
Ο. Ελύτης
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ό,τι έχω ζήσει έως τώρα...
Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθειά απόλαυση.
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.
Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωϊσμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματά τους.
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο...μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακκούλα...
Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει.
Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»!

Ξάπλωσε ανάμεσα στους ήλιους. Ανέμελα. Τα μάτια της κλείσανε. Ένα ποδήλατο σκαρφάλωσε στα βλέφαρα, κατέβηκε με φόρα τα χυτά της μαλλιά και τα ’βαψε ροζ. Γράμματα, περισπωμένες και τελείες ζουζούνισαν στ’ αυτιά της… Αποκοιμήθηκε. Κι είδε πως κυλίστηκε ξανά στο γρασίδι και πλατσούρισε στα γαλανά νερά. Σκαρφάλωσε και πάλι στα δέντρα, κι έκανε ορθοπεταλιές με το ροζ ποδήλατο. Κι ύστερα το στήθος της άνθισε. Το κόκκινο φανελάκι αγκάλιασε σφιχτά το σώμα της. Ο κόρφος της χορτάριασε. Τώρα ξαπλώνει διάφανη κάτω απ’ τον ήλιο και δέχεται το χάδι του νωχελικά. Αυτός ο ήλιος τη συντρόφευε στα πρώτα της παιχνιδίσματα, αυτός της ξαστέρωνε τις εφηβικές της μελαγχολίες. Αυτός ο ίδιος ήλιος θα τη δει σε λίγο να βγάζει βόλτα το πρώτο της μωρό κι αυτός θα δοξάσει τα άσπρα μαλλιά της αργότερα. Είναι ο ίδιος ήλιος που γυρνά αδιάκοπα και ορίζει ανελέητα το χρόνο. Τίποτα δεν ξεφεύγει απ’ τις ακτίνες του, τίποτα δεν διαφεύγει του Χρόνου…
Translation:
Ο χρόνος παρών
αγέρωχος, αδυσώπητος.
Μακιγιάρεται ή μασκαρεύεται
στο παρελθόν
ανάμεσα σε πέτρες και περιστήλια,
σε μνήματα και απουσίες.
Ερωτοτροπεί με το αύριο,
προσκαλεί και καρτερεί το μεθαύριο,
την κατάργησή του.
Κι εκεί
στα αμπέλια της Γαλλίας,
στα αμπέλια του κόσμου,
το Σήμερα,
η Ελπίδα, η Χαρά,
χαρίζεται και χαρίζει.
Η κοινωνία
χωρίς τέλος, χωρίς χρόνο,
χωρίς φόβο, χωρίς αμφιβολία.
Νυνί δε πάντων μένει
η Αγάπη.
Αν και το βλέμμα μου κρύφτηκε πίσω από το αραχνοΰφαντο πέπλο που έπλεξα ανέμελος χρόνια τώρα… μπορώ ακόμη να διακρίνω τις ακτίνες του ήλιου.
Αν και έμαθα να ακούω και να ζω με τις δικές τους φωνές, αγνοώντας αυτή που έρχεται από τα βάθη της καρδιάς μου, νιώθω ακόμη την αύρα της θάλασσας να μου χαϊδεύει το πρόσωπο.
Κάποιοι στέκονται εκεί έξω ακόμη… μπορώ και εγώ να ατενίσω τον ορίζοντα ελεύθερος. Μόνο να το πιστέψω και θα βρω τη δύναμη να σκίσω το δίχτυ που φυλάκισε τη ψυχή μου.

