Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεατρικά ανάλεκτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεατρικά ανάλεκτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Θεοφίλου καὶ Κασσιανῆς ἀγκαλιασμένες λέξεις





Στὰ στενὰ σοκάκια τῆς Πόλεως τῶν πόλεων τὸ νέο διεδόθη γρήγορα.
Εὑρισκόμεθα κάπου στὸ 830 μχ. γιὰ νὰ σᾶς μεταφέρω λίγο στὸν χρόνο. Ὁ νεαρὸς αὐτοκράτωρ Θεόφιλος εὑρίσκετο σὲ ἡλικία γάμου καὶ ἡ μητριά του, ἡ κυρὰ Εὐφροσύνη ὀργανώνει σήμερα τὸ βράδυ μίαν περίεργη συνεύρεση. Ἐκάλεσε τὶς ὡραιότερες κόρες τῆς βασιλευούσης στὸ παλάτι, ὥστε ὁ Θεόφιλος νὰ διαλέξῃ μίαν γιὰ γυναῖκα του.

Τὸ κουτσομπολιὸ στὰ πέριξ εἶχε ἀρχίση ἀπὸ νωρίς…
Ποιά θά ἦταν ἡ τυχερή;
Εἶχε μήπως ἤδη κάποιαν κατά νοῦ;

Ἡ ὥρα πέρασε καὶ κατὰ τὸ βραδάκι περίπου εἴκοσι ἀπὸ τὶς ὀμορφότερες νέες τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχαν μαζευθῆ στὸ Μέγα Παλάτιον, περιμένοντας μὲ ἀγωνια αὐτὸν τόν, κάπως ἀνορθόδοξο, διαγωνισμὸ ὀμορφιᾶς. Ἴσως νὰ ἦταν καὶ τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς ποὺ ἐπραγματοποιήθη στὴν Βασιλεύουσα, τὴν τελευταία εἰκοσαετία. Ἡ  τυχερὴ δὲν θὰ ἔπαιρνε ἁπλᾶ ἔναν τίτλο ὀμορφιᾶς καὶ ἴσως κάποιο συμβολαιάκι μὲ κάποιαν ἑταιρεία, ὅπως εἴθισται μὲ τὰ σημερινὰ καλλιστεῖα τοῦ Ἀντένα, ἀλλὰ θὰ γινόταν ἡ νέα Αὐτοκράτειρα τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας.
Ισως, γιὰ ἐκείνην τὴν ἐποχή, ὁ μεγαλύτερος τίτλος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχη κάποια γυναῖκα σὲ ὅλον τὸν πλανήτη.

Οἱ κόρες παρετάχθησαν σὲ σειρὰ  ἐμπρὸς ἀπὸ τὸν θρόνο. Ἄλλες χαρούμενες, ἄλλες ἀγχωμένες, ἄλλες σκεπτικές. Ἀπέναντί τους ἔκατσε ὁ Θεόφιλος μὲ τὴν μητριά του, ψηλὸς καὶ εὐθυτενής, μὲ τὰ πράσιν;του μάτια, μὲ τὸ ἀτημέλητο μοῦσι καὶ μὲ τὴν χρυσοποίκιλτη ἐνδυμασία τοῦ ἔμοιαζε μὲ ἥρωα παραμυθιοῦ.
Πολὺς ὁ ἐρωτισμὸς ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Ποῦ νά χωρέσῃ σέ ἕνα παλάτι;
Ἀπὸ τὰ παράθυρα τὸ ἔσκαγαν τὰ οἰστρογόνα καὶ σὰν ὀμίχλη ἐσκέπασαν ὅλην τὴν πόλη.

Ἡ κυρὰ Εὐφροσύνη, δίδοντας ἕνα χρυσὸ μῆλο στὸν Θεόφιλο, τοῦ εἶπε: « δῶσε το στὴν ἐκλεκτὴ τῆς καρδιᾶς σου.
Ὁ Θεόφιλος τὸ πῆρε στὰ  χέρια του καὶ κατέβηκε σιγὰ σιγὰ τὰ σκαλιὰ τοῦ θρόνου καὶ κατευθύνθη πρὸς τὶς κοπέλες. Προσεπάθησε νὰ κάνῃ τάχα πὼς τὶς παρατηρεῖ ὄλες, μά, μπορεῖ νὰ κορόιδευε ὅλους, ἀλλὰ ὄχι ὅμως τὴν ἴδια του τὴν καρδιά. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τὴν εἶδε, τὴν πιὸ μικρόσωμη, αὐτὴν τὴν νεαρή, τετάρτη ἀπὸ τὸ τέλος. Αὐτὴν μὲ τὰ ὄμορφα λεπτὰ φρύδια, μὲ τὴν φλόγα στὰ ἀμυγδαλωτὰ μαῦρα μάτια της. Αὐτὴν μὲ τὴν λάμψη στὸ πρόσωπο. Αὐτὴν μὲ τὰ ἀδύνατα χεράκια, ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν καταφέρνῃ νὰ κρατήσῃ ἕνα μπουκάλι, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ χέρια σοῦ σφίγγουν τὴν καρδιὰ καὶ σὲ κάνουν ἀνίκανο νὰ πῇς καὶ νὰ κάνῃς τὸ ὁ,τιδήποτε.
Αὐτὸ ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τὸν Θεόφιλο, ποὺ ἀνίκανος νὰ ἀντισταθῇ  σὲ αὐτὴν τὴν λάμψη, ἐστάθη ἐμπρός της, τὴν ἐκκύταξε στὰ μάτια, θέλοντας νὰ τὴν ἐλέγξῃ πρῶτα καὶ τῆς εἶπε:  «Ἐκ γυναικὸς ἐῤῥύη τὰ φαῦλα».
Δηλαδή: Ἀπὸ τὴν γυναῖκα προέρχονται τὰ χειρότερα. ἐννοώντας τὴν Εὕα καὶ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.

