Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Έχω καρκίνο…


Θα ήταν μια συνηθισμένη μέρα η σημερινή. Και μάλιστα πολύ καλύτερη από τις προηγούμενες. Η δουλειά πήγε καλά σήμερα, τα σχέδια για τις γιορτές ήταν πολλά. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνο. ΚΑΡΚΙΝΟΣ. Έτσι απλά το είπε. Είχε κλάψει λίγο πριν, δεν είμαι και σίγουρος. Έχω ΚΑΡΚΙΝΟ Κώστα, είπε. Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ έχει «παράδοση» στην οικογένειά μας. Πριν 3 χρόνια ο πατέρας χτυπήθηκε από αυτή την αγάπη Του Θεού. Έφυγε στις 28 Οκτωβρίου του 2005, από τον «ΑΓΙΟ ΣΑΒΒΑ», ανήμερα της Αγίας Σκέπης. Δοξολογούσαμε το Θεό εκείνη την ημέρα και ευχαριστούσαμε την Παναγία μας που τον πήρε την ημέρα της. Ακούγονται ίσως «τρελά» όλα αυτά… Δοξολογούσατε το Θεό επειδή …πήρε τον πατέρα σας;;;



_e3f912
o πατέρας στον Άγιο Ευστράτιο (επισκεπτήριο στον εξόριστο πατέρα του

ΝΑΙ! Ο πατέρας ήταν άθρησκος. Πέρασε Κατοχές, Εμφύλιο, Μακρονήσια, Άγιο Ευστράτιο, επιθέσεις ΧΙτών, απορρίφθηκε από την Εμποροπλοιάρχων λόγω φρονημάτων και εργάσθηκε στις οικοδομές για 50 χρόνια. Άθεο τον φώναζαν αλλά απλά ΑΘΡΗΣΚΟΣ ήταν. Άθεος έλεγε πως ήταν και χασκογελούσε, ΕΩΣ ΟΥ…

Μέχρι την ημέρα που ψηλάφισε τις πληγές του Κυρίου. Μέχρι την ώρα που αυτός ο ΑΡΝΗΤΗΣ του Υπερφυσικού είδε την Παρουσία Του Κυρίου. Τον πήγα με το ζόρι στο νοσοκομείο θυμάμαι. Ο γιατρός δεν χρειάστηκε πολύ χρόνο για να μου το πει. ΚΑΡΚΙΝΟΣ, είπε απλά. Ο πατέρας γέλασε και τίναξε νευρικά το Ριζοσπάστη – πάντα τον αγόραζε πρωί πρωί λες και φοβόταν μην εξαντληθεί. Ο ΚΑΡΚΙΝΟΣ «κράτησε» 4 χρόνια. Ο πατέρας γνώρισε το Χριστό με ένα θαύμα.

parthenios

Άγιος Παρθένιος Επίσκοπος Λαμψάκου

Πήγαμε στον Άγιο Παρθένιο (θεραπευτής καρκινοπαθών) και προσπάθησε να ανάψει το καντήλι του αγίου. Δεν άναβε. Σκέφτηκε να πάει στο αμάξι και να φέρει άλλον αναπτήρα. Μόλις γύρισε την πλάτη του το καντήλι έβγαλε φλόγα ενός μέτρου. Ο πατέρας δεν μίλησε… το είδαμε όλοι αυτό που έγινε. Εκείνος δεν μίλησε. Ήταν έτοιμος όμως. Ζήτησε ΣΥΓΓΝΩΜΗ από τον Χριστό. Τον δέχτηκε στην καρδιά του. Πίστεψε στον Κύριο. Τις τελευταίες μέρες του μας έλεγε Πατερικό Λόγο, χωρίς να έχει ιδέα από Πατέρες. Ο πατέρας συγχωρέθηκε και είναι στον παράδεισο του Χριστού. Το ξέρω αυτό. Δεν μπορώ να σας το αποδείξω. Το ξέρω όμως. Την μέρα που έφυγε για τον Χριστό γιόρταζε η Παναγία μας. Συμβολισμός; Για κάποιους αφελείς όπως εγώ, Ναι. Θυμάμαι στο διπλανό δωμάτιο έφυγε και κάποιος άλλος αδελφός. Η γυναίκα του βλασφημούσε την Παναγία που της πήρε τον άντρα. Εμείς στο άλλο δωμάτιο είχαμε στήσει Δοξολογία. Κάποιος έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο και πήγε στην πραγματική πατρίδα του. Δεν είναι αυτός λόγος να δοξολογείς τον Κύριο;

Η αδελφή μου έχει ΚΑΡΚΙΝΟ. Και το έμαθα σήμερα το μεσημέρι. Δεν πήγα κοντά της. Προτίμησα να προσευχηθώ. Δεν ήξερα όμως αν έπρεπε να προσευχηθώ για αυτήν ή για μένα. Έχουμε δρόμο μπροστά μας Ελένη. Θα είμαι μαζί σου. Δεν θα ξεχάσω ΠΟΤΕ αυτό που είπες σήμερα. «Ο Χριστός ξέρει τι κάνει» είπες. «Ξέρει τι κάνει για να με σώσει» είπες. Και θυμάμαι τον γέροντα που είπε:

Ο Θεός δεν επιτρέπει να βρεθεί το φάρμακο του Καρκίνου γιατί έχει ΓΕΜΙΣΕΙ ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ από αυτόνΚράτα γερά αδελφή Είμαι μαζί σου Και ο Χριστός Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλόν

πηγή

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

True Grit.... Ethan και Joel Coen!

Καταπληκτική ταινία! Μου θύμισε τα νιάτα μου με τα καλά γουέστερν, τα παραμυθένιαΚαι ο Jeff Bridges με τον Matt Damon υπέροχοι, αλλά η κοπελίτσα η 14χρονη, η Hailee Steinfeld, δεν παίζεται। Μην το χάσετε όσοι αγαπάτε τους Κοέν και τα γουέστερν। :)



Σκηνοθεσία Ethan και Joel Coen.
Πρωταγ.: Jeff Bridges, Hailee Steinfeld, Matt Damon.

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΧΩΣ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΑΓΙΟ



Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Μουσική-Στίχοι: Δημήτρης Λάγιος*

Ο καθρέφτης μέσα στο νερό
Πάνω στα κοράλλια στο βυθό
Λάμπει και ανάβει τρεις φωτιές
Ρίχνει πάνω - κάτω σαϊτιές...

Καθρέφτη, καθρέφτη
Διπρόσωπε και ψεύτη
Διπλά με καθρεφτίζεις
Κι ανάποδα γυρίζεις.
Καθρέφτη, καθρέφτη
Μικρέ άτιμε κλέφτη
Με δείχνεις πάντα νέο
Κι εκεί που γελάω, κλαίω...

Ο καθρέφτης φέρνει έναν αγέρα
Κουβαλάει μυστική φοβέρα
Απέραντη υγρασία σε αυτά τα μέρη
Δε σου δίνει κάποιος ένα χέρι.

Καθρέφτη, καθρέφτη...

Ο καθρέφτης έσπασε στα τρία
Σύρθηκε σε πιο βαθιά σημεία
Δυο να ακολουθήσουνε σημάδι
Μένουμε σε ένα λευκό σκοτάδι...

*Τον Απρίλιο του 2011, συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από το θάνατό του...

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

5+1 καλλιτέχνες που ροκάρουν εναλλακτικά

Έξι από τους αγαπημένους μας (α)συνήθεις μουσικούς υπόπτους Έξι καλλιτέχνες που μας απασχόλησαν ευχάριστα τα τελευταία χρόνια για μελωδικούς μόνο λόγους। Γνώρισαν εμπορική επιτυχία χωρίς να επηρεαστούν από τις σειρήνες της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Αντίθετα, πρόσφεραν κάτι σε αυτή. Διαβάστε και –κυρίως- ακούστε.


The Killers – Brandon Flowers
Εμφανίστηκαν στα μέσα περίπου των ‘00s και έκαναν όλον τον κόσμο να μάθει ότι η κοπέλα του τραγουδιστή «είχε έναν γκόμενο που έμοιαζε με μια πρώην του». Το «Somebody told me» ήταν η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, ενώ ακολούθησαν πολλές ακόμη, όπως το «All these things that I have done», «Mr Brightside», «When You Were Young» και το πιο πρόσφατο «Human». Η μουσική τους αναβίωσε στοιχεία της ‘80s rock παράδοσης, ενώ θεωρούνται εκπρόσωποι του post punk ρεύματος της σκηνής του Vegas. Πολλοί τους συνδέουν με την βρετανική σκηνή, με την οποία το ύφος τους ομολογουμένως ταιριάζει περισσότερο.

