Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Εκκλησιαστικοί Bullyδες


rkkkasswstora100[1]

Πολύς λόγος για το «Bullying» (ελλ. τραμπουκισμός, εκφοβισμός) τελευταία. Τι σημαίνει όμως ο εκφοβισμός μέσα στην Εκκλησία και τι είναι ολοι αυτοί οι Μπούληδες (Bully, δες) που μονος σκοπός τους μοιαζει να είναι να καταπιέζουν τον συνάνθρωπο;;
— Κειμενο του Ρ.Μ.
Δακτυλογράφηση : Θ.Δ.

  • Ο κλασσικός φονταμενταλιστής -χωρίς τα φόντα- Μπούλης. 
Είναι κλασσική περίπτωση, ανθρώπου. Πολλοί ΓΟΧ -οχι όλοι- ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Αλλά και πολλοί δικοί μας. Αν κάτι δεν του αρέσει είναι αιρετικό. Αν κάποιος δεν του αρέσει, είναι πλανεμένος. Συνήθως είναι άσχετοι η/και αμόρφωτοι και ψυχικά ασταθείς. Δεν παίζει ρόλο αν το θύμα τους λέει κάτι που είναι πλάνη , αίρεση η απλά θεολογούμενο. Το μόνο που μετράει -οπως και σε ολους τους Bullyδες- είναι το αν το θύμα τους είναι συμπαθές. Θα υποστηρίξουν κάποιον που συμπαθούν ακόμα και αν λέει πολύ περισσότερες ανοησίες απο το θύμα τους και θα κυνηγήσουν το θύμα τους ανελέητα , ακόμα και αν αυτά που λέει είναι σωστά. Συνήθως στην προσωπική τους ζωή είναι οικτρές αποτυχίες, αλλά όχι πάντα. Εχουν απωθημένα τα οποία δεν τα έχουν φανερώσει στον Πνευματικό τους (η ο πνευματικός δεν ενδιαφέρθηκε να τα δει, η απλά δεν είναι αρκετά διακριτικός να τα προσέξει…) . Κρύβονται πίσω απο περίτεχνες Εκκλησιαστικές αναλύσεις και θεολογικά επιχειρήματα, για να κρύψουν την κακία και το μίσος τους. Είναι τακτικοί ενορίτες , αλλά χωρίς βάθος. Δεν δείχνουν κανένα έλεος και η ζωή τους ολη είναι τυπολατρεία. Μισουν οτιδήποτε δεν ανήκει στην Εκκλησία ακόμα και αν δεν τον γνωρίζουν καθόλου. Ολα είναι ύποπτα, όλα είναι Πολλές φορές βρίσκουν καταφύγιο σε «Αντιαιρετικές Ομάδες» στις οποίες μπορούν να μεταμφιέσουν την οργή και την μνησικακία τους σε «Ιερό ζήλο».  Αν έχουν και μερικά ταλέντα, τόσο το χειρότερο, γιατί ξέρουν να «τυλίγουν» την μνησικακία με αυτά και να την κρύβουν άριστα. Αν είναι μορφωμένοι ειδικά μπορεί να κάνουν μεγάλη ζημιά γιατί δίνουν στο μίσος τους λογικοφανή επιχειρήματα, πολλές φορές απο τους Πατέρες. Αυτά όχι μόνο πείθουν τους απλούστερους, αλλά σκανδαλίζουν και άλλους που δεν έχουν άμεση εμπειρία Εκκλησιαστικής ζωής. Δεν σταματάνε ποτέ γιατί ολη τους η προσωπικότητα βασίζεται σε αυτό τον αγώνα, ο οποίος είναι στην ουσία εσωτερικός αγώνας ο οποίος απέτυχε . Και αφού απέτυχε , αντί να συνεχίσουν τις προσπάθειες κατά του κακού εαυτού τους, τις στρέφουν ενάντια στον αδελφό τους. Μπορεί και να χειροδικήσουν ακόμα, πάντα για «την αγάπη του Χριστού»
ioydas
  • Ο σούπερ-προοδευτικός Μπούλης.


Αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός. Αυτό σημαίνει πως ολοι οι άλλοι είναι «οπισθοδρομικοί». Οπλο του είναι η απαξίωση. Ομιλεί περι αγάπης. Διαρκώς. Ακατάπαυστα. Σε σημείο υστερίας. Αεναη αγαπολογία. Αλλά δεν είναι πραγματικη, γιατί δεν πονάει απλά να αγαπάς. Στο κάτω κάτω ποιος αγαπάει πραγματικά; Πονάει ακόμα και το να υποκρίνεσαι την αγάπη. Το να αγωνίζεσαι με αυτή την -ευλογημένη- υποκρισία πονάει πολλές φορές πολύ . Σου βγάζει τα σωθικα και στα δίνει να τα φας. Η αγάπη στον κόσμο που ζούμε δεν είναι απλό πράγμα , ούτε ομορφο. Είναι ένας βρωμιάρης ζητιάνος στην άκρη του δρόμου που σου ζητάει βοηθεια , ενώ σε βρίζει. Είναι μια ηλικιωμένη γρια πορνη που σου προκαλεί αηδία και λύπη. Η αγάπη στον κόσμο μας είναι κάτι που θα σε βγάλει απο τον μικρόκοσμό σου, θα σε ξεβολέψει, θα σε ταρακουνήσει, τις περισσότερες φορές όχι ευχάριστα. Η αγάπη σήμερα είναι -εξωτερικά- άσχημη, βρώμικη και απωθητική. Αλλά εκεί είναι και η αξία της. Η αγάπη δεν είναι ροζ λουλουδάκια και γλυκερά λογάκια, οπως νομίζει ο Μπούλης.
Στην πραγματικότητα είναι ολέθριος άνθρωπος και το αποδεικνύει στην πρώτη ευκαιρία. Εχει συνήθως πτυχία η σπουδές, αλλά ελάχιστη κριτική ικανότητα. Αφομοιώνει οτιδήποτε νέο θεολογικά η «βιτρινάτο» και θεωρεί ανόητους , αμόρφωτους και χωριάτες όλους τους υπολοιπους. Ολες οι λαϊκές παραδόσεις γι’αυτόν είναι χωρίς αξία και προτόγονες. Η λαϊκή ψυχή -γι’αυτόν- είναι απλά ένα μάτσο χωριάτες. Αρέσκεται να κοροϊδεύει και να απομυθοποιεί όλη την ώρα, ex cathedra ομιλών, τις παραδόσεις αφού δεν είναι «ιστορικά και θεολογικά ακριβείς» (αγνοώντας πως δεν είναι αυτός ο λόγος ύπαρξης των παραδόσεων…) και κοιτάζει αφ’υψηλού οποιονδήποτε δεν έχει τουλάχιστον μερικά μεταπτυχιακά. Συνήθως θαυμάζει πολύ ξένες Εκκλησίες, λόγω προοδου(;), ομορφιάς και οργάνωσης, ενώ αγνοεί τους δικούς μας θησαυρούς. Τα δικά μας του μυρίζουν λάσπη και χωριατίλα. Είναι η «Μαντάμ Σουσου» των Θεολόγων. Συνήθως ημιμαθής, παρόλα τα πτυχία. Οι αγώνες των απλών ανθρώπων είναι «σεβαστοι» (υποτίθεται) αλλά τους φέρεται χωρίς σεβασμό, σαν μικρά παιδιά που πρέπει εκείνος να τα καθοδηγήσει, με αποτέλεσμα να μην είναι καθόλου συμπαθής σε ανθρώπους του μόχθου, που έχουν λαϊκή σοφία και πείρα. Γιατί τον κενό (και ουχί Καινό…) άνθρωπο τον μυρίζονται απο την πείρα τους.
Η θεολογία του είναι απλά μελέτες και παραπομπές και δεν έχει ΚΑΜΙΑ (μα καμία !) εφάρμογή στην πραγματική ζωή.  Οσο περισσότερο ξένα προς την καθημερινότητα είναι αυτά που γράφει/λέει τόσο μεγαλύτερη αξία έχουν. Ετσι νομίζει. Είναι ο εξαντλητικός αναλυτής του προφανούς. Είναι ικανός να γράψει μία μελέτη εκατοντάδων σελίδων για να εκφράσει κάτι που η λαϊκή θυμοσοφία θα το εδινε με δύο γραμμές. Μάλιστα απο ορισμένους θα ακούσεις και φράσεις όπως «Εξορθολογισμός του μυστηρίου «;;; τι;; Πως λέμε… το άσπρο του μαύρου; πως λέμε … Κατω η βία ζήτω τα όπλα; Πως λέμε, «κάτω τα ναρκωτικά, ζήτω η ηρωίνη»;Τα’χουμε παίξει Αδελφοί και Πατέρες. Σε σημείο που να μην ξέρουμε πως λέμε άρες μάρες κουκουνάρες και να προσπαθούμε τα αντίθετα να τα συμβιβάσουμε. Δεν γίνεται. Ούτε χωράει ο κόσμος στα κουτάκια που οι φοβίες μας θέλουν να τον χώσουν, γιατί είναι μυστήριο, ο άτιμος…και αυτό είναι φοβερό και δυσκολο. Και αυτό είναι όλη του η ομορφία. Συνήθως δεν είναι πραγματικα έξυπνος αυτός ο μπούλης, αλλά είναι εργατικός και νομίζει πως αυτό είναι η ευφυϊα. Εχει -οπως όλοι οι μπούληδες- αισθήματα κατωτερότητας τα οποία προσπαθεί να τα ξορκίσει με πτυχία και τίτλους. (φανταστικούς η παραγματικούς, ασχετο). Επισης και με το να κάνει παρέα -νομίζει- με «σημαντικούς ανθρώπους». Ούτε τα πτυχία , ούτε οι τίτλοι είναι κακοί βέβαια. Κακό είναι όταν γίνονται όπλο απαξίωσης της ζωής , στα χέρια αγαπολογούντων κομπλεξικών bullyδων.
kinhsh
  • Ο παπα-Bullης
Παρά τον τίτλο, δεν είναι μονο ο Ιερέας, αλλά οποιοσδήποτε έχει εξουσία στην ενορία. Η εξουσία είναι φυσικό καταφύγιο ενός Μπούλη. Συνήθως είναι ο Ιερέας, επειδή ο Ιερέας έχει εκτεταμένες αρμοδιότητες . Αν ομως ο Ιερέας είναι δειλός (οχι: ταπεινός, η δειλία δεν είναι ταπείνωση…) η αδιαφορος, τότε άλλοι μπορεί να εκμεταλευτούν το κενό και να ασκήσουν τα καθήκοντα. Μπορεί να εχουν κάποια θέση στο ναό η να είναι χρηματοδότες που εκβιάζουν. Ο παπα-μπούλης, είναι συνήθως ψυχαναγκαστικός. Θελει ΟΛΑ (μα όλα!) να γίνονται με τρόπο που εκείνος θεωρεί σωστό. Δεν είναι Πατέρας, αλλά δυνάστης. Δεν ανέχεται τίποτα και κανέναν αλλά επιβάλλεται. Αν είναι έξυπνος επιβάλλεται με υπουλο τρόπο, ψυχολογικά. Αν δεν είναι τόσο έξυπνος, προσπαθεί να επιβληθεί μειώνοντας τους ενορίτες η κάνοντας υποτιμητικά σχόλια σε πνευματικοπαίδια κτλ. Ασκεί εξουσία , εξουθενώνοντας προσωπικότητες. Μπορεί να απαγορεύσει τον …frappe ως μη πνευματικό ρόφημα (πραγματική ιστορία , δεν την βγάζω απο το μυαλό μου) , μπορεί να απαγορεύσει να ακούς τραγούδια που δεν του αρέσουν (ακόμα και αν είναι σεμνά..) να επιβάλλει τις απόψεις του, να επιβάλλει σε ενορίτες να …παψουν να γελούν (γιατί «δεν είναι πνευματικό»…) να προσπαθεί να καταπνίξει οποιαδήποτε προσπάθεια δεν ελέγχει εκείνος, καθώς και οποιαδήποτε προσπάθεια να εκφραστεί κάποιος πέρα απο τα πλαίσια που δεν έχει ορίσει. Ο Αυθορμητισμός βαπτίζεται «Αμαρτωλός» μπροστά σε μία αδιορατη «υπακοή», τάχα μοναστηριακού τύπου. Ο λόγος που περιορίζονται τα πάντα, εκτός απο τον έμφυτο ψυχαναγκασμο τους είναι και ένας ακόμα: Για να μην φανεί πιθανή μειονεξία του Μπούλη, στους «οπαδούς» (γιατί λογικό ποίμνιο, δεν τους λες…). Πρέπει ο Μπούλης να φαίνεται «ατσαλάκωτος» .Μαζεύεται πολύς κόσμος γύρω απο τέτοιους , γιατί ο κόσμος αποζητά κάποιον να τους βοηθήσει «μαγικά».  Συνήθως τέτοιοι παπαμπούληδες ούτε έχουν βιώσει την υπακοή , ούτε την γνωρίζουν και την χρησιμοποιούν ως δικαιολογία μέχρι να καταλήξουν να ονομάζοται «Γεροντες». Δεν έχουν καμία πρακτική εμπειρία , γενικά. Είναι η γνωστή σε όλους ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΥ.
OrthodoxMatrix
  • Ο Μπουλης – Τρομοκράτης του Τυπικου.
Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ανήκει οποιοσδήποτε. Λαϊκός, κληρικός, μοναχός, θεολόγος. Οποιοσδήποτε εχει μία «ευαισθησία» σε θέματα τυπικού. Είτε αυτά είναι λειτουργικά είτε αγιογραφίας κτλ. Προκειται συνήθως για ανθρώπους διαβασμένους. Επιφανειακά πάντα. Αφου λοιπόν έχουν ανακαλύψει πως πρέπει με βάση τους κανόνες της Εκκλησίας να γίνονται τα πάντα, ακόμα και αν αυτό είναι απολύτως αδύνατο, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Εχει ειδωλοποιήσει τους κανόνες και τα τυπικα, συνήθως λόγω ενός ψυχισμού αδύνατου, που θέλει να πιαστεί απο κάπου για να νοιώσει ασφάλεια, και ενοχλεί ΔΙΑΡΚΩΣ οποιουσδήποτε εκείνος θεωρεί πως αντίκεινται στους ιερούς κανόνες. Οσο και αν τους υπενθυμίσεις πως μεγάλοι Αγιοι η/και σημαντικοί Θεοφόροι Γεροντες ανεχόντουσαν αυτές τις «παρεκλίσεις» δεν τους πείθεις. Είναι βασιλικότεροι του Βασιλέως, γεροντότεροι του Γέροντα. Εχουν διαβάσει και -υποτίθεται- ξέρουν. Αλλωστε τους πιάνει πανικός. Αν δεν μπορούμε να βασιστούμε στους κανόνες (τυπικού, αγιογραφίας, ψαλτικής , νηστείας κτλ) τότε που;;;; Δεν τον βλέπουμε τον Θεό, αρα;;;; Μονο τους κανόνες, έχουμε, νομίζει. Και ναι μεν οι κανόνες είναι άγιοι και σοφά τοποθετημένοι, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται με ΔΙΑΚΡΙΣΗ , πράγμα που το ξεχνάει, γιατί η διάκριση δεν είναι κάτι άμεσα μετρήσιμο. Το άγχος του είναι βεβαίως ολιγοπιστία. Προσπαθεί να αντικαταστήσει τον ζωντανό Θεό με εναν Ορθοσχολαστικισμό. Και δεν το κάνει αυτό στην προσωπική του ζωή μόνο, αλλά και στων άλλων, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν αντέχουν η όχι η αν κάποια πράγματα γίνονται για πρακτικούς λόγος.  Οι κανόνες είναι άκτιστα είδωλα γι’αυτόν, γιατί επάνω σ’αυτούς έχει χτίσει την πίστη του . Κακώς. Και φοβάται πως με την κατάρευση των κανόνων θα καταρεύσει και αυτή.  Και τυραννάει τον περίγυρο τους με -συνήθως- παράλογες απαίτησεις ορθότητας.
53531772[1]
  • Ο Ψυχομπούλης.
Δεν μιλάμε εδώ για κάποιον που απλά σπούδασε η μελέτησε ψυχολογικές τεχνικές. Ορισμένοι είναι αξιολογότατοι. Οχι, εδώ θα πούμε για κάτι άλλο. Γι’αυτόν που ειδωλοποίησε την φιλοσοφία (γιατί αυτό είναι…) την ψυχολογίας και προσπαθεί να την αναδείξει σε μορφή ποιμαντικής. Πράγμα οχι απλά άτοπο, αλλά ωλέθριο ορισμένες φορές. Γι’αυτούς η ψυχολογια και ψυχανάλυση είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο. Το χρησιμοποιούν για να κάνουν το άσπρο/μαύρο . Ουτε Στον Χριστιανισμό δεν κάνουμε τόσο ανάλυση προκειμένου να αυτοδικαιωθούμε ρε παιδιά ! Καθιστε, σκεφθείτε-σκεφθείτε το τι εχετε κάνει λάθος, συζητήστε το. Και που θα πάει, θα βρείτε μια καλή δικαιολογία. Βεβαια είναι αυτή η αλήθεια; Και δεν βαριέσαι ! Τι είναι η αλήθεια; Αφού εγώ ξαλάφρωσα και νοιώθω καλύτερα;!;! Οπότε ολα καλά. Και ολοι αυτοί που διαφωνούν με την ψυχανάλυση, κατηγορούνται ως προβληματικοί. Σιγουρα. Και το πρόβλημα τους είναι σίγουρο οτι την έχουν μικρή. Την αυτοπεποίθηση ντε. Και -γι’αυτούς- γενικά η θρησκεία είναι νευρωτικό κάτι ενώ ολοι οι ψυχαναλυόμενοι είναι προσωποιησεις της ψυχικής υγείας . Ετσι. Και απο ψυχαναλυτική σκοπιά μπορώ να πω, αυτο-ψυχαναλυόμενος πως επειδή σκέφτηκα κάτι στο μυαλό μου και το δικαιολογησα και το ανέλυσα, είμαι πολύ εξυπνος και σίγουρα κατανοώ και τον εαυτό μου και τους άλλους. Σιγουρα. Χμμμμ… Σιγουρα; Μαλλον όχι. Το καταλαβαίνεις άλλωστε και απο την ίδια την την συμπεριφορά τους. Σε πνίγουν. (και ορισμένοι πνιγόμαστε και μόνοι μας, σε ένα ποτήρι νερο, χωρίς βοήθεια…)  Ενώ οι Αγιοι έδιναν ώθηση για αγώνα. Δεν επαναπαυαν οι Αγιοι , αλλά δεν δημιουργούσαν και θλίψη η πεσμένο ηθικό.  Χρησιμοποιούν δε αυτοι οι Μπούληδες τις τεχνικές που γνωρίζουν , ως όπλο ενάντια στους διαφωνούντες.  Τους αναλύουν -εξωτερικά, με βάση γνωρίσματα και συμπεριφορές- και φτάνουν σε συμπεράσματα (που είναι για τον λουτσο,  ψαρίλα μυρίζουν…) τα οποία χρησιμοποιούν για να εξουθενώσουν τον διαφωνούντα. Πάντα για χάρη της «επιστήμης» . Συνήθως τέτοιοι άνθρωποι έχουν υποστεί (οι ίδιοι η το περιβάλλον τους) και αυτοί τραμπουκισμό/εκφοβισμό/επίθεση (Bullying) και κατόπιν βρήκαν μια ανάπαυση στις ψυχολογικές τεχνικές αυτές. Γι’αυτό και οποιος διαφωνεί είναι εχθρός τους. Δεν είναι απλά κάποιος που διαφωνεί. ΠΡΕΠΕΙ να αποδείξουν σε όλους πως είναι προβληματικός.(Ad Hominem επιθεση) Δυστυχώς τέτοιοι άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει πραγματικά την θεραπευτική της Εκκλησίας. Γιατί για να την γνωρίσεις πρέπει να έχεις γνωρίσει και κάποιον θεραπευμένο που να έχει επίγνωση του τι εφαρμόζει . Και αυτό -δυστυχώς- είναι εξαιρετικά σπάνιο. Και αυτό είναι δράμα και ευθύνη όλων μας.
Οπότε μετά, φτάνουν στο σημείο όχι απλά να θέλουν να εφαρμόσουν τις φιλοσοφικές ψυχολογικές τεχνικές στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά και να θέλουν να ελέγξουν ολη την εκκλησιαστική εμπειρία με βάση τις τεχνικές αυτές.
Αλλοίμονο αν διαφωνήσεις. Είσαι προβληματικός, τουλάχιστον. Θα βρουν κάποιο πρόβλημα σου για να στο θυμίζουν (Ad Hominem επίθεση) η απλά θα εισπράξεις ειρωνεία.  Τα προβλήματα των ψυχαναλυόμενων και των ψυχαναλυτών , μπορεί να τα περνάνε και ως προτερήματα (δύο μέτρα και δύο σταθμά). Ολες αυτές οι τεχνικές χρησιμοποιούνται με ένα τάχα «θεραπευτικό» πρόσχημα, αλλά είναι κανονική επίθεση.
Fysikh


