Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

Σπιναλόγκα


ΙΣΤΟΡΙΑ και ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
Η Σπιναλόγκα είναι ένα μικρό νησάκι το οποίο κλείνει από τα βόρεια τον κόλπο της Ελούντας στην Επαρχία Μεραμπέλλου του νομού Λασιθίου Κρήτης.
Το αρχαίο του όνομα ήταν Καλυδών αλλά μετά την
κατάληψη του από τους Ενετούς ονομάστηκε Σπιναλόγκα, που σημαίνει μακρύ αγκάθι (spina lunga).
Οχυρώθηκε άριστα από τους Ενετούς τόσο από κατασκευαστικής και αρχιτεκτονικής άποψης όσο και από απόψεως αισθητικής του όλου τοπίου που και σήμερα ακόμη διατηρεί την ομορφιά του.
Ιστορία:
Ο Ενετός χαρτογράφος Βιντσέντσο Κορονέλλι υποστηρίζει πως η Σπιναλόγκα δεν ήταν πάντα νησί, αλλά ήταν φυσικά ενωμένη με την γειτονική χερσόνησο Κολοκύθα. Αναφέρει πως το 1526, οι Ενετοί κατέστρεψαν μέρος της χερσονήσου και δημιούργησαν το νησί. Λόγω της τοποθεσίας του το νησί ήταν ήδη οχυρωμένο από την αρχαιότητα προκειμένου να προστατευθεί η είσοδο στο λιμάνι της αρχαίας πόλης Όλους.
Αραβικές επιδρομές
Η Όλους, και γενικότερα η ευρύτερη περιοχή, ερημώθηκαν το 7ο αιώνα λόγω των αραβικών επιδρομών στην Μεσόγειο. Η Όλους παρέμεινε εγκαταλελειμμένη μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα όταν οι Ενετοί εκμεταλλεύτηκαν την περιοχή για την συγκέντρωση αλατιού από τα αλμυρά νερά του κόλπου. Συνεπώς, η περιοχή απέκτησε σημαντική αξία ως εμπορικό κέντρο και συστηματικά κατοικήθηκε ξανά. Αυτό το γεγονός, καθώς και η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, οδήγησαν τους Ενετούς στην οχύρωση του νησιού.
Ενετικό οχυρό & Τουρκοκρατία
Άρχισε να οχυρώνεται το 1574 όταν οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την Κύπρο και οι Ενετοί καταλάβαιναν ότι σε λίγο θα ερχόταν και η σειρά της Κρήτης. Με την οχύρωση του νησιού αυτού οι Ενετοί ήθελαν αφενός να διαφυλάξουν στον κόλπο της Ελούντας τα πλοία τους από τους πειρατές και από τον τουρκικό στόλο, αλλά και να εξασφαλίσουν τις αλυκές της Ελούντας από όπου θα έπαιρναν το αλάτι για την Μεσευρώπη αφού είχαν στερηθεί των παρομοίων της Κύπρου.
Μετά την κατάληψη της Κρήτης το 1649 από τους Τούρκους η Σπιναλόγκα έμεινε ακόμη στα χέρια των Ενετών άλλα 65 χρόνια μέχρι το 1715. Αυτό οφείλεται στην άρτια οχύρωση της. Όλο αυτό το διάστημα των 65 χρόνων εκεί έβρισκαν καταφύγιο οι "Χαΐνηδες" οι επαναστάτες Κρητικοί που μην αντέχοντας τους σκοτωμούς, τις δολοφονίες, τους απαγχονισμούς, τι λεηλασίες, τους εξανδραποδισμούς που από την πρώτη μέρα εφάρμοσαν οι νέοι κατακτητές Τούρκοι στο νησί, ανέβηκαν στο βουνό και άρχισε αμέσως το αντάρτικο με τις συνεχείς επαναστάσεις μέχρι το 1898 που έφυγε και ο τελευταίος Τούρκος από την Κρήτη
Λεπροκομείο
Το 1905 χρησιμοποιήθηκε ως Λεπροκομείο όπου οδηγήθηκαν όλοι οι λεπροί της Κρήτης, οι οποίοι πρώτα βρίσκονταν απομονωμένοι στη «Μισκινιά», έξω από το Ηράκλειο, και ήταν εστία μολύνσεως και για τον υπόλοιπο λαό.
Κατά την περίοδο της Ιταλογερμανικής κατοχής οι κατακτητές δεν τολμούσαν να αφήσουν ελεύθερους τους λεπρούς και ήταν αναγκασμένοι να τους τροφοδοτούν οι ίδιοι, δεδομένου ότι το απέναντι χωριό Πλάκα το είχαν εκκενώσει και είχαν διώξει τους κατοίκους σε άλλα χωριά, όλη δε την παράλια περιοχή την είχαν οχυρώσει με πυροβολεία, πολυβολεία, υπόγειες στοές, ναρκοπέδια γιατί φοβούνταν απόβαση των Άγγλων σ' εκείνο το μέρος. Ούτε ποτέ μπήκε στο νησάκι Ιταλός ή Γερμανός και γι' αυτό λειτουργούσαν παράνομα ραδιόφωνα και ο γιατρός Διευθυντής Γραμματικάκης αντέγραφε τις ειδήσεις του Λονδίνου και του Καΐρου και τις μοίραζε ως δελτία ειδήσεων στους κατοίκους.
Τελικά το 1957 έκλεισε ιαθέντων των λεπρών με την εφεύρεση των αντιβιοτικών φαρμάκων.
Σύγχρονη εποχή
Μετά το 1957 αρκετά δεκαετίες έμεινε αναξιοποίητη και μετά τον ενδιαφέρον των πολυάριθμων τουριστών άρχισε να γίνεται συστηματική αναστήλωση και επισκευή των παλαιών κτισμάτων, των οχυρωματικών ενετικών τειχών, των παλαιών οικιών, των δρόμων κλπ.
Χιλιάδες επισκέπτες επισκέπτονται κάθε χρόνο το πανέμορφο αυτό νησάκι με καραβάκια που ξεκινούν κάθε μία ώρα από τον Άγιο Νικόλαο, την Ελούντα και την Πλάκα που βρίσκεται ακριβώς απέναντι στην στεριά και απέχει περίπου 800 μέτρα.
wikipedia
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΗΡΙΑΛ
πηγή

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

Ενας τόπος μαρτυρίου η εφετινή τηλεοπτική όαση

Η αναμονή γέννησε προσδοκίες. Από τη μια τα δημοσιεύματα για μια εντυπωσιακή παραγωγή που γυρίζεται σε χωριά της Κρήτης, από την άλλη οι γλαφυρές περιγραφές των ντόπιων γι΄ αυτό που συμβαίνει και αναστατώνει ευχάριστα τον τόπο τους... Συν τω χρόνω, η περιέργεια μετατράπηκε σε αδημονία. Διόλου παράδοξο: σε μια τηλεόραση που μαστίζεται από εκπτώσεις, είναι φυσικό να αναμένει κάποιος με ανυπομονησία κάτι που περιγράφεται ως τόσο ξεχωριστό.