Ἡ Νεαρὴ Κασσιανή, ποὺ αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά της, ἐτοιμόλογη καθὼς ἦταν δὲν ἐδίστασε οὔτε ἔνα δευτερόλεπτο γιὰ νὰ ἀπαντήσῃ «ἀλλ’ ὡς ἐκ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείτω»!!!, δηλαδή: καὶ ἀπὸ τὴν γυναῖκα πηγάζουν τὰ καλλίτερα, ἐννοώντας τὴν Παναγία.
Ἀὐτὸ ἦταν!
Ἁλοιφὴ ὁ Θεόφιλος! Ἐσέρνετο στὰ πατώματα!
Ὅλα ἔμοιαζαν τέλεια. Αὐτὴ ἦταν αὐτὴ καὶ καμμία ἄλλην στὸν κόσμο.
Ὅλα τέλεια ἐκτός…
…ἀπὸ τὸ κατσούφιασμα στὸ πρόσωπο τῆς κυρὰ Εὐφροσύνης, ποὺ τὸν ἐπῆρε παράμερα καὶ ἄρχισε τὸ ψαλτήρι. Μπούρου μπούρου, εἶναι κοντή, εἶναι καχεκτική, εἶναι στενὴ ἡ λεκάνη της, δὲν ἔχει καθόλου στῆθος καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ εἶναι καὶ γλωσσοῦ… Αὐτήν θά βάλουμε στό παλάτι; Πᾶς καλά Θεόφιλε; Σκέψου τὸν θρόνο… Σκέψου τὴν αὐτοκρατορία… Σκέψου Θεόφιλε, σκέψου…

Σὰν Κυκλώνας στριφογύριζαν οἱ σκέψεις στὸ μυαλὸ τοῦ Θεοφίλου. Τελικὰ ἔγινε αὐτὸ ποὺ γίνεται πάντα ὅταν τὸ μυαλὸ σκέφτεται ἀντὶ γιὰ τὴν καρδιά:  ὁ Θεόφιλος ἔδωσε τὸ μῆλο στὴν Θεοδώρα.
Ἡ Κασσιανὴ δὲν κατανοοῦσε πιὰ τὸν κόσμο. Γιατί;;; Ἀφοῦ….. δὲν μπορεῖ νὰ μὴν τὸ ἔνοιωσε… Δὲν μπορεῖ… Τὰ μάτια μου τοῦ τὸ εἶπαν… Γιατί´..
Γιατί, ἀφοῦ τὸ εἶδα στὰ μάτια του… γιατί;;

Ἡ Κασσιανὴ οὐδέποτε πῆρε ἀπάντηση, γιατὶ αὐτὴ ἄκουγε μόνον τὰ λόγια τῆς καρδιᾶς της κι ὄχι τοὺς ψιθύρους τῆς Εὐφροσύνης καὶ τῶν αὐλικῶν.
Στὰ χρόνια τοῦ βυζαντίου ἡ καρδιὰ δὲν ἦταν δοκιμαστικὴ κολώνια ἀπὸ τὰ Hondos. Μία ἦταν καὶ τὴν ἔδιδες σὲ ἕναν, μόνον σὲ ἕναν. Καὶ ἡ Κασσιανὴ τὴν εἶχε δόση στὸν Θεόφιλο, ἄσχετα ἐὰν αὐτὸς οὐδέποτε τὴν πῆρα. Αὐτὴ πάντως  τὴν ἔδωσε, τὴν ἀκούμπησε ἐκεῖ, ἐπάνω στὰ κρύα μάρμαρα τοῦ παλατιοῦ.
Μάζεψε τὰ κομμάτια της καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι.
Ὁ κόσμος γύριζε γρήγορα γύρω της σὰν σβούρα.
Οἱ λάμψεις τῶν κεριῶν, οἱ φωνές, μὲ κάθε της βῆμα τὸ σῶμα ἄδειαζε, λὲς καὶ χυνόταν ὅλο της τὸ αἷμα στὰ πέτρινα καλντερίμια τῆς πόλεως. Πόνος, ὀργή, θλίψις… Ὅλα τριγύρω της τὴν περιγελοῦν καὶ μετά…
…σκοτάδι!
Σκοτάδι καὶ μιὰ γλυκιᾶ ἡρεμία… μία γλυκιὰ μουσικά… Μία ζεστασιά… Ἕνα χέρι… Ἦταν ἐκεῖνος...