Περισσότερες συστάσεις είναι περιττές. Φτάνει μόνο να πούμε πως το παραπάνω κομμάτι, «Mr Brightside», ψηφίστηκε στην Βρετανία ως το καλύτερο τραγούδι της δεκαετίας που μόλις μας άφησε. Πλέον, μετά από ένα διάστημα «διαλείμματος», το 2011 αναμένονται να ξαναβάλουν μπροστά για το τέταρτο album τους. Μέχρι τότε, η «δολοφονική» τους φωνή, ο frontman του group, Brandon Flowers δεν μας άφησε παραπονεμένους και κυκλοφόρησε το solo ντεμπούτο του, που μας γέμισε μέσα στο 2010 με την «φωτεινή» pop του. Απολαύστε στο παρακάτω video το «Crossfire»


Marina and the Diamonds
Όχι, δεν είναι group. Είναι η «δική μας» -έτσι δεν συνηθίζεται να αποκαλείται όποιος έχει ελληνικές ρίζες, αναγνωρίσιμες όμως μόνο όταν γνωρίζει διεθνή επιτυχία;- Μαρίνα Διαμαντή. Η Ουαλο-ελληνίδα που επανεφηύρε την «γυναικεία» βρετανική pop, άφησε την Lady Gaga να ασχολείται με την εμπορική ευρηματικότητα, ενώ εκείνη έχτιζε αργά αλλά σταθερά την εναλλακτική μουσική της πρόταση.

Όμορφες μελωδίες, ψαγμένοι στίχοι –τους οποίους γράφει μόνη της- και μία φωνή τόσο περίεργα ιδιαίτερη που έχει παρομοιαστεί από τον βρετανικό τύπο με αυτήν της Kate Bush, είναι τα συστατικά που έφεραν πριν έναν χρόνο το debut album της Μαρίνας στην κορυφή των charts της Ευρώπης, ενώ η φήμη της άρχισε να ξεπερνά τα όρια του Ατλαντικού. Παραδόξως, παρά την τεράστια επιτυχία τραγουδιών όπως τα «Mowgli’s road», «Hollywood» και «Oh No», τα ελληνικά media ακόμη τηρούν σιγή ιχθύος, σνομπάροντας την «Μαρίνα και τα διαμάντια της», -όνομα προερχόμενο από το ελληνικό επώνυμό της. Εμείς δηλώνουμε fans της «διαμαντένιας μουσικής» της. Ακούστε παρακάτω το «Obsessions», μία από τις καλύτερες μπαλάντες των τελευταίων ετών, «αμπαλαρισμένη» σε ένα εξίσου όμορφο videoclip.



Arctic Monkeys
Οι «μαϊμούδες» που κατέλαβαν μουσικά το Ηνωμένο Βασίλειο στο δεύτερο μισό της περασμένης δεκαετίας θα μείνουν στην ιστορία ως το πρώτο group που έκανε επιτυχία μέσω MySpace. Η «κοινωνική δικτύωση» είναι πλέον καθημερινότητα στην μουσική βιομηχανία, αλλά το βρετανικό group ήταν αυτό που κατόρθωσε πρώτο να εκμεταλλευτεί κατάλληλα την δύναμη των social networks του διαδικτύου και σε συνδυασμό με φρέσκες ιδέες και μουσική «τρέλα» στα τραγούδια του, απέκτησε φανατικό κοινό. Μέσα στο 2011 αναμένεται νέα κυκλοφορία τους, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, τα Αρκτικά Πιθήκια πρόσφεραν ήδη την καινοτομία τους στο μουσικό σκηνικό. Προσπάθειες όπως το ελληνικό Jumping Fish το αποδεικνύουν.


Kings of Leon
Οι «βασιλιάδες» από το Tennessee μπορεί να μετρούν δώδεκα χρόνια ως group, αλλά την παγκόσμια επιτυχία γνώρισαν πριν από δύο χρόνια με τα εμβληματικά τραγούδια του arena rock ήχου τους «Use Somebody» και «Sex On Fire». Το προηγούμενο album τους, «Only by the night» έφυγε πέρυσι από τα Grammys με την στάμπα του καλύτερου ροκ δίσκου της χρονιάς, συνοδευόμενο από άλλα δύο χρυσά γραμμόφωνα για το καλύτερο single και την καλύτερη performance του 2010. Οι ίδιοι περιγράφουν την μουσική τους σαν μια εναλλαγή ανάμεσα στο gospel, το post punk, την country και ακόμη και το 50s style doo-wop. Ό,τι κι αν είναι, ακούγεται ωραίο:


Keane
Έκαναν το «μπαμ» πριν από έξι περίπου χρόνια με το ντεμπούτο τους «Hopes & Fears». Τι τους έκανε να διαφέρουν; Σκέφτηκαν, «τι δεν χρειαζόμαστε στον ροκ ήχο μας;» και η απάντηση ήταν… οι κιθάρες. Γίνεται ροκ χωρίς κιθάρες; Οι Keane το κατάφεραν και ξεχώρισαν στο σύγχρονο Britpop κύμα με την χαρακτηριστική piano rock τους που ξεχειλίζει από μελωδίες και συναίσθημα. Μετά το δεύτερο album τους βέβαια, η κιθάρα έκανε την εμφάνισή της, πάντα σε δεύτερο ρόλο, αλλά η «baby voice» -κατά το baby face- του frontman Tom Chaplin συνεχίζει να είναι το όχημα ενός πιο «ηλεκτρισμένου» ήχου. Αγαπημένα μας κομμάτια, το «This is the last time», «Somewhere Only We Know», «Crystal Ball» και το αγαπημένο του ελληνικού ραδιοφώνου «Everybody’s Changing». Στις 3 Φεβρουαρίου από το επίσημο site του group ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση του group, καθώς σε αυτό προστέθηκε ο μπασίστας Jesse Quin, και όλοι μαζί δουλεύουν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν νέες μελωδίες που αναμένεται να μας… μελαγχολήσουν με τον καλύτερο τρόπο.


Μόνικα
Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο, όταν μας συστηνόταν μουσικά το 2008, να την περάσουμε για κάποιο ανερχόμενο αστέρι από το εξωτερικό. Όμως, η ιδιαίτερη folk rock μουσική της Μόνικας Χριστοδούλου είναι ελληνικότατη και προέρχεται από την πιο μουσική οικογένεια της νέας γενιάς. Με «οδηγό» τον αδερφό της, που μας χαρίζει τις υπέροχες μελωδίες του ως Lumiere Brother, η Μόνικα μυήθηκε στον κόσμο της μουσικής και άρχισε να σκαρώνει τα πρώτα της τραγούδια, που διαδόθηκαν σαν ίωση μέσα από το MySpace και το YouTube. Το «Over the Hill» ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία και γρήγορα τα Μέσα έκαναν λόγο για την ελληνίδα PJ Harvey. Η ολοκληρωμένη όσο λίγες καλλιτέχνιδα –παίζει κιθάρα, σαξόφωνο, ακορντεόν, τύμπανα και φυσαρμόνικα, ενώ συνθέτει η ίδια τα τραγούδια της- κυκλοφόρησε το 2010 τον δεύτερο δίσκο της με τίτλο «Exit» και συνεχίζει να εμπλουτίζει με τις live εμφανίσεις της μία σκηνή που γεννά συνεχώς φρέσκα ταλέντα.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων

“ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γι…ὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας, στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς – τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.

Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.

Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.”

(Εισαγωγή από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά “Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων”, εκδ. Δόμος)

Κοινωνία χωρίς ἀποκλεισμούς , Μιὰ μικρή ἱστορία διδακτική.

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2011

Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή...


Θα μπορούσε να είναι στίχοι από το Άσμα Ασμάτων ή από τους ύμνους Θείων Ερώτων του αγίου Συμεών.

Είναι όμως στίχοι τού Γιώργου Κορδέλλα, τραγουδισμένοι από την χαρισματική Τάνια Τσανακλίδου σε μουσική Κωστή Ζευγαδέλλη.