Τελικά, το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, κατά την ειδική δημοσιογραφική προβολή του πρώτου επεισοδίου της σειράς «Το νησί», οι προσδοκίες όχι μόνο δεν διαψεύστηκαν, αλλά μάλλον ξεπεράστηκαν. Πρόκειται για μια εξαιρετική παραγωγή, μια σειρά σκηνοθετημένη σαν κινηματογραφική ταινία υψηλού επιπέδου, η οποία καθόλου δεν μοιάζει με τα σίριαλ που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια. Με σεβασμό στο κείμενο του ομώνυμου βιβλίου, αλλά και με τις απαραίτητες πινελιές της Μιρέλλας Παπαοικονόμου, η οποία επιμελήθηκε το σενάριο, με συμβολισμούς, με διακυμάνσεις συναισθημάτων, με ηθοποιούς που αξιοποιούν όλα τα εκφραστικά μέσα τους, τη σιωπή και το βλέμμα, δίχως φλυαρίες και εντυπωσιασμούς, με τα παιδιά που ενσαρκώνουν ρόλους να παρασύρουν τον θεατή χάρη στη φυσικότητα και στο ταλέντο τους, με σκηνικά που αποπνέουν θεατρική ατμόσφαιρα, με ένα φυσικό σκηνικό αποκαλυπτικό... Πρόκειται για μια τηλεοπτική παραγωγή που, σε κάθε πλάνο, πέρα από το υψηλό κόστος, μαρτυρεί και την υψηλή αισθητική της.


Συγκινητικό, σπαρακτικό σε ορισμένα σημεία, το πρώτο επεισόδιο του «Νησιού» προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση σε όσους το παρακολούθησαν. Εξαιρετικές οι ερμηνείες του Στέλιου Μάινα, της Κατερίνας Λέχου και του μικρού Μάνου Τσαγκαράκη, ο οποίος έκλεψε την παράσταση. Η ζωή των κατοίκων του χωριού Πλάκα, η ασθένεια της λέπρας που χώριζε βιαίως οικογένειες, η εξορία και η απομόνωση- σε απόσταση αναπνοής από την «κανονική» ζωή- κυριάρχησαν στα πρώτα 45 λεπτά της σειράς.

Παρούσα στην προβολή και η συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ, η οποία προλόγισε σε άπταιστα ελληνικά την προσπάθεια του καναλιού να μεταφέρει στην τηλεόραση το έργο της- κάτι που την ευχαρίστησε, αλλά και τη δικαίωσε. «Με ρώτησαν πάρα πολλές φορές γιατί είπα “Οχι” σε έναν παραγωγό του Χόλιγουντ, ενώ είπα “Ναι” στον Πέτρο Μπούτο. Τους εξήγησα ότι θέλω να βρίσκομαι κοντά στην παραγωγή. Ο Πέτρος, σε αντίθεση με τον παραγωγό του Χόλιγουντ, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό», αποκάλυψε η συγγραφέας.

Αναφερόμενη στο περιεχόμενο του μυθιστορήματος και της σειράς, διευκρίνισε ότι, αν και πρόκειται για φανταστικές ιστορίες, κύριο μέλημά της ήταν να «μην προσβληθεί η μνήμη των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους ή νόσησαν από λέπρα». Ειδική αναφορά έκανε στον Μανώλη Φουντουλάκη , τον άνθρωπο που έζησε στη Σπιναλόγκα και την ενέπνευσε να γράψει την ιστορία, ο οποίος ως τον περασμένο Μάιο στάθηκε αρωγός όλων στα γυρίσματα.

Από την πλευρά του, ο παραγωγός της σειράς Νίνος Ελμαντζιόγλου επιχείρησε να δώσει τη δική του ερμηνεία για το θετικότατο αποτέλεσμα: « Ολοι οι συντελεστές το αγάπησαν από την πρώτη στιγμή και έβαλαν τα δυνατά τους. Ο σκηνοθέτης της σειράς, ο Θοδωρής Παπαδουλάκης, είναι τεράστιο ταλέντο. Το κάστινγκ έγινε με ηθοποιούς που έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους. Ακόμη και τα μικρά παιδιά είναι υπέροχα, η φωτογραφία, η σκηνογραφία, η ενδυματολογία είναι προσεγμένα ως την τελευταία λεπτομέρεια... Κανείς δεν έκανε καμία έκπτωση. Νιώθω λοιπόν ικανοποίηση και περηφάνια. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον από πολλές χώρες του κόσμου για τη συγκεκριμένη σειρά στην αγορά των Καννών. Θα γνωρίζουμε εντός του μήνα ποιοι θα είναι οι αγοραστές».

"Ιστορίες αφοπλιστικής ανθρωπιάς"
Μιλώντας, τον περασμένο Ιανουάριο, στο «Βήμα» για το «Νησί», η σεναριογράφος Μιρέλλα Παπαοικονόμου ανέφερε τα εξής: «Είναι μαγικό να βλέπεις να ξεπηδούν από το χαρτί συναισθήματα και να αποκτούν σάρκα και οστά από τους ηθοποιούς που υποδύονται τους ρόλους. Οι ιστορίες του βιβλίου έχουν μια αφοπλιστική ανθρωπιά. Αυτοί οι άνθρωποι, που τους χτύπησε η μοίρα και βρέθηκαν αποκλεισμένοι κοινωνικά και ξεχασμένοι ακόμα και από την ίδια τους την οικογένεια, είναι παράδειγμα προς μίμηση. Αν και βρέθηκαν τόσο κοντά στον θάνατο, δεν έπαψαν ούτε στιγμή να αισιοδοξούν για το αύριο. Αγάπησαν και αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά και πάλεψαν να βελτιώσουν τη ζωή τους μέσα στη δική τους κοινωνία. Η Βικτόρια προσέγγισε με μεγάλη ευαισθησία αυτούς τους ανθρώπους και έτσι κατάφερε να σε κάνει να ξεχνάς την αρρώστια τους και να παρακολουθείς με ενδιαφέρον τις ιστορίες που διαδραματίζονται μέσα στη “φυλακή” τους. Αυτή είναι και η δική μας προσπάθεια, να βιώσουμε τις ιστορίες αυτών των ανθρώπων χωρίς να έχουμε σε “πρώτο πλάνο” την ασθένεια του Χάνσεν».

ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Η συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Το νησί» Βικτόρια Χίσλοπ ανάμεσα στους ηθοποιούς Στέλιο Μάινα και Αιμίλιο Χειλάκη κατά τη δημοσιογραφική προβολή του πρώτου επεισοδίου της σειράς
Το σενάριο (διασκευή του βιβλίου της Βικτόρια Χίσλοπ «Το νησί») υπογράφει η Μιρέλλα Παπαοικονόμου, τη σκηνοθεσία ο Θοδωρής Παπαδουλάκης, τη φωτογραφία ο Βαγγέλης Κατριτζιδάκης , τη σκηνογραφία ο Αντώνης Χαλκιάς, την ενδυματολογική επιμέλεια η Ξανθή Κόντου και η Μαρία Κοντοδήμα και τη μουσική ο Μίνως Μάτσας. Στο καστ συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, οι Στέλιος Μάινας, Κατερίνα Λέχου, Γιούλικα Σκαφιδά, Ευγενία Δημητροπούλου, Αιμίλιος Χειλάκης, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Μαρία Πρωτόπαππα, Τάσος Νούσιας, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Ορφέας Αυγουστίδης.


Με τη δημοσιογραφική προβολή του πρώτου επεισοδίου της σειράς «Το νησί» επιβεβαιώθηκαν οι πολύ μεγάλες προσδοκίες που υπήρχαν για την ακριβότερη παραγωγή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης

Οι ταινίες της εβδομάδας

Αν και λείπει η σούπερ ταινία αυτή την εβδομάδα στις νέες κυκλοφορίες, είναι μία ενδιαφέρουσα βδομάδα, με 4 ταινίες και πάλι για όλα τα γούστα.

Έχουμε ένα καλούτσικο κλειστοφοβικό θρίλερ, μια δραματική περιπέτεια, μια δραματική κομεντί και μια κακή παρωδία.



Buried, του Rodrigo Cortes.
Αμερικανός οδηγός φορτηγού (Ryan Reynolds) στο Ιράκ ξυπνάει μέσα σε ένα φέρετρο έχοντας μαζί του ένα μολύβι, έναν Zippo κι ένα κινητό και προσπαθεί να καταλάβει τι του συμβαίνει.


Πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι η ταινία δεν έχει ούτε ένα δευτερόλεπτο σκηνής έξω από το φέρετρο!


Παρ’όλα αυτά καταφέρνει να είναι ένα καλό θρίλερ, κυρίως χάρη στο σενάριο και τη σκηνοθεσία, αλλά επαναλαμβάνω ότι είναι ένα ….......δύσκολο φιλμ και σίγουρα, όχι για όλους.



Βρικόλακες Για Κλάματα (Vampires Suck), των Jason Friedberg και Aaron Seltzer.
Κακή παρωδία των βαμπιρο-ταινιών Twilight και New Moon, χωρίς υποψία καλού χιούμορ, κάκιστη σκηνοθεσία από ατάλαντους δημιουργούς που συνεχίζουν να καταστρέφουν το είδος της παρωδίας (Date Movie, Epic Movie, Meet the Spartans), ένα είδος που ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο το Μια Τρελη Απιθανη Πτηση πριν ακριβώς 30 χρόνια.


Το μόνο ενδιαφέρον είναι η πρωτοεμφανιζόμενη πρωταγωνίστρια Jenn Proske που υποδύεται την Μπελα …ασθμαίνοντας!



Δόλωμα Γένους Θηλυκού (Stone), του John Curran.
Ανώτερος υπάλληλος αναστολών (Robert De Niro) είναι στις τελευταίες μέρες πριν τη συνταξιοδότηση του και πέφτει επάνω στην υπόθεση ενός έγκλειστου (Edward Norton) που έχει εκτίσει τα 8 από τα πολλά χρόνια της ποινής του και ζητά αναστολή.


Για να πείσει τον υπεύθυνο βάζει την όμορφη γυναίκα του (Milla Jovovich) να του την πέσει.


Εγώ πάντως γνωρίζω έναν τουλάχιστον αναγνώστη του FilmBoy που θα της καθόταν!



Eat Pray Love, του Ryan Murphy.
Αν τα ταξιδιωτικά γραφεία και οι ...δικηγόροι διαζυγίων έφτιαχναν μια ταινία, αυτή θα ήταν.


40αρα παντρεμένη με έναν υπέροχο και τρυφερό άντρα αποφασίζει να τον χωρίσει (!) για ‘να βρει τον εαυτό της’ και για να τον βρει παίρνει τους δρόμους (για Ιταλία, Μπαλί, Ινδίες,) και τους άντρες που συναντάει εκεί!


Ρε αφήστε τα ψόφια που θέλετε να βρείτε τον εαυτό σας!




Παίζονται ακόμη:
Ευλογημένες Ψυχές (Blessed), της Άννα Κόκκινος.
Την Αυστραλέζικη ταινία της ελληνικής – προφανέστατα – καταγωγής δυστυχώς την έχασα στο φεστιβάλ της Αθήνας αν και είχα μια πρόσκληση ΝΑ!


Κοινωνική ταινία με 6 παιδιά κι έναν ενήλικα να περιφέρονται στη πόλη.


Τα Οπωροφόρα της Αθήνας, του Νίκου Παναγιωτόπουλου.
Ελληνική σινεφίλ ταινία με έναν νεαρό να περιφέρεται στη πόλη της Αθήνας.


Καλό Σινεμά.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Ο "ΔΡΑΚΟΣ" ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ ΕΝΑΝ ΚΑΛΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

«Ελευθερία»

Ο «Δράκος» εμπνέει το μπεστ σέλερ της χρονιάς
Η κλασική ταινία του Νίκου Κούνδουρου
γίνεται γνωστή σε εκατομμύρια αγγλόφωνους αναγνώστες
(ανάμεσά τους και ο πρόεδρος των ΗΠΑ)
χάρη στο μυθιστόρημα του «αμερικανού Τολστόι»

Τζόναθαν Φράνζεν: «Ελευθερία»

ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ |
Το Βήμα , Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010


Μουσείο Τέχνης του Σικάγου, 1979. Ενας εικοσάχρονος διοπτροφόρος αμερικανός παρακολουθεί χωμένος στο κάθισμά του την προβολή ενός ξένου φιλμ με τον αγγλικό τίτλο «Τhe Fiend of Αthens» («Ο δράκος της Αθήνας»). Η ταινία και κυρίως ο πρωταγωνιστής της αποτυπώνονται ζωηρά στη μνήμη του. Τόσο ώστε 30 χρόνια αργότερα τους αφιερώνει αρκετές σελίδες στο βιβλίο που γράφει. Είναι το «Ελευθερία», το βιβλίο που διαβάζει αυτόν τον καιρό όλη η Αμερική, από τον πρόεδρο Ομπάμα ως τα μέλη της λέσχης ανάγνωσης της Οπρα Γουίνφρεϊ , το βιβλίο που θεωρείται το «μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα» και απασχολεί κάθε βιβλιοφιλικό έντυπο στην υφήλιο, από το «Τime» ως τις ελληνικές σελίδες.