Κασσιανὴ σήκω καὶ ἔλα σὲ ἐμέναν.  Τὰ λόγια του, ἡ φωνὴ τόσο ζεστή. Τόσο οἰκεία.
Τὴν ἄλλην ἡμέρα ἡ Κασσιανὴ ξύπνησε στὸ πατρικό της. Ἀπὸ βραδὺς τὴν ηὗραν περαστικοί, ποὺ τὴν ἐγνώρισαν, καὶ τὴν μετέφεραν στὸ σπίτι της. Ἡ Κασσιανὴ ξύπνησε καὶ τὸ πρῶτο ποὺ θυμήθηκε ἦταν ΕΚΕΙΝΟΣ.
Εἶχε πάρη πιὰ τὴν ἀπόφασή της. Θὰ γίνω Καλόγρια, εἶπε, θὰ ἀφιερωθῶ σὲ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ μόνη ἀλήθεια, ἡ μόνη παρηγοριά, ὁ μόνος ποὺ οὐδέποτε θὰ μὲ ἀπαρνηθῆ.

==========================
Στὴν αἴθουσα τοῦ θρόνου, στὸ Μέγα Παλάτιον, εἶναι ὅλα σκοτεινά. Κκλειστὲς κουρτίνες, σβησμένα κεριά. Μόνον ἕνα κεράκι τρεμοπαίζει στὴν ἄκρη τῆς αἰθούσης. Στὴν ἄκρη, ἐκεῖ ποὺ πρὶν πολλὰ χρόνια εἶχε ξανασταθῆ ὁ Θεόφιλος καὶ ἴσως νὰ πῆρε τὴν μεγαλυτέρα ἀπόφαση τῆς ζωῆς. Τὴν μεγαλυτέρα λάθος ἀπόφαση τῆς ζωῆς του ἴσως;
Αὑτὴ ἡ σκέψις μαράζωνε ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια τὸν μεσήλικα πιὰ Θεόφιλο.

Σὲ μίαν καρέκλα καθισμένος, στὸ ἴδιο σημεῖο ὅπως τότε, ἔφερνε καὶ ξανάφερνε στὸ μυαλό του ἐκείνην τῆν στιγμή. Ἐὰν τότε εἶχε ἀποφασίση ἀλλοιῶς, ἐὰν ἐπέμενε, ἐὰν ἔτρεχε ξωπίσω της ποτέ…
Εἶναι ἀργά, εἶναι πιὰ ἀργά. Ὁ χρόνος εἶχε ἀφήση τὰ σημάδια ἐπάνω του καὶ αὐτὴ ἡ καταραμένη ἀσθένειά του τοῦ ἔλειωνε κάθε ἡμέρα τὰ σωθικά. Τὸ καταλάβαινε ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα, πὼς τὸ τέλος του ἐπλησίαζε. Θὰ ἔφευγε σὲ λίγο… Θὰ ἔφευγε καὶ τὸ μόνο ποὺ τὸν στενοχωροῦσε ἦταν πὼς οὐδέποτε κατάφερε νὰ τὴν ξαναδῆ. Αὐτὰ τὰ μαῦρα ἀμυγδαλωτὰ μάτια της, αὐτὰ τὰ λευκὰ ἀδύνατα χεράκια καὶ αὐτὴν τὴν λάμψη τοῦ προσώπου της.

Βγῆκε ἀπὸ τὸ παλάτι.. Ὁ ἀνοιξιάτικος ἥλιος τὸν ἐτύφλωσε πρὸς στιγμὴν καὶ δὲν εἶδε τὴν ἅμαξά του ποὺ ἐστέκετο ἀπ΄ ἔξω, ἕτοιμη γιὰ νὰ τὸν μεταφέρῃ. Μπῆκε μέσα χωρὶς νὰ μιλήσῃ.

-Στήν ἀγορά; Τὸν ἐρώτησε ὁ ὁδηγός.
Ὁ Θεόφιλος δὲν ἀπήντησε…
-Στήν ἀγορά;, ἐπανέλαβε ὁ ὁδηγός.
-Πήγαινέ με ὅπου θέλεις, τοῦ ἀπήντησε ὁ Θεόφιλος.
-Θὰ σᾶς πάω ἐκεῖ ποὺ θέλει ἡ καρδία σας βασιλιᾶ μου.

Ἐκεῖ ὅπου θέλει ἡ καρδιά μου, ἐσκέφθη χαμογελώντας ὁ Θεόφιλος. Ἐκεῖ ποὺ θέλει ἡ καρδιά μου, ἐψέλλισε…
-Ὁδηγὲ τρᾶβα γιὰ τὸ μοναστῆρι τῆς Κασσίας.
-Εἶσαι σίγουρος Βασιλιά μου; Εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν Πόλη. Θέλουμε ὧρες γιὰ νὰ φθάσουμε.
Ὁ Ὁδηγὸς χαμογέλασε, σήκωσε τὸ φρένο, τίναξε τὰ γκέμια καὶ ἡ ἅμαξα ξεκίνησε.

