Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά και περίτεχνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνικά και περίτεχνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

Ο Μάνος Χατζηδάκις και ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


“Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα απ’ την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού”
… Το 1988 κυκλοφόρησε «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» από τον Ίκαρο.
Η κλασική πλέον αυτή έκδοση περιέχει τριάντα έξι κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι, που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε περιοδικά και εφημερίδες ή εκφωνήθηκαν προς το κοινό. Το βιβλίο περιλαμβάνει και φωτογραφικό υλικό, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί υποστηρικτικό υλικό για το νοερό σχεδίασμα μιας αυτοβιογραφίας. Στο τέλος του βιβλίου ο ίδιος ο Χατζιδάκις μας ξεναγεί στις φωτογραφίες της ζωής του.
Τα κείμενα είναι πέρα ως πέρα Χατζιδακικά. Ευαίσθητα, ανατρεπτικά, «τελετουργικά», βαθιά πολιτικά, άκρως γοητευτικά και με μοναδική μουσικότητα δοσμένα. Ο Χατζιδάκις είναι ένας μάγος της μουσικής, αλλά κι ένας τεχνίτης του Έλληνος λόγου. Διαβάζοντας Χατζιδάκι αντιλαμβάνεσαι το του Εγγονόπουλου: «Οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά…».
Θα σταθώ εδώ σ’ ένα από τα κείμενα του βιβλίου και μάλιστα σ’ ένα μόνο κομμάτι του, που μου προκάλεσε – και λόγω ειδικότητος – το ενδιαφέρον.
«Η λιποθυμία των λέξεων πάνω σε πέντε γραμμές» (σ.114 – 122) είναι μια εποικοδομητική «φλυαρία», που λέει κι ο ίδιος ο Χατζιδάκις, πάνω στο σπουδαίο θέμα της σχέσης λέξεων, ποίησης και μουσικής. Και ποια η περιπέτεια του συνθέτη «να κάνει δική του τη λέξη, καθώς αυτή ξαπλώνει στο κρεβάτι των πέντε γραμμών».
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό «Τέταρτο», τεύχος 9, τον Ιανουάριο του 1986. Όμως ο Χατζιδάκις το είχε εκφωνήσει ως ομιλία νωρίτερα. Τον Αύγουστο του 1984 πραγματοποιήθηκε στην Κάρπαθο ένα Συμπόσιο που οργάνωσε το Αιγαίο Κέντρο Ελληνικής Φιλοσοφίας. Ανάμεσα στους προσκεκλημένους ομιλητές ήταν και ο Μάνος Χατζιδάκις. Τα κείμενα των ομιλιών δημοσιεύθηκαν σ έναν τόμο πρακτικών που επιμελήθηκε ο εκ των διοργανωτών του Συμποσίου καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης. Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Έγνοια του Χατζιδάκι είναι «το κύρος των ήχων και των λέξεων να μη χαθεί». Θεωρεί ότι αυτό «είναι μια προσταγή του τραγουδιού». Ας παρακολουθήσουμε την ασυνήθιστη σκέψη του, όταν συναντά έναν ύμνο της Εκκλησίας!
Απολαύστε τον Μάνο Χατζιδάκι αναλύοντα έναν Οίκο:
“Για το κύρος των λέξεων πάλι, σ’ ένα τμήμα ποιητικού κειμένου και για τη μουσική επιλογή τους, έχουμε ένα παράδειγμα. Ένα εξαίσιο, ξαφνικό και τολμηρό ποιητικό δείγμα απ’ την Ακολουθία του Κοσμά του Αιτωλού. «Ο Οίκος», έτσι ονομάζεται το τμήμα της Ακολουθίας, αρχίζει:
Των Αποστόλων μιμητής
και Εκκλησίας στύλος
των Ιερέων καλλονή
και των Οσίων τύπος
(ως κοινωνήσας των αγώνων αυτοίς)
Ιερομάρτυς αναδέδειξε.
Κάθε εκκλησιαστικός μουσικός, αλλά και κάθε λογικός, θα βασιζότανε στο ρήμα αναδέδειξε. Στον τελευταίο στίχο: Ιερομάρτυς αναδέδειξε. Αλλά εδώ έχουμε και μια πρόσθετη αίσθηση, πέρα απ’ τη λογική σύνθεση κι ερμηνεία του ιερού κειμένου. Τη σύγχρονη αίσθηση των λέξεων καλλονή – στύλος – τύπος – μιμητής, που η φθορά τους τις βοηθά να δημιουργούν μια μοναδική εντύπωση, έτσι καθώς είναι συζευγμένες με τις παραδοσιακά εκκλησιαστικές λέξεις: Των Αποστόλων – μιμητής. Της Εκκλησίας – στύλος. Των Ιερέων – καλλονή. Και των Οσίων – τύπος. Άραγε ήταν μια έμπνευση, γέννημα τύχης και τόλμης ή μια στον καιρό της λογική διαδικασία φραστική, που συνδυάζει μνήμη και λεκτική λειτουργία; Πιστεύω στην τόλμη του κειμένου και στη διαχρονική ποιητικότητά του μεσ’ απ’ τις ευτυχείς και εμπνευσμένες αυτές συζεύξεις. Είναι ποτέ δυνατόν ο μελωδικός και νόμιμος βιαστής αυτού του κειμένου να τις αγνοήσει και να ρίξει το βάρος στο λογικό αναδέδειξε του Ιερομάρτυρος; Αυτό το «αναδέδειξε» γίνεται δευτερεύον – θα ‘λεγεν ο Καβάφης. Ή μάλλον γίνεται επίλογος, για να καλύψει, να τελειώσει, τα όσα ο Ιερομάρτυς αναδέδειξε.”
24 Αυγούστου: Τη αυτή ημέρα ο ἅγιος νέος Ἱερομάρτυς καὶ ἰσαπόστολος Κοσμᾶς, ὁ ἐν Ἀλβανίᾳ μαρτυρήσας κατὰ τὸ ἔτος 1779, ἀγχόνῃ τελειοῦται.
Τη συνέχεια του κειμένου μπορείτε να διαβάσετε, φίλοι μου, στο βιβλίο «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι».
Επιτρέψτε μου μόνο κάποιες παρατηρήσεις, γιατί σίγουρα δεν είναι και πολύ συνηθισμένη μια τέτοια προσέγγιση.
Αρχικά ας επισημανθεί μια παρενθετική λεπτομέρεια: Η ορθή γραφή του ρήματος αναδέδειξε, ως β’ προσώπου παρακειμένου, είναι με αι: αναδέδειξαι.
Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ανήκει στους συνθέτες που υμνούν την παράδοση και το βυζαντινό μέλος και τα παρόμοια κοινότοπα. Πολλώ δε μάλλον δεν είπε ποτέ ότι επηρεάστηκε από αυτές τις παραδοσιακές φόρμες, με εξαίρεση, βέβαια, το ρεμπέτικο, που ήταν, άλλωστε, υπόθεση του καιρού του. Μόνο στην «Εποχή της Μελισσάνθης» συναντούμε την ιδιοφυή επεξεργασία της Γ’ Στάσεως των Εγκωμίων (Αι γενεαί πάσαι), που παρουσιάζει στην αυθεντική της μορφή, με τους στίχους του Αμώμου να προτάσσονται, όπως δηλ. γίνεται στα μοναστήρια. Κι ένα μπουζούκι να αυτοσχεδιάζει… βυζαντινά!
Ο Χατζιδάκις σίγουρα ήξερε την αξία της εκκλησιαστικής ποίησης και μουσικής. Το ενδιαφέρον είναι η επιλογή του παραδείγματος. Πρόκειται για τον «Οίκο» από την ασματική Ακολουθία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, δηλαδή το κομμάτι που έπεται του κοντακίου του Αγίου, πριν το συναξάρι της ημέρας. Ο Οίκος αυτός δεν είναι, όμως, από την ακολουθία που αρχικώς επικράτησε στην Εκκλησία μας να ψάλλεται την ημέρα της εορτής (24 Αυγούστου), ποίημα του Σαπφείρου Χριστοδουλίδη του εκ Γραμμένου, μαθητού του Αγίου. Μια ακολουθία που εκδόθηκε το 1814 σε τυπογραφείο της Βενετίας, υπό του Νικολάου Γλυκέος του εξ Ιωαννίνων.
Άρα ποια ακολουθία είχε υπ’ όψιν του ο Χατζιδάκις; Βέβαια η ακολουθία του Σαπφείρου έχει Οίκο με τα στοιχεία που επισημαίνει ο Χατζιδάκις (κοινά, άλλωστε, στους ιερομάρτυρες) αλλά δεν ταυτίζεται: «Την των μαρτύρων καλλονήν, των ιερέων υπογραμμόν, και Αποστόλων μιμητήν…».
Φαίνεται, λοιπόν, πως στα χέρια του Χατζιδάκι βρέθηκε – ποιος ξέρει πώς – η ακολουθία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, ποίημα του αειμνήστου μοναχού Υμνογράφου της Μ.τ.Χ.Ε. Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, γιατί εκεί υπάρχει ο Οίκος όπως τον παραθέτει ο Χατζιδάκις (μάλλον ο π. Γεράσιμος επεξεργάστηκε σ’ ένα βαθμό την Ακολουθία του Σαπφείρου Χριστοδουλίδη).
Ιδού ο Οίκος του Γερασίμου:  Τῶν Ἀποστόλων μιμητής, καὶ Ἐκκλησίας στῦλος, τῶν ἱερέων καλλονή, καὶ τῶν Ὁσίων τύπος, [καὶ τῶν Μαρτύρων σύναθλος/ αυτή τη φράση δεν την έχει ο Χατζιδάκις], ὡς κοινωνήσας τῶν ἀγώνων αὐτοῖς, Ἱερομάρτυς ἀναδέδειξαι·…
Όπως και να ‘χει, ο Μάνος Χατζιδάκις καταπιάστηκε μ’ ένα παράδειγμα από την υμνογραφία (αρκέστηκε, μάλιστα, στην αρχή του Οίκου – δεν τον ενδιέφερε ολόκληρος) για να τεκμηριώσει την άποψή του περί του κύρους των ήχων και των λέξεων, για να εκφράσει την αγωνία του για το αποτέλεσμα της σύζευξης λέξης και μουσικής. Πάντως σίγουρα δεν είχε μουσική άποψη για τον Οίκο του Αγίου Κοσμά, αφού ο Οίκος διαβάζεται εμμελώς στην ακολουθία του όρθρου και δεν ψάλλεται. Προφανώς τον έθελξαν οι ποιητικές συζεύξεις των λέξεων. Εκεί βρήκε την μουσικότητα.
Ο ίδιος σημειώνει πιο κάτω στο κείμενό του: «Πολλές φορές, όσο καιρό δουλεύω ένα ποιητικό κείμενο, μερόνυχτα μ’ απασχολούν οι λέξεις ή μία λέξη καθοριστική για την πορεία του στίχου».
Και αποφαίνεται διερωτώμενος: «Μήπως αυτό είναι η Τέχνη και η περιπέτειά της μες στο ανθρώπινο γένος; Λέξεις. Που δεν εννοούν να λιποθυμήσουν και μας κρατάνε ξάγρυπνους μέσα στο άγχος των καιρών».

Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος
πηγή

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Κάθε τέλος μια αρχή

Παρουσίαση του βιβλίου "Κάθε τέλος μια αρχή" του π. Παπαδόπουλου Χαράλαμπου στο βιβλιοπωλείο του Αρμού στις 14/11/2015. Με τον συγγραφέα συνομιλεί και παρουσιάζει ο Θανάσης Λάλας.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η επίκαιρη ιστορία των τοκογλύφων

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ-του Α. Καρκαβίτσα

Με λένε Νικόλα· το παρανόμι μου είναι Βρίζας - Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο το άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.
- Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.
Και μου ’στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και μετο έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου. Τώρα γέρασα - έτσι θα ειπεί καθένας σαν ιδεί το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάσει κανείς ό,τι αγαπάει, άμα θάψει στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχει έν’ ακουμπιστήρι στον κόσμο... ναι… τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύει χαράμι.
Είπα πως έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ’ απίθωσα κοντάστη μάνα τους, την άμοιρη Γιαννούλα. Απ’ ώρα σ’ ώρα θα με απαντήσει ο Χάρος στο δρόμο του και μένα, θα με πάρει στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κάνεις πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είναι μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα - σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχει δυο σκέλεθρα.
- Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.
Ακούστε, την ιστορία του.

Ήταν στα Εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ’ η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ’ άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. θα μου ειπείτε γιατί; Τ’ άλλα δεν ήταν παιδιά σου: Δεν είναι όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είναι άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα - που να είχε το ξέραμε! - είμαστε η αιτία να μη χαρεί τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από το ’να και η τύχη της η κακή από τ’ άλλο.
Αν εμείς δε φερνόμαστ’ έτσι μπορεί και να ζούσε ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ’ ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παππούλη! παππούλη! Και γω θα γλίτωνα από πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα στο μνήμα. Αχ! στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβησε σαν το κερί.
Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι; Αν είναι να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πως όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμει άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίζουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είναι καλό πράμα. Απάνω σ’ αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πως αν έπαιρν’ άλλη θα ’παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου: Δάκρυα μονάχα. Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλικάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλες. Όταν έφτασε τα δεκαφτά - κι ήτανε μια ομορφονιά!... - τη γύρεψαν από καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέματ’ αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο πάντρεψε την αδερφή του - μια είχε - και της τα ’δωκε όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί ήταν καλός, με τ’ όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγει από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνει από τα στήθη της.
- Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήσει· λέγαμε ο! κουτοί.
Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνει με το θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά, μαράθηκε το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να ποντιάσει. Έπρεπε ν’ αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τι είν’ ο κάβουρας τ’ είν’ το ζουμί του; τ’ είμ’ εγώ τ’ είν’ το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήσει ο δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρή-ματα για καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτοια είναι πάντα ώσπου να πεθάνει, δου-λεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέσει. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.
Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!
- Αν πάει καλά ο Άγουστος, τον Αϊ Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους· είπα.
Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια της. να φτιάνει κανένα ρουχαλάκι.

Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.
- Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε’:
- Ναι· αν βαστάξει έτσι, καλά θα πάμε.
Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!
Εγώ σήκωνα χρήματα από το γερο-Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή αλίμονο σε κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα πού να δανειστώ, γύρεψα του γερο-Γιάννη. Μου έδωκ’ εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατόν πενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα. Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές• μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια, και ο ψήφος μου.
Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος - πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι γίνεται!
Εδώ είναι σημαδεμένο. Άμα πέσει η σταφίδα στ’ αλώνι, αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.
- Να βαστάξει να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας κάμει το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.
- Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!... παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.
Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.
Ωστόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ’ ώρα σ’ ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.
- Ακόμα... μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της κάνει στραβά τα κουτάβια.
Μια μέρα που γύρισ’ από το μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ’ αφτί.
- Ο γερο-Γιάννης έστειλε να πάρει τη σταφίδα.
- Να πάρει τη σταφίδα! Πώς θα πάρει τη σταφίδα!...
Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω σταπόδια, τον παρακαλώ να μ’ αφήσει να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.
- Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξεις στην αποθήκη, θα την πουλήσω γω.
- Μα, γερο-Γιάννη...
- Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρεις, θα την κατασκέσω σήμερα.
Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή.
Πέρασε ο Αϊ-Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμει λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου. - Δε θα κάνουμε, γερο-Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκεις ό,τι μένει, να πορέψω το σπίτι μου;
- Να σου δώκω ή να μου δώκεις! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου δώκεις ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρεις γλήγορα, γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!...
Σπασμοί μ’ έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!... Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.
- Ε τι έκαμες, πατέρα;
- Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα, και σεις!
Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμής και μ’ έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ’ από τέτοια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.
- Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφήνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.
- Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.

Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είναι· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψει ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθεί ο καρπός από τ’ αλώνι, αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.
Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές ψώνια, θειάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή παλεύαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ’ εδώ: Τον ποντισμένο τον καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός - βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι -ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.
Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε ακόμη ρόγα. Έν’ αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπει κι η προεστή μου.
Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ’ έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχει στο ένα χτήμα και στ’ άλλο όχι. Μα είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα χορέψει και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάρηδες έσερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς καιβαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ’ αρμάρια παρά σε πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνονται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στα άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε καταμεσής στ’ αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.
- Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.
Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ’ άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί, άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Α, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπεις το αίμα της καρδιάς σου να χύνεται και να μη μπορείς τίποτα να κάμεις. Σε ποιον να ξεσπάσεις; Τι να ειπείς; Με ποιον να τα βάλεις;
Το νερό έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώσει αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ’ αλώνια και τ’ αυλάκια έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνει το ρέμα, να τις ροφούν τ’ αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα σκυλιά τα ξεροκόμματα.
Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά: Άμα δε βγάλεις το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλει ρακί.
Πέρασαν δυο τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.
- Πατέρα, δώσ’ μου την Αννέτα κι όπως είναι της τύχης μου θα ζήσω· δε μπορώ πια τέτοια ζωή να την υποφέρω!
Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδιά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώσει. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί - ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθεί το παιδί - ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι. Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια.
- Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάνα της. Άνοιξε τα ματάκια σου να μας ιδείς.
Μιλιά εκείνη.
Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά.
Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του Αντώνη μου λέει:
- Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ’ ανταμώσει. Δεν τα βάνουμε σ’ ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βάσανά τους;
Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μες από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε. Τ’ άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ’ ανοίξει τον τάφο τους, θα έβρει τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψει πάλι και να μην τα χωρίσει. Όχι, ας μην τα χωρίσει!... - See more at: http://www.ftiaxno.gr/2014/11/i-epikairi-istoria-ton-tokoglifon.html#sthash.cYkSvaWT.dpuf

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Οι Πρωτοχρονιές του 65άρη


αναπόληση περίσκεψη αναθεώρηση αναδρομή

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
του Κωνσταντίνου Κίνα


31 Δεκεμβρίου 1955
Το πρωί πήγαμε με τον αδερφό μου και είπαμε τα κάλαντα. Αν και είχε πολύ κρύο, περάσαμε πολύ ωραία. Μαζέψαμε λιχουδιές, κεράσματα και κάποια χρήματα. Ανυπομονώ να βραδιάσει, γιατί τα μεσάνυχτα θα έρθει ο Αι Βασίλης. Θα είμαι κολλήμένος στο παράθυρο και θα περιμένω μήπως τον δω στον ουρανό. Μετά, όπως κάθε χρόνο, θα κάτσουμε όλοι μαζί για το οικογενειακό πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Μου αρέσει πολύ, γιατί κόβουμε την βασιλόπιτα και μπορεί να κερδίσω εγώ το φλουρί. Πέρσι το έτυχε η μαμά και την φιλήσαμε όλοι.

31 Δεκεμβρίου 1966
Σήμερα είχαμε μια πολύ ωραία συζήτηση με τον Νίκο τον καλό μου φίλο. Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου συζητήσαμε φιλοσοφικά ζητήματα σχετικά με το νόημα της ζωής. Συμφωνήσαμε ότι η ευτυχία έγκειται στην αρετή και την εσωτερική καλλιέργεια. Το ανώτερο ιδανικό είναι η ανθρωπιά και η καλοσύνη. Μια εξωτερική και ρηχή ζωή είναι χωρίς νόημα και σίγουρα οδηγεί στη δυστυχία. Θέσαμε στόχους για το νέο έτος. Προσωπικούς κανόνες που απαράβατα θα τηρήσουμε. Ειδικά την ερχόμενη χρονιά που θα ζήσουμε μακριά από την οικογένεια μας ως φοιτητές θα έχουμε την ευκαιρία να ασκηθούμε σε ποικίλες καταστάσεις.

31 Δεκεμβρίου 1977
Φέτος θα γιορτάσουμε οικογενειακά την αλλαγή του χρόνου. Εγώ, η Πελαγία και το μωρό μας ο Αλέξανδρος. Ο μικρός…μεγάλωσε. Είναι τώρα σχεδόν έξι μηνών. Ένιωσα πολύ έντονα το συναίσθημα της πατρότητας από τη στιγμή πού έμαθα για την εγκυμοσύνη. Κάνω πολλά όνειρα για μας. Θέλω να του προσφέρω ό, τι καλύτερο μπορώ και να έχουμε μια τέλεια σχέση, όταν μεγαλώσει. Για τη νέα χρονιά ονειρεύομαι να πάει καλά η επιχείρηση που ξεκινάω και να μπορούμε να έχουμε μια καλύτερη οικονομική κατάσταση, ώστε να περνάμε όμορφα όλοι μαζί. Η Πελαγία είναι για μένα λιμάνι στοργής. Χάρη σε αυτήν μπορώ να ξεκινήσω νέα πράγματα χωρίς να φοβάμαι τις αποτυχίες. Έχω την συναίνεση της εν λευκώ για τα πάντα..