Ο νεαρός Αμερικανός του 1979 δεν είναι άλλος από τον 51χρονο Τζόναθαν Φράνζεν, τον «αμερικανό Τολστόι», βραβευμένο το 2001 με το αμερικανικό Νational Βook Αward για το βιβλίο του «Οι διορθώσεις». Και η ταινία είναι ο «Δράκος» του 1956 σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου, με τον Ντίνο Ηλιόπουλο στον ομώνυμο ρόλο, βασισμένη σε σενάριο του θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλλη.

«Δεν μπορώ να βρω περισσότερες πληροφορίες, αλλά είναι υπαρκτή ταινία, αυτός ήταν ο αγγλικός τίτλος της, θυμάμαι πότε την είδα...» εξηγεί ο Φράνζεν μιλώντας στους μεταφραστές του, οι οποίοι του ζητούν να διευκρινίσει αν η ταινία που παρακολουθούν η Πάτι και ο Γουόλτερ Μπέρκλουντ, κεντρικοί χαρακτήρες στο «Ελευθερία», είναι πραγματική ή αν πρόκειται για δική του επινόηση.

Μπορεί να μη θυμάται τον σκηνοθέτη, θυμάται όμως αρκετά. Οι ήρωες παρακολουθούν την ταινία του Κούνδουρου, την αναλύουν και προχωρούν σε ερμηνείες της συμπεριφοράς του πρωταγωνιστή. «Κάποιος που δεν σύχναζε στα φοιτητικά κινηματογραφικά φεστιβάλ τη δεκαετία του 1970 θα θυμάται τον “Δράκο”;» αναρωτιούνται οι βιβλιοκριτικοί. Είτε τον θυμούνται είτε όχι, αυτό δεν επηρεάζει την απήχηση του βιβλίου. Οσο για την ταινία, δεν λειτουργεί μόνον ως «γέμισμα» του χρόνου δράσης, αλλά ως δομικό στοιχείο του μυθιστορήματος, καθώς αποτελεί «κλειδί» για την κατανόηση της προσωπικότητας του Γουόλτερ, του καλού και άβουλου, αλλά και μισάνθρωπου Γουόλτερ, όπως παρουσιάζεται στο κεφάλαιο του βιβλίου «Ο δράκος της Ουάσιγκτον».

Είναι πρώιμο να προχωρήσουμε σε αναλύσεις του μυθιστορήματος και σε σχόλια για τη γονιμοποιό επίδραση του «Δράκου» 54 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, αλλά, όπως σχολιάζει και η μεταφράστρια στα ελληνικά τού «Ελευθερία», Ρένα Χατχούτ, «30 χρόνια αφότου είδε την ταινία, ο Φράνζεν τη θυμήθηκε. Μεγάλη μας τιμή».


Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης

Το Δεκέμβρη του ’73 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής. Έμενα στα Εξάρχεια, σ’ ένα ημιυπόγειο, μ΄ άλλους δυο Ηπειρώτες – δηλαδή συγχωριανούς μου, από το Τσεπέλοβο. Αυτοί ήτανε του Πολυτεχνείου και τριγυρνούσαν άσκοπα, γιατί μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη, τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη.

Απενταρίες… αλλά, ας ήμουν πάλι δεκαεννιά χρονών… Με το μαλλί ακούρευτο, να φτάνει ως τους ώμους, μούσι όσο φύτρωνε, τα πουκάμισα με κείνους τους τεράστιους γιακάδες, τα τζην παντελόνια με τις καμπάνες της Αγια- Σοφιάς… Κάθε που νύχτωνε χτενιζόμουν επιμελώς κι έβγαινα στην πλατεία. Κι αν είχα και κανένα πενηντάρικο στην τσέπη, ήμουν θεός!

Εκείνη τη μέρα δεν είχα, γιατί την προηγούμενη έμπλεξα με κάτι Κρητικούς σε πόκα και έμεινα πανί με πανί. Και το χειρότερο, είμαστε μαζί οι τρεις Τσεπελοβίτες – και οι τρεις φύγαμε μαδημένοι. «Ελάτε, μωρέ κοπέλια, ετσά είν’ η τράπουλα, μαθές: δανείζει, δε χαρίζει! Ζι’ αυτό, μη στεναχωράστε!». Μας υποχρέωσες, Ζαχαριουδάκη!

Το κακό ήταν πως ο μήνας είχε φτάσει μόλις στις έντεκα. Έπρεπε να μην ψοφήσουμε της πείνας ως τις παραμονές των Χριστουγέννων – και να βρούμε και τα ναύλα να πάμε στα σπίτια μας. Που σημαίνει ότι έπρεπε να βρούμε επειγόντως δουλειά! Τον περασμένο Μάιο κάναμε κάμποσα μεροκάματα στην οικοδομή, αλλά τώρα ήταν κακός Δεκέμβρης – δε κουνιόταν φύλλο.

Καθόμαστε λοιπόν οι τρεις σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να μιλάμε, περιμένοντας να γίνει κάτι. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας, ψευτογελάγαμε και φασκελωνόμαστε. Ώσπου κάποια στιγμή, ο Χρίστος μουρμούρισε: «Ο Ζαχαριουδάκης έρχεται!». Ο Βαγγέλης κι εγώ στραφήκαμε και τον είδαμε, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Κι όμως, εμάς ζητούσε! Ήρθε και στάθηκε μπροστά στο παγκάκι μας, ένας ευτραφής, πολύχρωμος χίπης.