==========================
-Ἀδελφὴ Κασσιανή, ἀδελφὴ Κασσιανή… Τὰ βήματα γοργὰ ἀνέβηκαν τὰ σκαλιὰ τῆς παλαιᾶς κυκλικῆς ξύλινης σκάλας. Μὲ κομμένη τὴν ἀνάσα ἔσπρωξε τὴν βαρειὰ ξύλινη πόρτα καὶ μπῆκε στὸ κελί, ψηλὰ στὸν πύργο.
-Ἀδελφὴ Κασσιανή, ἐφώναξε, εἶναι ἐδῶ, εἶναι ἐδῶ ὁ βασιλεὺς καὶ ζητᾶ νὰ σὲ δῇ.
Σήκωσε τὸ κεφάλι της κι ἐκκύταξε τὴν νεαρὴ δόκιμη σὰν χαμένη. Ὅλη της ἡ ζωὴ περνοῦσε γρήγορα ἀπὸ τὰ μάτια της. Ὅ,τι  ἔζησε ὅτι εἶδε, σὰν νὰ καβάλησε ἕναν πελώριο ἀετὸ καὶ πετοῦσε μέσα στὴν ἴδια της τὴν ζωή, ξαναευρέθη λιπόθυμη στὸ καλντερίμι, ἔξω ἀπὸ τὸ Παλάτι, «ἔλα σὲ ἐμέναν», τῆς εἶχε πῆ τότε ὁ Κύριος καὶ τὸν ἠκολούθησε… Τί ἔγινε τώρα; Γιατί γύρισε; Γιατί ἦλθε νά τῆς θυμήσῃ πάλι τά παλαιά; Γιατί ἦλθε πάλι νά τῆς ἀνοίξῃ τήν παλαιά πληγή; Γιατί ἦλθε πάν νά τῆς ξυπνήσῃ πόθους, πού εὐλαβικά κρατοῦσε σφραγισμένους μέσα της; Ἦλθε πάλι κρατώντας τήν καρδιά της, πού εἶχε ἀφήση ἐκείνην τήν νύκτα στά κρύα μάρμαρα τοῦ παλατιοῦ καί νά τήν τοποθετήσῃ στό ἄδειο σῶμα της; Ἤλθε νά τῆς θυμήσῃ πώς εἶναι γυναῖκα;

-Τί θά κάνης τώρα ἀδελφή;
– Ἄφησέ με μόνη ἀδελφή, τῆς ἀπήντησε, καὶ ἡ δόκιμη βγῆκε ἀπὸ τὸ κελί της.
Κατέβηκε γρήγορα τὴν σκάλα καὶ στὴν ἐξώθρα ἀντίκρυσε τὸν Θεόφιλο, ποὺ μόλις ἔφθασε.
– Εἶναι ἐδῶ, τὴν ἐρώτησε.
Ἡ δόκιμη δὲν ἀπήντησε. Κύτταξε ψηλά, πρὸς τὸ κελὴ τῆς Κασσιανῆς κι ἔφυγε τρέχοντας.

==============================
Ἀνεβαίνει ἀργὰ τὴν κυκλικὴ σκάλα. Τὰ μάτια του παρατηροῦσαν τὰ σκοροφαγωμένα σκαλοπάτια, τὰ φθαρμένα ἀπὸ τὸν καιρὸ ῥιχτάρια, τὰ μεγάλα καρφιά, ποῦ προεξεῖχαν τὰ κεφάλια τους καὶ ἔτριζαν σὲ κάθε του βῆμα. Τὸ καταπονημένο του σῶμα δυσκολεύετο νὰ ἀνεβῇ τὰ σκαλιὰ καὶ τοῦ φαίνονταν ἀτελείωτα. Σὲ λίγο δὲν ἄκουγε πιὰ τὸ τρίξιμο τῶν καρφιῶν, οὔτε τὸν γδοῦπο τῶν βημάτων του. Τὸ μόνο ποὺ ἄκουγε ἦταν ὁ κτῦπος τῆς καρδιᾶς του. Ἐβιάζετο ἡ καρδιά του. Ἐβιάζετο νὰ στείλῃ τὸ αἷμα στὶς φλέβες του. Ἐβιάζετο νὰ τὴν δῆ…
Ὄσο πλησίαζε τόσο πιὸ γρήγορα κτυποῦσε ἡ καρδιά του. Ἡ ἀδρεναλίνη του στὰ ὕψη καὶ ἡ καρδιά του ἕτοιμη νὰ πεταχθῇ ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ νὰ πετάξῃ…