  • Ο Μπούλης Δεσπότης.
Υφίστανται και οι ιερείς Bullying.  Ο Επισκοπος έχει ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν μπορείς ούτε να τον παρακάμψεις , ούτε καν να τον αγνοήσεις.  Η Εκκλησιολογία είναι δογματικό θέμα. Υπάρχουν δυστυχώς ορισμένοι Επίσκοποι (ευτυχώς λίγοι) που οχι απλά δεν προσπαθούν να ενισχύσουν του Ιερείς τους , αλλά τους φορτώνουν . Τους φορτώνουν με -ανήκουστους- κανόνες που δεν τους συζητάνε ως Πατέρες με τα παιδιά τους για να δουν αν αντέχουν. Τους φορτώνουν και με το να τους αγνοούν για θέματα που προβληματίζουν και που οι ίδιοι οι ιερείς προσπαθούν να ενημερώσουν . Αλλες φορές τους φορτώνουν επειδή τους ζηλεύουν. Υπάρχουν περιπτώσεις που επειδή ένας Ιερέας έγινε γνωστός (οχι απο δική του ευθύνη) κυνηγήθηκε ανελέητα, χωρίς να έχει διαπράξει κάτι μεμπτό. Ορισμένες φορές οι ιερείς πέφτουν θύματα διαβολής, αφού μπορεί κάποιοι να τους καταγγείλουν και ο Δεσπότης απο υπερβάλλοντα ζήλο, χωρίς να πολυεξετάσει, τιμωρεί τον ιερέα. Ορισμένοι δεσπότες, μην έχοντας πραγματική πείρα, αλλά μόνο ακαδημαϊκη , προσπαθούν να εφαρμόσουν αυτά που έχουν διαβάσει, ωστε να είναι σωστοί Ιεράρχες. Το έργο του -σωστού- Ιερέα είναι δύσκολο. Ειδικά αν είναι και έγγαμος. Αν ο Δεσπότης νοιώθει πως έχει μόνο δύναμη, εξουσία, αλλά όχι σαν Πατέρας  τότε απο Επίσκοπος, καταντά Δεσπότης, δυνάστης. Εχει εξουσία. Αλλά και ο Χριστός είχε. Την κατέθεσε στα πόδια μας και Θυσιάστηκε. Αν ο Επίσκοπος δεν είναι σαν τον Χριστό, τότε επιβάλλεται δια της βίας. Συνεχίζει να είναι Ιεράρχης, αλλά στο γράμμα, όχι στο Πνεύμα. Χρειάζονται και οι Ιερείς στήριξη. Υπάρχουν κάποιες -λιγες- περιπτώσεις Ιεραρχών που φέρονται στους ιερείς τους, σαν να είναι σκουπίδια. Ανθρώπινα σκουπίδια.
amartanei
CyberΜπούλης
Ο Κυβερνομπούλης, ο ιντερνετάκιας. Επειδή φοβάται να βγει παραέξω και να κάνει επίθεση και επειδή στην προσωπική του ζωή τρώει…σφαλιάρες (απο τον προϊστάμενο, την γυναίκα του, τον ιερέα του, τον δεσπότη κτλ κτλ) βρήκε πεδίο δράσης λαμπρό, το ίντερνετ ! Εκεί μπορεί να βρίσει, να αγανακτίσει, να βγάλει το άχτι του ! Το ίντερνετ είναι ο μεγάλος ισοπεδοτής, που ο μεγάλος έχει την ίδια ευκαιρία να ακουστεί με τον μικρό. Το ίντερνετ είναι ο φερετζες του χρήστη. Το ίντερνετ σου δίνει την ψευδαίσθηση πως έχεις μια κοινωνική αξία. Το ίντερνετ είναι το όπιο του Bully γενικά , και του Εκκλησιαστικού ειδικά. Μπορείς να κατακρίνεις, να ασκήσεις κριτική σε επώνυμους και δεσπότες. Ολα. Και μπορείς να το κάνεις απο την καρέκλα σου, φορόντας μόνο το…σώβρακο (γιατί μπορεί να κάνει και ζέστη…) και με το να υποκρίνεσαι πως είσαι κάποιος σημαντικός. Υπάρχουν άνθρωποι που φτιαχνουν ψεύτικα προφίλ και βρίζουν…τον εαυτό τους, για να δειξουν πως επιτίθενται (ενώ είναι οι ίδιοι που κάνουν επίθεση σε πολλούς άλλους) καθώς και άλλοι που ρίχνουν τις ίδιες τους τις σελίδες για να αποδείξουν πως τους κυνηγούν ,ενώ είναι το αντίθετο. Το ιντερνετ είναι ευφορο έδαφος για παιχνίδια ρόλων (roleplaying games, RPG) οπότε ο Κυβερνομπούλης καταφέρνει να το παίξει Γέροντας και αυτός και να ξεγελάσει αρκετούς, κυρίως τον εαυτό του. 
facebookhero

Επιλογος

Η λίστα δεν είναι εξαντλητική. Κάθε άλλο. Επίσης, επειδή η ζωή δεν είναι τόσο απλή, κάποιος μπορεί να ανήκει σε δύο η περισσότερες κατηγορίες μαζί (ακόμα και αν φαίνονται αντίθετες…!) η να είναι θύμα και θύτης μαζί. Η ζωή είναι πολύπλοκη.
Ο γράφων υπήρξε θύμα Bullηδων, στο παρελθόν. Εκκλησιαστικών και μη. Εχει πικρή πείρα. Στα παιδικά /εφηβικά χρόνια αλλά και μετά, στην Εκκλησία. Οχι σωματικού (γιατί δεν τους έπαιρνε…) αλλά ψυχολογικού, κυρίως. Πιθανότατα και ο ίδιος ο γράφων να εχει υπάρξει θύτης, γιατί ο Bullης (ο τραμπούκος, στα Ελληνικά ! ) ζει μέσα στον καθένα μας. Ειδικά σε θύματα. Δεν είναι μόνο «πρόβλημα των άλλων».  Ταυτίζεται με αυτό που οι Πατέρες λένε «ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Υπάρχει ένας στην ψυχή μας και αν δεν τον αντιμετωπίσουμε, είναι έτοιμος να κάνει το χειρότερο κακό στον συνάνθρωπό του.  Καλύτερα να εχουμε ολοι τα μάτια μας δεκατέσσερα και να προσέχουμε όχι μόνο τριγύρω , αλλά και εμάς. Γιατί ολοι οσοι τώρα καταδικάζουν τους μπούληδες (που είναι δραματικα΄πρόσωπα και αυτοί, συνήθως έχουν υποστεί τραμπουκισμό απο άλλους, σε άλλο επίπεδο…) πολύ φοβάμαι πως απλά ξεχνούν πως δεν έχουν δώσει ΔΕΚΑΡΑ ΤΣΑΚΙΣΤΗ οταν κάποιος δίπλα τους καταπιέζεται. Και το θυμούνται τώρα, επειδή είναι «trendy». Και «politically correct».
Αλλά και αυτή η κοινωνική πίεση, ένας μεγάλος μπούλης είναι, με την μάσκα του σωτήρα και του ¨Ορθού»

morfesbullying

πηγή

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Τουρκοκρατία

«Δεν είσαι μόνος» σε σκηνοθεσία της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού. Το επεισόδιο «Τουρκοκρατία», τότε «που όλα τα‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» (Δ.Σολωμός)


Μέσα από αυθεντικές πηγές της εποχής ζωντανεύει η ιστορία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής δουλείας.
Σταυρικός ο δρόμος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Ποια η πνευματική και κοινωνική αντίσταση των Ελλήνων κατά της δουλείας;
Πόσο ετοίμασε και στήριξε το λαό για τον ξεσηκωμό η Ορθοδοξία;
Πόσο συμμετείχε με χιλιάδες νεομάρτυρες, με φωτισμένους διδασκάλους του γένους,
με πατριάρχες που θυσιάστηκαν, με κληρικούς και καλόγερους που πήραν τα όπλα;

Έρευνα: Γεώργιος Τσούπρας, Δρ.Θεολογίας.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Όχι δεν κρινόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν ζήσαμε όλοι τις ίδιες ζωές. Δεν είχαμε όλοι κοινές ουλές και τραύματα.
Τα μάτια μας δεν είδαν κοινές σκηνές βίου.
Χαμόγελα δεν άνθισαν παντού και αγκαλιές δεν έκλεισαν σφικτά γύρω από τους κόρφους μας.
Είναι αρκετοί που έμειναν ορφανοί. Άλλοι δίχως φιλί και πολλοί χωρίς να ακούσουν ένα «σ αγαπώ», «σε χρειάζομαι», «σε θέλω», σε ποθώ», «μπράβο», «μπορείς», «θα τα καταφέρεις».
Γι αυτό σου λέω δεν μπορείς να με κρίνεις, γιατί εσύ δε
ν έζησες την ζωή μου.
Ένα μονάχα σου ζητώ. Αυτό το δάκτυλο που χρόνια τώρα επιδεικτικά κουνάς μπροστά στα μάτια μου, κατέβασε το, και πιάσε μου το χέρι. Είναι η μόνη κίνηση που τρομοκρατεί τον θάνατο.

π.Λίβυος

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Γυμνά πορτρέτα που στάζουν μέλι


Μοιάζουν με ανθρώπινα κορμιά παγιδευμένα στο κεχριμπάρι. Είναι όμως τα μοντέλα του αμερικανού φωτογράφου Blake Little, τα οποία για χάρη του βιβλίου «Preservation» (Συντήρηση), βούτηξαν κυριολεκτικά μέσα στο μέλι.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος ο …Άλλ’ αντ’ άλλων …



Άλλο παιδί του Θεού και άλλο πλάσμα Του… 

Άλλο το αγιάζομαι και άλλο το σώζομαι …
Άλλο το να ομολογώ και άλλο το να φαρισαΐζω …
Άλλο το να νουθετώ και άλλο το να κατακρίνω …
Άλλο το να αγαπώ αλλήλους και άλλο το να ελέγχω τους κακοδόξους …
Άλλο το να συγκινούμαι και άλλο το να μετανοώ… 
Άλλο το εικόνισμα και άλλο το πετραχήλι …
Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο καλός Χριστιανός …
Άλλο της Εκκλησίας και άλλο σύναιμος Παντοκράτορος …
Άλλο άμετρη αγάπη Κυρίου και άλλο ένας Χριστός στα μέτρα μου …
Άλλο το πιστεύω στον Θεό και άλλο σε Ιησού Χριστό Εσταυρωμένο Ναζαρηνόν …

Αρκετά όμως με αυτά …θα με πουν και …κολλημένο …

Τεκελαπόκο…Τεκελαπόκο ….


Νώντας Σκοπετέας

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2015

στα 66 του χρόνια δασκαλόπαπας στα Εξάρχεια...


kariotoglou.jpg





Ενας άνθρωπος των θεολογικών γραμμάτων, που αφιερώθηκε στη μετάδοση της γνώσης, ανοίγει μια νέα σελίδα στη ζωή του χειροτονήθηκε  το παρελθόν Σάββατο  στον Αγιο Νικόλαο Ραγκαβά διάκονος από τον μητροπολίτη Σάμου π. Ευσέβιο και την Κυριακή 11/1/2015 πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος π. Ιερώνυμο.


 Απλός και λιτός, ο διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέας πολλών βιβλίων Αλέξανδρος Καριώτογλου, στα 66 χρόνια του, έπειτα από μια ιδιαίτερα αξιόλογη πορεία στη διδασκαλία της Θεολογίας, έλαβε τους δύο βαθμούς της ιεωρσύνης.

Ο π.Αλέξανδρος Καριώτογλου, μακριά από ακαδημαϊσμούς και βερμπαλισμούς, μιλούσε σε όλη τη ζωή του με απλό και κατανοητό τρόπο για τον Θεό, μεταβιβάζοντας τις υψηλές έννοιες της θεολογίας σε χιλιάδες παιδιά. Με αυτόν τον απλό τρόπο μίλησε και  για την απόφαση του οικογενειάρχη, του δασκάλου και του απλού καθημερινού ανθρώπου από μια γειτονιά των Εξαρχείων να γίνει ιερέας στα 66 του χρόνια. Ιδιαίτερα συγκινημένος, με δάκρυα στα μάτια και ταυτόχρονα συνειδητοποιημένος για την απόφασή του, μας μίλησε από καρδιάς για την ιερωσύνη και τη ζωή του.

«Η απόφαση δεν είναι πρόσφατη» μας λέει και συνεχίζει αστειευόμενος: «Είχε ληφθεί δέκα χρόνια πριν... γεννηθώ! Από μικρό παιδί ήμουν μέσα στην Εκκλησία.