«Ακούστε, μωρέ κοπέλια. Εγώ κατέχετε πως δουλεύω γκαρσόνι, δηλαδή τώρα πια κάνω κουμάντο… Το λοιπό, σήμερα 11, τη μεθαυριανή 13 του Δεκέμπρη, ξεκινάει ένα καινούρζιο πρόγραμμα, σ’ ένα καινούρζιο μαγαζί στην Πλάκα». Ο Ζαχαριουδάκης έσκυψε προς το μέρος μας, για να μη μας ακούσει κανένα πονηρό αυτί. «Τους εδικούς μου τους έχουνε μαζέψει, άλλους τους επήρανε φαντάρους, άλλοι είναι στη φυλάκα, εξέμεινα μαθές και ψάχνω και σας εθυμήθηκα. Είσαστε;». Άκου ερώτηση. Είμαστε για να μην είμαστε;

*

Ήταν το ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σ’ ένα στενάκι της Πλάκας. Ήταν ένας συνθέτης που δεν τον είχαμε ακουστά, ένας Μάνος Χατζιδάκις – και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά, λέει, έναν κύκλο τραγουδιών σε θεατρική μορφή.

Δεν είχαμε ξαναμπεί σε τέτοιο μαγαζί, ούτε είχαμε ξανακούσει τέτοια τραγούδια. Ξέραμε τα ηπειρώτικά μας και τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο – ειδικά τις Κυριακές δε χάναμε τις εκπομπές των Εταιρειών.

Η Παρασκευή 12 του μηνός είχε από τα ξημερώματα καθαριότητες, την άλλη μέρα ήταν η πρεμιέρα. Τρίψαμε και ξεσκονίσαμε τα πάντα, πλύναμε όλα τα ποτήρια, τακτοποιήσαμε τα καφάσια με τα αναψυκτικά και τα μπουκάλια με το κονιάκ, το βερμούτ και το ουΐσκι. Βολέψαμε τα μαύρα μεταλλικά τραπεζάκια και τις ψάθινες καρέκλες και τις καρέκλες των μουσικών, υπό τις οδηγίες του αφεντικού. Το αφεντικό έδωσε από δυο κατοστάρικα σ’ εμάς τους ηπειρώτες, να πάμε λέει αύριο πρωί στην Αθηνάς και να ψωνίσουμε μαύρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα.

Μόλις σουρούπωσε, είχαμε τελειώσει, όλα ήταν στην τρίχα. Εκείνη την ώρα άρχισαν να φτάνουν οι μουσικοί, κουβαλώντας τα όργανα στις θήκες. Σε μια άκρη του παταριού υπήρχε κιόλας ένα πιάνο. Αν και ήμουν κουρασμένος, δεν ήθελα να φύγω, ήθελα ν’ ακούσω και να δω. «Κάτσε» μου είπε τ’ αφεντικό, «και έχε το νου σου, ό,τι ζητήσουν οι μουσικοί και ο κύριος Χατζιδάκις…». Με εντυπωσίασε το κοντραμπάσσο’ «τι βιολάρα είν΄ αυτή;» ρώτησα το Ζαχαριουδάκη, που γέλασε πολύ και μετά μου έδειξε τον κύριο Ανδρέα Ροδουσάκη, που αναζητούσε σταχτοδοχείο. Έτρεξα και ταχτοποίησα μερικά στη σκηνή. Μετά ο Ζαχαριουδάκης μου έλεγε ποιος είναι ποιος, αλλά δε θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Για κάμποση ώρα γινόταν χάβρα: άλλος κάπνιζε, άλλος κούρδιζε, άλλος έλεγε ανέκδοτα. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ψίθυρος «ο Μάνος, ο Μάνος!» και έγινε απόλυτη ησυχία. Στο μαγαζί είχαν μπει δυο – ένας γεμάτος κι ένας κάπως πιο ψηλός, αδύνατος σα στέκα. Πλησίασαν τους μουσικούς (τα τσιγάρα είχαν σβήσει) και ο γεμάτος, που έτρωγε κάπως το ρο, είπε «καλησπέρα παιδιά, να σας συστήσω το Μάνο». Χαιρέτησαν όλοι. Ο Μάνος έψαξε με το μάτι το χώρο και κάθισε στο διπλανό μας τραπέζι. «Τι να σας φέρω, κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησα και ξαφνιάστηκα καθώς είδα το Ζαχαριουδάκη να διπλώνεται απ’ τα γέλια, προσπαθώντας να μην ακουστεί. «Φέρε μια μπύρα, παρακαλώ» είπε ο ευγενέστατος τρανταπεντάρης – τόσο τον έκοψα.
Όταν γύρισα στο τραπεζάκι, ο Ζαχαριουδάκης ξέσπασε σε καινούριο χάχανο. «Κατέχεις μωρέ ποιος είναι αυτός;» «Ο Μάνος Χατζιδάκις!» είπα με σιγουριά. «Χωρζιό, ε χωρζιό… Αυτός είναι ο Μάνος ο Ελευθερίου μαθές, έσει γράψει τα μισά τραγούδγια του έργου! Ο Μάνος ο Χατζιδάκις είναι ετσείνος ο χοντρουλός, στην ορσήστρα!»

Έσβησαν όλα τα φώτα και άναψε ένας προβολέας πάνω στον συνθέτη. Εκείνος, κοιτάζοντας προς το μέρος των θεατών, είπε:

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει.


Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.



Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.

Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ -
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.

Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.

«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.

Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:

Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε – και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.

Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.

«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.

Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:

Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.



Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:

Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος
Θα…χα…θώ…

Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου. Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ. Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου. «Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε. «Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια. «Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;» Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια: «τίποτα…» Γέλασαν όλοι – κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα. «Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.

Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.

*

Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974, σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

Τραγουδούν ο Γιάννης Δημητράς (Η μπαλλάντα του οδοιπόρου, Κρίση – στίχοι Μάνος Ελευθερίου), η Μαρία Κάτηρα (Τα σπασμένα ποδήλατα, Στα νερά του Ιορδάνη – στίχοι Μάνος Ελευθερίου). Οι στίχοι στα τραγούδια του δεύτερου μέρους ανήκουν στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ευτύχιος Χατζητοφής τραγουδά Το μεθυσμένο κορίτσι, τον τρελό κόσμο και τον φόβο. Η Βερενίκη Βαλαρή τραγουδά την επέτειο – και μαζί με την Εύα Καναβαράκη τον Αλκιβιάδη και τα οράματα. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη. Παίζουν οι καλύτεροι μουσικοί εκείνης της εποχής: Βράσκος, Δεσποτίδης, Καψάλης, Ροδουσάκης, Φάμπας, Τενίδης, Μανωλιδάκης, Κριθάρη, Κατσικάκης, Ψωμιάδης, Καρακατσάνης, Γκίνος, Ρέγγιος, Φάρου, Νίκος και Γιώργος Λαβράνος, Διακογιώργης, Ζουγανέλης, Πολυκανδριώτης, Τόμπρας, Παναγοπούλου. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ηχολήπτες ήταν ο Γιαννακόπουλος και ο Σμυρναίος.