Χάθηκα ξανά σε λαβυρίνθους κι έχασα καιρό
Να σ'αναζητώ άμοιρη ψυχή μου
Έχασα καιρό άμοιρη ψυχή μου

Θεέ μου πώς ποθώ μιαν ηλιαχτίδα
Ταίρι φωτεινό νά 'χω φυλαχτό
Σε ηλιόλουστη πατρίδα
Σε ταξίδι μυστικό
Με ουράνια πυξίδα

Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα

Σβήνω και ξεχνώ τα περασμένα
Ένα πρωινό όλα θά 'ναι αλλιώς
Τα κομμάτια μου ενωμένα
Θά 'χω δρόμο ανοιχτό
Και στο πλάι μου εσένα

Θέλω να σε βρω να σου ζητήσω μια πνοή
Θέλω να ντυθώ του έρωτά σου τη μορφή
Θέλω να χαρώ μαζί σου την ανατολή
Φως μου ακριβό, αχ μη σπαταληθείς ανώφελα.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά θεραπευτική αγωγή

π. Ιωάννου Ρωμανίδη

Σε πολλούς επικρατεί η αντίληψις ότι η Ορθοδοξία είναι μία από τις πολλές θρησκείες, που έχει σαν κύρια μέριμνά Της την προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας για την ζωή μετά θάνατον, να εξασφάλιση δηλαδή μία θέση στον Παράδεισο για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Έτσι θεωρείται ότι το Ορθόδοξο δόγμα προσφέρει μία επί πλέον εξασφάλισι, επειδή είναι Ορθόδοξο, και ότι, αν κανείς δεν πιστεύη στο Ορθόδοξο δόγμα, αυτό είναι ένας επί πλέον λόγος για να πάη στην Κόλασι ο άνθρωπος αυτός, εκτός δηλαδή από το ότι ενδεχομένως θα τον στείλουν εκεί τα προσωπικά του αμαρτήματα.

Όσοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί πιστεύουν ότι αυτό το πράγμα είναι η Ορθοδοξία, αυτοί έχουν συσχετίσει την Ορθοδοξία αποκλειστικά με την μέλλουσα ζωή. Και αυτοί δεν κάνουν και πολλά πράγματα σ’ αυτήν την ζωή, αλλά περιμένουν να πεθάνουν, για να πάνε στον Παράδεισο, επειδή, όταν ζούσαν, ήταν Ορθόδοξοι Χριστιανοί!

Μια άλλη μερίδα Ορθοδόξων δραστηριοποιείται μέσα στον χώρο της Εκκλησίας ενδιαφερομένη όχι για την άλλη ζωή, αλλά κυρίως γι’ αυτήν εδώ την ζωή. Δηλαδή για το πως θα τους βοηθήση η Ορθοδοξία να ζήσουν καλά σ’ αυτήν την ζωή. Τέτοιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί προσεύχονται στον Θεό, βάζουν τους παπάδες[i] να κάνουν προσευχές, κάνουν αγιασμούς, παρακλήσεις ευχέλαια κλπ., για να τους βοηθάη ο Θεός να περνάνε καλά σ’ αυτήν την ζωή, να μην αρρωσταίνουν, να αποκαθίστανται τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν στα κορίτσια τους μία καλή προίκα και έναν καλό γαμπρό, τα αγόρια τους να βρουν καλές κοπέλλες με καλή προίκα για να παντρευτούν, οι δουλειές τους να πηγαίνουν καλά, το εμπόριο, με το οποίο ασχολούνται, να πηγαίνει καλά, ακόμη και το χρηματιστήριο ή η βιομηχανία τους, κλπ. Οπότε βλέπομε ότι αυτοί οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν κατά πολύ από τους πιστούς των άλλων θρησκειών, που κάνουν και εκείνοι τα ίδια περίπου πράγματα[ii] .

Δηλαδή βλέπει κανείς από τα παραπάνω την Ορθοδοξία να έχη αυτά τα δύο κοινά σημεία με όλα τα άλλα θρησκεύματα: Πρώτον, το να προπαρασκευάζη τους πιστούς για την ζωή μετά θάνατον, ώστε να πάνε στον Παράδεισο, όπως ο καθένας τον φαντάζεται, και δεύτερον, το να φροντίζη, ώστε οι Χριστιανοί να μην περνούν θλίψεις, στενοχώριες, καταστροφές, αρρώστιες, πολέμους κλπ. σ’ αυτήν εδώ τη ζωή, δηλαδή ο Θεός να τα τακτοποιή όλα κατά τις ανάγκες ή τις επιθυμίες τους. Έτσι γι’ αυτούς τους δεύτερους, η θρησκεία παίζει μεγάλο ρόλο σ’ αυτήν την ζωή και μάλιστα σ’ αυτήν την καθημερινή τους ζωή.

Κατά βάθος όμως απ’ όλους τους παραπάνω Χριστιανούς ποιος ενδιαφέρεται αν υπάρχη ή δεν υπάρχη Θεός; Ποιος Τον αναζητά; Γι’ αυτούς δεν τίθεται θέμα αν υπάρχη Θεός ή όχι, εφ’ όσον καλύτερα θα ήταν να υπήρχε Θεός για να μπορούμε να τον επικαλούμεθα και να του ζητούμε να ικανοποιή τις ανάγκες μας, ώστε να πηγαίνουν καλά οι δουλειές μας και να έχωμε κάποια ευτυχία σ’ αυτή την ζωή.

Οπότε βλέπομε ότι ο άνθρωπος έχει μια ισχυρότατη τάσι να θέλη να υπάρχη Θεός, να πιστεύη ότι υπάρχει Θεός, διότι είναι μία ανάγκη για τον άνθρωπο να υπάρχη Θεός, για να εξασφαλίζη τα όσα είπαμε. Ε, και εφ’ όσον είναι λοιπόν μία ανάγκη για τον άνθρωπο το να υπάρχη Θεός, άρα Θεός υπάρχει!

Αν ο άνθρωπος δεν είχε την ανάγκη ενός Θεού και αν μπορούσε να εξασφαλίση αυτάρκεια των προς το ζην σ’ αυτήν την ζωή με κάποιον άλλο τρόπο, τότε δεν ξέρει κανείς πόσοι άνθρωποι θα πίστευαν στον Θεό. Αυτό, γίνεται, εν πολλοίς στην Ελλάδα.

Έτσι βλέπομε, πολλοί άνθρωποι, ενώ πριν ήταν αδιάφοροι ως προς την θρησκεία, προς το τέλος της ζωής τους να θρησκεύουν, μετά ίσως από κάποιο γεγονός που τους φόβισε. Διότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς να επικαλούνται να τους βοηθήση κάποιος Θεός, από δεισιδαιμονική δηλαδή πρόληψη. Γι’ αυτούς τους λόγους η φύσις του ανθρώπου βοηθά στο να θρησκεύη ο άνθρωπος. Αυτό δεν ισχύει μόνο για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, ισχύει για τους πιστούς όλων των θρησκειών. Παντού η φύσις του ανθρώπου είναι η ίδια. Έτσι ο άνθρωπος μετά την πτώση του – εσκοτισμένος όπως είναι κατά φύσιν – μάλλον, παρά φύσιν – ρέπει προς την δεισιδαιμονία.

Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Που σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;

Σ’ αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία. Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς , ευχέλαια κλπ[iii]., χωρίς να εμβαθύνη σ’ αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους και αδιαφορεί τελείως γι’ αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξι και περιμένει να πεθάνη, με μερικούς μοναχούς γύρω του[iv].

Εφ’ όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό, από πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρσι και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτησι της νοεράς προσευχής, τότε μόνον τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάσι. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχή της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θέματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πράγματα πάνω σε ορθή βάσι, όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις.

Οι Πατέρες δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβή στον άνθρωπο μετά θάνατον αποκλειστικά, αλλά εκείνο κυρίως που τους ενδιαφέρει είναι το τι θα γίνη ο άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή. Μετά θάνατον δεν υπάρχει θεραπεία του νοός, οπότε πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να αρχίση η θεραπεία, διότι «εν τω Άδη ουκ εστι μετάνοια». Γι’ αυτό η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι υπερκοσμική ούτε μελλοντολογική ούτε εσχατολογική, αλλ’ είναι καθαρά ενδοκοσμική. Διότι το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας είναι για τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο, σ’ αυτήν την ζωή, όχι μετά θάνατον.