Οι γονείς μου δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι, ήταν όμως ευσεβείς άνθρωποι, και μάλιστα ο προπάππος ήταν ιερέας. Ο πατέρας μου σεβόταν πάρα πολύ την Εκκλησία, την αγαπούσε, όπως ένας απλός άνθρωπος. Εκείνος που με έβαλε μέσα στην Εκκλησία πολύ βαθιά ήταν ο ιερέας της ενορίας μου, ο απλός παπα-Νικόλας Αντωνίου, ο οποίος δε ζει τώρα. Ηταν σαν δεύτερος πατέρας μου. Στα μαθητικά μου χρόνια στον εσπερινό μού μάθαινε την ψαλτική. Από τότε που τελείωσα το λύκειο ήμουν πάντα ψάλτης, όλα τα χρόνια, μέχρι και σήμερα. Αυτό έγινε δεύτερη φύση μου. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι δεν ξεχνούσα το θυσιαστήριο. Πάντα στην προσευχή μου ευχόμουν να φθάσω κάποια μέρα εκεί. Ακόμα και όταν έκανα οικογένεια και παιδιά δεν το ξέχασα αυτό».

Και συνεχίζει ο π. Αλέξανδρος  Καριώτογλου: «Οταν πλέον πήρα σύνταξη, είπα ότι τώρα πρέπει να ολοκληρωθεί η θεολογική ιδιότητα με τη χειροτονία μου, να φτάσω πια όπως ευχόμουν πάντα και ονειρευόμουν στο θυσιαστήριο. Ηρθε φυσικά το πράγμα, δεν ήταν ξαφνικό».

Στην ερώτηση αν μια τέτοια απόφαση είναι πιο δύσκολη σε πιο μεγάλη ηλικία, ο κ. Καριώτογλου απαντά: «Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. Πολλοί, όταν φτάνουν σε μεγάλη ηλικία και παίρνουν σύνταξη, σκέφτονται πώς να απολαύσουν τη ζωή τους, πώς να γεμίσουν τον κενό τους χρόνο. Ομως εγώ δεν το σκέφτηκα έτσι. Υπήρχε σαν στόχος η ιερωσύνη, ήταν πάντα ο στόχος μου, κι έτσι δεν μπήκα σε δίλημμα αν θα πρέπει να πάρω ή όχι κάποια απόφαση. Οταν μιλάω για μένα, μιλάω και για τη σύζυγο, η οποία πάντα είχε κατά νου ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο».

Στην ερώτηση σχετικά με την κλήση που απευθύνει ο Θεός για την ιεροσύνη ο κ. Καριώτογλου ανέφερε «την κλίση (με «ι») την έβλεπα από τα μικρά μου χρόνια, χωρίς να θέλω να εξοικειώνομαι πολύ, γιατί η μεγάλη εξοικείωση είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα. Κρατούσα τις αποστάσεις, αλλά ήμουν ταυτόχρονα μέσα στην Εκκλησία. Η κλήση η άλλη (με «η»), το κάλεσμα του Θεού, νιώθω ότι ήταν διαρκής. Ηθελε όμως ωρίμανση, ήθελε να συμφωνήσει με την ελεύθερη επιλογή. Ο Θεός καλεί μεν, αλλά περιμένει να επιλέξεις ελεύθερα, αλλιώς δεν έχει νόημα».


Ως προς το πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ιερέα σε μια εποχή κρίσης, ο π.Α.Κ. απαντά:

«Αυτό είναι το ερώτημα που έθεσα όταν θέλησα να γράψω δύο λόγια που θα πω στη χειροτονία μου. Ο νους μου πήγε αμέσως στον λόγο του Ησαΐα που χρησιμοποίησε ο Χριστός στο πρώτο κήρυγμα που έκανε στη συναγωγή. Λέει λοιπόν ο Ησαΐας ότι έρχομαι για να σταθώ κοντά στον άνθρωπο, ο φτωχός να παρηγορηθεί, ο ταλαιπωρημένος να ανακουφιστεί. Εγώ βλέπω τη θέση ενός κληρικού έτσι όπως το λέει ο Ησαΐας και όπως το διδάσκει ο Χριστός. Να σταθούμε κοντά στον άνθρωπο, να τελούμε το μυστήριο των μυστηρίων, τη θεία ευχαριστία, και να καλούμε τον άνθρωπο να κοινωνήσει σώμα και αίμα Χριστού, να λαχταρήσει να κοινωνήσει, και αυτό δεν το κάνουν τις περισσότερες φορές οι κληρικοί. Δεν φέρνουν τον άνθρωπο σε αυτή τη λαχτάρα να αγγίξει τον Θεό. Αυτό θα το ήθελα πολύ, δεν ξέρω πόσο θα το πετύχω, νομίζω όμως ότι αυτή είναι η αποστολή μας. Εχει ανάγκη ο άνθρωπος από αυτό».


Στη συνέχεια με πολλή συγκίνηση και με κόπο να συγκρατήσει τα δάκρυά του ο κ. Καριώτογλου μιλάει για την αγάπη των ανθρώπων της γειτονιάς του. Με τρεμάμενη φωνή  λέει: «Ξέρετε, στη γειτονιά μου στα Εξάρχεια, που είναι μια γειτονιά κλασικού τύπου, βγαίνεις και βλέπεις τον μπακάλη, τον χασάπη, τον σιδηρουργό. Το είπα σε όλους ότι θα γίνω ιερέας, γιατί με όλους έχουμε σχέση, λέμε "καλημέρα" σε όλους με τη σειρά. Δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μου πει "τι πας να κάνεις"! Ολοι στάθηκαν με τέτοιο σεβασμό απέναντι σε μια τέτοια απόφαση και μου είπαν "μπράβο, πολύ ωραία", σαν να το είχαν ανάγκη».

Στο τέλος λέει για την όμορφη συμπόρευση και τελικά το «πέρασμα» από τα θεολογικά γράμματα στα θεολογικά «πράγματα».

«Χωρίς να παραθεωρήσει κανείς και την επιστήμη και το γράψιμο, έρχεται πια κάποιος να ολοκληρώσει βάζοντας όλη αυτή τη γνώση του, την εμπειρία του μέσα σε αυτό το κανάλι της σχέσης του με τους ανθρώπους»
. Ολοκληρώνοντας τη συνομιλία ο π.Αλέξανδρος Καριώτογλου εύχεται στον εαυτό του και σε όλους για τη νέα χρονιά «Καλή πάλη με τον Θεό».

κείμενο βασισμένο στη συνέντευξη του π.Αλεξάνδρου που δόθηκε λίγο πριν την χειροτονία του στον Κ.Παππα και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δημοκρατία» του Σαββάτου 10.1.2015

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Θύμησες από την "έρημο" του Αγίου Όρους..

Με αφορμή την αγιοκατάταξη του Γέροντα Παϊσίου-που δυστυχώς ενώ άκουγα συνέχεια για την οσιότητά του ποτέ δεν αξιώθηκα να περάσω από την "Παναγούδα",τότε που ζούσε, όταν διψασμένος στα ανήσυχα χρόνια της εφηβείας μου έψαχνα μορφές και κραυγές πραγματικών ασκητών στο τότε Άγιο Όρος για να ξεδιψάσω-σας αφιερώνω αυτό το σπάνιο κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη που και αυτός όπως όλοι μας οι εκάστοτε εκεί προσκυνητές έψαχνε την λύτρωση με την εναγώνια εσωτερική κραυγή της ψυχής του αποτυπωμένη στο υπέροχο κείμενό του...
Θύμησες από την "έρημο" του Αγίου Όρους..

Ο ίδιος σε νεαρή ηλικία είχε επισκεφθεί τα ερημητήρια τους. Η περιγραφή στο σύγγραμμα του ''Αναφορά στον Γκρέκο'', είναι πλήρως κατατοπιστική.
Πόσο ειλικρινά επιθυμώ και πάλι να βρεθώ σύντομα εκεί..Θύμησες στο νου και στην καρδιά μου από ένα Άγιο Όρος που σε τίποτα πια δεν μοιάζει στην τότε μαγεία των πρό της "ανάπτυξής" του χρόνων (τέλη δεκαετίας 1980, αρχές δεκαετίας 1990)...


 
" Τελείωνε πια το προσκύνημά μας. Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός, ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια.
Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους, οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους.
Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα, κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν, για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας.
Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται. Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από τον γκρεμό και γκρεμίζουνται…. Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα, ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης
Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό, είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω, να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ.
Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.
Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά.
Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά, τρόμαξα.
Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του.
Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός ανομολόγητος θαμασμός.
Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω, τον ρώτησα από μακριά. Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.
Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά. Έσκυψα να δω μέσα. Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ. Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα του βράχου, τίποτα άλλο.
Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική, που δεν τόλμησα. Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω η φωνή του ανθρώπου.
Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι, κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός,ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής, και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο, φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα, με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει, έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω το κοκαλιασμένο χέρι.
Κάμποση ώρα σωπαίναμε.
Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη που είχε εξαφανίσει το κορμί της, αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε ν’ ανέβει στον ουρανό.
Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει.
Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.
Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω.
Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου. Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές του Πειρασμού.
Αποκότησα τέλος:
– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τον ρώτησα.
-Όχι πια, παιδί μου.Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου. Δεν έχει δύναμη. Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό ! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
–Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου. Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
– Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί. Από το χορτασμό στην πείνα, από τον ξεδιψασμό στη δίψα, από Τη Χαρά Στον Πόνο. Στην κορφή της πείνας, της δίψας, του πόνου κάθεται ο Θεός. Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.
– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω. Άπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του, άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:
- Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.
Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
- Ο Χάρος αγαπάει τους νέους. Η Κόλαση αγαπάει τους νέους. Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει, έχε το νου σου, ξύπνα!
Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:
– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.
– Αυθάδεια της νιότης! Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;
– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι. Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι;
Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε! πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:
Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.
– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.
– Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού. Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.
– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, η καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;
Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός, πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης, θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του: «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου.
Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».
Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου.
Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω
– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο.
Άκουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε:
«Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε. «Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων.
Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη.
Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!
Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε, κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Άγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω, δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε.
Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει.
Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;
Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε:
Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’ το καλά στo νου σου:
– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ.
Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε… από το Θεό. Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του. Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα. Το Ένα, ο Ένας. Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος. Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος! τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε
Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.
Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο. Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.
– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου.
Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού, γροικώ το Χάρο να ζυγώνει.
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς.
Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει, αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου, δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού.
Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω, σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.
Σηκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.
– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.
Και σε λίγο, περιπαιχτικά:
– Χαιρετίσματα στον κόσμο.
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα. Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

Τα Ολόφωτα Φώτα του "αγίου" των Γραμμάτων μας


 


 ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

Φῶτα - Ὁλόφωτα (1894)

Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει* (=μαζέψει) τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη * (=χωρίς πανιά ) καὶ ὠρτσάριζε* (=έπλεε κόντρα στον άνεμο με κατεβασμένο το πανί) κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες* (=πλαγιοδρομούσε). Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν* (=ξέχασε) εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους. Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης* (=της ετοιμόγεννης που πονούσε). Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης. Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς* (=βαρκάρηδες, περαματάρηδες), οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.
*
* *
Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο* (=ανυπομονησία)  εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει* (=ξαναφώναζε) ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη* (=άκληρη,στείρα), αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη* (μτφ. = ακάθαρτη) !… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας*  (=το παιδί [αποδοκιμαστικά])τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά* (=δύο σκαμνιά όπου καθόταν η ετοιμόγεννη,  για να "πέσει" το παιδί μέσα από το μεσοδιάστημά τους) , ἠμπορεῖς;
 
*
* *
Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν* (=υπήνεμο), δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.
*
* *
Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια»* (=πλύσιμο νεογέννητου)  τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα* (=ροδαλό δέρμα), μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός* (=φοβισμένο), ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία * (=χαμογελούσε) πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει* (=πασπαλίσει) κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο* (=αρσενική πάπια) μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».
*
* *
Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα* ( ή σφάντσικα= κέρματα είκοσι λεπτών) καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες* (=παρευρισκόμενοι) ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ* (=νερό). Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:

―Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
(1894)


Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ...ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ


Γράψε τέλος σε ό,τι νόμιζες ότι ήξερες και προπάντων σε αυτό που νόμιζες ότι ήσουν ικανός να κάνεις. Το σύστημα σε χαρακτήρισε δεινόσαυρο. Δεν έχει σημασία η ηλικία που κουβαλά ο καθένας μας, αλλά ούτε και η οποιαδήποτε εξειδίκευση έχει. Άλλαξαν όλα τριγύρω εκτός από εμάς τους ίδιους. Δεν ταιριάζουμε στη νέα εποχή, στη νέα τάξη πραγμάτων, στα νέα που εισέβαλαν στην χώρα. Δεν είναι τα καινούργια παπούτσια που μάς “χτυπάνε”, είναι τα πόδια μας πολύ μεγάλα για να χωρέσουν σε αυτά. Έτσι, ή θα τα φοράμε κουτσαίνοντας μέχρι να μάς χώσουν στην κάσα ή θα αυτοακρωτηριάσουμε τα πόδια μας μπαίνοντας στην ομάδα αναπήρων του νέου κόσμου που έχει αρχίσει. Αυτός ο κόσμος δεν επιτρέπει ξυπόλητους. Τελεία και παύλα. 