Τελευταῖο σκαλί, τελείωσαν ὅλα, ἔφθασε ἡ στιγμή, ἡ στιγμὴ ποὺ περίμενε τόσα χρόνια… Ἡ στιγμὴ ποὺ τὴν εἶχε πλάση χιλιάδες φορὲς μέσα στὸ μυαλό του.
Ἔπιασε τὸ μάνταλο τῆς πόρτας, ἔβαλε τὸν ἀντίχειρά του στὴν κορωνίδα κι ἐκοντοστάθη, πῆρε βαθειὰ ἀνάσα κι ἔσπρωξε σιγὰ σιγὰ τὴν πόρτα.
Μισοσκόταδο στὸ κελί.
Ἐστάθη μερικὰ δευτερόλεπτα μέχρι νὰ συνηθήσουν τὰ μάτιαα του στὸ λίγο φῶς.
Μία ἀκτὶς ἔμπαινε μόνον ἀπὸ τὸ μισόκλειστο παράθυρο κι ἔπεφτε ἐπάνω στὸ ξύλινο γραφεῖο, στὴν μέση τοῦ δωματίου. Σιγὰ σιγὰ ἄρχισε νὰ διακρίνῃ τὸν χῶρο.
Κενός… Κανεῖς ἐκεῖ… Τί ἔγινε;, ἐσκέφθη… Μήπως δέν εἶναι ἐδῶ; Μήπως μοῦ εἶπαν ψέμματα;;; Μήπως ἔφυγε;
Μά… Ὄχι, δὲν μπορεῖ… ἀφοῦ τὴν νοιώθω, νοιώθω τὴν ἀνάσα της.. Νοιώθω τὸν κτῦπο τῆς καρδιᾶς της…
Ἔστρεψε τὸ βλέμμα του λίγο δεξιά…
Στὴν παλαιὰ δίφυλλη ντουλάπα ἕνα θρόισμα… Ἕνα ἀνεπαίσθητο τρίξιμο βγῆκε ἀπὸ τὴν μισάνοικτη πόρτα τῆς ντουλάπας.
Ὁ κόσμος γύρισε ἀνάποδα γιὰ τὸν Θεόφιλο.
Μά γιατί; Μήπως φοβᾶται; Μήπως μέ ἐκδικεῖται γιά τότε;
Ἐρωτήματα, ἐρωτήματα ὅμως ποὺ ἔμειναν ἀναπάντητα.
Ἀνταπάντητα ὅπως καὶ τὰ ἐρωτήματα τῆς Κασσιανῆς, πρὶν πολλὰ πολλὰ χρόνια.

Ἔκανε νὰ φύγῃ ἀλλὰ κοντοστάθηκε.
Ἔῤῥιξε μίαν ματιὰ στὸ παλαιὸ γραφεῖο. Ἐπάνω του ὑπῆρχε ἕνα χαρτὶ μισογραμμένο κι ἕνας κονδυλοφόρος μὲ τὸ μελάνι.
Περπάτησε ἔως ἐκεῖ κι ἐκοντοστάθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ γραφεῖο γιὰ νὰ διαβάσῃ τὸ χαρτί:



Κύριε ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα
γυνὴ τῇ σῦν αἰσθομένῃ θεότητα
μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν
ὀδυρομένη, μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ σου κομίζει.
Οἴμοι λέγουσα ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει,
οἶστρος ἀκολασίας,
Ζοφώδης Τε καὶ ἀσέληνος ἔρως
τῆς ἁμαρτίας
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ,
κάμθητι μοῖ πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σοῦ κενώσει
καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν
τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις
Ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὕα τὸ δειλινόν,
δηλαδή:
Κύριε,
Ἡ γυναῖκα ποὺ ἔπεσε, σὲ τόσες ἁμαρτίες, σὰν ἄκουσε, σὰν ἐνοιωσε τὴν θεϊκή σου Χάριν,
σὰν μυροφόρας ἔνδυμα, στὰ κλάματα πνιγμένη μῦρα πρὸ τοῦ θανάτου Σου,
ἐντάφια σοῦ φέρνει, καὶ ὠιμέ, στενάζει, κλαίει καὶ θρηνεῖ
πολλὴ μὲ δέρνει νύχτα ἀσέληνος καὶ σκοτεινὴ
ἔρως τῆς ἁμαρτίας νύκτα ποὺ φλέγει καὶ κεντὰ πόθους ἀκολασίας.
Δέξου Χριστέ, τὰ δάκρυα τὰ πύρινα ποὺ χύνω Σῦ,
ποὺ στὰ σύννεφα τραβᾶς τῆς θαλασσής τὸ κῦμα.
Γύρισε τὴν συμπόνια Σου, στοὺς στεναγμούς μου,
Σῦ ποὺ ἔγυρες τοὺς οὐρανοὺς στὴν θεία γέννησή Σου.
Τὰ πόδια σου τὰ ἅγια,
ἄφησε νὰ φιλήσω καὶ νὰ σκουπήσω ἄφησε μὲ τὰ ξανθὰ μαλλιά μου
Ὅπως ἡ Εὕα τὸ δειλινὸ μεσ’ στὸν παράδεισο,
Ὁ Θεόφιλος διάβασε τὸ ἡμιτελὲς τροπάριο ἀλλὰ πρὶν νὰ φύγῃ, σεβόμενος τὴν ἀπόφασή της νὰ μὴν τὸν συναντήσῃ καὶ νὰ μείνῃ ἀφιερωμένη γιὰ πάντα στὸν θεό, ἔσκυψε, πῆρε στὰ χέρια του τὸν κονδυλοφόρο καὶ ἔγραψε κάτι.
=====================
Τὰ λεπτὰ μέσα στὴν σκοτεινὴ ντουλάπα ἦσαν μαρτυρικά. Ἤθελε τόσο μὰ τόσο νὰ βγῇ καὶ νὰ τοῦ μιλήσῃ, νὰ τὸν ἀγκαλιάσῃ… Εἶχε νὰ τοῦ πῇ τόσα πολλά… Μὰ δὲν ἐκουνήθη διόλου. Σχεδὸν δὲν ἀνέπνεε.
Ἀφοῦ πέρασαν κάποια λεπτὰ ἄνοιξε λιγάκι τὴν ξύλινη πόρτα τῆς ντουλάπας καὶ βγῆκε. Ὁ Θεόφιλος εἶχε φύγη… Αὐτὴ ἦταν ἡ τελευταία φορὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν συναντήσῃ καὶ αὐτὴ ἡ εὐκαιρία μόλις ἐχάθη γιὰ πάντα καὶ ὁριστικά.