31 Δεκεμβρίου 1985
Οι δουλειές μου πάνε υπέροχα. Ό, τι επιλογή κάνω, μου βγαίνει. Νιώθω πολύ δημιουργικός. Το άστρο μου είναι φωτεινό και η λάμψη του συνεχώς δυναμώνει. Το άγχος μου είναι πώς θα επεκτείνω και σε άλλους τομείς τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες. Δεν βλέπω πολύ τον Αλέξανδρο, αλλά δεν πειράζει. Γι’αυτόν δουλεύω. Θα καταλάβει όταν μεγαλώσει. Καλύτερα θα είναι για εκείνον, όταν ενηλικιωθεί, να έχει οικονομική άνεση, παρά να μην έχει στον ήλιο μοίρα. Μετά τι θα του πω, αν μου ζητήσει να σπουδάσει ή να ξεκινήσει μια δουλειά και δεν μπορώ να του προσφέρω; «Λυπάμαι αλλά επειδή ήμασταν όλη την ώρα μαζί δεν μπορώ να προσφέρω κάτι άλλο»; Θα εκτιμήσει κάποια πράγματα, όταν μεγαλώσει. Είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Νιώθω γοητευτικός και με τις γυναίκες έχω πολλές κατακτήσεις. Αυτό με ανανεώνει. Αν καθόμουν σπίτι με τις παντόφλες όλη μέρα με την Πελαγία, μόνο θα μαλώναμε. Καλύτερα έτσι.

31 Δεκεμβρίου 1999
Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι εγώ τρελαίνομαι! Ο Αλέξανδρος είναι τελείως ξεροκέφαλος. Μας χάλασε τις γιορτές φέτος. Δεν θα έρθει να κάνουμε μαζί ρεβεγιόν. Δεν σέβεται τίποτε. Μου έφερε μια κοπελίτσα και ζήτησε να παντρευτεί. Δεν ξέρει τι του γίνεται. Εγώ έχω κάνει τόσα σχέδια γι’ αυτόν κι αυτός είναι στον κόσμο του. Άσε που η κοπελιά δεν είναι γι’αυτόν. Φαίνεται από το ύφος της. Θα τον χαντακώσει. Παρόλο που του τα εξήγησα με ορθολογιστικά επιχειρήματα, αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ελπίζω να του περάσει σε λίγο καιρό. Έχω ένα σωρό μέριμνες για τις δουλειές και τις περιουσίες που πρέπει φροντίσω. Ασχολούμαι τώρα και με τις ανοησίες του μικρού. Δυστυχώς όμως βγήκα εκτός εαυτού και ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες. Η Πελαγία επηρεασμένη από τα οιδιπόδεια της συμπλέγματα παίρνει το μέρος του. Πιστεύω ότι σύντομα θα τα καταλάβουν και θα μου ζητήσουν συγγνώμη.

31 Δεκεμβρίου 2013
Κάθομαι εδώ μόνος μου πάλι τέτοιες μέρες. Τώρα καταλαβαίνω την αξία της Πελαγίας. Η παρουσία της και μόνο ήταν βάλσαμο. Πάνε πέντε χρόνια που την έχασα από την καταραμένη αρρώστια. Τόσα χρόνια περίμενα και τη μετάνοια του Αλέξανδρου. Ήμουν σίγουρος ότι θα ζητήσει να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις μας. Τόσα χρόνια ζούμε στην ίδια πόλη και δεν έχουμε επαφές. Τέλος. Αύριο μόλις ξημερώσει θα πάω να τον βρω. Θα πέσω στα γόνατα και θα ζητήσω συγχώρηση. Θα φιλήσω και τα χέρια της γυναικούλας του και τα μαλλιά των παιδιών του. Είμαι ακόμα νέος. Νιώθω ακμαιότατος. Μπορώ να κάνω μια νέα αρχή σε όλα..

——————————–
Το άλλο πρωί βρέθηκε να κρατά τα φύλλα χαρτιού του προσωπικού ημερολογίου του. Είχε σκίσει τις σελίδες που αναφέρονταν στις πρωτοχρονιές της ζωής του. Όμως δεν πρόλαβε. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του ανέφερε ως αιτία θανάτου την ανακοπή καρδιάς. Το ημερολόγιο μαζί με τις σκισμένες σελίδες δόθηκε στον γιο του Αλέξανδρο.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Κοινωνικὴ Δικαιοσύνη



Κοινωνικὴ Δικαιοσύνη ΙΙΙ
 
Ἦταν ἡ καθημερινότητα, τὸ ὑπόγειο καὶ τοῦ φθορισμοῦ ἡ ψύχρα ἡ ἀλατιέρα μπροστὰ στὰ μάτια μας αἰῶνες μὰ ἐκείνη τὴ βραδιὰ ὁ φίλος, ὁ πλησίον καὶ ὁ ἄλλος ἄρπαξε τὴν εὐκαιρία - ρίχνει στὸ ἄδειο πιάτο γραμμάρια καμπόσα ἀπ' τοὺς λευκοὺς κρυστάλλους - πῶς νὰ σὲ καλέσω φίλο, ἂν μαζὶ ψωμὶ κι' ἀλάτι δὲν γευθοῦμε; βοῦτα τὴ βούκα σου λοιπόν, τί περιμένεις; στῆς τηλευκολίας τοὺς καιροὺς τί εὐκοπώτερον ἐστιν; - Ἀλλάβερσιν, φωνάζω τοῦ Ἀγάλλου, τοῦ Σταμάτη καὶ τοῦ Στάθη. τόσα κιλὰ ἰδέες, κι' ἀκόμα πεινασμένοι καὶ πρόπερσι καὶ πέρυσι ποτέ σου τὴν ἀλήθεια δὲν θὰ μάθεις τόσος πόνος στὴ γεύση καὶ μόνο τοῦ ψωμιοῦ ποιός ἀέρας τὸ φουσκώνει, μέλος ἀρχέγονο,ποιός κτύπος, ποιός ρυθμός, τὸ ἄλεσμα, ἡ ζύμη μήπως; τὰ σαράντα κύματα κι' ὅλη ἡ σκόνη τ' ούρανοῦ οὔτε ἡ σίκαλη, οὔτε τὰ στάρια, τὰ κριθάρια σκόρπια, καὶ ἄδεια ἡ ζωή -Δὲν ἔχει ὁ κόσμος ψωμί; ἂς φάει παντεσπάνι! τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων τῆς τραπέζης μὲ τὰ σκυλιὰ στὰ πόδια σου κάθεσαι καὶ παίζεις

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Μέτρησα τα χρόνια μου...


Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα,ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα...

Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά,
νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί,
γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει.
Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους.


Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.
Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο...
μετά βίας για την επικεφαλίδα.
Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται...
Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα...

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.
Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.
Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.
Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.
Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια
Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων...
Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν...Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με
τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...



Μάριο ντε Αντράντε
(Ποιητής, συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μουσικολόγος από τη Βραζιλία):

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Το παιδί που κατάπιε το φεγγάρι




Ένας άνθρωπος πέφτει για ύπνο αλλά δεν καταφέρνει να κοιμηθεί. Είναι πολύ ανήσυχος. Κάτι απροσδιόριστο τον ενοχλεί. Κάποια στιγμή βλέπει το φεγγάρι να μπαίνει μέσα στο δωμάτιό του. Σηκώνεται από το πορτοκαλί κρεβάτι του και αρχίζει να το κυνηγά. Προσπαθεί να το πιάσει, αλλά αυτό ολοένα απομακρύνεται. Ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να αγγίξει το φεγγάρι, χορεύει μαζί του βαλς, παίζει μπάλα, ακροβατεί, όμως εκείνο γελώντας εξαφανίζεται στο σκοτάδι.

Ο άνθρωπος ξαπλώνει ξανά στο κρεβάτι του και όπως αλλάζει πλευρό βλέπει ξανά το φεγγάρι δίπλα του στον τοίχο. Πάει να το χαϊδέψει, μα αυτό ξεγλιστράει. Τότε ο άνθρωπος θυμώνει. Και καθώς φυσάει την οργή του στον άδειο τοίχο, το φεγγάρι ξανάρχεται κοντά του κουνιστό-κουνιστό, μα αυτή την φορά είναι πολύ μικρό. Ο άνθρωπος τότε βάζει στην τσέπη του το τοσοδούλη φεγγάρι, με προσοχή και φροντίδα, μα καθώς εκείνο τον γαργαλάει ολοένα και περισσότερο, αναγκάζεται να το ελευθερώσει. Γρήγορα όμως το ξαναπιάνει και, με τις πολύχρωμες μπογιές του, τού ζωγραφίζει μάτια κι ένα στόμα γελαστό. Μα καθώς ο άνθρωπος καμαρώνει το ζωγραφισμένο ανθρωποφέγγαρο, το φεγγάρι με μιας αλλάζει και πάλι έκφραση. Θυμωμένος για ακόμη μια φορά ο άνθρωπος μουντζουρώνει το φεγγάρι, μα αυτό εξατμίζεται και χάνεται το πρόσωπό του.

Απογοητευμένος πια ο άνθρωπος επιστρέφει στο κρεβάτι του, χώνεται κάτω από το πουπουλένιο μαξιλάρι του και βάζει τα κλάματα. Μα εντελώς ξαφνικά το φεγγάρι εμφανίζεται δίπλα στο μαξιλάρι του, κοιτά τον δακρυσμένο άνθρωπο πλαγιαστά, του σκάει ένα χαμόγελο, του ανακατώνει τα μαλλιά του και απαλά κάθεται στο χέρι του. Και ο άνθρωπος αφού για κάμποση ώρα τσιμπάει τα μάγουλα του φεγγαριού, αποφασίζει πως όλο αυτό δεν του είναι αρκετό και πως ήρθε η ώρα να το κάνει δικό του - και με ακατανόητη σιγουριά καταπίνει το φεγγάρι. Και καθώς νιώθει πλήρης και γιατί όχι και ευτυχισμένος, αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να κοιμηθεί, και με μιαν απίστευτη γαλήνη ξαπλώνει στο κρεβάτι του, ήσυχος μετά από καιρό. Και καθώς κλείνει τα μάτια, στο παράθυρό του ξεπροβάλλει ένα ολόγιομο φεγγάρι…

Ένας άνθρωπος, ένα φεγγάρι και ένα μαξιλάρι που φτιάχνουν το πιο σιωπηλό και το πιο όμορφο ανθρώπινο παραμύθι. Ένα μοναχικό παραμύθι που αιωρείται ανάμεσα στον κόσμο των μωρών και των πολύ μεγάλων, στην πιο τρυφερή και την πιο πεζή όψη του κόσμου. Το παραμύθι ενός επτάχρονου παιδιού λίγο πριν αλλάξει η χρονιά και μπει χωρίς επιστροφή στο λαγούμι των ενηλίκων...