Τώρα η κάθαρσις και ο φωτισμός για ποιον λόγο χρειάζονται; Για να πάη ο άνθρωπος στον Παράδεισο και να αποφύγη την Κόλασι; Γι’ αυτό χρειάζονται; Εις τι συνίσταται η κάθαρσις και ο φωτισμός και για ποιον λόγο επιδιώκονται από τους Ορθοδόξους; Για να βρη κανείς τον λόγο και να δώση απάντησι στην ερώτησι αυτή, πρέπει να κατέχη το βασικό κλειδί, το οποίο είναι τούτο: Όλοι οι άνθρωποι επάνω στην γη έχουν το ίδιο τέλος από Ορθόδοξη θεολογική άποψη. Είτε είναι κανείς Ορθόδοξος είτε είναι Βουδδιστής είτε Ινδουϊστής είτε αγνωστικιστής είτε άθεος, ο,τιδήποτε και αν είναι, δηλαδή κάθε άνθρωπος επάνω στην γη, είναι προωρισμένος να δη την δόξα του Θεού. Θα δη την δόξα του Θεού κατά το κοινό τέλος της ανθρωπότητος κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι θα δουν την δόξα του Θεού, και από αυτής της απόψεως έχουν το ίδιο τέλος. Όλοι βέβαια θα δουν τη δόξα του Θεού, αλλά με μία διαφορά: Οι μεν σεσωσμένοι θα δουν την δόξα του Θεού ως Φως γλυκύτατον και ανέσπερον, οι δε κολασμένοι, θα δουν την ίδια δόξα του Θεού ως πυρ καταναλίσκον, σαν φωτιά που θα τους καίη. Αυτό, το ότι όλοι θα δούμε την δόξα του Θεού, είναι ένα αληθινό και αναμενόμενο γεγονός. Το να δη κανείς τον Θεό, δηλαδή την δόξα Του, το Φως Του, αυτό είναι κάτι που θα γίνη είτε το θέλομε είτε όχι. Η βίωσις όμως αυτού του Φωτός θα είναι διαφορετική στους μεν από τους δε.

Οπότε το έργο της Εκκλησίας και των παπάδων δεν είναι να μας βοηθήσουν να δούμε αυτήν την δόξα, διότι αυτό θα γίνη οπωσδήποτε. Το έργο της Εκκλησίας εστιάζεται στο πως θα δη ο κάθε άνθρωπος τον Θεόν. Όχι στο αν θα δη τον Θεόν. Δηλαδή το έργο της Εκκλησίας είναι να κηρύττη στους ανθρώπους ότι υπάρχει Θεός αληθινός, ότι ο Θεός αποκαλύπτεται είτε ως Φως είτε ως πυρ καταναλίσκον, ότι όλοι οι άνθρωποι κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα δούμε τον Θεόν[v], και να προετοιμάζη τα μέλη της, ώστε να δουν τον Θεόν όχι σαν φωτιά, αλλά σαν Φως[vi].

Αυτή η προετοιμασία των μελών της Εκκλησίας, καθώς και όλων των ανθρώπων, που θέλουν να δουν τον Θεόν ως Φως, είναι στην ουσία της μία θεραπευτική αγωγή, η οποία πρέπει να αρχίση και να τελειώση σ’ αυτήν τη ζωή. Πρέπει σ’ αυτήν τη ζωή να γίνη η θεραπεία και να περατωθή. Διότι μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια. Αυτή η θεραπευτική αγωγή είναι η ουσία και το κύριο περιεχόμενο της Ορθοδόξου Παραδόσεως ως και η κύρια μέριμνα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Συνίσταται δε και αποτελείται από τα ακόλουθα τρία στάδια πνευματικής αναβάσεως: Την κάθαρσι από τα πάθη, τον φωτισμό από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και την θέωσι, πάλι από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος. Συμβαίνει δε και τούτο: Αν δεν φθάση κανείς τουλάχιστον σε κατάστασι μερικού φωτισμού, σ’ αυτήν την ζωή, δεν μπορεί να δη τον Θεόν σαν Φως ούτε σ’ αυτήν την ζωή, αλλά ούτε και στην άλλη ζωή[vii].

Έτσι είναι φανερό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο όπως είναι σήμερα, αυτήν την στιγμή. Και εκείνος, που χρειάζεται θεραπεία, είναι ο κάθε άνθρωπος, ο οποίος έχει και την ευθύνη ενώπιον του Θεού να αρχίση αυτό το έργο σήμερα, σ’ αυτήν την ζωή, διότι σ’ αυτήν την ζωή μπορεί. Όχι μετά θάνατον. Και αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος είναι εκείνος, που θα αποφασίση για το αν θα ακολουθήση αυτόν τον δρόμο της θεραπείας ή όχι.

Ο Χριστός είπε: « Εγώ ειμί η οδός»[viii]. Η οδός προς τι; Όχι μόνον προς την άλλη ζωή. Ο Χριστός είναι πρώτα η οδός σ’ αυτήν την ζωή. Ο Χριστός είναι η οδός προς τον Πατέρα Του και Πατέρα μας. Ο Χριστός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο πρώτα σ’ αυτήν την ζωή και του δείχνει τον δρόμο προς τον Πατέρα. Αυτός ο δρόμος είναι ο ίδιος ο Χριστός. Αν ο άνθρωπος δεν δη τον Χριστόν σ’ αυτήν την ζωή τουλάχιστον με την νοερά αίσθηση, δεν θα δη τον Πατέρα, δηλαδή το Φως του Θεού ούτε στην άλλη ζωή[ix].


[i] Η χρήση του όρου αυτού από τον π. Ιωάννη δεν είναι υποτιμητική. Είχε συνηθίσει ήδη από τις Η.Π.Α., όπου έζησε από ηλικίας τριών μηνών, εμεγάλωσε, εσπούδασε και ανδρώθηκε, να χρησιμοποιεί έτσι αυτόν τον όρο. Στο Άγιον Όρος επίσης χρησιμοποιείται κατά κόρον η λέξη παπάς, χωρίς καθόλου μειωτικό περιεχόμενο. Το αντίθετο μάλιστα.

[ii] Ο λόγος του π. Ιωάννου, όπως αναφέραμε ήδη στον Πρόλογο, είναι μερικές φορές καυστικός.

[iii] Τα οποία βέβαια κάνουν και οι πραγματικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και δεν είναι κακό το να θέλη να κάνη κανείς αυτά· κακό είναι το να μένη μόνο σ’ αυτά.

[iv] Που είναι δηλαδή ο πνευματικός τους πατέρας και οι μοναχοί του είναι άσχετοι με τον Ησυχασμό.

[v] Βέβαια μερική εμπειρία της θέας αυτής του Θεού έχουν όλοι οι άνθρωποι αμέσως μετά την έξοδο της ψυχής τους από το σώμα, δηλαδή μετά τον βιολογικό θάνατο.

[vi] Βλ. Νικήτα Στηθάτου, Φιλοκαλία, Δ’, έκδ. Αστέρος, 1976, σ. 134, § 79.

[vii] Βλ. Αγίου Συμεών νέου θεολόγου, Ευρισκόμενα, Λόγος 75ος. Εκεί διαβάζουμε: «Τοσούτον της Εκείνου θέας εκπέσομεν, κατά την αναλογίαν της εκάστου ημών απ’ εντεύθεν αμβλυωπίας, καθ’ όσον του φωτός αυτού εκουσίως εαυτούς υστερήσαμεν εν τη παρούση ζωή».

[viii] Ιω. 14, 6.

[ix] Βλ. Μητρ. Ιεροθέου (Βλάχου), Το Πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδοσις Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου, Λεβάδεια, 1994, σ. 162. «… Με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα αναστηθούν όλοι οι άνθρωποι και θα κριθούν για τα έργα τους. Οι αμαρτωλοί που δεν απέκτησαν πνευματικό οφθαλμό, δεν θα εξαφανισθούν. Θα παραμείνουν ως πρόσωπα οντολογικά, αλλά όμως δεν θα έχουν μέθεξη Θεού. Οι δίκαιοι θα έχουν μέθεξη και κοινωνία με τον Θεό. Όπως λέγει ο άγιο Μάξιμος ο Ομολογητής, οι αμαρτωλοί θα ζήσουν το ‘’αεί φευ είναι’’, ενώ οι δίκαιοι το ‘’αεί ευ είναι’’.

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2011

Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα




Εξαιρετικά δυσάρεστο το συναίσθημα του φόβου, σαν φράκτης της ελπίδας μ’ αγκαθωτό μεταλλικό πλέγμα, όμοιο μ’ εκείνο που σχεδιάζουν να στολίσουν τις λασπερές όχθες του Έβρου. Τυλίγεται σαν ώριμος βόας, έτοιμος να συνθλίψει κάθε αισιοδοξία για οποιαδήποτε ατομική και κοινωνική πρόοδο. Πραγματικοί και υποθετικοί κίνδυνοι αναπαράγονται και αναμασιούνται, και μια μόνιμη γεύση πικρίας μουνταίνει την ατμόσφαιρα σε ένα διαρκές φοβούμαι και φοβίζω, με όσα συμβαίνουν και για όσα πρόκειται να συμβούν.

