρσίας καὶ τῆς ὑπακοῆς. Κι ἐμεῖς μὲ τὴν παράβασι ἀκολουθήσαμε τὸν διάβολο καὶ ὄχι τὸν Θεό. Καὶ μᾶς πέρασε ὁ λογισμὸς, ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ φθάσουμε στὴν ἁγιότητα διὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ φθάσουμε στὴ θέωσι μὲ τὸ νὰ ὑπακούσουμε στὸν διάβολο. Καὶ ἔτσι δημιουργήθηκε ὅλο αὐτὸ τὸ χάσμα, ὅλος ὁ μεσότοιχος πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό.
Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξη κάποιος ἄνθρωπος φωτισμένος, καθαρός, ταπεινός, πανάγιος, ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβαινε, ὅτι διὰ τῆς ὑπακοῆς φθάνουμε στὴν ἐλευθερία, διὰ τῆς ταπεινώσεως φθάνουμε στὴ δόξα καί, θὰ ἔλεγα, διὰ τῆς παρθενίας καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσιώσεως στὸν Θεὸ φθάνουμε στὸν ὄντως γάμο καὶ στὴν ἑνότητα τὴν ἀληθινὴ καὶ ὁλοκληρωτικὴ μὲ τὸν Θεό.
Ἐρώτησι: Ἐρχόμενος, π. Βασίλειε, ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας, τὸ Ἅγιον Ὅρος, στὴν Κύπρο, ποὺ ἔχει ἀφιερώσει στὴν Παναγία πολλοὺς ναοὺς καὶ πολλὰ μοναστήρια, πῶς νοιώθετε;
Ἀπάντησι: Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἦρθα στὴν Κύπρο προσκεκλημένος, μὲ μία διάθεσι νὰ μιλήσω γιὰ τὴν Παναγία. Καί, ἔκπληκτος, βρέθηκα στὸ νησὶ τῆς Παναγίας, γιατί σχεδὸν ὅλα τὰ μοναστήρια σας εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία, τόσες θαυματουργὲς εἰκόνες ἔχετε σὲ πολλὲς ἐκκλησίες καὶ στὰ σπίτια σας ἐσείς, οἱ Κύπριοι.
Ἀλλὰ κάτι πού μοῦ ἔκανε πολλὴ ἐντύπωσι καὶ ἦταν μία δωρεὰ τῆς Παναγίας ἦταν, ὅταν ἐπισκέφθηκα ἕνα χωριό, τὴν Ὁρᾶ. Εἴδαμε μία πολὺ μεγάλη, πετρόκτιστη καὶ ὡραῖα ἐκκλησία καὶ πήγαμε νὰ προσκυνήσουμε. Ζητήσαμε, λοιπόν, νὰ ἔρθη ὁ νεωκόρος. Προσκυνήσαμε τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου καὶ μπήκαμε μέσα στὸ ἱερό. Βγαίνοντας ἔξω, εἴδαμε μία εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸν ἀριστερὸ τοῖχο. Ἦταν ἀρχαία καὶ πάρα πολὺ ὡραῖα εἰκόνα. Τὴν ὥρα ποὺ προσκυνούσαμε, ὁ νεωκόρος, ἕνας ἡλικιωμένος ἄρχοντας τοῦ χωριοῦ, μοῦ εἶπε μία φράσι, ποὺ σ’ αὐτὴ ἦταν ὅλο τὸ νόημα καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ μυστηρίου τῆς Παναγίας. Αὐθόρμητα μοῦ εἶπε: «Εἶναι ὡραία ἡ Βασίλισσά μας. Γειά στὰ χέρια ἐκείνου ποὺ τὴν ἔκανε».
Ἡ Βασίλισσα τῆς Κύπρου εἶναι ἡ Παναγία. Καὶ ἡ Παναγία εἶναι ὡραία• καὶ ὡραία τὴ λένε οἱ Προφῆτες, τὴ λένε οἱ Πατέρες, τὴ λένε οἱ ὕμνοι. Καὶ τὸ κάλλος τῆς Παναγίας ἠράσθη, ἀγάπησε ὁ Θεὸς καὶ ἔγινε ἄνθρωπος. Τὸ κάλλος τῆς Παναγίας εἶναι τὸ κάλλος τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς καθαρότητος. Τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι ποὺ σώζει τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο ὅλο. Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι «τὸ ἀληθινὸν καὶ ἐράσμιον», ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἄκτιστη χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Θεότης.