Τούτο το παραμύθι διαλέγω απόψε πριν κοιμηθώ να διαβάσω μόνο για εσένα -αν με θες συντροφιά- για εσένα που μπορεί να είσαι ακόμη παιδί, αλλά μπορεί να έχεις γίνει και παππούς του. Για εσένα που δεν μπορείς να κοιμηθείς τα βράδια και που φοβάσαι ολοένα και περισσότερο τους μέσα και τους έξω δράκους. Μα τούτο το παραμύθι δεν έχει δράκους, μόνο έναν άνθρωπο έχει και ένα αλλιώτικο φεγγάρι… Απόψε πριν κοιμηθείς κάνε μου λίγο χώρο στην άκρη του πορτοκαλί κρεβατιού σου και εγώ σου υπόσχομαι να σε αφήσω να με σκουντάς όσο θες, κάθε φορά που θα με παίρνει ο ύπνος την ώρα που θα εμφανίζεται το φεγγάρι.

Αν και σιωπηλό, διαλέγω τούτο το παραμύθι να σου πω γιατί σκέφτομαι πως κάθε παιδί θα ήθελε να ακούσει για το φεγγάρι, θα ήθελε να φτάσει το φεγγάρι, να το αγγίξει, να το χαϊδέψει, ίσως ακόμα και να το φάει.

Και μετά αναρωτιέμαι: τι είναι άραγε στα αλήθεια το φεγγάρι; Την έλλειψή του πάντως τη νιώθουμε -στο λέω για να μην μελαγχολήσεις, στο ορκίζομαι κιόλας- συχνά οι άνθρωποι, ακόμη κι όταν εργαζόμαστε ή όταν διασκεδάζουμε, όταν είμαστε μόνοι, ή μαζί με άλλους, όταν ακούμε μουσική ή όταν κοιτάζουμε τ’ αστέρια. Αλλά ακόμη πιο πολύ την ώρα που πέφτουμε να κοιμηθούμε και δεν μας παίρνει ο ύπνος…

Κάποιες στιγμές όμως -και σου δίνω το λόγο μου για αυτό- κάποιες ξεχωριστές στιγμές νιώθουμε ότι –ναι- υπάρχει αυτό το φεγγάρι, να το μας πλησιάζει, ακουμπάει τα μαλλιά μας, μας χαϊδεύει τρυφερά και ναι μπορούμε να το αγκαλιάσουμε, και ναι μπορούμε να το κρατήσουμε κοντά μας ίσως και για πάντα…

Ίσως, πάλι, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα να μην μπορέσω να πιάσω το φεγγάρι για σένα. Είμαι βλέπεις πολύ κοντή, σχεδόν τοσοδούλα και όσο και αν τεντωθώ κινδυνεύω δυστυχώς να μην το φθάσω - εξάλλου αυτό πάντα ξεγλιστράει και χάνεται. Μα αν με αφήσεις να διαβάσω για σένα τούτο το παραμύθι απόψε, καθώς θα αποκοιμιέμαι σίγουρα θα το χαρώ στα όνειρά μου, κυρίως εκείνη τη μαγική στιγμή που θα το φεγγάρι θα κάθεται στη δική σου παλάμη και συ όλο χαρά θα ετοιμάζεσαι να το καταπιείς.


Νίκη Κόλλια

Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010

Η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.



Ήταν μια έμπνευση του Μάνου Χατζιδάκι, όταν ήταν διευθυντής στο Τρίτο, η οποία αποδεικνύεται με το πέρασμα του χρόνου, ιστορικής σημασίας. Η Σαπφώ Νοταρά, κωμικός και τραγωδός μαζί, διαβάζει τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη «Έρωτας στα χιόνια», «Το μοιρολόγι της φώκιας» και «Φώτα Ολόφωτα».
Ακούω το «Έρωτας στα χιόνια» από την Σαπφώ Νοταρά και σκέφτομαι γιατί άραγε διαβάζει τόσο συγκλονιστικά. Νομίζω διότι και η ίδια θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια τραγική φιγούρα του κυρ-Αλέξανδρου. Μια θηλυκή εκδοχή, ας πούμε, του ήρωα του διηγήματος «Έρωτας στα χιόνια», του μπαρμπα-Γιαννιού. Κι αυτή, όπως και κείνος, μόνη κι έρημη στη ζωή. Ίσως έζησε κάποιες καλές στιγμές, όπως κι εκείνος στην Μασσαλία, όταν «επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του». Αλλά αφού «έφαγεν» όλα όσα είχε αποκτήσει, επέστρεψε στην πατρίδα του μόνος. «Κανένα δεν είχε εις τον κόσμον, ήτον έρημος». Και η μακαρίτισσα η κυρά Σαπφώ μόνη έζησε και μόνη πέθανε. Ο μπαρμπα-Γιαννιός πέθανε μια χιονισμένη νύχτα στο κατώφλι του σπιτιού της γειτόνισσας «της πολυλογούς και ψεύτρας», χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση. Σωριάστηκε στο χιόνι. «Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον». Και η κυρά Σαπφώ πέθανε μόνη διότι «εψύγη η αγάπη των πολλών». Και κανείς δεν την αναζήτησε…Ποιος να τους αγαπήσει αυτούς; Ήσαν έρημοι εις τον κόσμον… Έρημοι μα κάτασπροι, πάλλευκοι, εξαγνισμένοι απ’ τα βάσανα…

«Και η χιών έγινε σινδών, σάβανον. Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, δια να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου».



Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Αν η ευτυχία χαθεί.....

Ονορέ ντε Μπαλζάκ γύρω στο 1848 -49.
«.....Από τη στιγμή που τα πάντα θα χουν χαθεί, δεν θα θελήσω να ζήσω περισσότερο. Θα αρκεστώ στη μικρή σοφίτα της οδού Lesdiguieres και θα ξοδεύω εκατό φράγκα το μήνα. Η καρδιά μου, η ψυχή μου και οι φιλοδοξίες μου δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν παρά μόνον με αυτά που επεδίωξα τα τελευταία δεκάξι χρόνια. Αν αυτή η απέραντη ευτυχία χαθεί, δεν θα ζητήσω ποτέ ξανά τίποτα και θα αρνηθώ τα πάντα»
ΥΓ. Όχι, δεν είναι απόσπασμα από το βιβλίο "Το ελιξίριο της μακροζωίας". Είναι μια αυτοβιογραφική σταγόνα. Το τέλος μιας επιστολής σε μια κυρία.

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiD1pIv4H5ShgmszSzBjMMlbkQ9DlKss1RzmpxIaGxwxbisvZsBdMLbElPsWKk5ho480OTiGEi48zyLNL1dbwiHr1xRIMOYIahELBv8MsYpXfJh6Cri1nqNzz2tJlDK4XZP2xCT5RoC81n7/s1600/anthologia.jpg

Πρόλογος του Γιάννη Η. Παππά στην ανθολογία Επειδή σ'αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη (εκδόσεις Μεταίχμιο)

Στην ερώτηση τι είναι έρωτας, και αγάπη, έχουν δοθεί οι πιο διαφορετικές απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι είναι ο έρωτας. Ο καθένας τον βλέπει από την προσωπική του ματιά και δίνει την δική του ερμηνεία. Παραθέτω κάποιες ενδεικτικές αναφορές:
Έρωτας δεν είναι «αυτό ή εκείνο. Είναι αυτό εκείνου και εκείνο αυτού, ο πόλεμος και η ειρήνη, το οιονεί άφατον, η άγρια ηρεμία, η ήρεμη αγριότητα. (Ηράκλειτος)
Η ζωή είναι ένα λουλούδι και ο έρωτας το μέλι του.
Ουγκώ

Ο έρωτας μοιάζει με τον αέρα. Δεν ξέρουμε ποτέ από που μπορεί να μας έρθει.
Μπαλζάκ

Έρως, ο μη ορισμός! Της φύσεως ο Θεός. Η γλυκύτερη πικρία , η πικρότερη γλυκύτης
(Τζιάκομο Καζανόβα)

Ο έρωτας είναι ένα εξαίσιο λουλούδι, που όμως πρέπει να έχεις το θάρρος να πας να το κόψεις στην άκρη ενός φοβερού γκρεμού.
Σταντάλ
H αγάπη είναι μία ευτυχία που τρέμει. ( Ομάρ Καγιάμ, Περσία)
H αγάπη φωτίζει με τη λάμψη του παραμυθιού την καθημερινότητα. (Σέλλευ)

Αγαπώ θα πει ΧΑΝΟΜΑΙ.
(Ν. Καζαντζάκης )