Όσα υποτίθεται ότι λέει ο Μάνος Χατζιδάκις στην έναρξη της παράστασης, είναι δικό του κείμενο, παρμένο από το δίσκο ακτίνας (ΝΟΤΟS / LYRA). Από εκεί προέρχεται και η φωτογραφία.


πηγή

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Εκεί όπου δε φαίνεται ο Θεός...


Σταυροαναστάσιμη έξοδος στον πόνο

Το βιβλίο αυτό το διάβασα και έκλαιγα. Είναι από τα πιο ΑΛΗΘΙΝΑ, και ταυτόχρονα ΩΜΑ, βιβλία που έχω διαβάσει για την πάλη του πονεμένου ανθρώπου με το Θεό & με το σκληρό και συχνά ανελέητο "Γιατί, Θεέ μου;", το ερώτημα που θέτει πρώτα απ' όλους η ίδια η Αγία Γραφή, με το βιβλίο του Ιώβ.
Ο μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος (αστροφυσικός, με καριέρα στις ΗΠΑ, που την παράτησε για να γίνει μοναχός - δες το βιογραφικό του στο τέλος του post), είναι κατά τη γνώμη μου ένας δεσπότης που ΛΕΕΙ να τον έχεις δεσπότη - νοιάζεται για τον άνθρωπο, όχι για τη δόξα ή το χρήμα.
Παρακαλώ κάθε μπλογκοναύτη που επισκέπτεται αυτό το ταπεινό ιστολόγιο να ΔΙΑΒΑΣΕΙ αυτό το βιβλίο. Θα βρει εκεί, ΟΧΙ εύκολες απαντήσεις, ούτε "έτοιμες" (που θα ήταν και ψεύτικες), αλλά:
α) θα αναγνωρίσει τον εαυτό του ή κάποιον γνωστό του και τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ πάλη εναντίον του Θεού & τη διαμαρτυρία του ΤΙ ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ, τέλος πάντων, που αφήνει τους ανθρώπους να υποφέρουν τόσο;
β) Θα ανακαλύψει & θα συμπεράνει μόνος του ποια είναι η αληθινή απάντηση σ' αυτό το τρομερό ερώτημα. Θα το ανακαλύψει μέσα από τις πραγματικές ιστορίες ανθρώπων που περιγράφονται στο βιβλίο - και δε θέλω να πω περισσότερα, για να μη σας προσφέρω στο πιάτο αυτό που ο συγγραφέας θέλει να ανακαλύψετε μόνοι σας.
Δημοσιεύω μια παρουσίαση, που ψάρεψα από το Ίντερνετ.

Σταυροαναστάσιμη έξοδος στον πόνο

«Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός» στις «ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής» μας οδηγεί ο Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
«Η στιγμή του θανάτου είναι η κατ’ εξοχήν στιγμή που ορίζεται η ανθρώπινη αξία και κατανοείται η εγγύτητα του Θεού στον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτόν και αντιμετωπίζεται με δέος, σεβασμό, αίσθηση μυστηρίου και ταπείνωση», έγραφε μεταξύ άλλων στο βιβλίο του «Αλλήλων Μέλη», επικαλούμενος τους υπέρλογους λόγους του γέροντος Παϊσίου «Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι να πάρω το μαχαίρι, να την κόψω κομματάκια, να τη μοιράσω στον κόσμο, και ύστερα να πεθάνω».
Ο ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, ξεκινώντας από ένα ήδη βεβαιωθέν και ιστορικό θαύμα, εκείνο της Βηθεσδά, ανατέμνει την ορθόδοξη θεολογική σημειολογία για τον χρόνο και τον τρόπο της θεϊκής φανέρωσης.
Παροξυσμός

Επειδή «Η αγάπη δεν είναι καθήκον, αλλά παροξυσμός’ δεν είναι προσφορά, αλλά αυτοπροσφορά δεν είναι φυσική συμπόνοια, αλλά πνευματική μετοχή δεν είναι ξόδεμα, αλλά επένδυση δεν είναι πράξη, αλλά μεταμόρφωση του είναι μας δεν είναι μείωση της περιουσίας, αλλά μοίρασμα δεν είναι κτήση, αλλά κένωση δεν είναι τήρηση του θεϊκού νόμου, αλλά υπέρβαση κάθε νόμου. Είναι οδός "καθ’ υπερβολήν"».

Διότι «Η αγάπη δεν αποσκοπεί στο να «κερδίσουμε» τον Θεό, αλλά στο να κοινωνούμε με τον Θεό. Αγαπάμε, γιατί δεν μπορούμε να μην αγαπάμε».
Ο Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, τον οποίο ως συγγραφέα γνωρίσαμε με το βιβλίο του «Αγιον Ορος, το υψηλότερο σημείο της γης», όπου μας αποκάλυπτε ένα άγνωστο, ταπεινό και γεμάτο από τη θεϊκή Παρουσία που όμως αγαπά να κρύβεται, Ορος, στο καινούργιο βιβλίο του υποδεικνύει με διακριτικότητα και ανθρώπινο πόνο για τα βάσανα του σύγχρονου ανθρώπου το πανταχού παρόν πρόσωπο του Θεού. Και ιδιαίτερα τις στιγμές αυτές που δεν φαίνεται!
Ξεκινώντας από ένα ήδη βεβαιωθέν και ιστορικό θαύμα, εκείνο της Βηθεσδά, ανατέμνει την ορθόδοξη θεολογική σημειολογία για τον χρόνο και τον τρόπο της θεϊκής φανέρωσης, διότι περί αυτού πρόκειται, «ο Θεός δεν είναι απών που έρχεται, αλλά είναι παρών που κρύβεται». Γι’ αυτό και «πρέπει να υπάρξει μια συνεργασία της στιγμής του Θεού για την ψυχή μας και της καθαρότητος των οφθαλμών μας, για να αναγνωρίσουμε τον εμφανιζόμενο Θεό».
Αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει ένα κυνηγητό διαρκές του ανθρώπου με τον Θεό, διότι «ο αληθινός Θεός δεν είναι αυτός που ξοδεύεται, αυτός που εξευτελίζεται με πρόχειρες φανερώσεις κατά το θέλημα του ανθρώπου αλλά είναι αυτός που κρύβεται στις ταπεινές γωνιές και στις μυστικές στροφές της πορείας αυτής της ζωής», αναφέρεται απλά και με σαφήνεια σε περιστατικά της θεϊκής παρουσίας, εκεί όπου για τα ανθρώπινα δεν υπάρχει πλέον επιστροφή.