Ἔτσι, συγκινήθηκα ἰδιαίτερα, ὅταν ἔνοιωσα αὐτὸ τὸ κάλλος, αὐτὴ τὴ χάρι, νὰ ὑπάρχη σ’ ὅλο τὸ νησὶ τῆς Παναγίας, ποὺ εἶναι ἡ Κύπρος. Καὶ συγκινεῖται κανεὶς ἰδιαίτερα, ὅταν βλέπη πόσο ζῆ ἡ Παναγία μεταξύ μας καὶ πόσο πράγματι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ. Ὄχι ἀπὸ ἕναν Προφήτη, ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ ἀπὸ ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο, χωριάτη καὶ ἄρχοντα, ἄκουσα αὐτὴ τὴ μεγάλη φράσι: «Ἡ Βασίλισσά μας εἶναι ὡραία». Καὶ τὸ κάλλος αὐτὸ εἶναι, ποὺ θὰ σώση τὴν Κύπρο καὶ θὰ σώση τὸν κόσμο ὅλο.
*Συνέντευξη σὲ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Κύπρου τὸν Μάιο τοῦ 1989.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026
Ἡ ᾿Εκκλησία μιλᾶ ὅλες τὶς γλῶσσες καὶ μεταδίδει τὸ ἕνα Πνεῦμα, τὴν ἀλήθεια καὶ παράκλησι, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς.
(† Αρχ. Βασίλειος Γοντικάκης, Προηγούμενος Ιεράς Μονής Ιβήρων Αγίου Όρους)
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
Πρόσωπα γινόμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία
Ὅταν ὁ Καλὸς Ποιμένας καλεῖ τὰ δικά του πρόβατα μὲ τ΄ ὄνομά τους καὶ τὰ ὁδηγεῖ, ἡ κλήση αὐτὴ ἀποτελεῖ εἴσοδο σὲ μιὰ ζωὴ κοινωνίας. Ἕνα ὄνομα, δοσμένο σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους, ἀποκτᾶ συγχρόνως καὶ μοναδικότητα, καθὼς ἕνας μοναδικὸς ἄνθρωπος καλεῖται μέσῳ αὐτοῦ, ὄχι μόνο ΣΤΗΝ Ἐκκλησία ἀλλὰ καὶ ΣΕ Ἐκκλησία. Ὁ καθένας εἶναι ἕνα ὄνομα, μοναδικό, τὸ ὁποῖο ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κοινωνία ὁλοκληρωμένων ὑπάρξεων καὶ ὄχι μᾶζα, ἀποτελούμενη ἀπὸ κομμάτια. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς διαφοροποιεῖ τὴν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία προσώπων ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν προσωπείων. Ἡ κοινωνία τῶν προσωπείων εἶναι τὸ σύνολο των εἰδώλων, τὸ σύνολο τῶν ἀποσπασματικῶν ὑπάρξεων, τὸ σύνολο τῶν μοναχικῶν ἀτόμων καὶ γι΄ αὐτό, τὸ σύνολο τῶν ψευδῶν ἑαυτῶν.
Ἡ κοινωνία τῶν προσώπων εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ γιὰ νὰ φτάσουμε σ’ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, πρέπει νὰ κινηθοῦμε τόσο ἐν ἐλευθερίᾳ ὅσο καὶ ἐν ἀγάπῃ. Ἡ λύση τοῦ προσωπείου εἶναι ἡ εὔκολη λύση, εἶναι ἡ λύση τῆς ἀκινησίας, τῆς παγίωσης τῶν ἀποστάσεων, τῆς ἐγκαθίδρυσης τῆς νεκρικῆς σιγῆς τῆς ἀδράνειας τοῦ εἰδώλου, ἔστω καὶ ἀν πολλὲς φορὲς δίνεται ἡ ἐντύπωση τῆς τάξης καὶ τῆς ἡσυχίας.
Ἀντίθετα, μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἐπαναπαύεσαι. Ἡ ἐλευθερία ἐπιβεβαιώνει ἢ ἀμφισβητεῖ κάθε στιγμὴ τὶς ἐπιλογὲς καὶ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ καλεῖ σ΄ αὐτὴ τὴν διαρκῆ ἀνοιχτὴ ἐπικοινωνία. Ὁ χειρότερος πειρασμὸς δὲν εἶναι ἡ ρήξη μὲ τὸ Θεό, ἀλλὰ ἡ ἀπόθεση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ βύθιση σὲ μιὰ σχέση, ὅπου ὁ Δημιουργὸς ἐκλαμβάνεται ὡς ὁ ἀπόλυτος κυρίαρχος, τοῦ ὁποίου ἡ ἀναντίρρητη ὑπεροχὴ συντρίβει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.
Πρέπει νὰ κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ καὶ ἂν τυχὸν δὲν κινηθεῖς ἐν ἐλευθερίᾳ, καὶ ἂν τυχὸν θελήσεις νὰ ἀποθέσεις τὸ ζυγὸ τῆς ἐλευθερίας, τότε δὲ θὰ νιώσεις ποτὲ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς, τὸ δυναμισμὸ καὶ τὴν πάλη της ζωῆς, τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχεις μέσα σου, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ὁποία ἔχεις πλαστεῖ. Χωρὶς ἐλευθερία, τὰ δῶρα τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν ἄνθρωπο θὰ μείνουν γιὰ πάντα ἀνενεργὰ καὶ ἀκατανόητα.