Μπορεί ο καθένας να δίνει την δική του ερμηνεία για το τι είναι ο έρωτας αλλά, όλοι συμφωνούν ότι ο έρωτας και η αγάπη είναι το πιο σημαντικό γεγονός στη ζωή των ανθρώπων.
Ως κοινό όνομα η λέξη έρως δηλώνει την έννοια της αγάπης, ενώ ως κύριο όνομα (Έρως) τον θεό της αγάπης. Η θέση του Έρωτος ως θεού της αγάπης δεν είναι σαφής ανάμεσα στους 12 θεούς του Ολύμπου, και ο Έρως δεν κατέχει συγκεκριμένη θέση στη μυθολογία, όπως ούτε ο Χάρων. Η ετυμο­λογία του ονόματος του είναι αβέβαιη (έρως, αιολ. έρος < εράειν). Σχεδόν συνώνυμες έννοιες είναι οι Ίμερος και Πόθος, που συχνά παρουσιάζονται επίσης προσω­ποποιημένοι· στην Κλασική Εποχή υπήρχε διά­κριση μεταξύ των τριών εννοιών, γνωστή στους αρχαίους συγγραφείς.
Αντίθετα, οι Αλεξανδρινοί και οι ύστεροι ποιητές χρησιμοποιούν πολύ συχνά και σχεδόν χωρίς διαφοροποίηση τους τρεις όρους. Κατ' αναλογία, οι Λατίνοι χρησιμοποιούν χωρίς δι­άκριση τα Amor, Cupido.
Ο Όμηρος χρησιμοποιεί τη λέξη έρως με την έννοια της επιθυμίας γενικά (του τρώγειν, πίνειν, αρέσκειν), αλλά η λέξη δεν δηλώνει θεότητα, ακόμη και όταν αναφέρεται στην ερωτική επιθυμία. Στις γενεαλογίες μνημονεύεται ως μία από τις αρχέγονες, μη γεννημένες δυνάμεις, ενώ μόνο στις ύστερες πηγές παρουσιάζονται γεννήτορές του.
Σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία, ο Έρως προήλθε από το «κοσμικό αβγό», που άφησε η Νυξ στους κόλπους του Ερέβους. Επηρεασμένος από αυτή τη διδασκαλία, ο Ησίοδος στη Θεογονία του τον τοποθετεί μετά το Χάος και τη Γαία, στοιχεία και τα τρία χωρίς γεννήτορες· μετά ακολουθούν οι λοιποί (τιτάνες, θεοί κ.λπ.). Με τον Ησίοδο συμφω­νούν οι Ακουσίλαος και Ίβυκος- και οι δύο (από τις τρεις) γενεαλογίες της Σαπφούς είναι υπέρ μιας κο­σμογονικής προέλευσης του Έρωτος. Δίπλα σ' αυτόν τον κοσμογονικό Έρωτα, προ­βάλλει ο Έρως, θεός της Αγάπης, πάνω από κάθε φύση, θεούς ή ανθρώπους, συνοδός της Αφροδί­της: είναι αυτός στον οποίο αναφέρεται η μεταο-μηρική φιλολογία. Είναι γιος της Αφροδίτης και του Ουρανού (Σαπφώ), υπηρέτης και συνοδός της Αφροδίτης ή γιος της Αφροδίτης και του Άρη (Σι­μωνίδης ο Κείος) ή της Ειλειθυίας (Ωλήν ο Λύκιος), που ταυτίζεται με την Αρτέμιδα, ή της Ίριδος και του Ζέφυρου (Αλκαίος).
Ανάμεσα στους τραγικούς, μόνο στον Ευριπίδη ο Έρως κατέχει ιδιαίτερα εξέχουσα θέση: αναφέρε­ται ως γιος του Διός. Ο Ευριπίδης επίσης διακρίνει αρχικά την ενέργεια του Έρωτος σ' αυτήν που οδη­γεί σε Αρετή και σ' εκείνην που ωθεί στην Αθλιό­τητα. Ανάλογη διάκριση βρίσκουμε και στο πλατω­νικό Συμπόσιο, όπου ο μεν καλός Έρως είναι γιος της Αφροδίτης Ουρανίας, ο δε κακός γιος της Αφροδίτης Πανδήμου.
Ο Πλάτων θεωρούσε ότι ο έρωτας δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια θεία τρέλα, από μια ακατανίκητη επιθυμία να συμπορευθούμε με τους Θεούς, όντες σε παραλήρημα. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, μια γυναίκα, η Διοτίμα εξηγεί ότι ο έρωτας εκφράζει την ανάγκη και την επιθυμία μας να κατακτήσουμε την αιωνιότητα. Στην αλεξανδρινή ποίηση, οι γενεαλογίες του Έρωτος γίνονται κατεξοχήν φιλολογικό μοτίβο και απαρίθμηση τους βρίσκουμε στον Παυσανία.
Στον Κατάλογο θεών κατά Κικέρωνα διακρίνο­νται τρεις Έρωτες: 1) γιος του ιθυφαλλικού Ερμή και της χθονίας Αρτέμιδος, κόρης του Διός και της Περσεφόνης· 2) γιος του Ερμή και της Αφρογενείας Αφροδίτης- 3) γιος του Άρη και της Αφροδίτης, κό­ρης του Διός και της Διώνης. «Ο έρωτας και ο θάνατος», γράφει ο καθηγητής Δημήτρη Λιαντίνης στο βιβλίο του Γκέμα, «είναι δύο στιγμές απόλυτα μοναδικές για τον καθένα μας. Ποτέ δε γίνεται να ζήσουν δύο άνθρωποι την ερωτική τους βίωση με όμοιο τρόπο. Αλλά με όμοιο τρόπο ποτέ δε γίνεται να ζήσουν και τη βίωση θανάτου. Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova. Έτσι, από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής. Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου. Γι' αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου».
Το ίδιο, βέβαια, είχε πει χρόνια πριν ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης Διονύσιος Σολωμός στον Κρητικό: Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Το ένστικτο του θανάτου είναι η αντίθετη ροπή προς το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο Έρωτας αντίστοιχα αντιπροσωπεύει μερική κατάργηση της ατομικότητας, εφόσον τείνει να μεταθέσει και να συγχωνεύσει το Εγώ με το ερώμενο αντι-κείμενο. [Ερατοσθένης Καψωμένος , Ο Σολωμός και η ελληνική πολιτισμική παράδοση, έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, 1998].
Και ο Γιάννης Ρίτσος στην Σονάτα του Σεληνόφωτος γράφει:
Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας βιώνει τον έρωτα, την δόξα και σίγουρα τον θάνατο είναι προσωπικός, γι αυτό και μοναχικός. Ιδιαίτερα για τον έρωτα τα συναισθήματα είναι εντελώς ξεχωριστά και εξατομικευμένα. Ο έρωτας είναι η προσπάθεια των ανθρώπων να υπερβούν τον χρόνο , την φθορά που συνεπάγεται το πέρασμα του χρόνου. Όταν ερωτεύονται δύο άνθρωποι αυτό που στην ουσία προσπαθούν, έστω κι αν πολλές φορές δεν το αντιλαμβάνονται, είναι η υπέρβαση της φθοράς, του θανάτου. Ο έρωτας κινητοποιεί την διάθεση για ζωή, ενεργοποιεί δυνάμεις που μένουν κρυμμένες , ανανεώνει τους ανθρώπους και αποτελεί πολλές φορές την θετική διέξοδο από την μίζερη και καταθλιπτική καθημερινότητα. Με την δύναμή του παρασύρει τους ανθρώπους, τους απογειώνει τους ενώνει τόσο, ώστε ο Έρνεστ Χεμινγουέι είχε εμφατικά πει: « Σ΄ αγαπώ τόσο πολύ που θα ’θελα να ’μουν ο εαυτός σου».
Ο έρωτας είναι τυφλός. Δεν γνωρίζει τάξεις, οικονομική κατάσταση, φύλο, ηλικία, γεωγραφικούς περιορισμούς. Οι άνθρωποι ερωτεύονται, λατρεύουν τον ενθουσιασμό της αναζήτησης του άλλου, το πάθος και τη μαγεία, και μισούν την ανασφάλεια, την αβεβαιότητα και την απομυθοποίηση. Ερωτεύονται για να ζήσουν την αμοιβαιότητα, για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους, για να βιώσουν την αγωνία και το απρόβλεπτο, για να κάνουν τη ζωή τους όμορφα πολύπλοκη. Ξέρει κανείς πως είναι ερωτευμένος, όταν δύο πράγματα τον συντρίβουν. Η παρουσία του (της) και η απουσία του (της). Ο Έρωτας διώχνει της ανθρώπινη μοναξιά, ο έρωτας συνυφαίνεται με τον συνάνθρωπο, με τον Άλλο, ο οποίος πολλές φορές υπάρχει τόσο μέσα μας όσο και δίπλα μας. Γι’ αυτό και στον έρωτα ο άνθρωπος πρέπει να «δίνεται» με όλο του το είναι.
Γι αυτό και ο έρωτας είναι μια επαναστατική πράξη. Οι εξεγερμένοι φοιτητές του Μάη του ’68 λέγανε σε ένα σύνθημά τους «Όσο περισσότερο κάνω έρωτα τόσο περισσότερο θέλω να επαναστατώ, όσο περισσότερο επαναστατώ, τόσο περισσότερο θέλω να κάνω έρωτα». Βέβαια, με την έννοια ότι ο έρωτας αποτελεί μια συλλογική συμπεριφορά. Όποιος δεν έχει νιώσει στην ζωή του μια φορά τη δύναμη του ερωτικού συναισθήματος, δεν μπορεί να νιώσει την δύναμη της ζωής.
Γι αυτό οι πιο «επικίνδυνοι» άνθρωποι είναι οι ανέραστοι, αυτοί που δεν αγάπησαν ποτέ τους , αλλά ούτε και αξιώθηκαν να αγαπηθούν. Και η ποίηση τι σχέση έχει με όλα αυτά. Μα η ποίηση είναι μια κατεξοχήν ερωτική πράξη. Ο έρωτας υμνήθηκε από τους ποιητές από την αρχαιότητα και συνεχίζει να υμνείται και σήμερα.
Στις μέρες μας, δυστυχώς, έχουμε υποτιμήσει την αξία του έρωτα, καθώς υιοθετήσαμε την εκχυδαϊσμένη ηδονιστική πλευρά του. Δυστυχώς, ο έρωτας σήμερα βιώνεται ως στείρα ηδονή και χάθηκε η ομορφιά του. Στην εποχή μας, στην εποχή της τεχνολογίας, όπου φαίνεται να κατακερματίζονται όλοι οι κοινωνικοί δεσμοί, ο Έρωτας περισσότερο από κάθε άλλη σχέση με τον άλλον εμφανίζεται ως μια έντονη λατρεία της υποκειμενικότητας ήτοι έμπλεος ιδιοτέλειας και ναρκισσισμού. Ο έρωτας έχασε σήμερα την ιερότητά του και την ανατρεπτικότητά του, γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος βρήκε νέες αξίες , κινούμενος από άγχος και ματαιοδοξία. Αυτές της πολιτικής ανέλιξης, της πρόσβασης στην εξουσία, της δόξας, του πλουτισμού. Πώς να βρεθεί χρόνος να ξοδέψει κανείς το σώμα του και την ψυχή του; Γιατί πρωτίστως αυτό είναι ο έρωτας: το ξόδεμα, το να δίνεις ανιδιοτελώς την πιο αρχέγονη αγωνία σου στην αγωνία του άλλου. (Γιώργος Σταματόπουλος, Έρωτας ανθρώπου μύησις, Καστανιώτης 2001).
Στην ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, προσπάθησα να συμπεριλάβω τα καλύτερα, κατά την γνώμη μου, ερωτικά ποιήματα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Το εγχείρημα δεν ήταν καθόλου εύκολο, γιατί έπρεπε να επιλέξω συγκεκριμένο αριθμό ποιημάτων από μια πολύ μεγάλη ποιητική βιβλιογραφική βάση, η οποία ξεκινάει από τον Όμηρο και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Στην ανθολογία δεν συμπεριέλαβα πολλούς σύγχρονους ζώντες ποιητές, όχι γιατί δεν έχουμε ποιητές που γράφουν ερωτικά ποιήματα σήμερα, κάθε άλλο θα έλεγα, αλλά γιατί θα χρειαζόταν οι διπλάσιες σελίδες για να συμπεριληφθεί ένα μοναχά μικρό μέρος αυτού του υλικού. Με τις σκέψεις αυτές σας εύχομαι καλή, ερωτική, ανάγνωση.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Φραπέδες, σε προεκλογική περίοδο