 Για το ποιος φταίει δεν χρειάζονται αναλύσεις και μεγάλες κουβέντες. Κοίτα από το μπαλκόνι σου ποιος στο δρόμο περπατά ανάλαφρα με τα λουστρινένια made in EU υποδήματα και θα είσαι σίγουρος για τον ένοχο. Όποιος δεν κουτσαίνει, αυτός σε κατέστησε υποχρεωτικά ανάπηρο. Πολλές φορές δεν χρειάζεται να βγεις καν στο μπαλκόνι. Ακόμη και μέσα στο σπίτι σου -στην υπερεκτιμημένη οικογένειά σου- την ώρα του κυριακάτικου τραπεζιού, σκύψε και κοίτα κάτω από τραπέζι. Σε παράταξη θα δεις τα πόδια που προσαρμόστηκαν.

 Δεν είναι το θέμα χρημάτων που κάνει τη διαφορά, είναι η νοοτροπία των πολλών που άλλαξε σταθερά και ήσυχα από το 2010 μέχρι σήμερα. Δεν είναι ο μισθός και η αδιαμαρτύρητη πληρωμή φόρων, αλλά η ευκολία να είναι τα “καλά παιδιά” βρέξει-χιονίσει. Μην τους σταμπάρει το σύστημα και τους στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα! Μην γυρίσει το μάτι του πάνω τους ο Πανόπτης και δεν προλάβουν να κρυφτούν. Κοινώς, χέστηδες, είτε έχουν θυρίδες σε τράπεζες, είτε συμπληρώνουν χαρτιά για επίδομα “ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος”. Φοβούνται την Ελευθερία περισσότερο από τον Θάνατο και θέλουν να καλύψουν την δειλία τους στριμωγμένοι κάτω από μία σημαία φωνάζοντας με πάθος αλλά κρυμμένοι στο πλήθος “Ελευθερία ή Θάνατος”. Τόσο χέστηδες.

 Τούς βλέπεις με τα καινούργια τους παπούτσια να σπρώχνονται, άλλοι ανάλαφροι κι άλλοι κουτσοί, να είναι μπροστά-μπροστά στην πρώτη γραμμή πληρωμών αποδεικνύοντας ότι σε μια πολεμική σύρραξη θα έκαναν τα πάντα να μπουν στην πρώτη γραμμή λιποτακτών. Δεν παίζει ρόλο αν ο μισθός είναι κρατικός ή από άγριο μεροκάματο. Δεν έχει σημασία αν τα χρήματα που θα δώσεις στο Κράτος θα είναι λυγδιασμένα από το πολύωρο ξύσιμο των αχαμνών σε ένα γραφείο ή λερωμένα από ασβέστη και γράσο. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην ίδια πρώτη σειρά στέκονται να δώσουν τον οβολό τους για την “ελευθερία”.


Δεν περνά στιγμή από το μυαλό τους ότι κατάφεραν μετά την Δημοκρατία να καταστήσουν και την Ελευθερία πουτάνα με το ζόρι. Όποιος τα “σκάει” την απολαμβάνει για ένα λεπτό. Μόνο ένα λεπτό διότι το Κράτος-νταβατζής έχει ήδη βρει και άλλους λόγους για πληρωμή να σου επιβάλλει πριν ακόμη ντυθείς και δέσεις τα καινούργια σου παπούτσια έχοντας τελειώσει την γρήγορη συνουσία στα μπουρδέλα-ταμεία των εισπρακτικών ιδρυμάτων. 'Ενα λεπτό κρατάει η Ελευθερία σου: Από την ώρα που ο εισπράκτορας παίρνει τον οβολό σου κι εσύ το αποδεικτικό έγγραφο στα χέρια σου. Μέτρα τις αποδείξεις είσπραξης που σου παρέδωσε το Κράτος από το 2010 μέχρι σήμερα και άθροισε τα λεπτά εικονικής ελευθερίας σου.

Όσον αφορά την πραγματική Ελευθερία είναι σαν αυτόν τον τόπο. Έχει ψηλά και άγρια βουνά. Δεν περπατιούνται με καινούργια λουστρίνια ακόμα κι αν δε σε “χτυπάνε”, ούτε δείχνουν την αξιοθρήνητη ελεημοσύνη να δεχθούν να τα ανέβεις με δεκανίκια.

πηγή

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Έτσι είναι τα κορίτσια

Ο μικρός Ματίας προσπαθεί να ανακαλύψει τον μυστηριώδη κόσμο των κοριτσιών, με αφορμή μια σχολική εργασία. – Ένα φιλμ μικρού μήκους από τον Δανό Esben Tοnnesen

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

Είμαστε όλοι άνω των 40 , αλλά τα επόμενα 100 χρόνια βρίσκονται μπροστά μας!


Wir Sind Alle über 40 
ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΑΝΩ  ΤΩΝ 40

Der Spiegel lacht, wenn er mich sieht. Was hast du dir da weggeschminkt? Ein graues Haar tut doch nicht weh. Es sagt dir nur, dass du noch lebst!


Wir sind alle über 40 hab´m im Leben nichts vermisst! Tiefe Spuren in unsren Herzen. Tausend Sünden im Gesicht! Die nächsten 100 Jahre, die liegen noch vor uns. Wir sind alle noch am Leben!


Ein Glas zuviel, das schadet nicht, denn manchmal braucht die Seele Licht. Wir drehen auf, hauen auf den Tisch! Es ist egal, wie alt du bist!


Wir sind alle über 40 hab´m im Leben nichts vermisst! Tiefe Spuren in unsren Herzen. Tausend Sünden im Gesicht! Die nächsten 100 Jahre, die liegen noch vor uns. Wir sind alle noch am Leben!


Die Zeit vergeht, so wie der Wind zieht sie vorbei. Kannst sie verliern, denn du fängst sie niemals ein! Wir bleiben jung, solang die Leidenschaft noch lebt, solang in uns sich noch was regt!


Wir sind alle über 40 hab´m im Leben nichts vermisst! Tiefe Spuren in unsren Herzen. Tausend Sünden im Gesicht! Die nächsten 100 Jahre, die liegen noch vor uns. Wir sind alle noch am Leben!


Wir sind alle noch am Leben!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία ενός μολυβιού

Perierga.gr - Η ιστορία ενός μολυβιού

Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!

- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο. Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του. Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου. Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.

Του Paolo Coelho, που δημοσιεύθηκε πριν χρόνια στο περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η επίκαιρη ιστορία των τοκογλύφων

ΤΑ ΔΥΟ ΣΚΕΛΕΘΡΑ-του Α. Καρκαβίτσα

Με λένε Νικόλα· το παρανόμι μου είναι Βρίζας - Νικόλας Βρίζας. Αλήθεια τώρα σαραβαλιάστηκα σαν το γέρικο το άλογο, μα ήμουνα και γω μια φορά νιος. Την καθεμερνή δουλειά, τη σκόλη γλέντι.
- Τι λεβέντης! Θάμαζαν οι γυναίκες που με βλέπανε.
Και μου ’στελναν προξενιές από πολλά σπίτια και μετο έχει τους. Εγώ πήρα φτωχή, μα κείνη που ήθελε η καρδιά μου. Τώρα γέρασα - έτσι θα ειπεί καθένας σαν ιδεί το ζαρωμένο πρόσωπό μου, τα ψαρά μου τα γένια και το ασπρόμαλλο κεφάλι μου. Αχ! δε γεράνε τον άνθρωπο τα χρόνια, όχι! Άμα χάσει κανείς ό,τι αγαπάει, άμα θάψει στη μαύρη γη γυναίκα κι έξι παιδιά που έλεγε να του κλείσουν τα μάτια, άμα δεν έχει έν’ ακουμπιστήρι στον κόσμο... ναι… τότε ασπρίζουν τα μαλλιά, τότε η ράχη καμπουριάζει, τότε η καρδιά χτυπάει απρόθυμα σαν να δουλεύει χαράμι.
Είπα πως έχασα έξι παιδιά. Ναι, το ένα ύστερ’ από τ’ άλλο τα πήγα όλα, έσκαψα το χώμα και τ’ απίθωσα κοντάστη μάνα τους, την άμοιρη Γιαννούλα. Απ’ ώρα σ’ ώρα θα με απαντήσει ο Χάρος στο δρόμο του και μένα, θα με πάρει στο στερνό μου κρεβάτι και τότε μήτε Νικόλας Βρίζας θα βρίσκεται, μήτε θα θυμάται κάνεις πως ήταν μια φορά. Το νεκροταφείο μας είναι μικρό. Λίγα κυπαρισσάκια εδώ, μια ροδιά εκεί, σανίδια μπηγμένα στα μνήματα - σταυρός πουθενά! Τα βάτα, ο γούλιερος και το μαμούδι πνίγουν την αγριοτριανταφυλλιά και το δεντρολίβανο που φυτρώνει στο μνήμα. Σε λίγα χρόνια για να θάψουν κανένα σαν και μένα φτωχόν και κακομοίρη, θα πάνε να σκάψουν στα δικά μου μνήματα. Εκεί θα βρουν και μια κάσα να έχει δυο σκέλεθρα.
- Ποιανού ήταν αυτό το μνήμα; θα ρωτήσουν.
Ακούστε, την ιστορία του.