Ο φόβος, πολλές φορές και σταδιακά, εξελίσσεται σε φοβία, μόνιμο δεύτερο συνθετικό γνωστών τυραννικών ψυχολογικών καταστάσεων, όπως ανθρωπο-φοβία, αγορα-φοβία, υψο-φοβία, μυο-φοβία, κενο-φοβία, κλειστο-φοβία κ.ά.

Η σημερινή βαθιά οικονομική κρίση, γέννημα και θρέμμα της πολιτικής και ηθικής κρίσης, τροφοδοτεί και αναζωπυρώνει το φόβο που κουβαλάει καθένας μας από τις εμπειρίες των παιδικών του χρόνων, γίνεται συγκεκριμένος και ορατός σε ένα αβέβαιο, διεθνές και εχθρικό καπιταλιστικό περιβάλλον. Τις τελευταίες δεκαετίες το δίκαιο παραδόθηκε στο λαϊκισμό της ανομίας και στον ξέφρενο δανεικό πλουτισμό. Ο φόβος απέναντι στο νόμο και στις συνέπειες της ανυπακοής του δεν παραμέρισε για να δώσει τόπο στην «αιδώ και τη δίκη», αφού η κοινωνία με τους πολιτικούς που εξέλεξε δεν πρόταξε την καλλιέργεια και την πνευματική αναβάθμισή της, ώστε σταδιακά να εξαλείψει την ψυχολογική αυτή βία.

Η λαϊκή φράση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα», η πιθανότητα, δηλαδή, ενδεχόμενης τιμωρίας που δρα αποτρεπτικά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει άμεσος, ορατός κίνδυνος αποκάλυψης μιας παράνομης πράξης, έχει πολύ βαθιές ρίζες. Μοιάζει σαν να μην έχει ξεκολλήσει ο άνθρωπος από το μηδέν στην κλίμακα της προόδου ή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασής του. Ο Αισχύλος, στο έργο του «Ευμενίδες» (στιχ 516-524), θέτει στο στόμα του Χορού ότι στην πόλη πρέπει να υπάρχει (απαραιτήτως) ο φόβος της τιμωρίας, του κολασμού των πολιτών για τα αδικήματα που διαπράττουν, γιατί αν εκλείψει ο φόβος, κανένας δε θα σέβεται το δίκαιο. Η δε θεά Αθηνά εισάγοντας το θεσμό του Αρείου Πάγου, ως ανώτατου δικαστηρίου, λέει, ότι επάνω σ΄ αυτό το βράχο (Πάγον) «σέβας αστών φόβος τε συγγενής το μη αδικείν σχήσει τ΄ ήμαρ και κατ΄ ευφρόνην ομώς…», δηλαδή, ο σεβασμός και ο αδελφός του ο φόβος θα συγκρατούν τους πολίτες από την αδικία ημέρα και νύχτα, και ότι (στ 698-699) δεν πρέπει ο φόβος να λείψει από την πόλη, γιατί ποιος άνθρωπος, χωρίς να φοβάται τίποτε, μπορεί να είναι δίκαιος; («και μη το δεινόν παν πόλεως έξω βαλείν. Τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών;»)

Και ο Σοφοκλής στον Αίαντα (στ 1073-1076) δια στόματος του Μενέλαου, λέει, υπαινισσόμενος τις αυστηρές αρχές των Σπαρτιατών, ότι στην πολιτεία δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσουν οι νόμοι όπως πρέπει, αν δεν υπάρχει ο φόβος, ούτε και ο στρατός θα μπορούσε να κυβερνηθεί σωστά, αν δεν είχε ως στήριγμα (αμυντική δύναμη) το φόβο και την εντροπή («ου γαρ ποτ΄ ουτ΄ αν εν πόλει νόμοι καλώς φέροντ΄ αν, ένθα μη καθεσήκει δέος, ουτ΄ αν στρατός γε σωφρώνως άρχοιτ΄ έτι, μηδέν φόβου πρόβλημα μηδ΄ αιδούς έχων»).

Ο Αθηναίος, εξάλλου, πολιτικός, συγγραφέας και τύραννος Κριτίας (5ος αι. π.Χ.), που εθεωρείτο άθεος, στο σατιρικό του δράμα με τον τίτλο «Σίσυφος» χαρακτήριζε την αντίληψη για την ύπαρξη των θεών ως επινόηση παλαιού σοφού νομοθέτη, ο οποίος απέβλεπε στη δια του φόβου των θεών αποτροπή των ανθρώπων από τις κακές και άδικες πράξεις. («…κάπειτά μοι δοκούσιν νόμους θέσθαι κολαστάς, ίνα δίκη τύρανος η … έπειτ΄ επειδή ταμφανή μεν οι νόμοι απέργον αυτούς έργα μη πράσσειν βία λάθρα δ΄ έπρασσον, τηνικαύτα μοι δοκεί…πυκνός τις και σοφός γνώμην ανήρ (θεών) δέος θνητοίσιν εξευρείν, όπως είη τι δείγμα τοις κακοίσι, καν λάθρα πράσσωσιν ή λέγωσιν ή φρονώσι τι…»). «Και έπειτα νομίζω ότι έθεσαν οι άνθρωποι νόμους για τιμωρία όσων παρεκτρέπονται και για να βασιλεύει η δικαιοσύνη… επειδή όμως οι μεν νόμοι κωλύουν τους ανθρώπους από τις εμφανείς κακές τους πράξεις δεν συγκρατούν όμως αυτούς που τις πράττουν κρυφά, γι αυτό νομίζω ότι κάποιος τετραπέρατος και σοφός άνθρωπος επινόησε το φόβο των θεών, για να υπάρχει κάποιος ανασχετικός ισχυρός φόβος σ’ εκείνους οι οποίοι πράττουν λέγουν ή διανοούνται, έστω και κρυφά, κακά πράγματα».

Οι σύγχρονοι χριστιανοί θεολόγοι ερμηνεύουν το φόβο Θεού ως δέος και σεβασμό προς το άκτιστο, την ανώτερη δύναμη που γέννησε τον κόσμο, στην προσπάθειά τους να ελευθερώσουν τον άνθρωπο από τα αιχμηρά καρφιά του φόβου και της δουλείας. (π. Βασίλειος Θερμός: «Ο Έρωτας του Απόλυτου»)

Η σημερινή Ελληνική κοινωνία δυσπιστεί και φοβάται να υπακούσει στους νόμους, όχι μόνον γιατί έτσι την δίδαξαν δικαστές και πολιτικοί αφού η τιμωρία για τις σοβαρές παρεκτροπές και αδικίες, ιδιαίτερα στη διοίκηση και στην οικονομία , είναι υποτυπώδης αν όχι ανύπαρκτη, αλλά και γιατί οι νέοι νόμοι οδηγούν σε μεγαλύτερη αδικία και αλλοιώνουν τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας. Έτσι πολλές φορές παρατηρούμε ότι η φράση «ο φόβος φυλάει τα έρμα» κατευθύνει τη συμπεριφορά των ανθρώπων προς ατομικές λύσεις που μοιάζουν με αυτοδικία και απόρριψη της επίσημης νομοθεσίας.

Στη δημοκρατία οι νόμοι αλλάζουν και βελτιώνονται μέσα από δημοκρατικούς συλλογικούς αγώνες που αναγκάζουν κυβερνήσεις κι εμπνέουν νομοθέτες, ώστε να παραγκωνίζονται άμυαλοι τεχνοκράτες καπιταλιστές. Στις μέρες μας κυριαρχεί ο εκφοβισμός της κοινωνίας για το αβέβαιο μέλλον που μαζί με την ομηρεία της ανεργίας, της φτώχιας και των δυσβάστακτων δανείων απομονώνουν τους πολίτες με αποτέλεσμα ηττοπαθείς κι ανήμποροι να χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους.

Ο φόβος από την πτώση εξαρτάται από το βάθος της χαράδρας και το χρόνο παραμονής. Τα άλματα δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στο συμπαντικό χαοτικό περιβάλλον όπου η αφύπνιση διεγείρει άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης δύναμης. Τότε η ρήση «Ο φόβος φυλάει τα έρ(η)μα» θα είναι ένα σκαλοπάτι πριν τον εξοστρακισμό του φόβου και την εδραίωση του σεβασμού ως ακρογωνιαίου λίθου της συνοχής της κοινωνίας και της προσωπικής ευτυχίας.