latinamerica40.jpg

Είχα να συναντήσω τον Αλκίνοο καμπόσο καιρό, μπορεί πάνω από τρεις μήνες. Τη δεύτερη μέρα της επισκέψεώς του στην πόλη που τον ανέδειξε πτυχιούχο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου της, ήρθε και με βρήκε στο ρετιρέ μου, εμφανώς πεσμένος.

«Τι νέα;»

«Τρίχες»

«Πότε πας φαντάρος;»

«Σε έξι μέρες»

«Πως αισθάνεσαι;»

«Υπερήφανος που θα υπηρετήσω την πατρίδα…»

«Άλλο τίποτα;»

«Μπα…»

«Είδες κανέναν γνωστό στην Αθήνα;»
«Είδα, τον Απελλή.»

«Τι κάνει;»

«Άρχισε ειδικότητα, παθολογία»

«Του αρέσει;»

«Άστοχη ερώτηση… Η ιατρική σου αρέσει όσο έχεις να κάνεις με το μύθο της, αλλά αρχίζει να στην ψιλοδίνει όταν συνειδητοποιείς ότι η πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχει με τον μύθο… Ο Απελλής είναι όπως όλοι οι γιατροί που ξεκινάνε ειδικότητα εν έτει 1985 – πανευτυχής, με την βοήθεια δηλαδή και ορισμένων αγχολυτικών…»

«Εσύ εξακολουθείς να χαπακώνεσαι;»

«Όχι, δηλαδή όχι συχνά… Και μην αρχίσεις πάλι τα ηθικοπλαστικά περί του χαπακώματος, δεν θα το αντέξω!»

«Καλά μωρέ, πως κάνεις έτσι…»

«Επειδή σε ξέρω τι μελό είσαι σε ό,τι αφορά τα χάπια… Στους ασθενείς σου, αλήθεια, γράφεις τίποτα καλά;»

«Σε απόλυτη ανάγκη, ασπιρίνη»

Ο Αλκίνοος γέλασε δυνατά, βγάλαμε καινούρια τσιγάρα, ανάψαμε. Εφτά χρόνια κολλητοί, δυο διαφορετικοί άνθρωποι, μονίμως ο ένας παρεξηγούσε τον άλλον, δηλαδή ερμήνευε με διαφορετική λογική τα ίδια γεγονότα – και κατέληγε σε παρόμοια συμπεράσματα. Είχαμε πιει, καπνίσει και συζητήσει μαζί περισσότερο απ’ όσο μπορεί να φανταστεί κανείς. Εκείνο το βράδυ ήταν νευρικός και υπερκινητικός, ως συνήθως.

«Εσύ πως τα πας;»

«Πρίμα…»

«Χαίρω»

«Μη χαίρεις καθόλου, εννοώ πρίμα κατά διαβόλου»

«Δε σου φαίνεται. Όπως πάντα, μου δίνεις την εντύπωση Βούδα με τσιγάρο στο χέρι, ανθρώπου που διατηρεί πλήρη έλεγχο της καταστάσεως… Ξέρεις πότε χαπακώθηκα τελευταία;»

«Που να ξέρω;»

«Πριν λίγες μέρες»

«Έξοχα»

«Ένα αθώο centrac, κύριε πουριτανέ των υγειονομικών…»

Έπεσε σιωπή. Κοίταζα έξω, το σουρούπωμα. Ανακάτεψα μηχανικά το σωρό τα φωτοτυπημένα άρθρα που είχα μπροστά μου. Ο φίλος μου με ρώτησε αν έπρεπε να φύγει, για να δουλέψω. Απάντησα πως προτιμούσα να σουρουπωθούμε με καφέδες στο μπαλκόνι, όπως κι έγινε. Τα μεγάφωνα από το κοντινό εκλογικό κέντρο ακουγόντουσαν κάπως δυνατά, τα υπόλοιπα του σκηνικού ήταν άψογα.

«Σκέφτηκες ποτέ πόσο εύκολα μπορεί να λασκάρει η βίδα στον άνθρωπο;»

«Έχω ζωντανό παράδειγμα μπροστά μου…»

«Άσε τις κρυάδες, σου το αναφέρω για να σου εξηγήσω στη συνέχεια γιατί χρειάστηκα το centrac. Λοιπόν, είχα κατέβει στην Πύλο…»

«Όπου έκανες ουζοθεραπεία…»

«Ακριβώς… Λέω, πόσο εύκολα μπορεί να λασκάρει η βίδα. Όχι γιατί φταίει κάτι στην ποιότητα της βίδας, αλλά γιατί μπορούν να συμβούν σ’ έναν άνθρωπο τερατώδη πράγματα. Συμφωνείς;»

«Δεν έχει νόημα, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στο στάδιο της αμπελοφιλοσοφίας. Προσπάθησε να έρθεις στα πρόσωπα και τα γεγονότα…»

«Περίμενε, να θυμηθώ πως έγινε… Α, ναι. Ήταν βράδυ, πριν καμιά βδομάδα. Η ώρα θα ήταν δύο, δυόμισι… Είμαστε με το Ιπποκράτη στο μόλο, έχοντας πιει κάμποσα καραφάκια. Σκεφτήκαμε να τα σβήσουμε με coca cola, πήραμε απόνα ντενεκέ ο καθένας, αράξαμε σ’ ένα παραθαλάσσιο παγκάκι και καπνίζαμε…»

«Τι κάνει ο Ιπποκράτης;»

«Καμώνεται… Επαγγελματική επιτυχία, οικογενειακά βάσανα, πίνει τον ακατανόμαστο – και μου λέει τον πόνο του κάθε φορά που κατεβαίνω… Καθόμαστε στο παγκάκι και κουβεντιάζαμε για το φλέγον για μένα θέμα, το στρατό, αναρωτιόμουν πόσα κιλά αγχολυτικά καταναλώνει κάθε μέρα το στράτευμα και ο Ιπποκράτης μου διηγιόταν ιστορίες από τα ΣΤΕΠ και τα ιατρεία των νοσοκομείων που υπηρέτησε. Νάσου και φαίνεται από πέρα, από τη σκοτεινή και έρημη πλατεία των Τριών Ναυάρχων, κάποιος νάρχεται προς τα μας. Ερημιά τώρα, νύχτα. Ο τύπος μας φάνηκε παράξενος και τον κάναμε χάζι. Περπατούσε περίεργα, μια στεκόταν, μια προχωρούσε, κοιτούσε το νερό, ξανάρχιζε… Κάποτε πλησίασε προς το μέρος μας και τότε μας πρόσεξε. Ξιπάστηκε, στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος, σα να το σκεφτόταν, κι ύστερα πλησίασε»

«Εμφάνιση;»

«Τα χάλια του. Φορούσε κάτι ρούχα τριμμένα και βρώμικα, αθλητικά παπούτσια ταλαίπωρα, χωρίς κάλτσες. Κάμποσες μέρες αξύριστος, μακριά μαλλιά, άλουστα για ακαθόριστο διάστημα. Ο Ιπποκράτης, ως οδοντίατρος, μου είπε αργότερα πως είχε και μια περιοδοντοπάθεια ξεγυρισμένη, βρώμαγε η ανάσα του. Μια αποτυχία, μ’ ένα λόγο…»

«Αναρωτιέμαι αν ο Ιπποκράτης είναι σε θέση να διακρίνει την περιοδοντοπάθεια από την πλατυποδία, μια ζωή ντίρλα στο ούζο… Τι ηλικία είχε το άτομο;»

«Είκοσι οχτώ με τριάντα, κάπου εκεί. Πλησιάζει, κοντοστέκεται, χαμογελάει πλατιά, απλώνει το χέρι, μας χαιρετά δια επισήμου χειραψίας και συστήνεται: – Δημητράκης Αντιγόνου!. – Πως από δω ρε παλικάρι; τον ρωτάει ο Ιπποκράτης. – Πήγαινα στου αδερφού μου και μπερδεύτηκα, λέει αυτός. Έτσι γνωριστήκαμε με το Δημητράκη και λίγο αργότερα άρχισε να μας λέει την ιστορία του, δηλαδή δια της τεθλασμένης»

«Το οποίον;»

«Εκεί που μιλάγαμε ωραία και καλά, τον έπιανε το δικό του και μας ρώταγε αν αγαπάμε το “θεούλη”, μας έλεγε πολύ σοβαρά ότι κουβεντιάζει κάθε μέρα με την “παναγίτσα” και, στα ξαφνικά, πως θα τον καλούσε ο “Αντρέας” να τον κάνει κι αυτόν πρόεδρο της Δημοκρατίας…»

«Και πως μπορέσατε να κουβεντιάσετε, αφού έλεγε τέτοια κι άλλα;»

«Μα δεν ήτανε έτσι όλη την ώρα, ξαφνικά του ‘ρχότανε και το αμόλαγε, την άλλη στιγμή ήταν και πάλι λογικός. Έπειτα, τον ξέρεις τον Ιπποκράτη τι μαφία είναι… Σε μισή ώρα μέσα τον είχε ξομολογήσει μέχρι το μεδούλι…»