Σ' αυτή τη φωτο είναι ένας άνθρωπος. Έχει όνομα, ιστορία και γονείς. Είναι αδελφός μου, παιδί του ίδιου Θεού. Επιθυμώ & προσεύχομαι ο Θεός να τον βοηθήσει όπως Εκείνος ξέρει και να στηρίξει εκείνους που αγωνίζονται γι' αυτόν (από εδώ).

Αληθινά περιστατικά από την εποχή που ήταν στο νοσοκομείο της Βοστόνης για τα καρκινοπαθή παιδιά, αποκαλύπτει στον αναγνώστη το αληθινό νόημα του θαύματος που δεν είναι απλώς να ζήσουμε αυτή την ήδη και σίγουρα πεπερασμένη ζωή. Διότι με κάποιον τρόπο κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, αυτό είναι βέβαιον, αλλά να μπορέσουμε να κατανοήσουμε το μυστήριο του πόνου κατά το οποίο ο Θεός όσο ποτέ άλλοτε είναι παρών: «Η παρουσία του Θεού είναι απόλυτη και τέλεια στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς μας, όταν η αίσθηση της εγκατάλειψής Του είναι εντονότερη.
Είναι αδύνατον να απουσιάζει ο θεός από τη σωτηρία μας!», γράφει και αναφέρεται στη μικρή Ολγα και στον Βαλάντη, σε γονείς τεράστιους που μέσα από τον πόνο τους του έδωσαν τα μεγαλύτερα μαθήματα ζωής. Στις σελίδες του με «Το μεγάλο θαύμα που δεν αντέχουμε» και εκείνα τα «ευλογημένα γιατί», ο πατήρ Νικόλαος απλός και φωτεινός όπως πάντα μας οδηγεί «απαλά, απαλά» «Εκ του θανάτου εις την Ζωήν». Σε ένα σωτηριολογικό και αναστάσιμο βιβλίο με τον ανθρώπινο πόνο να μας εγγυάται το θεϊκό μας πρόσωπο, εκείνο το «καθ’ ομοίωση», το «μείζον» και το «περισσόν» της αγάπης.

Μια επί της ουσίας «Σταυροαναστάσιμη έξοδος» όπου όλα είναι Θεός και αιώνια ζωή. Αλλά και καθημερινότητα, κι αλήθεια, η ζωή που ζούμε εμείς.
Υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς με άκρως ρεαλιστικούς τρόπους ότι «η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας είναι μυστική και πνευματική». «Απόλυτη και τέλεια» στους πειρασμούς μας και στις δοκιμασίες και ότι «Τελικά, κόσμος δεν είναι αυτός που φαίνεται αλλά ένας άλλος που υπάρχει και που πρέπει εμείς να τον διακρίνουμε». Και με το βιβλίο αυτό μπορεί να το διακρίνει ο καθείς. Το θαύμα, διαρκές. Η καθαρή ματιά και καρδιά μας, για να το αξιωθεί είναι αρκετή.

«ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ»
του Νικολάου, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής.
Εκδ. «Εκτυπω­τική ΑΕ»,
σελ. 262, € 12.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ του βιβλίου & παραγγελία ΕΔΩ.

Tαυτότητα

Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής. Η ερευνητική και επιστημονική ενασχόλησή του με τον φυσικό κόσμο (Φυσική, Αστροφυσική) και τον άνθρωπο (Βιοϊατρική Τεχνολογία, Βιοηθική), στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης, Χάρβαρντ και MIT και σε νοσοκομεία της Μασαχουσέτης, και η προσωπική του αναζήτηση τον οδήγησαν στην «επιστήμη των επιστημών», τη θεολογία, την οποία σπούδασε μεν στην Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού, στη Βοστόνη, «αναγνώρισε δε στα πρόσωπα των αγνώστων ασκητών, στην ζωή των απλών μοναχών και στις κρυφές γωνιές του αγιωνύμου Ορους».
Ο πόθος της βαθύτερης γνώσης της θεολογικής αλήθειας έγινε ανάγκη εγκαταβιώσεως στο πνευματικό πανεπιστήμιο και θεραπευτήριο του Αγίου Ορους, όπου παρέμεινε για δυόμισι χρόνια στο ιερό κοινόβιο του Αγίου Παύλου. Η επαφή του με τη χάρη της αθωνικής ερήμου ανανεώνεται μέχρι σήμερα με την ευκαιριακή κάθοδό του στο... υψηλότερο σημείο της γης γι’ αυτόν, το Σιμωνοπετρίτικο κάθισμα του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου».
Εχει γράψει, μεταξύ άλλων: «Αγιον Ορος, το υψηλότερο μέρος της γης» (Εκδ. «Καστανιώτη», «Ελεύθεροι από το γονιδίωμα» (Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας), «Αλλήλων Μέλη» Οι μεταμοσχεύσεις στο φως της Ορθόδοξης Θεολογίας και ζωής (Κέντρο Βιοϊατρικής Ηθικής και Δεοντολογίας), «Ανθρωπος μεθόριος» (Εκδ. «Εν πλω»).

ΑΚΟΥΣΤΕ: συνέντευξη του Νικολάου στην εκπομπή "Ουδείς αναμάρτητος" (κλικ).
ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Απόσπασμα παρόμοιας εκπομπής σε μορφή άρθρου (κλικ).

πηγή

Ελληνας φωτογράφος έγινε θέμα στη Μ. Βρετανία

Και ξαφνικά ένας Ελληνας φωτογράφος, ο 35χρονος Παναγιώτης Λάμπρου, βρέθηκε στο επίκεντρο της βρετανικής πολιτιστικής επικαιρότητας και είδε το όνομά του στον τίτλο άρθρου του Σον Ο' Χάγκαν, έγκυρου τεχνοκριτικού της εφημερίδας «Γκάρντιαν».

Το πορτρέτο μιας όμορφης, δυνατής γυναίκας από τον φακό του συζύγου της. Δυστυχώς, κομμένο στη μέση

Το πορτρέτο μιας όμορφης, δυνατής γυναίκας από τον φακό του συζύγου της. Δυστυχώς, κομμένο στη μέση Αιτία είναι μια πραγματικά πολύ δυνατή, συγκρατημένη και άμεση φωτογραφία του, που για κάποιους, όμως, μπορεί να θεωρηθεί άσεμνη και τολμηρή.