Ήταν στα Εβδομήντα το Δεκέβρη. Τότε πέθανε η κόρη μου η Αννέτα. Κακόμοιρο κορίτσι! Το συλλογίζομαι και θλίβετ’ η καρδιά μου. Όση λύπη τράβηξα για τ’ άλλα όλα, τράβηξα για κείνη μονάχα. θα μου ειπείτε γιατί; Τ’ άλλα δεν ήταν παιδιά σου: Δεν είναι όλα τα παιδιά ένα; Αλήθεια όλα τα παιδιά έναν πόνο έχουν, μα είναι άλλο που με βασανίζει μέρα και νύχτα. Εγώ ναι, εγώ κι η κακομοίρα η Γιαννούλα - που να είχε το ξέραμε! - είμαστε η αιτία να μη χαρεί τον Απάνω Κόσμο η Αννέτα μας. Εμείς την πεθάναμε από το ’να και η τύχη της η κακή από τ’ άλλο.
Αν εμείς δε φερνόμαστ’ έτσι μπορεί και να ζούσε ζούσε τώρα το κορίτσι μου· θα είχα και γω αγγονάκια, θα τους έλεγα παραμύθια στο παραγώνι το χειμώνα· το ένα με τα χεράκια του θα τραβούσε τα ψαρά μου τα γένια, το άλλο θα χόρευε στα γόνατά μου, άλλο θ’ ανέβαινε στη ράχη μου και θα μου φώναζαν όλα με την ψιλή φωνίτσα τους: παππούλη! παππούλη! Και γω θα γλίτωνα από πίκρες που με βασανίζουνε τώρα και τρέμω μη με πάρουν ακλούθα στο μνήμα. Αχ! στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα! Τώρα κι αν βαρώ το κεφάλι μου, τίποτα δεν κάνω. Το καημένο το κορίτσι έσβησε σαν το κερί.
Πάσα μέρα άλλο δεν έχω στο νου μου παρά μια σκέψη μονάχα. Πώς είμαστε οι άνθρωποι φτιαγμένοι; Αν είναι να κάνουμε κάτι που μας αρέσει, πιστεύουμε πως όλοι θα το παινέψουν. Αν το κάμει άλλος, θα το γυρίσουμε αποδώ, θα το παίζουμε αποκεί κι έπειτα θα ειπούμε: δεν είναι καλό πράμα. Απάνω σ’ αυτό θα σας μιλήσω. Εγώ αγάπησα τη Γιαννούλα. Χωρίς να ρωτήσω κανένα, χωρίς να σκεφτώ πως αν έπαιρν’ άλλη θα ’παιρνα και προίκα, την πήρα τη Γιαννούλα κι όλοι πίστεψα πως με παίνεψαν. Όταν η κόρη μου η Αννέτα αγάπησε τον Αντώνη, εγώ δεν είπα το ναι. Και γιατί; Ξέρω και γω; Μα τι κέρδισα; Τι απόχτησα με την κακογνωμιά μου: Δάκρυα μονάχα. Πήρα δυο ψυχές στο λαιμό μου· έστειλα δυο ζωές παράκαιρα στον Άδη.

Ο Αντώνης ήταν δεκάξι χρονών παλικάρι κι η Αννέτα δεκαπέντε, όταν πιάσαν την αγάπη. Κανείς δεν το ήξερε, γιατί δεν έκαναν τρέλες. Όταν έφτασε τα δεκαφτά - κι ήτανε μια ομορφονιά!... - τη γύρεψαν από καλά σπίτια, μα εκείνη δεν έλεγε το ναι. Σε λίγο έμαθα τον έρωτά της. Αν θέλτε, στην αρχή δε μου βαρυφάνηκε. Το παιδί είχε δυο στρέματ’ αμπέλι, λίγη σταφιδούλα κι ένα σπιτάκι. Μα τον ίδιο χρόνο πάντρεψε την αδερφή του - μια είχε - και της τα ’δωκε όλα. Βλέπεις κάθε πατέρας φροντίζει για το καλό του παιδιού του. Όταν είδα πως ο Αντώνης δεν είχε τίποτα, ηθέλησα να το ξεκόψω. Κάθε βράδυ με τη γυναίκα μου φέρναμε το λόγο στον άγουρο και τον βρίζαμε· τον λέγαμε χαρτοπαίχτη, μεθύστακα, μαχαιροβγάλτη, ψωμόλυσσα. Όλα άδικα, γιατί ήταν καλός, με τ’ όνομα στο χωριό. Η άφτουρη όμως δεν έβγαζε μιλιά ούτε σηκωνότανε να φύγει από κοντά μας. Έβανε το κεφάλι κάτω, έπλεκε την κάλτσα και κάποτε άκουα ένα μικρό αχ! να βγαίνει από τα στήθη της.
- Σιγά και θα καταφέρουμε να τον λησμονήσει· λέγαμε ο! κουτοί.
Να μην τα πολυλογώ είδα κι απόειδα, έκαμα στανικά εκείνο που δεν ήθελα να γίνει με το θέλημά μου. Το κορίτσι δεν πήγαινε καλά, μαράθηκε το χειλάκι του. Στα κρύα του χειμώνα σηκωνότανε την κονταυγή, βουτούσε την μπόλια στο νερό του αυλακιού και την έβανε στα στήθη της να ποντιάσει. Έπρεπε ν’ αποφασίσω ή να χάσω το παιδί μου ή να το δώσω του Αντώνη. Μια μέρα έκατσα και σκέφτηκα μοναχός μου: Τι είν’ ο κάβουρας τ’ είν’ το ζουμί του; τ’ είμ’ εγώ τ’ είν’ το έχει μου; Τίποτα δεν είχα παρά μια κούρνια σπίτι που μπορούσε να το πουλήσει ο δανειστής. Έπαιρνα καμιά σταφίδα μισακή, σήκωνα χρή-ματα για καλλιέργεια και για το σπίτι, να ντυθούμε και να ποδεθούμε ολοχρονικίς. Αν πήγαινε καλά η χρονιά και πούλαγα τη σταφίδα, πλέρωνα τον έμπορο. Αν όχι, έμενα χρέος και πάλι τα ίδια. Η ζωή του οξωμάχου τέτοια είναι πάντα ώσπου να πεθάνει, δου-λεύει για τους άλλους. Έπειτα είχα και μια φαμελιά στη ράχη μου. Ο Αντώνης ήταν γερό παιδί, δουλευτής καλός· άρχισε κάπως να μου αρέσει. Εμείς οι φτωχοί δεν πρέπει να ζητάμε και πολλά πράματα.
Έτσι σκέφτηκα κι αποφάσισα να του τη δώσω την Αννέτα. Το είπα της γυναίκας μου, της ξυνοφάνηκε στην αρχή, μα έπειτα είδε και κείνη το σωστό κι αποφάσισε. Το Μάρτη κάναμε τους αρρεβώνες. Τα παιδιά πέταγαν από τη χαρά τους. Έτρεχαν με δάκρυα να φιλήσουν πότε τα χέρια τα δικά μου, πότε της γυναίκας μου. Κακόμοιρα παιδιά!
- Αν πάει καλά ο Άγουστος, τον Αϊ Δημήτρη θα κάνουμε τους γάμους· είπα.
Από τότε κι η Αννέτα άρχισε, με τα λεφτά που είχε από τα ξεδούλεια της. να φτιάνει κανένα ρουχαλάκι.

Η χρονιά πήγαινε καλή· έγινε σιτάρι, αραποσίτι, κριθάρι, όλα τέλος τα σπαρτά, τα μποστάνια καλά πήγαιναν. Οι χωριάτες είχαν να κάμουν με τον καιρό.
- Σαν καλός ο Άγουστος εφέτος, ε’:
- Ναι· αν βαστάξει έτσι, καλά θα πάμε.
Και όλα για τη μαύρη σταφίδα!
Εγώ σήκωνα χρήματα από το γερο-Γιάννη το Συρεγγέλα. Τώρα πέθανε· σαν με ξεπουπούλιασε μένα, πέθανε. Ήταν κολασμένη ψυχή αλίμονο σε κείνον που έπεφτε στα χέρια του· το ένα άλλο έπαιρνε. Εγώ τον ήξερα, μα βρέθηκα στην ανάγκη. Τον περασμένο χρόνο αρρώστησα βαριά· δεν είχα πού να δανειστώ, γύρεψα του γερο-Γιάννη. Μου έδωκ’ εκατό δραχμές να του δώκω σε δυο μήνες εκατόν πενήντα. Τι να κάμω; Τις πήρα. Όταν σηκώθηκα από την αρρώστια, πήρα τη μισακιά σταφίδα. Για καλλιέργεια σήκωσα πάλι από το Συρεγγέλα. Του έβαλα υποθήκη το σπίτι και κάναμε συμβόλαιο για χίλιες δραχμές• μαζί πηγαίνανε και μετρητά και ψώνια, και ο ψήφος μου.
Στο τέλος του Αλωνάρη άρχισε ο τρύγος. Θέρος τρύγος - πόλεμος! Η εξοχή γεμάτη. Φωνές εδώ, τραγούδια εκεί, γέλια παρέκει. Πανηγύρι γίνεται!
Εδώ είναι σημαδεμένο. Άμα πέσει η σταφίδα στ’ αλώνι, αρχίζουν και τα σύγνεφα στον ουρανό. Τότε αρχίζει και το δικό μας καρδιοχτύπι. Όλοι στον ουρανό έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας.
- Να βαστάξει να σηκώσουμε το πρώτο χέρι και το δεύτερο... ο Θεός ας κάμει το θέλημά του· λέμε άμα ρίξουμε το πρώτο χέρι.
- Αχ! να βάσταγε να σηκώσουμε και το δεύτερο στεγνό!... παρακαλούμε, άμα ρίξουμε και το δεύτερο.
Έτσι περνούμε όλη μας τη ζωή για τη μαυρισμένη τη σταφίδα που να είχε λείψει.
Ωστόσο ο καιρός πήγε καλός. Η σταφίδα ξεράθηκε· την τρίψαμε, τη σωριάσαμε, την κάναμε έτοιμη για τον έμπορο. Όλοι δοξάζαμε το Θεό που τη σηκώσαμε στεγνή. Οι τιμές ακούγονταν καλές κι απ’ ώρα σ’ ώρα περιμέναμε να τη δώσουμε. Οι δυο αρρεβωνιασμένοι μετρούσαν τις ημέρες στα δάχτυλα. Άμα έμπαινα στο σπίτι από την αγορά, στα μάτια με κοίταζαν.
- Ακόμα... μη βιαζόσαστε! τους έλεγα: Η σκύλα από τη βιασύνη της κάνει στραβά τα κουτάβια.
Μια μέρα που γύρισ’ από το μύλο με κράζει παράμερα η γριά μου και μου σφυρίζει στ’ αφτί.
- Ο γερο-Γιάννης έστειλε να πάρει τη σταφίδα.
- Να πάρει τη σταφίδα! Πώς θα πάρει τη σταφίδα!...
Πηγαίνω και τον βρίσκω στο μαγαζί, του πέφτω σταπόδια, τον παρακαλώ να μ’ αφήσει να πουλήσω το πράμα μοναχός μου και να του δώσω τα λεφτά του.
- Όχι, επιμένει· δε γίνεται, θα την ρίξεις στην αποθήκη, θα την πουλήσω γω.
- Μα, γερο-Γιάννη...
- Δεν ξέρω· θέλω να μαζώξω τον παρά μου! Αν δεν τη φέρεις, θα την κατασκέσω σήμερα.
Τι να κάμω; Την έβαλα στα κάρα και την πήγα ο ίδιος στην αποθήκη του τοκιστή.
Πέρασε ο Αϊ-Δημήτρης, ήρθε ο Δεκέβρης. Πούλησε τη σταφίδα ο έμπορος, μα δεν έλεγε να κάμει λογαριασμό. Κινάω και πάω μοναχός μου. - Δε θα κάνουμε, γερο-Γιάννη, λογαριασμό, να μου δώκεις ό,τι μένει, να πορέψω το σπίτι μου;
- Να σου δώκω ή να μου δώκεις! φωνάζει αγριεμένος εκείνος. Να μου δώκεις ακόμη τρακόσες δραχμές. Να τις φέρεις γλήγορα, γιατί θα σου πουλήσω την κούρνια!...
Σπασμοί μ’ έπιασαν· πάνε οι κόποι μου χαμένοι!... Και τα δόλια τα παιδιά; Πάω στο σπίτι.
- Ε τι έκαμες, πατέρα;
- Κλάψτε, κλάψτε, κακόμοιρα, και σεις!
Αρχίσαμε όλοι τα δάκρυα. Μα ο κολασμένος το έκαμε το ψυχικό. Μου πούλησε το σπίτι μισοτιμής και μ’ έριξε χειμώνα καιρό στους πέντε δρόμους. Έπειτ’ από τέτοια ποιος είχε όρεξη για γάμο. Κι αν είχαμε όρεξη, δεν είχαμε τον παρά. Από τον Αντώνη δεν έβγαινε τίποτα.
- Δεν πειράζει, πατέρα, μου είπε· τον αφήνουμε για του χρόνου. Να δουλέψουμε μαζί εφέτο τη σταφίδα.
- Ήταν της μοίρας μας· είπε με πικρό χαμόγελο κι η Αννέτα.