Παύλος Φουρνογεράκης

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Το παιδί που κατάπιε το φεγγάρι




Ένας άνθρωπος πέφτει για ύπνο αλλά δεν καταφέρνει να κοιμηθεί. Είναι πολύ ανήσυχος. Κάτι απροσδιόριστο τον ενοχλεί. Κάποια στιγμή βλέπει το φεγγάρι να μπαίνει μέσα στο δωμάτιό του. Σηκώνεται από το πορτοκαλί κρεβάτι του και αρχίζει να το κυνηγά. Προσπαθεί να το πιάσει, αλλά αυτό ολοένα απομακρύνεται. Ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να αγγίξει το φεγγάρι, χορεύει μαζί του βαλς, παίζει μπάλα, ακροβατεί, όμως εκείνο γελώντας εξαφανίζεται στο σκοτάδι.

Ο άνθρωπος ξαπλώνει ξανά στο κρεβάτι του και όπως αλλάζει πλευρό βλέπει ξανά το φεγγάρι δίπλα του στον τοίχο. Πάει να το χαϊδέψει, μα αυτό ξεγλιστράει. Τότε ο άνθρωπος θυμώνει. Και καθώς φυσάει την οργή του στον άδειο τοίχο, το φεγγάρι ξανάρχεται κοντά του κουνιστό-κουνιστό, μα αυτή την φορά είναι πολύ μικρό. Ο άνθρωπος τότε βάζει στην τσέπη του το τοσοδούλη φεγγάρι, με προσοχή και φροντίδα, μα καθώς εκείνο τον γαργαλάει ολοένα και περισσότερο, αναγκάζεται να το ελευθερώσει. Γρήγορα όμως το ξαναπιάνει και, με τις πολύχρωμες μπογιές του, τού ζωγραφίζει μάτια κι ένα στόμα γελαστό. Μα καθώς ο άνθρωπος καμαρώνει το ζωγραφισμένο ανθρωποφέγγαρο, το φεγγάρι με μιας αλλάζει και πάλι έκφραση. Θυμωμένος για ακόμη μια φορά ο άνθρωπος μουντζουρώνει το φεγγάρι, μα αυτό εξατμίζεται και χάνεται το πρόσωπό του.

Απογοητευμένος πια ο άνθρωπος επιστρέφει στο κρεβάτι του, χώνεται κάτω από το πουπουλένιο μαξιλάρι του και βάζει τα κλάματα. Μα εντελώς ξαφνικά το φεγγάρι εμφανίζεται δίπλα στο μαξιλάρι του, κοιτά τον δακρυσμένο άνθρωπο πλαγιαστά, του σκάει ένα χαμόγελο, του ανακατώνει τα μαλλιά του και απαλά κάθεται στο χέρι του. Και ο άνθρωπος αφού για κάμποση ώρα τσιμπάει τα μάγουλα του φεγγαριού, αποφασίζει πως όλο αυτό δεν του είναι αρκετό και πως ήρθε η ώρα να το κάνει δικό του - και με ακατανόητη σιγουριά καταπίνει το φεγγάρι. Και καθώς νιώθει πλήρης και γιατί όχι και ευτυχισμένος, αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να κοιμηθεί, και με μιαν απίστευτη γαλήνη ξαπλώνει στο κρεβάτι του, ήσυχος μετά από καιρό. Και καθώς κλείνει τα μάτια, στο παράθυρό του ξεπροβάλλει ένα ολόγιομο φεγγάρι…

Ένας άνθρωπος, ένα φεγγάρι και ένα μαξιλάρι που φτιάχνουν το πιο σιωπηλό και το πιο όμορφο ανθρώπινο παραμύθι. Ένα μοναχικό παραμύθι που αιωρείται ανάμεσα στον κόσμο των μωρών και των πολύ μεγάλων, στην πιο τρυφερή και την πιο πεζή όψη του κόσμου. Το παραμύθι ενός επτάχρονου παιδιού λίγο πριν αλλάξει η χρονιά και μπει χωρίς επιστροφή στο λαγούμι των ενηλίκων...

Τούτο το παραμύθι διαλέγω απόψε πριν κοιμηθώ να διαβάσω μόνο για εσένα -αν με θες συντροφιά- για εσένα που μπορεί να είσαι ακόμη παιδί, αλλά μπορεί να έχεις γίνει και παππούς του. Για εσένα που δεν μπορείς να κοιμηθείς τα βράδια και που φοβάσαι ολοένα και περισσότερο τους μέσα και τους έξω δράκους. Μα τούτο το παραμύθι δεν έχει δράκους, μόνο έναν άνθρωπο έχει και ένα αλλιώτικο φεγγάρι… Απόψε πριν κοιμηθείς κάνε μου λίγο χώρο στην άκρη του πορτοκαλί κρεβατιού σου και εγώ σου υπόσχομαι να σε αφήσω να με σκουντάς όσο θες, κάθε φορά που θα με παίρνει ο ύπνος την ώρα που θα εμφανίζεται το φεγγάρι.

Αν και σιωπηλό, διαλέγω τούτο το παραμύθι να σου πω γιατί σκέφτομαι πως κάθε παιδί θα ήθελε να ακούσει για το φεγγάρι, θα ήθελε να φτάσει το φεγγάρι, να το αγγίξει, να το χαϊδέψει, ίσως ακόμα και να το φάει.

Και μετά αναρωτιέμαι: τι είναι άραγε στα αλήθεια το φεγγάρι; Την έλλειψή του πάντως τη νιώθουμε -στο λέω για να μην μελαγχολήσεις, στο ορκίζομαι κιόλας- συχνά οι άνθρωποι, ακόμη κι όταν εργαζόμαστε ή όταν διασκεδάζουμε, όταν είμαστε μόνοι, ή μαζί με άλλους, όταν ακούμε μουσική ή όταν κοιτάζουμε τ’ αστέρια. Αλλά ακόμη πιο πολύ την ώρα που πέφτουμε να κοιμηθούμε και δεν μας παίρνει ο ύπνος…

Κάποιες στιγμές όμως -και σου δίνω το λόγο μου για αυτό- κάποιες ξεχωριστές στιγμές νιώθουμε ότι –ναι- υπάρχει αυτό το φεγγάρι, να το μας πλησιάζει, ακουμπάει τα μαλλιά μας, μας χαϊδεύει τρυφερά και ναι μπορούμε να το αγκαλιάσουμε, και ναι μπορούμε να το κρατήσουμε κοντά μας ίσως και για πάντα…

Ίσως, πάλι, τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα να μην μπορέσω να πιάσω το φεγγάρι για σένα. Είμαι βλέπεις πολύ κοντή, σχεδόν τοσοδούλα και όσο και αν τεντωθώ κινδυνεύω δυστυχώς να μην το φθάσω - εξάλλου αυτό πάντα ξεγλιστράει και χάνεται. Μα αν με αφήσεις να διαβάσω για σένα τούτο το παραμύθι απόψε, καθώς θα αποκοιμιέμαι σίγουρα θα το χαρώ στα όνειρά μου, κυρίως εκείνη τη μαγική στιγμή που θα το φεγγάρι θα κάθεται στη δική σου παλάμη και συ όλο χαρά θα ετοιμάζεσαι να το καταπιείς.


Νίκη Κόλλια

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Ο καφές


της Τζίνας Δαβιλά

Δεν ξέρω αν έχετε εξαρτήσεις, μικρές ή μεγάλες. Προσωπικά, μεταξύ άλλων συναισθηματικών και μη, έχω και από τον καφέ. Δεν υπάρχει περίπτωση να κόψω τον καφέ μου. Καμία. Και είμαι τόσο πεπεισμένη ότι η ύπαρξή μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το υπέροχο μαυροζούμι μου που ακόμα και σε περιπτώσεις που χρειάζεται να υποβληθώ σε αιματολογικές εξετάσεις και ο γιατρός επιμένει ότι μια μέρα πριν δεν πρέπει να πιω καφέ ή το ίδιο πρωινό δεν πρέπει να πιω καφέ, του ξεκαθαρίζω με αυθάδεια: «ή εξετάσεις με καφέ ή καθόλου εξετάσεις». Αγύριστο κεφάλι. Όπου με δεις στο δρόμο έχω ένα καφέ στο χέρι. Όποια ώρα. Είτε σε πλαστικό από το θεό της παρασκευής καφέ το Μιχάλη, είτε στις κούπες του σπιτιού. Από τον Πλούτο μέχρι την Τίνκερμπελ. Στο αυτοκίνητό μου, οι κούπες του καφέ στολίζουν το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου παραταγμένες σαν πιατοθήκη. Στο σπίτι με βρίζουν, όταν τα ντουλάπια μένουν άδεια.