Ἡ φύση μας, ὅπως λέει ἡ ἀρχαία τραγωδία ἀλλὰ κι ὁ μέγας Βασίλειος, εἶναι νὰ ἀγαπάει. Ὅταν φτάσει κανεὶς σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ν’ ἀγαπᾶ, ὄχι συναισθηματικὰ ἀλλὰ νὰ νιώθει αὐτὸ ποὺ διδάσκει ἡ Θεία Λειτουργία, ὅτι δηλαδὴ ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου, τότε παραχωρεῖ τὴν ὕπαρξή του στὸν ἄλλον.
Γιὰ τὸν κοσμικὸ ἄνθρωπο, αὐτὴ ἡ κατάργηση τῆς ἀτομικότητας ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφή. Γιὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸ ὅμως ἄνθρωπο, ἡ κίνηση αὐτὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἕνωση τῆς ἐλευθερίας μὲ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ στιγμή, ποὺ ἀποκαλύπτεται μία διάσταση πέρα ἀπὸ τὸ «εἶναι» καὶ τὸν χωροχρόνο. Εἶναι ἡ στιγμὴ συνάντησης μὲ τὴν ἀληθινὴ φύση καὶ τὴν κατὰ χάριν θέωση. Ὁπότε φτάνει ἡ στιγμὴ ὅπου ὁ ἄνθρωπος νιώθει ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς του εἶναι νὰ ἀγαπᾶ. Μὲ τὴν ἀγάπη διαστέλλεται καὶ παίρνει τὶς πραγματικές του διαστάσεις.«Ζω γιὰ τὸν ἄλλο» σημαίνει ζωὴ γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Ὁ ἄλλος δὲν εἶναι κἂν μιὰ προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἂν φτάσω σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο καὶ νιώσω ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός μου, οὐσιαστικὰ θωρακίζω τὸ πρόσωπό μου.
Λέγεται ὅτι οἱ μάρτυρες ἔπασχαν ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι. Ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸ Χριστὸ καὶ ὅταν οἱ δήμιοι κατέσφαζαν τὸ σῶμα, αὐτοὶ τὸ ἔβλεπαν τὸ σῶμα καὶ ἔπασχον «ὡς ἐν ἑτέρῳ σώματι». Ἤτανε σὰν νὰ ἤτανε τὸ σπίτι τους ἐγκαταλελειμμένο, γιατί ἡ ἀγάπη τους εἶχε μεταστεῖ στὸ Χριστό. Ὅταν νιώθεις ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ὁ ἑαυτός σου, τότε εἶσαι ὀχυρωμένος καὶ δὲ φοβᾶσαι τίποτα. Τότε μπῆκες στὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα.
Γνωρίζουμε ὅτι ἔχουμε μεταβεῖ ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ γιατί ἀγαποῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, γιατί δὲ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τῶν ὑπὲρ ὑμῶν Ἀποθανόντα καὶ Ἀναστάντα καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὶς ἀδελφές μας. Νιώθουμε ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάτι μαγικὸ ποὺ πιθανῶς θὰ ἔρθει μετὰ τὸ θάνατό μας, ἀλλὰ εἶναι μία αἴσθηση καὶ μιὰ πραγματικότητα, ἡ ὁποία συγκροτεῖ το «εἶναι» μας ἀπὸ σήμερα.
Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη εἶναι αἰωνιότης. Εἴδαμε ὅτι ζοῦμε γιατί ἀγαπᾶμε τοὺς ἀδελφούς μας. Εἴδαμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μᾶς βοηθᾶνε εἶναι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης, δηλαδὴ εἶναι οἱ ταπεινοί, εἶναι οἱ ἅγιοι. Ἀκόμη κι ὅταν φύγουν ἀπ΄ αὐτή τη ζωή, ὁ ταπεινός, ποὺ προσεγγίζει καὶ ἀσπάζεται το λείψανο, νιώθει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὅτι ἡ ὕλη εἶναι ἔμβιος θείας χάριτος. Καὶ ἀκουμπῶντας ἕνας συντετριμμένος στὴν ὕλη αὐτή, γεμίζει ἀπὸ χάρη.