Έτσι άρχισα την καλλιέργεια του άλλου χρόνου με τον Αντώνη μαζί. Άλλο ανάποδο πράμα από τη σταφίδα δεν είναι· ολοχρονικίς δε θέλει να λείψει ο άνθρωπος από μέσα. Άμα ξεσηκωθεί ο καρπός από τ’ αλώνι, αρχίζει ο κλαδοκάθαρος.
Εκείνη τη χρονιά πήγα σε άλλο δανειστή. Του έκαμα συμβόλαιο για εξακόσες δραχμές ψώνια, θειάφες, ημεροδούλια, όλα αποκεί. Εγώ, ο Αντώνης κι οι γυναίκες, δε βγάλαμε πεντάρα· όλοι μέσα στη μισακή παλεύαμε. Ο Μάης ήρθε με δροσούλες. Το λέμ’ εδώ: Τον ποντισμένο τον καιρό, το Μάη το μήνα βρέχει· κακή χρονιά! Μα η σταφίδα πήγαινε καλά· έγιναν γουλές γουλές και μαύρες· ήταν όψιμες εκείνη τη χρονιά. Ήρθε ο Άγουστος, έστρωσε ο καιρός. Ο τρύγος άρχισε στα γεμάτα. Το πρώτο χέρι το ρίξαμε χάμου. Ο καιρός καλός - βλέπεις τον καιρό δεν τον έχει κανείς στο χέρι -ρίχνουμε και το δεύτερο. Δεν έμειναν στα κλήματα παρά οι τσαμπίδες.
Μια μέρα άρχισα να γραβαλίζω για να σωριάσω το πρώτο χέρι· μα είχε ακόμη ρόγα. Έν’ αλωνάκι μονάχα έκανα τηγάνι. Όταν νύχτωσε, φάγαμε ψωμί, ήρθαν και κάτι γειτόνοι και το ρίξαμε στο τραγούδι. Εμείς οι φτωχοί δε θέλουμε και πολύ για να κάνουμε κέφι φτάνει να έχουμε να γυρίζουμε το σπίτι. Τα παιδιά, ο Αντώνης κι η Αννέτα, κρυφομιλούσαν σε μιαν άκρη όλο για το γάμο τους και χαρχατούριζαν. Εγώ τα έβλεπα χαμογελώντας κι έκανα νόημα να τα βλέπει κι η προεστή μου.
Όταν έπεσα να κοιμηθώ, ήταν αστροφεγγιά. Την αυγή που σηκώθηκα μ’ έφαγαν τα φίδια. Κοιτάζω γύρω, συγνεφιά! Αλήθεια, το καλοκαίρι το νερό στρατεύει. Μπορεί να βρέχει στο ένα χτήμα και στ’ άλλο όχι. Μα είδες που λέει· σαν χορεύει η αρκούδα στου γειτόνου σου την αυλή, θα χορέψει και στη δική σου. Τι να κάνω; Λέω με τον Αντώνη να μαζέψουμε το πρώτο χέρι· μα θα την χάλαγα χειρότερα. Ο ουρανός πήγαινε και μαύριζε. Τα σύγνεφα έτρεχαν εδώ και κει σαν βουνά κινούμενα. Η εξοχή βούιζε· φωνές, κακό, τρεχάματα σε όλον τον κάμπο! Στους δρόμους καβαλάρηδες έσερναν σκεπάσματα για τους σωρούς. Τα σπίτια άδειασαν μονώρας. Έβλεπες παπλώματα, σεντόνια, τραπεζομάντιλα, ακριβούς καιβαρυπλερωμένους ρουχισμούς, που δεν έβγαιναν από τ’ αρμάρια παρά σε πίσημη γιορτή ή να δείξουν την προκοπή της νύφης στην προικοπαραλαβή, τώρα να σέρνονται σαν κωλόπανα στους δρόμους, να ποδοκυλιώνται στις λάσπες και τις σβουνιές! Στο ένα χτήμα σώριαζαν ξερό και σύχλωρο τον καρπό· στα άλλο μακινάριζαν· στο άλλο φώναζαν μονάχα και σταυροκοπιόνταν. Εγώ, ο Αντώνης, οι γυναίκες τρέξαμε καταμεσής στ’ αλώνι χωρίς να ξέρουμε γιατί.
- Πατέρα, στράφτει στο Στενό! μου λέει ο Αντώνης.
Γυρίζω· αλήθεια το Στενό άστραφτε. Σύγκαιρα χοντρές ραντίδες έπεσαν πρώτα με ορμή κι έπειτ’ άρχισε δαρτό το νερό. Μείναμε εδεκεί ξεροί, άλλος με το φκιάρι, άλλος με το γράβαλο, άλλος με τη σαρωματιά στο χέρι. Δεν κάναμε τίποτα παρά βλέπαμε το νερό που έβρεχε τη σταφίδα. Τη ζωή μας, την παντοχή μας, ενός χρόνου κόπους, όλα τα χάναμε για μια στιγμή! Α, δε θες άλλο χειρότερο! Να βλέπεις το αίμα της καρδιάς σου να χύνεται και να μη μπορείς τίποτα να κάμεις. Σε ποιον να ξεσπάσεις; Τι να ειπείς; Με ποιον να τα βάλεις;
Το νερό έπεφτε κι έπεφτε! Μας έβρεξε ως το κόκαλο και ούτε το νιώθαμε. Τα μικρά μας κυλιόντουσαν στη λάσπη, βρέχονταν, έκλαιαν και κανένας δεν έλεγε να τα σηκώσει αποκεί. Τέσσερες ώρες βάσταξε ο έμπος· οι τράφοι πλημμύρισαν. Απάνω από τ’ αλώνια και τ’ αυλάκια έπλεκαν οι σταφίδες και μεις βλέπαμε να τις παίρνει το ρέμα, να τις ροφούν τ’ αυλάκια ακίνητοι. Τέλος πρώτος ο Αντώνης κι έπειτα οι άλλοι ριχτήκαμε να τσαλαβουτούμε στα νερά και να τις κυνηγάμε σαν τα σκυλιά τα ξεροκόμματα.
Τώρα τι πρώτο να σκεφτούμε; για γάμο ή πώς να περάσουμε τη χρονιά: Άμα δε βγάλεις το χρέος, δύσκολα σου δίνουν άλλο. Όση σταφίδα μαζέψαμε την πήρε ο δανειστής μας να βγάλει ρακί.
Πέρασαν δυο τρεις μήνες, τα παιδιά μαράζωσαν. Μια ημέρα βλέπω τον Αντώνη κι έρχεται στο σπίτι.
- Πατέρα, δώσ’ μου την Αννέτα κι όπως είναι της τύχης μου θα ζήσω· δε μπορώ πια τέτοια ζωή να την υποφέρω!
Τι να ειπώ και γω; Αποφάσισα μια βραδιά να κάνω το γάμο. Ακούς! σαν χήρα θα πάντρευα το κορίτσι μου. Τι να κάμω; Πες τα της τύχης. Μα ούτε έτσι ήταν γραφτό να τελειώσει. Η Αννέτα αρρώστησε στα καλά· είχε παρμένη πούντα. Τα κρύα πανιά που έβανε στα στήθη της και το νερό που την περόνιασε τον Άγουστο, ξέσπασαν τώρα στα καλά. Ο Αντώνης αρρώστησε και κείνος από την κακοπάθεια κι έπεσε στο σπίτι του γαμπρού του. Ρωτούσε για την Αννέτα και του έλεγαν πως ήταν καλά πάντα. Ένα πρωί - ήταν της τύχης, βλέπεις, γιατί μπορούσε να σωθεί το παιδί - ακούει να νεκροσημαίνουν. Άμα το άκουσε, υποψιάστηκε. Τρέχει, ρίχνει το καπότο απάνω του και πηδάει κάτω από το σπίτι. Η Αννέτα ψυχομαχούσε κείνη την ώρα. Εμείς καθόμαστε γύρω με σταυρωμένα χέρια.
- Μίλα μας, κυρά μου· έλεγε η κακομοίρα η μάνα της. Άνοιξε τα ματάκια σου να μας ιδείς.
Μιλιά εκείνη.
Ο Αντώνης μπαίνει μέσα βιαστικά, πέφτει, αγκαλιάζει, κολλάει στα χείλη της αγάπης του. Σε λίγο που τα χωρίσαμε, ήταν νεκρά και τα δυο τα παιδιά.
Ε, τι τα θες τα πολλά λόγια; Τον Αντώνη τον πήρε και τον συγύρισε ο γαμπρός του· εμείς συγυρίσαμε το κορίτσι μας και τα πήγαμε στο νεκροταφείο. Την ώρα που θα τα βάναμε στο μνήμα, ο γαμπρός του Αντώνη μου λέει:
- Ετούτα τα παιδιά αγαπήθηκαν τόσο πολύ, μα η τύχη δε θέλησε να τ’ ανταμώσει. Δεν τα βάνουμε σ’ ένα μνήμα, να λεν τους πόνους και τα βάσανά τους;
Έτσι κάμαμε. Τα βάλαμε αγκαλιά το ένα σιμά στο άλλο και θυμούμαι καλά μες από τα δάκρυά μου πως είδα τα χείλη τους να χαμογελάνε. Τ’ άμοιρα! ακόμη, εκεί μέσα βρίσκονται. Ο νεκροθάφτης που θ’ ανοίξει τον τάφο τους, θα έβρει τα σκέλεθρά τους αγκαλιασμένα. Τον παρακαλώ να τα θάψει πάλι και να μην τα χωρίσει. Όχι, ας μην τα χωρίσει!... - See more at: http://www.ftiaxno.gr/2014/11/i-epikairi-istoria-ton-tokoglifon.html#sthash.cYkSvaWT.dpuf

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

«Άσμα Ασμάτων»


 Το «Άσμα Ασμάτων» είναι ένα από τα βιβλία της Βίβλου και αποτελείται από 117 στίχους. Πρόκειται για ένα ερωτικό ποίημα του οποίου η δημιουργία, τον 4ο π.Χ. αιώνα, αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα.