Πριν από 10 χρόνια περίπου άρχισα το κάπνισμα. Ήταν μια πλήρως συνειδητοποιημένη απόφαση. Ξεκίνησα με τη διαδικασία επιλογής πακέτου. Oscar, χρυσό πακέτο. Άγνωστο για τον πολύ κόσμο. Μου θύμιζε τον πατέρα μου. Πώς γίνεται τα αντικείμενα να αποκτούν ψυχή καμιά φορά… Μετά μ’ άρεσε πολύ ο τρόπος που καίγεται ένα τσιγάρο, η μικρή πυροκόκκινη σπίθα, η διαδικασία της προσμονής, η καύση του τσιγάρου, το κάψιμο στο λαιμό, η έξοδος του καπνού, τα ακαθόριστου σχήματος σχεδιάκια στον αέρα. Ακόμα και στην εικόνα του αποτσίγαρου έβρισκα μια ομορφιά, ένα χαμένο ερωτισμό. Το τέλος μιας ιστορίας, μιας κοινής μοναχικής διαδρομής, την απόλαυση του «σε γεύτηκα, ευχαριστώ για την παρέα που μου έκανες». Κάπνιζα πέντε χρόνια, τον τελευταίο βίωσα την απόλυτη απόλαυση. Κάπνιζα μόνο βράδυ στο τέλος της ημέρας. Ήταν τόσο εξαιρετική η διαδικασία που η προσμονή της κάποιες φορές ήταν ομορφότερη από το ίδιο το τσιγάρο.
Ξαφνικά έγινε ένα κλικ στον λειψό μου εγκέφαλο που ακολούθησε τη διακοπή του. Ήταν άλλη μια απόλυτα συνειδητοποιημένη απόφαση. Το Δεκέμβρη του 2005, κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο σε μια έξοδό μου και έκτοτε δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου. Δεν με πίεσε κάποιος και το κυριότερο ένας νόμος στο σβέρκο.

Αν και αναγνωρίζω τη σύνεση που υπάρχει στον νόμο περί καπνίσματος και απαγόρευσής του στους δημόσιους χώρους και στα κέντρα διασκέδασης, στην περίπτωση που εξακολουθούσα να είμαι καπνίστρια θα θύμωνα αφάνταστα. Και δεν θα τον ακολουθούσα. Είναι άλλο πράγμα ο αυτοσεβασμός και η πεπαιδευμένη κουλτούρα, που μου γεννά ως στάση ζωής το να θυμώνω με τον εαυτό μου όταν ενοχλώ τους άλλους, και άλλο η επιβολή και ο φόβος του προστίμου. Και τέτοιου είδους αλλαγές στον ατίθασο και υπερβολικό σε όλα του Έλληνα, έχω την εντύπωση ότι δεν θα διαρκέσουν πολύ. Σκέπτομαι – και ενδόμυχα φοβάμαι- ότι αν η τρόικα ή όποια κυρία τρόικα κάποια στιγμή αποφασίσει να μου στερήσει τον καφέ, επειδή τάχα μου – τάχα μου ευθύνεται για χίλιες δύο ανωμαλίες στον οργανισμό που επιβαρύνουν το ασφαλιστικό μου ταμείο, θα μου γυρίσει το μάτι. Και στην ηλικία που βρίσκομαι λίγα πράγματα πια μου γυρνούν το μάτι. Και έχουν να κάνουν με την αδικία και το πατερναλιστικό στυλ του αμόρφωτου, κουτοπόνηρου ανθρωπίδιου που εμμέσως πλην σαφώς μου κατσικώνεται στο σβέρκο με τον παραλογισμό που ντε και καλά πρέπει να αποδεχτώ ό,τι μου λέει. Να σκάσω δηλαδή και να κολυμπήσω, όπως άλλοι επιθυμούν και επιβάλλουν.

Φαντάζομαι να μου απαγορεύουν να πιω τον ιδιόρρυθμα εκτελεσμένο καπουτσίνο μου και τρελαίνομαι. Έλεγα σε κάποιο φίλο τις προάλλες που έχει το πιο μακρόβιο καφέ μπαρ εστιατόριο στη Ρόδο ότι αν μου απαγορεύσει στο μέλλον ο όποιος νόμος την απόλαυση του καφέ μου σε δημόσιο χώρο, θα παραλογιστώ. Δεν απέχει πολύ η λογική από τον παραλογισμό. Είναι και αυτό το κλικ στον εγκέφαλο…

Σάββατο 29 Ιανουαρίου 2011

HANS BALDOUNG GRIEN (1484-1845): Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΝΤΙΡΕΡ

Μια δικαιοσύνη που άντεξε 46 χρόνια

Η είδηση για την καταστροφή 86 έργων του ζωγράφου Θεόφιλου στο Μουσείο Θεόφιλου της Μυτιλήνης δεν πέρασε στα “ψιλά” των εφημερίδων. Αντιθέτως η Ελευθεροτυπία τη δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα την Πέμπτη 20/1/2011 και ήδη την αναπαράγουν μεγάλα ειδησεογραφικά sites.


Θεόφιλος (1870-1934): “Λήμνιος Κεχαγιάς”
από το http://odysseus.culture.gr/h/1/gh1560.jsp?obj_id=3435

Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο

Σαν κεραυνός έπεσε η πρώτη καταγγελία για την πραγματική καταστροφή των 86 πρωτότυπων έργων του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, που φιλοξενούνται στο ομώνυμο Μουσείο της Μυτιλήνης.
(…..)
Στο Μουσείο Θεόφιλου, λοιπόν, διαπιστώθηκε η εξαφάνιση πραγματικά μεγάλου μέρους γνωστών έργων από τον ήλιο, στον οποίο εκτίθενται οι καμβάδες απροστάτευτοι. Αλλωστε, από τον ήλιο προέρχεται και ο μοναδικός φωτισμός του Μουσείου, αν εξαιρέσει κανείς κάποια φώτα οροφής! Ακόμα, τα έργα είναι εκτεθειμένα στη σκόνη από τα παράθυρα που ανοίγουν, ως μόνη μέθοδος εξαερισμού. Η υγρασία μπαίνει από παντού, ακόμα και από τα κεραμίδια που, ασυντήρητα, επιτρέπουν στα νερά της βροχής να τρέχουν πάνω στα έργα. Θέρμανση δεν υπάρχει καμία. Κάποιοι θερμοσυσσωρευτές της δεκαετίας του ’80 είναι και αυτοί εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με τη συντηρήτρια κ. Μαρσινοπούλου, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Εκρουσε, μάλιστα, τον κώδωνα του κινδύνου για το Μουσείο και τη συλλογή λέγοντας πως, στο βαθμό που η ίδια μπορεί να εκτιμήσει, υπάρχουν αρκετές φθορές και θα είναι δύσκολο «να κλείσει κανείς τα μάτια και να εφησυχάσει ή να πει “ας αφήσουμε το θέμα λίγο ακόμα”».