Ὅταν ἐμεῖς ἀποτραβιόμαστε διακριτικὰ γιὰ νὰ δώσουμε χῶρο στὸν ἄλλο, ὅταν δίνουμε τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλο νὰ κινηθεῖ ἐλεύθερα, νὰ κάνει τὴ ζωή του, ἂν θέλετε καὶ νὰ σφάλλει κάποτε γιὰ νὰ βρεῖ τὴν ἰσορροπία του, τότε νιώθουμε ὅτι ἀρχίζουμε νὰ ὑπάρχουμε. Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε ἀπὸ τὸ Θεό, ἔχει τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ μέσα του, νιώθει ὅτι τρέφεται ἀπὸ ἄλλους καὶ δὲν θέλει νὰ σταματήσει νὰ δίνεται στοὺς ἄλλους καὶ μάλιστα ἀθόρυβα καὶ ἀθέατα, διότι φαίνεται πὼς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἡράκλειτος γιὰ τὴν φύση, ἡ ὁποία «κρύπτεσθαι φιλεῖν», ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἐπιθυμεῖ νὰ κρύβεται, ὅπως αὐτὸ ἐπεθύμησε ὁ Χριστὸς καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό Του, τὰ λίγα χρόνια ποὺ ντύθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ἡ δύναμη νὰ ζήσω, νὰ κινηθῶ, νὰ χορέψω, νὰ μάθω γλῶσσες, νὰ σπουδάσω, νὰ ἀναπτύξω αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός, πρέπει ὅλα μέσα στὴν ἐκκλησία νὰ ἐμβαπτιστοῦν, νὰ νοηματοδοτηθοῦν καὶ νὰ χάσουν μιὰ ἐγωιστικὴ κεντρομόλο φορά, βρίσκοντας μιὰ ἀντίστοιχη ἀγαπητικὴ φυγόκεντρο. Νὰ βροῦμε τὰ πάντα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὰ δώσουμε στὸν ἄλλο κρυφά, ἀθέατα, χωρὶς κἂν τὴν ἀνάγκη εὐχαριστίας. Ἂς ξεχαστοῦμε, ἂς χαρεῖ ὁ κάθε εὐεργετημένος ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα δῶρα μου, ἂς ζήσει εὐτυχισμένος, χωρὶς νὰ μὲ ξαναφέρει στὸ μυαλό του κι ἂς νιώσει ὅτι ἡ φύση του καὶ ἡ φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων εἶναι φύση καλὴ καὶ μάλιστα «καλὴ λίαν». Κι αὐτὴ ἡ ἐπίγνωση ἂς γίνει τρεῖς λέξεις: «Δόξα τῷ Θεῷ».
Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ κι ὁ εὐεργετημένος καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι μας, ἀνοιχτήκαμε στὸ ἄπειρο. Καὶ ἴσως ἀφήσει ὁ Θεὸς κάποιες ἀναμνήσεις μιᾶς περασμένης ζωῆς, βυθισμένης στὸν φόβο καὶ στὴν τσιγγουνιά, τὴν κάθε εἴδους τσιγγουνιά, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀναρωτιόμαστε στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων, πῶς ἀντέχαμε νὰ ζοῦμε μακριά Του.-
(Ἀνέκδοτη ὁμιλία ἀπὸ συνέδριο στὴν Ὀρθόδοξη Ἀκαδημία Κρήτης τὸ 1987)
Τετάρτη 15 Απριλίου 2026
Σάββατο 4 Απριλίου 2026
Ο άνθρωπος έιναι εν σμισκρώ ολόκληρη η Εκκλησία.

Μακαριστός Γέροντας Βασίλειος Ιβηρίτης
Ο άνθρωπος, η κορωνίδα της δημιουργίας, έχει μέσα του το επικίνδυνο δώρο της ελευθερίας. Γι' αυτό και ο ίδιος είναι επικίνδυνος και κουραστικός για όλα τα συστήματα και τις θεωρίες.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2026
ΝΗΦΑΛΙΟΣ ΜΕΘΗ
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, οὔτε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, οὔτε ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὥστε να μιλήσω γιά τή Θεία καί Νηφάλιο Μέθη.Μέ δέος στέκομαι ἐνώπιόν σας. Οἱ περισσότεροι εἶστε φοιτητές. Μπροστά σας αἰσθάνομαι πολύ πτωχός, πτωχός σέ ἐνθουσιασμό καί ἐπαναστατική δύναμη ἐνάντια στή μουντή ἀνοστιά πού ἔχει ἐνθρονισθεῖ σήμερα στήν κοινωνία πού ζοῦμε. Δέν ἀναγνωρίζω στή γενεά μου κανένα δικαίωμα πάνω στή δική σας. Θά 'τανε ἔλλειψη κοσμιότητας ἀπό μέρους μου νά σᾶς μιλήσω σάν τόν πατέρα, πού, πολλές φορές, νομίζοντας ὅτι τό παιδί εἶναι «δικό του», καί ὅχι τοῦ Θεοῦ, μέ τραχύτητα τοῦ λέει κάνε αὐτό καί μήν κάνεις τό ἄλλο. «Ὁ Θεός ἐξαρχής ἔκανε τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο», γράφει ὁ πνευματικός μου Πατήρ, στόν ὁποῖο μέ κόπο καί πολλή ὑπομονή μαθαίνω νά ὑπακούω σέ πλαίσια πλήρους ἐλευθερίας, τήν ὁποία αὐτός μοῦ παρέχει γιά νά προχωρῶ στόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης, τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ὁ ἔρωτας γιά τά φαινόμενα μᾶς προσφέρουν ἕνα εἶδος ψεύτικης αἰωνιότητας. Προσφορά ποτοῦ πού μεθᾶ μέ ἀλόγιστη μέθη. Γεμίζει μέ ταραχή καί σύγχυση. Στό τέλος ἀφήνει ἀπογοήτευση γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά ὅ,τι ἡδονικά ἀπολαύσαμε μέ τίς αἰσθήσεις.