«Από τι έπασχε;»

«Κυρίως από γκαντεμιά και στραβή μοίρα… Άκουσε όμως την ιστορία του, όπως μας την διηγήθηκε ο ίδιος ο Δημητράκης : Είναι τρία αδέρφια, δηλαδή αγόρια – και δύο αδερφές, συν η μάνα τους, ο γέρος έχει πεθάνει εγκαίρως. Χρηματική στενότης, φτώχια καταραμένη. Παρόλα αυτά οι δυο κόρες παντρεύονται σε διπλανά χωριά και ξεμπερδεύουν. Ο μεγάλος αδερφός πάει μετανάστης στη Γερμανία, ο δεύτερος σκοτώνει κάποιον πάνω σ’ έναν καυγά και τον κλείνουν ισόβια. Ο τρίτος είναι ο Δημητράκης , ο οποίος αποδεικνύεται ο διανοούμενος της οικογενείας, μιας και καταφέρνει να περάσει στην Πάντειο. Μένει σ’ ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια, τη βγάζει με αέρα κοπανιστό, όπως οι περισσότεροι επαρχιώτες φοιτητές, έχει στήσει κι έναν πειρατικό σταθμό και κάνει εκπομπές, ως εκκολαπτόμενος ροκάς»

«Καλά περνάει δηλαδή…»

«Προς το παρόν καλά περνάει. Μην ξεχνάς άλλωστε ότι αυτά διαδραματίζονται πέριξ του ‘76 – ‘77, τότε που ο ευδαιμονισμός δεν είχε ακόμα κυριεύσει τα στρώματα της σάπιας διανόησης…»

«Επ, σύνελθε!»

«Συνέρχομαι. Όπως γνωρίζεις, ο πειρατικός σταθμός είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρος σε ό,τι αφορά το καμάκι…»

«Έπρεπε να είχαμε φτιάξει έναν, τόσα χρόνια… Μάγκες δηλαδή ήταν οι άλλοι στο Χαλάνδρι και έκαναν την Κοκκινοσκουφίτσα; Ας κάναμε κι εμείς τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους!»

«Τώρα είναι αργά, πέταξε το πουλάκι… Ο Δημητράκης λοιπόν βρίσκεται στην Αθήνα, κάνει τις εκπομπές του και περνάει όμορφα. Κάποια μέρα που εκπέμπει, χτυπάει το τηλέφωνο και μπαίνει στη ζωή του η Φιλιώ»

«Τι μέρος του λόγου;»

«Δεκατριών χρονών, ξεσκολισμένη και θανατηφόρα…»

«Τι λες, ρε συ!»

«Ακριβώς έτσι. Ο Δημητράκης τώρα, άβγαλτος σχετικά, ζαχαρώνει σε πρώτη φάση και σε δεύτερη την πατάει άσχημα με το πορνίδιο, διότι συμβαίνει το απευκταίον και η μικρή γκαστρώνεται»

«Μάλιστα…»

«Πολλά φίλε μου έχουν ειπωθεί για το πρόβλημα της γυναίκας που πρέπει να κάνει έκτρωση, τίποτα όμως για το βάσανο του άντρα…»

«Ε, όχι κι έτσι!»

«Έτσι και χειρότερα. Σκέψου τώρα, η μικρή να μυξοκλαίει συνέχεια. Να μην υπάρχουν φράγκα για γυναικολόγο. Να μην ξέρεις τι να κάνεις… Πάνω στην απελπισία της η Φιλιώ τα λέει όλα στη μάνα της, την κάνουν μαύρη στο ξύλο και την πάνε εκεί που πρέπει. Από δω και πέρα όμως αρχίζει ο μπελάς του Δημητράκη»

«Γιατί;»

«Γιατί ο πατέρας της Φιλιώς του κάνει μήνυση για αποπλάνηση ανηλίκου και τον μπαγλαρώνουν το δυστυχή»

«Την είχε αποπλανήσει, τουλάχιστον;»

«Ποσώς… Αφού έλεγε ο άνθρωπος – σου μεταφέρω επακριβώς τα λόγια του, – ρε παιδιά, τι να σας πω, είχε ένα μουνί ξεχειλωμένο σαν πιάτο, τι παρθένα και μαλακίες; Κανείς όμως δεν δίνει δίκιο στον Δημητράκη, διότι έτσι έχουν οι νόμοι, τα ήθη και τα έθιμα σ΄ αυτόν τον έξοχο τόπο: Φυλακές Κορυδαλλού… Η μάνα του εν τω μεταξύ έρχεται στην Αθήνα, βρίσκει τον πατέρα της Φιλιώς, τα κανονίζουν, πουλάει αυτή ένα χωράφι στην Πύλο, παίρνει τα λεφτά ο γέρος και αποσύρει τη μήνυση, προς δόξαν των ηθών και των εθίμων του ενδόξου τούτου τόπου, τον οποίον θα κληθώ να υπερασπίσω εν όπλοις, από οποιονδήποτε κερατά ήθελε επιβουλευθεί το μεγαλείον…»

«Ψυχραιμία, μην απομακρύνεσαι από το θέμα!»

«Συγγνώμη. Ο Δημητράκης Αντιγόνου βγήκε μεν από τη φυλακή, βγαίνοντας όμως είχε προλάβει να μάθει τη σκόνη τη λευκή… Προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του, να βρει δουλειά, να κόψει τις ενέσεις, πλην επί ματαίω… Μη με ρωτήσεις τώρα γιατί όλα αυτά, ειλικρινά δεν ξέρω, κάνω απλώς υποθέσεις για να φωτίσω τα κίνητρα και τις πράξεις, υποθέσεις όμως μπορεί να κάνεις κι εσύ και οποιοσδήποτε άλλος, ακόμα και οι ψυχολόγοι. Η μάνα του Δημητράκη τον βοηθούσε συνέχεια, αλλά εκείνον τον καιρό πάντρευε και δυο κόρες, δεν υπήρχε και σοβαρή περιουσία, συνεπώς ο Δημητράκης έβλεπε τα πράγματα να βαδίζουν σ’ ένα χρόνιο αδιέξοδο και απάνω που κινδύνευε σοβαρά να περάσει στο περιθώριο, εμφανίστηκε η Μαρίνα, η οποία του έλυσε προσωρινά το πρόβλημα, αλλά τον χαντάκωσε μια για πάντα»

«Για εξηγήσου, γιατί η ιστορία σου έχει αρχίσει να αποκτάει ενδιαφέρον»

«Όπως πάντοτε… ρε συ, έχω αφηγηθεί εγώ ποτέ αδιάφορη ιστορία; Βέβαια γνώρισα τον Δημητράκη στην παρούσα φάση της εξαθλίωσης, αλλά τότε, εκείνον τον καιρό, πρέπει να περνούσε η μπογιά του στις γυναίκες. Η Μαρίνα τον καμάκωσε ένα βράδυ στα Εξάρχεια. Ήταν παντρεμένη μ’ ένα ναυτικό που ταξίδευε συνέχεια και της έστελνε επιταγές. Πήρε λοιπόν το Δημητράκη στο σπίτι, του πήρε μηχανάκι, τον έντυσε και τον κυκλοφορούσε. Εδώ γίνεται το θαύμα και ο Δημητράκης παίρνει τα πάνω του: Αφήνει την άσπρη και περιορίζεται μετά της Μαρίνας στο χασισάκι, μέχρι που αρχίζει να ξαναπηγαίνει στην Πάντειο και να παρακολουθεί μαθήματα»

«Ωραία!»

«Ωραία, αλλά δυστυχώς όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Αυτή τη φορά αιτία ήταν το φιλότιμο του Δημητράκη. Ο άνθρωπος δεν ήταν γεννημένος ζιγκολό, να βολευτεί σ’ αυτήν την κατάσταση και αρχίζει την προσπάθεια να πείσει τη Μαρίνα να αφήσει τον ναυτικό, να τον χωρίσει δηλαδή και να παντρευτούνε. Για τη Μαρίνα αυτό ήταν γελοίο, δεν θα άφηνε βέβαια τον άντρα της, που έστελνε ανελλιπώς τις επιταγές του και έκανε αυτή ζωή χαρισάμενη, με τα καμάκια, με τα χασίσια της, με τα βίτσια της, με τα όλα της, δεν θα τον άφηνε λοιπόν για να το παίξει με τον Δημητράκη ερωτευμένη και απένταρη. Έτσι ο δικός σου έβγαλε μοναχός του τα μάτια του και πήρε απολυτήριο από την κυρία»

«Αν έγινε έτσι, γιατί είπες πως η Μαρίνα τον κατάστρεψε;»

«Άκου να δεις… Χριστούγεννα του 1981, ο ναυτικός επιστρέφει, γδύνει τη γυναίκα του και βλέπει έκπληκτος κάτι ξυραφιές στην κοιλιά. Παθαίνει πλάκα ο άνθρωπος και η κυρία για να δικαιολογήσει το χάλι της, λέει πως της τα έκανε ο Αντιγόνου, όταν τη βίασε, πως τη φοβέριζε ότι θα τη σκοτώσει κλπ, αν τον μαρτυρούσε. Τα χάφτει αυτά ο ναυτικός, γίνεται Τούρκος, πάει βρίσκει τον Δημητράκη και τον σπάει στο ξύλο, πάνω στη σύρραξη όμως, του τραβάει και ο Δημητράκης μια σουγιαδιά, από το μάτι μέχρι το λαιμό, τους πιάνει η αστυνομία και τους δυο και τους χώνει φυλακή, ο ναυτικός έχει λεφτά, εξαγοράζει την ποινή και καθαρίζει, ο Δημητράκης όμως μένει μέσα, γιατί η μάνα του δεν έχει αυτή τη φορά λεφτά για να τον βγάλει»

«Καλά, και οι ξυραφιές; ποιος τις έκανε;»

«Όπως σου είπα κιόλας, η κυρία ήταν μυστήρια και βιτσιόζα. Σε κάποια φάση λοιπόν είχε βάλει το Δημητράκη να χαρακωθούν, για να ενώσουν, λέει, τα αίματά τους»

«Τι είναι αυτό πάλι;»