Πήγε πάλι στὸ γραφεῖο της, ἔσκυψε στὸ χαρτὶ καὶ εἶδε πὼς ὁ Θεόφιλος εἶχε γράψη κάτι έπάνω στὸ τροπάριό της:

«Κρότον τοῖς ὦσιν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη…»
δηλαδή:
«Σὰν ἄκουσε τὸν κρότο (τῶν βημάτων του) ἀπὸ φόβο ἐκρύφθη…»
Ἡ Κασσιανὴ ἔπεσε ὀδυρομένη ἐπάνω στὸ χαρτί, ἔκλαψε, ἔκλαψε καὶ ὅταν δὲν τῆς ἔμειναν πιὰ δάκρυα πῆρε μίαν ἀπόφαση. Νὰ ἀφήσῃ γραμμένο στὸ τροπάριό της αὐτὸ ποὺ ἔγραψε ὁ Θεόφιλος.
Ἐφ’ ὅσον δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ εἴμαστε μαζύ, ἐφ’ ὅσον δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ἀγκαλιασθοῦμε ἔστω γιὰ μίαν φορά, ἂς μείνουν γιὰ πάντα οἱ λέξεις σου μέσα στὶς δικές μου. Ἀγκαλιασμένες λέξεις γιὰ πάντα.
Κλείνοντας ἡ Κασσιανὴ συμπλήρωσε:

«Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη
καὶ κριμάτων μου ἀβύσσους ἧς ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σῶτερ μου.
Μὴ μὲ τὴν σῦν δουλῶν Περίδης ὁ ἀμετρήτων ἔχων τὸ ἔλεος.»
Δηλαδή…
Χριστέ μου, ψυχοσώστη
Μὴ μὲ ἀφήνεις ἔρημη καὶ ταπεινή σοῦ δούλη Σοῦ, ὅπου ἔχεις, ὡς Θεὸς ἀπείρη καλοσύνη”
Σὲ λίγες ἡμέρες ἔρχεται Μεγάλη Ἑβδομάδα.
Δὲν ξέρω ποῦ θὰ εἶμαι. Πάντως τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Τρίτης θὰ εἶμαι σίγουρα σὲ κάποιαν ἐκκλησία, ὅπως ἐδῶ καὶ περισσότερα ἀπὸ χίλια χρόνια, νὰ σταθῶ σὲ κάποιο ξύλινο στασίδι καὶ νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ παπᾶ, τὴν παλαιὰ ἱστορία, αὐτὴν ποὺ ἡ Ἑλληνορθόδοξος ἐκκλησία κράτησε ἀτόφια, ὅπως ἐγράφη καὶ συνεχίζει ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια νὰ τὴν ἐξιστορῇ.
Αὐτὸ ποὺ ὅλοι ξέρουμε ὡς «Τροπάριον τῆς Κασσιανῆς».

Ἂν βρεθεῖτε τυχαία τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Τρίτης σὲ κάποιαν ἐκκλησία, μόλις ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ παπὰς θὰ ψάλη τὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς σταθεῖτε γιὰ λίγο, κλεῖστε τὰ μάτια καὶ ἀφῆστε τὴν φαντασία σας νὰ σᾶς γυρίσῃ πίσω, πολλὰ πολλὰ χρόνια, πίσω στὴν Πόλη. Σεργιανῆστε στὰ καλντερίμια, καθῆστε στὰ μάρμαρα στὸ Μέγα Παλάτιον καὶ σίγουρα θὰ ἀκούσετε τὶς ἀγκαλιασμένες λέξεις τοῦ Θεοφίλου καὶ τῆς Κασσιανῆς.

Καπουργᾶς Κωνσταντῖνος

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

οι Μάγιερς!


This Couple Is REALLY GOOD and her facial expressions are priceless!The highlight of the traditional circus acts is Die Maiers, a German duo of clowns. The duo’s Sabine Maier, dressed in a fussy maid’s outfit with an inextricable small purse, does one of the best deadpan acts since Buster Keaton, and she’s joined by her geeky-looking husband Joachim Mohr to perform the funniest and most surprising trapeze act within memory.

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι του D. H. Lawrence επιστρέφει