Ἀλλὰ πρὶν προχωρήσουμε στὴ Νηφάλιο Μέθη, ἄς μιλήσουμε λίγο γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ γιὰ τὴ Δύση σὲ σχέση μὲ αὐτὴν τὴν Μέθη.
Ἡ Ἑλλάδα ἔχει μιὰ τραγικότητα διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς Δύσης. Ὁ Ἕλληνας ἀνέκαθεν ζητᾶ, μέσα στὸ χῶρο καὶ στὸ χρόνο, τὴν Παραμυθία, τὴν ὑπέρβαση τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου, τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὁ Δυτικὸς ἀντίθετα, ἀρνιέται τὴν Παραμυθία μὲ τὴν κατακτητική του στάση ἀπέναντι σὲ ὅλα. Μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὸ συναίσθημα τὰ ἀντικειμενοποιεῖ.
Οἱ Νεοέλληνες, μαγεμένοι ἀπὸ τὴν πλανερὴ αἴγλη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, πολεμᾶνε τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ ξεφύγουν εὔκολα ἀπὸ αὐτή. Φαινομενικά, ἡ στάση τους ἀπέναντι στὴ ζωὴ δηλώνει περιφρόνηση, ἄρνηση, ἀπεμπόληση τῆς Παράδοσης. Μὰ εἶναι αὐτὸ πρόσωπο ἢ προσωπεῖα ἑνὸς λαοῦ ποὺ δοκιμάζεται; Στὸ βάθος παραμένει ἐν σπέρματι, συχνὰ ἐρήμην αὐτῶν, ἡ Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση, ἡ αἰώνιά τους τροφή, τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, τὸ πόμα τὸ λευκολαμπές. Καινὸς χρόνος πού, ἐκ τῶν ἔνδον, ἄρδευε τὰ σώματά τους...
Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἔχουν προνομιακὰ ἕνα Θεὸ πόσιμο καὶ βρώσιμο.
Οἱ Ὀρθόδοξοι Ἕλληνες εἶναι κληρονόμοι τῆς ἀληθινῆς μορφῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ ποὺ οἱ πρόγονοί τους, προσκολλημένοι στὴν Ἀλήθεια, μὲ θυσίες συντήρησαν γιὰ νὰ μὴν τοὺς ἀφαιρεθεῖ ἡ οὐράνια υἱοθεσία.
Ὁ Πατήρ μας εἶναι οὐράνιος: Πατήρ, Υἱός, καὶ Ἅγιον Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, φῶς καὶ ζωή, καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, χαρίζει τὴν οὐράνια υἱοθεσία διὰ τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ἀποτελοῦν Ἕνα, «ἐν τῷ ἑνὶ τὰ τρία δέ, ἐν τοῖς τρισὶ τὸ ἕν δέ». Τὸ Ἕνα ποὺ λάμπει, φωτίζει, ἀποκαλύπτεται, ἀπολαμβάνεται μέσα μας, ἀποτελώντας ὅλα τὰ καλὰ μαζὶ καὶ φέρει οὕτως ὀνόματα πολλά: φῶς, εἰρήνη, χαρά, ζωή, τροφή, πόσις, ἔνδυμα, περιβόλαιο, σκηνή, θεῖος οἶκος, πέτρα, νεφέλη, αὔρα, ἀνατολή, ἀνάσταση, ἀνάπαυση, λουτρό, πῦρ, δρόσος, ὕδωρ, ποταμός, πηγή, γάλα, ἄρτος, οἶνος τῆς θείας καὶ Νηφάλιας Μέθης. Καινὸν νέκταρ, πανδαισία, τρυφή, ἀπόλαυση μυστική, ἥλιος ἄδυτος, ἀστὴρ ἀειλαμπής, ἀναμμένος στὸν οἶκο τῆς ψυχῆς λαμπτήρ. Τοῦτο τὸ Ἕν ἡ Κάθαρση, ἡ Παραμυθία, ὁ Εἷς καὶ ἡ Τριάς· ὁ Πατὴρ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐπὶ γῆς. Ὁ Μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἄνθρωπος διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου· ἵνα ὁ ἄνθρωπος ὁμοιωθῇ τῷ Θεῷ...
Ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερική, ἀλλὰ ἐσωτερική, δι᾿ ἐρωτικῆς περιχωρήσεως καὶ ἀντιδόσεως ἰδιωμάτων δι'ἀσυγχύτου ἐνυπάρξεως Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ἐν ἀλλήλοις καὶ ἀλληλομεταδόσεως τῶν ἰδιωμάτων ἀμφοτέρων. Ἔτσι συντελεῖται ἡ μακαρία καὶ ἱερὰ ἀλλοίωση, μεταβολὴ ὄχι τοῦ λόγου τῆς φύσεως, ἀλλὰ τοῦ τρόπου ὑπάρξεως...
Ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελοῦν παραδείγματα ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου.
Ὁ Θεὸς ποὺ ἐνσαρκώθηκε καὶ ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου σταυρώθηκε, ἐπιθυμεῖ ἀεὶ νὰ ἐνανθρωπίζεται διὰ τὴς ἀρετῆς καὶ τῆς γνώσεως στὸ πρόσωπο τοῦ πιστοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος γίνεται Θεός, τόσο ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος. Αὐτὴ εἶναι ἡ μίμηση. Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ εἶναι δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ μυστηρίου.
Ὁ ἄνθρωπος νοερὰ ἁρπάζεται ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσο ὁ ἄνθρωπος φανερώνει μὲ τὶς ἀρετὲς τὸν ἐκ φύσεως ἀόρατο Θεό.
Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς στὰ Φιλοσοφικὰ καὶ Θεολογικὰ Ἐρωτήματα θεολογεῖ: «Φασὶ γὰρ ἀλλήλων εἶναι παραδείγματα τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ τοσοῦτον τῷ ἀνθρώπῳ τὸν Θεόν, διὰ φιλανθρωπίαν ἀνθρωπίζεσθαι, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἑαυτὸν τῷ Θεῷ δι'ἀγάπης δυνηθεὶς ἀπεθέωσε, καὶ τοσοῦτον ὑπὸ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον κατὰ νοῦν ἁρπάζεσθαι πρὸς τὸ γνωστόν, ὅσον ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀόρατον φύσει Θεὸν διὰ τῶν ἀρετῶν ἐφανέρωσεν».
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος συστέλλεται, τόσο ὁ Θεὸς διαστέλλεται καὶ τοῦ προκαλεῖ τὴ θεία καὶ Νηφάλιο Μέθη. Ὁ γλυκύτατος Θεὸς ποὺ φανερώνεται ἀπαστράπτοντας, εἶναι ὁ οἶνος ὁ μυστικὸς ὅπου παραμένουν κρυμμένοι ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως: ὁ πέρα ἀπὸ κάθε γνώση λευκολαμπὴς οἶνος τῆς μυστικῆς γνώσως.
Ἀρετὴ σημαίνει φανέρωση τοῦ φωτός· τῆς μοσχοβολιᾶς καὶ εὐωδίας τοῦ οἴνου τοῦ μυστικοῦ· θεία ἀποκάλυψη.
Χριστὸς ἡ οὐσία τῆς ἀρετῆς...
Ἦρθε ἡ στιγμὴ νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὸν ἔρωτα καὶ τὴ Νηφάλιο Μέθη. Ὄντας μιὰ κατ'ἐξοχὴν ἐρωτικὴ φύση, ὁμολογῶν πὼς πιὸ δύσκολο πρᾶγμα γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ εἶμαι στὰ μαῦρα ντυμένος, νεκρὸς γιὰ τὰ παρόντα. Ἐπειδὴ ἔβαλα φραγμὸ στὸν ἄμεσο ἔρωτα, μόνο διὰ τῆς τελείας μετατροπῆς του ἀναζητῶ τὴν εὐτυχία. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποκλείει τυχὸν μικρορωγμές: ὀδυνηρὲς παρηγοριὲς γιὰ τὶς πίκρες τῆς ζωῆς, ποὺ ἀποτελοῦν πολλὲς φορὲς ἀφορμὴ γιὰ ἐνδυνάμωση τοῦ φραγμοῦ.