«Μια μαλακία είναι, τάχα σημαίνει παντοτινή ερωτική πίστη, αλλά ο Δημητράκης την πλήρωσε ακριβά. Δεν έχω κάνει, προς το παρόν, σε φυλακή, αλλά περίπου γνωρίζουμε τις συνθήκες που επικρατούν εκεί μέσα. Κάπου τον στρίμωξαν άγρια, είχε πάθει και συναισθηματική ζημιά απ’ όλη αυτή την ιστορία, ξαναγύρισε στην ηρωίνη, αλλά δεν είχε λεφτά να παίρνει τη δόση του, μια κατάσταση αδιέξοδη… Σε μια κρίση επάνω σπάει κάτι τζάμια και κόβει τις φλέβες του, αλλά τον προλαβαίνουν, στο τσάκ. Γίνεται διάγνωση ψυχοπάθειας και εφαρμόζεται η μοντέρνα θεραπευτική μέθοδος, με ξύλο, δέσιμο, ηλεκτροσόκ και άφθονα ψυχοφάρμακα…»

«Τι λες ρε συ… Σοβαρολογείς;»

«Έτσι μας είπε ο Δημητράκης και δεν έχω κανένα λόγο να μην τον πιστέψω, παίρνοντας υπόψη και όλα όσα έχουν βγει στη φόρα κατά καιρούς για τα τρελάδικα και τις μεθόδους που εφαρμόζονται εκεί… Έμεινε λοιπόν κάμποσο καιρό στην δικαιοδοσία ενός ψυχιάτρου, ο οποίος αν ήταν στην ομάδα του Μέγκελε θα έκανε μεγάλη καριέρα… Τέλος πάντων, κάποτε ξεμπέρδεψε με δαύτον, πήρε ένα χαρτί ότι είναι ακίνδυνος για τον εαυτό του και την κοινωνία και βγήκε έξω θεραπευμένος, καύχημα του σωφρονιστικού συστήματος και της ελληνικής ψυχιατρικής… Η μάνα του, εν τω μεταξύ, πέθανε και ο Δημητράκης έμεινε περίπου ξεκρέμαστος, γιατί τα αδέλφια του είχανε κι αυτά τα δικά τους προβλήματα… Γύρισε λοιπόν στο χωριό του, ένα χωριουδάκι κοντά στην Πύλο, και από τότε φυτοζωεί εκεί. Είναι ήσυχος, δεν θέλει ναρκωτικά, κάνει απλώς τράκα τσιγάρο. Δεν έχει βέβαια καμιά ασφάλεια, ευτυχώς η πρόνοια του καλύπτει τη θεραπεία του, δηλαδή largactil, artan, tavor και άλλα τέτοια»

«Και πως ζει;»

«Έχει το σπίτι της γριάς, κάνει κανένα θέλημα, τον φιλεύει ο κόσμος, ψαρεύει κιόλας – και περνάει. Όπως σου είπα και στην αρχή, έχει διαλείψεις και νομίζει πως μιλάει με τον θεό, την Παναγία, τον Ανδρέα κι έτσι… Υφίσταται την αναπόφευκτη καζούρα που τραβάει κάθε δυστυχής σαν κι αυτόν από τα πιτσιρίκια του χωριού, αλλά απ’ ότι μας είπε αυτό το έχει συνηθίσει και δεν τον πειράζει…»

«Είναι δυνατόν;»

«Τι να σου πω… Εκείνο το βράδυ είχε πάει τέσσερις η ώρα, ο Δημητράκης δεν είχε που να κοιμηθεί, γιατί όπως σου είπα είναι από γειτονικό χωριό. Ο Ιπποκράτης σκέφτηκε να τον πάμε στο Τμήμα για να κοιμηθεί εκεί, κι ο Δημητράκης, που μας είχε συμπαθήσει ιδιαίτερα, συμφώνησε και πήγαμε. Σαν το διάολο όμως, είχανε μαζέψει κάτι μεθυσμένους και δεν υπήρχε καθόλου χώρος. Έτσι, τι να κάνουμε, ξυπνήσαμε τον ταξιτζή και πήγαμε όλοι μαζί στο χωριό του Δημητράκη, όπου τον αφήσαμε επιτέλους να κοιμηθεί στο σπιτάκι του και γυρίσαμε στη βάση μας»

«Ο ταξιτζής τι είπε;»

«Πως είμαστε μαλάκες. Δεν τον ενδιέφερε τον άνθρωπο άλλωστε… Καταλαβαίνεις τώρα γιατί ως νομικός, ως άνθρωπος, ως πολιτικό υποκείμενο, ως υποψήφιος φαντάρος, ως ακροατής του Δημητράκη και ως αυτόπτης της κατάντιας του, καταλαβαίνεις γιατί χρειάστηκα εκείνο το βράδυ ένα αθώο centrac για να καλμάρω…»

«Τον ξαναείδες;»

«Όχι, την άλλη μέρα έφυγα για Αθήνα»

* * *

Κάμποση ώρα καπνίζαμε σιωπηλοί, χαζεύοντας τις αμέτρητες γόπες στο τασάκι. Τα μεγάφωνα από το εκλογικό κέντρο είχαν επιτέλους σωπάσει, αλλά από τις τηλεοράσεις της γειτονιάς ακουγόταν οι ήχοι της προεκλογικής συγκέντρωσης που είχε γίνει χθες, εδώ στη Θεσσαλονίκη.

«Πάμε για καμιά μπύρα;»

«Πάμε, αλλά το άλλο δεν στο είπα…»

«Ποιο άλλο;»

«Όταν γυρίσαμε από το χωριό του Δημητράκη ήταν πια περασμένες τέσσερις, μάλλον κόντευε πέντε. Εμείς ανεβαίναμε την ανηφόρα για το σπίτι μου, ενώ ένας γέρος κατέβαινε φουριόζος προς την παραλία. Μόλις μας είδε, στάθηκε. Το μάτι του γυάλιζε. – Ρε παιδιά, μας λέει, είναι κανένα καφενείο ανοιχτό; Κι όταν τον ρωτήσαμε γιατί, τι μας απαντά;»

«Τι;»

«Εκείνη η πουτάνα η γυναίκα μου, τελείωσε το ούζο και δεν πήρε άλλο μπουκάλι. Βγήκα κι εγώ να βρω ούζο… Είναι κανένα καφενείο ανοιχτό;»

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Ο "ΔΡΑΚΟΣ" ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

«Ελευθερία»

Ο «Δράκος» εμπνέει το μπεστ σέλερ της χρονιάς
Η κλασική ταινία του Νίκου Κούνδουρου
γίνεται γνωστή σε εκατομμύρια αγγλόφωνους αναγνώστες
(ανάμεσά τους και ο πρόεδρος των ΗΠΑ)
χάρη στο μυθιστόρημα του «αμερικανού Τολστόι»

Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ |
Το Βήμα , Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010


Μουσείο Τέχνης του Σικάγου, 1979. Ενας εικοσάχρονος διοπτροφόρος αμερικανός παρακολουθεί χωμένος στο κάθισμά του την προβολή ενός ξένου φιλμ με τον αγγλικό τίτλο «Τhe Fiend of Αthens» («Ο δράκος της Αθήνας»). Η ταινία και κυρίως ο πρωταγωνιστής της αποτυπώνονται ζωηρά στη μνήμη του. Τόσο ώστε 30 χρόνια αργότερα τους αφιερώνει αρκετές σελίδες στο βιβλίο που γράφει. Είναι το «Ελευθερία», το βιβλίο που διαβάζει αυτόν τον καιρό όλη η Αμερική, από τον πρόεδρο Ομπάμα ως τα μέλη της λέσχης ανάγνωσης της Οπρα Γουίνφρεϊ , το βιβλίο που θεωρείται το «μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα» και απασχολεί κάθε βιβλιοφιλικό έντυπο στην υφήλιο, από το «Τime» ως τις ελληνικές σελίδες.

Ο νεαρός Αμερικανός του 1979 δεν είναι άλλος από τον 51χρονο Τζόναθαν Φράνζεν, τον «αμερικανό Τολστόι», βραβευμένο το 2001 με το αμερικανικό Νational Βook Αward για το βιβλίο του «Οι διορθώσεις». Και η ταινία είναι ο «Δράκος» του 1956 σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στον ομώνυμο ρόλο, βασισμένη σε σενάριο του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη.

«Δεν μπορώ να βρω περισσότερες πληροφορίες, αλλά είναι υπαρκτή ταινία, αυτός ήταν ο αγγλικός τίτλος της, θυμάμαι πότε την είδα...» εξηγεί ο Φράνζεν μιλώντας στους μεταφραστές του, οι οποίοι του ζητούν να διευκρινίσει αν η ταινία που παρακολουθούν η Πάτι και ο Γουόλτερ Μπέρκλουντ, κεντρικοί χαρακτήρες στο «Ελευθερία», είναι πραγματική ή αν πρόκειται για δική του επινόηση.

Μπορεί να μη θυμάται τον σκηνοθέτη, θυμάται όμως αρκετά. Οι ήρωες παρακολουθούν την ταινία του Κούνδουρου, την αναλύουν και προχωρούν σε ερμηνείες της συμπεριφοράς του πρωταγωνιστή. «Κάποιος που δεν σύχναζε στα φοιτητικά κινηματογραφικά φεστιβάλ τη δεκαετία του 1970 θα θυμάται τον “Δράκο”;» αναρωτιούνται οι βιβλιοκριτικοί. Είτε τον θυμούνται είτε όχι, αυτό δεν επηρεάζει την απήχηση του βιβλίου. Οσο για την ταινία, δεν λειτουργεί μόνον ως «γέμισμα» του χρόνου δράσης, αλλά ως δομικό στοιχείο του μυθιστορήματος, καθώς αποτελεί «κλειδί» για την κατανόηση της προσωπικότητας του Γουόλτερ, του καλού και άβουλου, αλλά και μισάνθρωπου Γουόλτερ, όπως παρουσιάζεται στο κεφάλαιο του βιβλίου «Ο δράκος της Ουάσιγκτον».

Είναι πρώιμο να προχωρήσουμε σε αναλύσεις του μυθιστορήματος και σε σχόλια για τη γονιμοποιό επίδραση του «Δράκου» 54 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, αλλά, όπως σχολιάζει και η μεταφράστρια στα ελληνικά τού «Ελευθερία», Ρένα Χατχούτ, «30 χρόνια αφότου είδε την ταινία, ο Φράνζεν τη θυμήθηκε. Μεγάλη μας τιμή».