Ιψεν

Γιατί στις μέρες μας, ο συγγραφέας Ντέιβιντ Χέρμπερτ Ρίτσαρντς Λόρενς, «δράστης» του ξορκισμένου για την Αγγλία των αρχών του 20ού αιώνα βιβλίου «Ο Εραστής της Λαίδης Τσάτερλι» εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον; Γιατί ο βρετανικός Τύπος ασχολείται ξανά μαζί του; Γιατί τα θέατρα (και ελληνικά – Θέατρο Ορφέας) φιλοξενούν το έργο που αμφισβητήθηκε όσο κανένα άλλο; Φταίει η σύνθετη σκέψη του συγγραφέα για τις ανθρώπινες σκέψεις και τις ανάγκες του σώματος, ή μήπως οι λέξεις που αναδεικνύει μέσα από τα κείμενά του; Ο Λόρενς κάποιες στιγμές θυμίζει Ιψεν. Και ο Ιψεν επικρίνει το ολέθριο του υποχρεωτικού γάμου. Η γυναίκα δεν μπορεί να στερείται την κοινωνική και εσωτερική ελευθερία. «Είναι ναυαγοί», γράφει στην Κωμωδία του Έρωτα. «Κι όμως, φαίνονται σαν Κροίσοι στην ευτυχία τους. Αυτοεξορίστηκαν από τον Παράδεισο – βυθίστηκαν ώς τα αυτιά μέσα στο θειάφι της Κόλασης, αλλά ο καθένας τους με ευχαρίστηση αυτοαποκαλείται ιππότης της Εδέμ». Ο Λόρενς από την πλευρά του σπρώχνει τη λαίδη Τσάτερλι στην αγκαλιά του εραστή. Την αποσυνδέει από τον σύζυγο-σακάτη. Την κάνει να γλιστρά στις ορέξεις του σώματος, μα και της ψυχής. «Απεταξάμην την υποκρισία», θα μπορούσε να φωνάξει σήμερα. Ποιος είναι τελικά ο καλός; Οι πρωταγωνιστές του Ιψεν ή η λαίδη Τσάτερλι και πώς ένας συγγραφέας αποδέχεται με τόσο πείσμα και χωρίς να υποχωρήσει ούτε βήμα από τη συγγραφική κοσμοθεωρία του να ζήσει με ένα βιβλίο απαγορευμένο στο προσκεφάλι του;

dhlawrence

«Δεν πρόκειται να δημοσιευτεί ποτέ, αλλά εγώ δεν θα κάνω την παραμικρή περικοπή», είχε πει τότε ο Λόρενς που δεν δίσταζε να περιγράφει, κάθε άλλο παρά κομψά, τις σεξουαλικές σκηνές της λαίδης με τον εραστή της. Η λέξη αιδώς, αρχαιοελληνική, με ερμηνεία πολυποίκιλη και διασταλτική, ήταν αυτή που προσκολλήθηκε σαν βδέλλα στην αριστερή ωμοπλάτη του Λόρενς. Θα μπορούσαμε δειλά να θυμηθούμε τον Καβαφικό στίχο «…χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ, μεγάλα και υψηλά έκτισαν γύρω μου τείχη» και να υποθέσουμε ότι ο Λόρενς υποχρεώθηκε να ζει σε περίκλειστα τείχη… Το βιβλίο πήρε την άδεια να κυκλοφορήσει την 3η Νοεμβρίου του 1960 και ο Τύπος εκείνης της εποχής δημοσίευσε πρωτοσέλιδες φωτογραφίες ανδρών στο τρένο που το διαβάζουν με βλέμμα απαστράπτον και γύρω τους λαθραναγνώστες-μιμητές αναστεναγμών. Ο Λόρενς όμως ήταν νεκρός από το 1930.

Graham Greene

Συγγραφείς, όπως ο Γκράχαμ Γκριν ή ο Χάξλεϊ, επέκριναν τη βρετανική κυβέρνηση. Είχε απαγορεύσει με δικαστική απόφαση το βιβλίο, χαρακτηρίζοντάς το πορνογραφικό υλικό. Οι εκδόσεις «Πένγκουιν» (ανέλαβαν να βγάλουν το φίδι από την τρύπα και φυσικά να εκδώσουν το βιβλίο) κάλεσαν στο δικαστήριο όλη την ελίτ της βρετανικής διανόησης της εποχής για να πει το αυτονόητο: Είναι παραλογισμός να θεωρηθεί πορνογραφική εργασία η μυθιστορηματική δουλειά μιας ιδιοφυΐας. Ο Άλντους Χάξλεϊ αποκάλεσε το βιβλίο έργο τέχνης που κινδυνεύει να τεθεί εκτός κυκλοφορίας, επειδή ο συγγραφέας του κατέφυγε σε λέξεις κολάσιμες για τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής… Πενήντα χρόνια μετά την πολύκροτη δίκη, το υλικό που χρησιμοποιήθηκε και φυλάσσεται στο αρχείο του Μπρίστολ δίδεται αυτές τις μέρες στη δημοσιότητα. Παράλληλα επανακυκλοφορεί και το βιβλίο. «Ο Εραστής της λαίδης Τσάτερλι» πούλησε πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα σε διάστημα τριών μηνών από την ημέρα της ανακοίνωσης της άρσης της απαγόρευσης. Το αποτέλεσμα εκείνης της δίκης υπήρξε ίσως το ερέθισμα για να δημιουργηθεί το θερμοκήπιο της ελεύθερης γραφής που ζούμε ώς τις μέρες μας χωρίς κανείς να «σεμνύνεται» τόσο για την ορολογία του σεξ.