Ὁ ἔρως δῶρο τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν ἔρωτα πλάστηκε ὁ ἄνθρωπος, τὴ μέθη καὶ τὴν ἔλλαμψη. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει:«Ἐπιτεταμένη γὰρ ἀγάπη, ἔρως λέγεται· ᾧ οὐδείς ἐπαισχύνεται, ὅταν μὴ κατὰ σαρκὸς γένηται παρ'αὐτοῦ ἡ τοξεία». Ὁ ἔρωτας ποὺ ἔχει γιὰ στόχο τὴ σάρκα κορέννυται καὶ γι'αὐτὸ πεθαίνει. Ὅταν ὁ στόχος του εἶναι ὁ Θεός, δὲν βρίσκει ποτὲ κορεσμό. Τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας του εἶναι ἄπειρο καὶ ἀσύλληπτο, γι'αὐτὸ ὁ θεῖος ἔρως δὲν πεθαίνει, ἀλλὰ συνέχεια ἐνδυναμώνεται.
Σοφότατα λέγει ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος ὅταν γράφει: «Μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα· τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα, αἰώνια». Γιὰ τὸν ἔρωτα τῆς ὄντως ἀγάπης μιλῶ· γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ· τοῦ Μὴ Ὁρώμενου. Ὁ μόνος ἀληθινὰ γλυκύς, ἐπιθυμητός, ἐράσμιος. Ἔρως ποὺ ἐπεκτείνει τὸν πόθο πρὸς τὶς θεῖες ἡδονές· συνεύρεση χωρὶς τέλος.
Ὅπως ὁ ὀφθαλμὸς κατασκευάστηκε μὲ γνώμονα τὸ φῶς, τὸ δὲ αὐτὶ τὸν ἦχο, ἔτσι ὁ ἀνθρώπινος ἔρως ἔχει γιὰ μέτρο του τὸν Θεό. Ὁ Χριστὸς εἶναι «τὸ κατάλυμμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων». Αὐτός, ὁ «μανικὸς ἐραστής», δι'ἔρωτος μᾶς ἑλκύει κι ἐμεῖς δι' ἔρωτος Τὸν ἑλκύομε. Ὁ μανικός Του ἔρως μᾶς παρέχει τὸ βακχευτικὸ φίλτρο τῆς Νηφάλιας Μέθης. Ὁ ἔρως διὰ τοῦ ἔρωτος νικᾶται. Μόνο ὁ εὔτοξος καὶ φτερωτὸς ἔρως τοῦ νοητοῦ κάλλους μᾶς φέρνει στὴ χώρα τοῦ φωτός, στὸν οἶκο τοῦ οἴνου, ὅπου οἱ δρόμοι τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς καὶ τῆς κατὰ σάρκα γνώσεως δὲν ὁδηγοῦν ποτέ.
Ὁ ἔρως σταυροῦται. Δὲν πρόκειται περὶ σωματικῆς φιλίας, ἀλλὰ περὶ νοητῆς. «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοῖ πῦρ φιλόϋλον», γράφει ὁ θεῖος Ἰγνάτιος.
Χαρακτηρίζω τὸν σαρκικὸ ἔρωτα ὡς ἀφροδισιασμό, ἀλλὰ ὁ ἀφροδισιασμὸς ἀποαφροδισιοποιεῖ, ἐνῶ μαζὶ φραγμὸς καὶ μετατροπὴ τοῦ ἔρωτα πρὸς τὴν ὄντως καὶ ἀόρατη ἀγάπη ἐνδυναμώνει τὸν ἔρωτα καὶ προκαλεῖ τὴν ἔλλαμψη. Αὐτὴ ἡ ἀόρατη ἀγάπη εἶναι ὁ Δημιουργός, ποὺ τὸ κάλλος Του εἶναι ἀοράτως παρὸν στὴ Δημιουργία Του. Αὐτὴ ἡ ὄντως ἀγάπη ἔχει γιὰ σῶμα τὴν ὄντως ὕλη, ποὺ περνοῦσε τοὺς τοίχους δίχως ἐμπόδιο καὶ σήμερα κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός - γιατὶ ἡ ὄντως ὕλη εἶναι πνεῦμα, καὶ γιὰ τὴ φιλία καὶ ἀπόλαυση αὐτοῦ τοῦ θείου σώματος καλούμεθα. «Φάγετε καὶ πίετε» ὁ Λόγος λέγει. Ὁ δὲ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Τί δὲ ἐστιν ὃ κατανοοῦντες ὁρῶσι; Τὸ ἁπλοῦν τῆς θεότητος αὐτὸ φῶς τοῖς νοεροῖς ὀφθαλμοῖς ὁρῶσι πλουσίως, ὃ καὶ ψηλαφῶντες ἀΰλοις χερσὶν ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι, ἀνεστίως ἐσθίουσιν ἐν πνευματικῷ τῷ τοῦ νοὸς καὶ τῆς ψυχῆς αὐτῶν στόματι, οὗ τῆς θεωρίας τοῦ κάλλους καὶ τῆς γλυκύτητος ὅλως κορεσθῆναι οὐδέποτε δύνανται»...