Το «Portait of my British wife» (Πορτρέτο της Βρετανίδας γυναίκας μου) βρέθηκε, πολύ τιμητικά, μαζί με άλλες τρεις φωτογραφίες στη short list του σημαντικού βραβείου Taylor Wessing, που αθλοθετεί κάθε χρόνο η National Portait Gallery του Λονδίνου, αφιερωμένη πάντα στην προώθηση της τέχνης του φωτογραφικού πορτρέτου και στην ανάδειξη και προβολή των ταλαντούχων δημιουργών.

Η «Γκάρντιαν» προειδοποιεί

Η φωτογραφία, όμως, του Παναγιώτη Λάμπρου είναι η μόνη από τις τέσσερις υποψήφιες, που το site της National Portrait Gallery έκρινε ότι δεν μπορεί να δημοσιευτεί ολόκληρη. Την φιλοξενεί... μισή. Το ίδιο αμήχανη ήταν και η «Γκάρντιαν» της Παρασκευής. Το άρθρο του Σον Ο' Χάγκαν με τίτλο «Παναγιώτης Λάμπρου: Η καθημερινή δύναμη ενός οικείου πορτρέτου» συνοδευόταν πάλι από τη μισή φωτογραφία και δίπλα μια προειδοποίηση: «Κάνοντας κλικ θα τη δείτε ολόκληρη. Είναι αποκαλυπτική και ίσως να σας προσβάλει».

Το «Πορτρέτο της Βρετανίδας συζύγου μου» δείχνει τη νεαρή σύντροφο του φωτογράφου και μητέρα των δύο παιδιών του καθισμένη έξω από το εξοχικό τους, στη Σχοινούσσα, μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Εχει μόλις φάει μια ομελέτα, φαίνεται πίσω της στο τραπέζι το τηγάνι, είναι καθισμένη χαλαρά σε μια καρέκλα και κοιτάζει τον φακό του συζύγου της. Φοράει ένα μακρύ τι-σερτ και τίποτα άλλο. Η άνετη στάση του σώματός της αποκαλύπτει τα γεννητικά της όργανα.

Αυτό είναι, λοιπόν, το «μυστικό» της φωτογραφίας; Τα γυναικεία γεννητικά όργανα εξακολουθούν να σοκάρουν, να προσβάλλουν, να ενοχλούν, σε αντίθεση με τα ανδρικά, που τα βλέπουμε παντού, ακόμα και στην... ορχήστρα της Επιδαύρου χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα;

Ο Σον Ο' Χάγκαν αναρωτιέται στο πολύ κολακευτικό του, πάντως, άρθρο για τον Παναγιώτη Λάμπρου: «Πότε η τέχνη γίνεται ηδονοβλεψία ή ακόμα και πορνογραφία;». Δεν υπονοεί, πάντως, ούτε στιγμή ότι η συγκεκριμένη φωτογραφία είναι το ένα ή το άλλο. «Μήπως εμείς που βλέπουμε μια φωτογραφία, που αφορά μια εντελώς προσωπική στιγμή, γινόμαστε ηδονοβλεψίες;» γράφει.

Ο Παναγιώτης Λάμπρου είναι εκνευρισμένος από τον θόρυβο που προκλήθηκε γύρω από το έργο του. «Τι θα πει "προσωπική στιγμή";» μας λέει. «Κάθε φωτογραφία αντιπροσωπεύει μια προσωπική στιγμή του καλλιτέχνη. Δυστυχώς τα ΜΜΕ έχουν εμποτιστεί από τη νοοτροπία της αγοράς και ενδιαφέρονται για τα κουτσομπολιά γύρω από το έργο τέχνης και όχι για την ίδια την ουσία του».

Γυναικεία δύναμη και ανεξαρτησία

Διαψεύδει κατηγορηματικά ότι τη συγκεκριμένη φωτογραφία δεν είχε σκοπό να την εκθέσει. «Φυσικά δεν θα την εξέθετα ποτέ σε μια ιδιωτική γκαλερί της Αθήνας για να πουληθεί», μας λέει. «Μια τέτοια φωτογραφία χρειάζεται ένα μεγάλο μουσείο, έναν θεσμό κύρους σαν τη National Portrait Gallery, εκεί όπου αναπτύσσεται διάλογος γύρω από την τέχνη του πορτρέτου, την αισθητική του, την αξία του».

Για τον ίδιο η φωτογραφία του έχει αθωότητα. «Και η αθωότητα, δυστυχώς, καμιά φορά πληγώνει», δηλώνει. «Δεν θεωρώ ότι έχω κάνει "γυμνό". Δεν ήθελα καν να επικεντρωθώ στη γύμνια του μοντέλου μου. Το έργο μου, για μένα, εκφράζει τη γυναικεία δύναμη και ανεξαρτησία, αλλά και την αφοσίωσή μου στη σύζυγό μου. Μια νέα γυναίκα σε χαλαρή διάθεση κοιτάζει τον φακό με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Στο βλέμμα της δεν υπάρχει ίχνος αμηχανίας ή φόβου. Είναι η ίδια η θηλυκή ταυτότητα. Δεν έχουμε συνηθίσει σε τέτοιες γυναίκες και φωτογραφίες. Η εποχή μας δέχεται μόνο την Πάρις Χίλτον και την Τζούλια Αλεξανδράτου, που αφήνει τους άλλους να εκχυδαΐζουν την ομορφιά της γιατί δεν μπορούν να την αγαπήσουν...».

Οχι «κόλπα» στη δουλειά μου

Η συγκεκριμένη φωτογραφία έγινε με τον συνηθισμένο στη δουλειά του τρόπο. «Φωτογραφίζω πάντα με φυσικό φωτισμό και ποτέ δεν στήνω τα θέματά μου», μας λέει. «Η πραγματικότητα έχει πολύ περισσότερη ποικιλία, το ίδιο και οι ανθρώπινες εκφράσεις, από ό,τι θα μπορούσα εγώ να φανταστώ και να "στήσω". Το ίδιο αποφεύγω και την οποιαδήποτε ψηφιακή επέμβαση στο έργο μου. Δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ "κόλπα" στη δουλειά μου, ούτε να παρουσιάζω τη ζωή επιτηδευμένα. Η ζωή είναι αυτό που είναι».

Ο Παναγιώτης Λάμπρου σπούδασε στον «Φωτογραφικό Κύκλο» της Αθήνας με δασκάλους τους Πλάτωνα Ριβέλλη, Πάνο Κοκκινιά και Guido Guidi. Συνέχισε στο Centro de Ricerca e Archiviazone della Fotografia στο Σπιλιμπέργο της Ιταλίας. Εχει πάρει μέρος σε πολλές ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.


πηγή

Αν αντέχεται και δεν σκανδαλίζεστε, μπορείτε να δείτε την επίμαχη φωτογραφία ολόκληρη εδώ