 Όμορφη, όμορφη, όμορφη που 'σαι αγάπη μου. Τι όμορφη που είσαι. Γλυκιά σαν του περιστεριού και τρυφερή η ματιά σου. Καμιά από τις όμορφες δεν παραβγαίνει εμπρός σου. Εσύ 'σαι κρινολούλουδο κι' εκείνες είναι αγκάθια. Ίδια με κόκκινη κλειστή τα κόκκινα σου χείλη. Σα ρόδι που το κόψανε στη μέση μού φαντάζει πίσω από το πέπλο σου το ροδομάγουλο σου. Τα δυο σου στήθια μοιάζουνε δίδυμα ζαρκαδάκια που να βοσκήσουν βγήκανε μες στα ανθισμένα κρίνα. Φίλα με, φίλα με, μ' όλα τα φιλιά που έχεις μες στο στόμα, μέθα με στης αγκάλης σου το πιο γλυκό κρασί, και το όνομα σου άρωμα, μύρο χυμένο κάτω. Όλων των μύρων τ' άρωμα και η ευωδιά είσαι εσύ. Ναι, πιο πολύ κι' από το κρασί μεθώ όταν μ' αγγίζεις. Να σ' αγαπάνε, άντρα μου, αυτό μονάχα αξίζεις. Όμορφη, αψεγάδιαστη είσαι αγαπημένη. Αχ, μου 'χεις κλέψει την καρδιά μου, αγάπη μου, αδελφή μου, μ' ένα σου βλέμμα μοναχά, μια χάντρα στο λαιμό σου. Μέλι κερήθρας στάζουνε τα δυο γλυκά σου χείλη, μέλι και γάλα αργοκυλούν στη γλώσσα σου από κάτω. Κήπος κλειστός, ολάνθιστος είσαι αγαπημένη, πηγή με γάργαρο νερό. Παράδεισος από δροσιές, παράδεισος από ροδιές το κάθε σου αυλάκι. Κανέλα, μοσχοκάλαμο κι' ο νάρδος με τον κρόκο, και ρίζες αρωματικές του Λίβανου και σμύρνα και αλόη, και όποιο μύρο πεις, σε 'σένα ευωδιάζουν. Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά, φύσα τα κλωνιά μου, να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού οι ευωδιές μου. Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά φυσήξτε τα κλωνιά μου να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου. Σήκω Βοριά, έλα Νοτιά, φυσήξτε τα κλωνιά μου να ξεχυθούν, να σκορπιστούν παντού τα αρώματά μου. Κι' ας κατεβεί ο άντρας μου στο κήπο που 'ν' δικός του, για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά του θέλει, για να γευτεί όποιο καρπό απ' τα κλαδιά μου θέλει.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Μαθήματα ζωής από τον Ματθαίο Γιωσαφάτ

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ, σε αυτή την πολύ ξεχωριστή του ομιλία, μας κάλεσε να δούμε την κρίση σαν μια ευκαιρία για να αλλάξουμε όλα αυτά που μας μπλοκάρουν και μας φέρνουν πίσω ως κοινωνία. Μόνο όταν δίνεις κάτι πίσω στην κοινωνία στην οποία ζεις και αναπτύσσεσαι μπορείς να νιώθεις ικανοποιημένος και ευτυχής.
Πρέπει να μάθουμε να ζούμε ο ένας με τον άλλο, ως ομάδα και όχι ως μονάδα.

Ο Ματθαίος Γιωσαφάτ αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1963 και απέκτησε την ειδικότητα του Νευρολόγου-Ψυχιάτρου το 1967. Μετέβη για περαιτέρω σπουδές στον Λονδίνο, όπου και παρέμεινε για δεκαπέντε χρόνια. Εκεί έλαβε μετά από εξετάσεις διάφορα διπλώματα στην Ψυχιατρική και Παιδοψυχιατρική ( Δίπλωμα Ψυχολ. Ιατρικής, ανώτατο Δίπλωμα Ψυχιατρικής του Κολλεγίου Ψυχιάτρων κ.λ.π.). Εξελέγη διευθυντής στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Κέντρο Παιδικής και Οικογενειακής Ψυχιατρικής Finchley Λονδίνου). Δίδαξε στο Κέντρο Towistock και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (Ιατρικό Μεταπτυχιακό Κέντρο) ως Επίκουρος Καθηγητής (Senior Lecturer). Έκανε επίσημη πενταετή εκπαίδευση στην Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεία και τετραετή στην Ομαδική Ανάλυση και Οικογενειακή Θεραπεία. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα εξελέγη διευθυντής του Παιδοψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Ίδρυσε με άλλους την Ελληνική Εταιρία Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας, που εκπαιδεύει στην ατομική ψυχαναλυτική θεραπεία, και την Ελληνική Εταιρία Ομαδικής Ανάλυσης και Οικογενειακής Θεραπείας, της οποίας είναι και πρόεδρος και διευθυντής του Εκπαιδευτικού της Ινστιτούτου. Είναι τακτικό μέλος πολλών διεθνών επιστημονικών Εταιριών και έχει μετάσχει στην συγγραφή πολλών επιστημονικών βιβλίων και πολυάριθμων άρθρων. Έχει κληθεί να μιλήσει σε πολλά κέντρα του εξωτερικού (Παν/μιο Οξφόρδης, London School of Economics κ.α.) καθώς και σε πολυάριθμα νοσοκομεία, επιστημονικά κέντρα, στη σειρά διαλέξεων του Megaron Plus κ.λ.π. Είναι και ο ιδρυτής, με άλλους συναδέλφους, της Παιδοψυχιατρικής Εταιρίας Ελλάδος, της οποίας και εξελέγη ο πρώτος Πρόεδρος.

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Γέροντας Σωφρόνιος - Εκκλησία και πολιτική


Σωφρόνιος Έσσεξ

Κάθε διεθνής ή ταξική πάλη συνδέεται με τη βία: «Χτυπάτε τους εχθρούς».
Η εντολή όμως του Χριστού λέει «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. 5,44).
Η τελευταία δεν επιτρέπει καθόλου να υποβιβάσουμε το Ευαγγέλιο στο  επίπεδο της αδελφοκτόνου διαιρέσεως των υλικών αγαθών.
Όταν μπουν στις τάξεις των μαχητών οι επίσκοποι, οι θεολόγοι, οι πιστοί χριστιανοί γενικά, θεωρούν εκείνους που αποφεύγουν τη
συμμετοχή στο είδος αυτό των δραστηριοτήτων ως μικρόψυχους και δειλούς.
Όσο πιο επικίνδυνη είναι η συμπλοκή με τους καταπιεστές, τόσο περισσότερο θεωρείται η ανθρωπιστική αποστολή ως «μαρτύριο»για τον Χριστό.

Η αποφυγή μας υπαγορεύεται από τη συνείδηση ότι κάθε αλλαγή καταστάσεως στις κοινωνικές σχέσεις με επαναστατικό, δηλαδή
εκβιαστικό τρόπο, θα αποδειχθεί τελικά αντικατάσταση της μιας βίας από την άλλη.Η ιστορική πείρα το απέδειξε αυτό σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων.
Ήδη εμείς παρατηρήσαμε στη διάρκεια της ζωής μας πως η ιδέα της δικαιοσύνης ενέπνεε τους ανθρώπους στη μάχη με τον δεσποτισμό
και την εκμετάλλευση, για την ελευθερία και τα πλήρη δικαιώματα για όλους.Ωστόσο, οι επαναστάσεις κατέληξαν ή μετατράπηκαν σε τρομοκρατικά καθεστώτα με την κατάπνιξη τεράστιων μαζών πληθυσμού,με τη στέρηση των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων και τα παρόμοια.
Όσο βαθειά και αν είναι η ταραχή μας για τις αδικίες κάποιου συστήματος,η αλλαγή του πρέπει να συνδέεται με μακρά διαδικασία ανυψώσεως
του ηθικού επιπέδου των ανθρώπων εν γένει.
Δεν έχουμε το δικαίωμα να πραγματοποιήσουμε εκβιαστικές πράξεις ,ακόμη και επάνω στους εκβιαστές- στο όνομα του Χριστού.
Να ελέγξουμε όμως την αδικία, ζώντας με ένταση, για να φυλάξουμε τη δικαιοσύνη προς όλους, μπορούμε και το κάνουμε,
όταν βλέπουμε όφελος από τον λόγο μας.

Η τέλεση της ίδιας της Λειτουργίας, η οποία είναι θυσία για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων, είναι η υψηλότερη από όλες τις συμμετοχές
στη δύσκολη διακονία προς την ανθρωπότητα.Δεν μας επιτρέπεται να παρεκκλίνουμε από τον σκοπό να παραμείνουμε στο φως των εντολών του Κυρίου.

Αν γίνουμε μία από τις σκοτεινές δυνάμεις που πολεμούν για την επικράτηση επάνω στους αδελφούς,
θα επισκιάσουμε το φως που έφερε στη γη ο Θεός.
Αυτό ασφαλώς το έγκλημα είναι πιο επιζήμιο για μας από κάθε άλλο.
Ο κόσμος δεν χρειάζεται «πολιτική Εκκλησία». 
Ο υποβαθμισμένος χαρακτήρας της Εκκλησίας του Χριστού κατά τους τελευταίους αιώνες οδήγησε στην απομάκρυνση από αυτήν
μεγάλου πλήθους πιστών. Μπορούμε να αποκαταστήσουμε τη μεγάλη λάμψη της Εκκλησίας μόνο με την ακραία προσπάθεια να ζήσουμε χριστιανικά, ευαγγελικά,
χωρίς να στρέφουμε την προσοχή μας στο πώς θα μας συμπεριφερθούν οι σύγχρονοί μας.
Αν δεν αποκτήσουν οι χριστιανοί τα γνήσια πνευματικά χαρίσματα,και πρωτίστως την αγιότητα, το κήρυγμα με τα λόγια θα παραμένει ως
«κύμβαλον αλαλάζον».

Η ολοκληρωτική στροφή προς τη γη δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να δουν την Εκκλησία στην αυθεντική της ουσία·
ως Βασιλεία της Πατρικής Αγάπης, ως χώρο επιλάμψεως του Αγίου Πνεύματος, ως οδό προς εξομοίωση με τον Παντέλειο Θεάνθρωπο Χριστό-Ιησού.

Δεν πρέπει να φοβόμαστε την πρόσκαιρη απομάκρυνση των ανθρώπων από την Εκκλησία.
Το παράδειγμα του Χριστού, που εγκαταλείφθηκε εντελώς μόνος κατά την ήμερα του Γολγοθά του, ας μας ενισχύει να βαδίσουμε στα ίχνη του.
Αυτός μόνος στάθηκε καταδικασμένος από το Ρωμαϊκό Κράτος του δικαίου, από το Νομικό Συνέδριο, και ακόμη από τον όχλο του λαού.
Συνεπώς, αν θα μας εγκατέλειπαν οι πάντες, και τότε δεν θα άξιζε να υποβιβάσουμε τις αληθινές διαστάσεις της Καινοδιαθηκικής Αποκαλύψεως που μας δόθηκε
με τα παθήματα του Χριστού στο επίπεδο της «ηθικής», στο επίπεδο του «άθεου ουμανισμού», στο επίπεδο «κάθε τόπου και είδους διασκεδάσεως».
Ενδέχεται η αποστασία να λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Δεν αποκλείεται ο καθένας από μας, για να σταθεί στην πίστη, να πρέπει να είναι έτοιμος να αντισταθεί σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο…

πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, 
«το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», 
Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, 2010