Κατὰ τὴν προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος πίνει τὸν καλὸ οἶνο τοῦ Γάμου, τὸν πλέον ἡδονικὸ καὶ μεθυστικό, ποὺ ὅσο τὸν γεύεται, τόσο καὶ περισσότερο διψᾶ. «Ὅτε πίνω, καὶ διψῶ», λέει ὁ Ἅγιος Συμεών.
Ὁ ἔρως φέρνει τὴ μέθη, ἡ μέθη φέρνει τὸν ἔρωτα, ὁ ἔρως εἶναι μέθη, ἡ μέθη εἶναι ἔρως.
Τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι θεῖα καὶ ἱερὰ οἰνοπωλεῖα Νηφάλιας Μέθης. Οἰνοπώλης ἡ Παναγία. «Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ, ἄμπελος ἀληθινή, τὸν βότρυν τὸ πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζοντα, τὸν τὰς ψυχὰς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σε δοξαζόντων». Οἱ καλόγεροι οἰνοπότες ποὺ νικᾶνε τὸν χρόνο ξεκοκκίζοντας τὸ κομποσκοίνι ἀντὶ γιὰ τὸ κοινὸ κομπολόγι.
Ἐκεῖ οἱ συμπότες διδάσκονται τὴν καλὴ ὀρθόδοξη συμπεριφορά, ποὺ τὸ μυστικό της εἶναι νὰ ξέρει κανεὶς νὰ ἀγαπᾶ.
Οἱ καλόγεροι διψᾶνε γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ Μέθη Του. Γιὰ τὴν Ἀγάπη, γιὰ τὴν πόση τοῦ Φωτός. Γιὰ τὴ γεύση, κατέναντι τοῦ Ἡλίου, τοῦ οἴνου τοῦ λευκολαμποῦς τῆς Νηφάλιας Μέθης, τελικῆς τοῦ Θεοῦ ἀεὶ ἐπεκτεινομένης ἀπολαύσεως.
Οἱ μοναχοί, γιὰ νὰ μετέχουν κατ'ἔφεσιν τῶν θεοποιῶν ἀκτίστων τοῦ Θεοῦ ἐνεργειῶν, ἐπικαλοῦνται τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων, καὶ τῶν ἰδίων Γεροντάδων τους.
Χαρακτηριστικὴ ἡ προσήλωση τῶν μοναχῶν στὴν Παναγία. Οἱ Ἁγιορεῖτες νιώθουν ὅτι ζοῦν στὸ Περιβόλι της.
Σχετικὰ ὁ Ἅγιος Γέροντάς μου, Ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ἔχει γράψει: «Ἡ ἐξαιρετικὴ ἀγάπη τῶν Ἁγιορειτῶν Μοναχῶν στὴν Κυρία Θεοτόκο πηγάζει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους στὸν Λόγο Χριστὸ ποὺ Τὸν οἰκειοῦνται διὰ μέσου τῆς ἐν μετανοίᾳ καρδιακῆς ἐπικλήσεως τοῦ Ὀνόματός Του. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πάλι πρὸς τὴν Παναγία αὐξάνει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Μονογενὴ Υἱόν της καὶ τὸν πόθο γιὰ περισσότερη κοινωνία μαζί Του, διὰ μέσου τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς».
Μὲ ὅσα ἑλληνικὰ ξέρω, ἐκ δανείων, αὐτὰ ἤθελα νὰ πῶ, ἐκ βάθους ψυχῆς ἐγὼ ὁ μηδαμινός.
Παρακαλῶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐμοῦ νὰ συντύχω κωπηλάτες τοὺς Νόας καὶ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ νὰ τιμονεύω μὲ νοῦ καὶ λόγο, σοφά, τὴν ψυχή μου, ἀκάτιον στὸν γλυκὺ οἴνοπα πόντο, ἔχοντας στὸ κατάρτι ὑψηλὰ τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ λευκὸ ἱστίο ἀναπεπταμένο καὶ πλῆρες βοτρύων τῆς ἀμπέλου, ὥστε «θείῳ βακχευόμενος πνεύματι» νὰ διεξέλθω τὴν ἀτρύγετο τοῦ βίου θάλασσα.
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΥΜΕΩΝ -ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (Ἐπεξεργασμένο κείμενο ὁμιλίας πού δόθηκε στον Βόλο, τα Γιάννενα, την Ἀθήνα καί τή Λιβαδιά, κυρίως σέ φοιτητές, κατά τή διάρκεια τοῦ 1984)
Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026
Από τον μοναχό Θεολόγο Ιβηρίτη, για τον αείμνηστο Γέροντά μου Βασίλειο
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Η παραβολή του Ασώτου Υιού ( ένα από τα ωραιότερα κείμενα για την παραβολή του σπλαχνικού Πατέρα )