Προφανώς η δικαίωση είναι πολλές φορές αποτέλεσμα στοιχειώδους ωριμότητας των αρχών. Εχουν όμως προηγουμένως ποδοπατηθεί προσωπικότητες που έχουν εγκαταλείψει τα εγκόσμια ως διαφθορείς. Οι απόψεις του Λόρενς δημιούργησαν μπαράζ εχθρών και η λογοκρισία ή ο ζήλος των «φυλάκων» των ηθικών αρχών της εποχής -οι ίδιοι διέπρατταν πολύ χειρότερα- τον οδήγησαν σε ένα είδος επιλεκτικής εξορίας, σ’ έναν τραχύ τρόπο ζωής. Την εποχή του θανάτου του, ο Λόρενς ήταν ένας αμετανόητος πορνογράφος που λέκιασε το συγγραφικό του ταλέντο. Πολύ αργότερα ήρθε η δικαίωση, η αποκατάσταση, η εξιλέωση ενός κατεστημένου που στο όνομα μιας λουστραρισμένης ηθικής σταύρωσε τον οραματιστή εκπρόσωπο της αγγλικής λογοτεχνίας. Αν ζούσε σήμερα ο Λόρενς κι αν χρειαζόταν να φανταστεί μια νέα λαίδη Κόνστανς, ίσως κάπου έγραφε, στο κομπιούτερ του πια: Αγαπώ σημαίνει ζω μες στην αέναη συνύπαρξη του τρόμου και του θαύματος… ίσως γιατί στην εποχή του το θαύμα όφειλε να παραμένει έγκλειστο μέσα στα θλιβερά, δίχως έρωτα δωμάτια.

Απο την ελληνική παράσταση στο θεατρο

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Μεθυστική "Φρεναπάτη"

Μαγεία! Μόνο αυτή η λέξη μπορεί να περιγράψει αυτό που νιώθει κανείς παρακολουθώντας την «Φρεναπάτη» του Πιερ Κορνέιγ στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου μας.

Ο «μαιτρ» Δημήτρης Μαυρίκιος που έχει κάθε φορά τον τρόπο να μας κλέβει, το καταφέρνει για άλλη μια φορά κάνοντάς μας ένα ακριβό θεατρικό δώρο - το ακριβότερο της χρονιάς.

"Φρεναπάτη" στο Εθνικό Θέατρο

Μια δεσποτική μητέρα -Εύα Κοταμανίδου- αναζητάει τον γιο της -Χρήστος Λούλης- που έχει αποδράσει από κοντά της, μην αντέχοντας την καταπίεση που του ασκεί. Φτάνει σε έναν μάγο -Γιάννης Βογιατζής- για να την βοηθήσει και αυτός ζωντανεύει μπροστά στα μάτια της και τα μάτια μας την πορεία του τυχοδιώκτη γιου. Τον βλέπουμε να δοκιμάζει, να δοκιμάζεται, να τολμά, να τρώει τα μούτρα του, να παθιάζεται, να ερωτεύεται παράφορα, να απατά, να μάχεται, να βουτά στην τέχνη του θεάτρου και να πλουτίζει από αυτή… Πρόκειται για ένα έργο ύμνο στο θέατρο, μια κορυφαία μαρτυρία για τη δύναμη της τέχνης και της ομορφιάς, που δεν φιμώνονται από καμιά εξουσία - γονική ή άλλη…
Το συναρπαστικό αυτό έργο ευτυχεί στο ανέβασμά του στην πρώτη κρατική σκηνή μας. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος έκανε με δεξιοτεχνικό τρόπο την μετάφραση και την διασκευή του και έστησε μια ατμοσφαιρική, ποιητική, ακριβή παράσταση που καθηλώνει το κοινό, το συναρπάζει, το συνταράσσει και το… μαγεύει. Αρωγοί του πολύτιμοι ο Δημήτρης Πολυχρονιάδης -λειτουργικό το σκηνικό του-, η Ελένη Μανωλοπούλου -έξοχα τα κοστούμια της- και ο Στάθης Σκουρόπουλος-υπέροχες οι μουσικές του, ενώ έξοχη δουλειά έχει κάνει ο Χρήστος Δήμας στο κινηματογραφημένο υλικό που κλέβει στιγμές-στιγμές την παράσταση.

"Φρεναπάτη" στο Εθνικό Θέατρο - οι πρωταγωνιστές

Ο Χρήστος Λούλης «είναι» ο Κλίνδωρ του Κορνέιγ. Δουλειά- κέντημα επιτυγχάνει στο νέο του θεατρικό «στοίχημα» που είναι κατά την γνώμη μου, απ’ τις πληρέστερες ερμηνείες του στο σανίδι. Σαγηνευτικός, σαρωτικός, με εσωτερικότητα και με ζηλευτό μέτρο γίνεται ο τυχοδιώκτης ήρωας που αποδρά και ψάχνεται, που δοκιμάζει και μάχεται, που ψάχνεται για να πλουτίσει τελικά από την τέχνη του. Η Έμιλυ Κολιανδρή εξελίσσεται εντυπωσιακά και κερδίζει τις καλύτερες των εντυπώσεων στην Ισαβέλλα της. Κύρος και εμπειρία φέρει στην σκηνή η κυρία Εύα Κοταμανίδου.Εξαίρετη η Ευγενία Αποστόλου στην «δαιμόνια» υπηρέτρια -τι τάλαντο!-. Ένας κι ένας και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, ο Γιώργος Γάλλος, ο Μανώλης Δούνιας αλλά και ο Γιάννης Κότσιφας, ο Σπύρος Ανδρεόπουλος, η Λουίζα Ζούζια…

Μια ξεχωριστή αναφορά αξίζει στον κύριο Γιάννη Βογιατζή που μεθά το κοινό με τον υπέροχο Μάγο του. Σπεύστε να δείτε την «Φρεναπάτη» στο Εθνικό. Είναι ακριβό «δώρο»!



Βασίλης Μπουζιώτης