απόσπασμα από το άρθρο του ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΑΛΑΣΚΑ
“Κατέστρεψαν τον Θεόφιλο” ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 20/1/2011


Θεόφιλος: “Οδός Μυτιλήνης επί Τουρκοκρατίας το 1888″
από το http://odysseus.culture.gr/h/1/gh1560.jsp?obj_id=3435

Το Μουσείο Θεόφιλου χτίστηκε στη Μυτιλήνη το 1964 με έξοδα του γνωστού Μυτιληνιού τεχνοκριτικού Στρατή Ελευθεριάδη – Τεριάντ. Ο Οδυσσέας Ελύτης μας θυμίζει τις προσπάθειες που έγιναν για την ανέγερση αυτού του Μουσείου:

“Ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο” από τον Ο. Ελύτη

Την άνοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κι εγώ αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Μια πρόσκληση να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύτερη ήταν να βαδίσουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει, πεθαίνοντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. (…) Έπρεπε, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, να φτάσουμε ως τους πιο στενούς συγγενείς του ζωγράφου, να μάθουμε όσο γίνεται περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν και, θυμάμαι, ότι με το χτυποκάρδι, που δίνει σε κάθε συλλέκτη το προαίσθημα ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο κινούσαμε κάθε πρωί για την αποστολή μας. Από δρόμους άφτιαχτους, κακοτράχαλους, μισοπατημένους απ’ το βλαστομάνημα του Μαγιού, προωθηθήκαμε ως τις πιο ξεμοναχιασμένες άκριες του νησιού, ως τα πιο λιγοσύχναστα χωριά και δεν αφήσαμε καφενείο για καφενείο που να μη σταματήσουμε. Όσο που να ‘ρθει ο καφές ή η λεμονάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσσερις τοίχους του μαγαζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επισημαίναμε αναρτημένο έργο του Θεόφιλου, με τρόπο φέρναμε την κουβέντα, ζητούσαμε πληροφορίες, αρχινούσαμε τα παζάρια, τέλος, φορτώναμε στο αυτοκίνητό μας το λάφυρο και φεύγαμε. Δε θυμάμαι πια καθόλου πώς έγινε κι ένα απογεματάκι, στην έπαυλη που μας φιλοξενούσε, παρουσιάστηκε ο Παναγιώτης Κεφάλας. Ήταν ο αδερφός του Θεόφιλου. Ένας φτωχός, κακογερασμένος μαραγκός, με πέντε παιδιά, που δεν ήξερε αν άνοιξε η τύχη του ή αν οι δυο Αθηναίοι που έδειχναν τόσο πολύ να ενδιαφέρονται για τα καμώματα του “αχμάκη”, του αδερφού του, τον κοροϊδεύανε. (…) Στο τέλος, κουβάλησε όλα τα προσωπικά αντικείμενα του αδερφού του, τα πινέλα του, τα τεφτέρια του, τα πιο ασήμαντα μικροπράγματά του. Ήθελε, βέβαια, να μας ευχαριστήσει. Αλλά είχε σχεδόν αρχίσει, θα ‘λεγες, να συγκινείται κι ο ίδιος από την περίπτωση του “αχμάκη” που, σίγουρα, σ’ όλη την ως τότε ζωή του θα ελεεινολογούσε. Η φωνή του έτρεμε, θυμάμαι, το βράδυ που τον παρακαλέσαμε να μας μιλήσει για τη φαμίλια του, για τη ζωή του κοντά στο Θεόφιλο, για τα περιστατικά των παιδικών τους χρόνων.

Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι. Και καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήτανε, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, η μεγάλη “αφίσα” της έκθεσης Θεόφιλου που είχε ανοίξει, ακριβώς εκείνη την εβδομάδα, στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε λοιπόν ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο. (…) Στις μεγάλες αίθουσες του Λούβρου, καθώς τριγύριζα τώρα και ξανακοίταζα τα έργα αυτά, ένιωθα κοντά στο αίσθημα της υπερηφάνειας, τ’ ομολογώ, κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού, κάτι σαν αυτό που είχα νιώσει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Μοιραία, συλλογιζόμουνα τα περισσότερα απ’ αυτά θα σκόρπιζαν μια μέρα στις συλλογές της Ευρώπης ή της Αμερικής. Και το άλλο βράδυ, καθώς έτρωγα με τον Teriade, του το εξομολογήθηκα. Πήρε ένα ύφος παράξενο, με κοίταξε στα μάτια κι αντί να μου αποκριθεί, με ρώτησε αν είχα σκοπό, τώρα που επέστρεφα στην Ελλάδα, να πάω στη Μυτιλήνη. Θα είχε, λέει, μια θερμή παράκληση να μου κάνει: να πληροφορηθώ και να του γράψω αν, ανάμεσα στη Χώρα και στη Βαρειά, βρισκότανε κανένα οικόπεδο κατάλληλο για Μουσείο. “Μουσείο;” ρώτησα ξαφνιασμένος. “Ναι, για το Μουσείο Θεόφιλου” μου αποκρίθηκε ήρεμα.

Μια μέρα, Ιούλιος του ’65 ήτανε, παραξενευτήκαμε κι οι ίδιοι που όλα είχαν τελειώσει. Έβλεπες τους τοίχους, απάνου ως κάτου, ντυμένους με τα ίδια χρώματα που έξω απ’ τα ανοιχτά παράθυρα υπήρχανε και απλώνονταν και ζούσανε πραγματικά, στις ελιές, στις ροδιές, στις στέγες, στον ουρανό, ένα πανηγύρι άξιο της ψυχής εκείνου που μας είχε συγκεντρώσει εκεί. Φωνάξαμε έναν παπά στο γειτονικό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής να λειτουργήσει. (…) Στεκόμασταν αμίλητοι, με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να ταξιδεύαμε, σα να ‘φευγε ο χρόνος δεξιά κι αριστερά μας με αόρατα κύματα. Η ιστορία ενός ανθρώπου είχε τελειώσει για μας κι άρχιζε για τους άλλους – και για τους αιώνες.

αποσπάσματα από το βιβλίο του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ “Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ” Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ

Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφοντας το παραπάνω κείμενο προφανώς δεν μπορούσε να φανταστεί την κατάντια που θα έφτανε το νεοελληνικό κράτος κάμποσα χρόνια αργότερα…



Θεόφιλος: “Οι τρεις καπεταναίοι συμφιλιωθέντες”
τοιχογραφία, 1898
από το Λαογραφικό Κέντρο Κίτσου Μακρή

“Ένας φτωχός φουστανελάς” από τον Γ. Σεφέρη

Ο Γιώργος Σεφέρης μιλάει για τον Θεόφιλο στην ομιλία του για τον Μακρυγιάννη:

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ – Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ”


Θεόφιλος (1870-1934)
από το http://www.transalpforum.gr/index.php?topic=13584.0

“Ήταν δημιουργός πραγματικός” από τον Αλέκο Φασιανό

Το 1959 μας πήγε μερικά παιδιά ο αρχιτέκτων Π. Μυλωνάς στη Μυτιλήνη να καταγράψουμε ταβάνια, σπίτια και έργα. Τότε όλα αυτά ήταν εν τη γενέσει. Εγώ ζήτησα από τον Π. Μυλωνά να με στείλει στην Αγιάσσο να αντιγράψω έργα του Θεόφιλου σε καφενεία, σε τοίχους που ήταν ετοιμόρροποι. Και πράγματι, βρήκα ένα εγκαταλελειμμένο καφενείο και άρχισα να αντιγράφω με διαφανές την τοιχογραφία. Σε λίγο έρχεται μια γριά μαυροφόρα και άρχισε να σπάει καρύδια στο σκαλί του καφενείου. Μου λέει: “Παιδάκι μου τον ήξερα τον Θεόφιλο εγώ. Φορούσε μια φουστανέλα λερή, που μπορούσες ν’ ακονίσεις μαχαίρια απ’ τη λίγδα, ήταν παλιοελλαδίτης”. Προφανώς γιατί είχε μακριά φουστανέλα κι όχι βράκες. “Και τι έγινε;” τη ρωτώ. “Αχ παιδάκι μου, του λέω, τι είναι αυτό που ζωγραφίζεις; Μου λέει: Είναι μια γυναίκα που θυσίασε τη ζωή της για να σώσει την Ελλάδα”. Πραγματικά, ο Θεόφιλος είχε ζωγραφίσει τη θυσία της Ιφιγένειας και το αισθάνθηκε έτσι ακριβώς. Ότι θυσιάστηκε στην κυριολεξία για το καλό των Ελλήνων. Βλέπουμε λοιπόν το μεγαλείο του Θεόφιλου. Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν σαν τους ζωγράφους τους Έλληνες της σχολής του Μονάχου, ή από τους άλλους που πήγαν στη Γαλλία ή στην Ολλανδία και μας έφεραν τα φώτα του ρομαντισμού, τον εμπρεσιονισμό και τις καραβογραφίες. Δεν ήταν εισαγωγέας τέχνης. Ήταν δημιουργός πραγματικός.

απόσπασμα από το κείμενο “ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ” του ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟΥ που γράφτηκε στο περιοδικό Η ΛΕΞΗ (Νοέμβρης – Δεκέμβρης 2002)

έργο του Θεόφιλου από τη Συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας
από το http://www.in2life.gr/article_print.aspx?amid=188677

“Μόνον τα αληθινά ψωμιά πέφτουν” από τον Κίτσο Μακρή

Ένα του ανέκδοτο θα αποτελέσει την αφετηρία της ερευνητικής πορείας της σκέψης μας. Πήρε παραγγελία από κάποιον φούρναρη να του ζωγραφίσει στον τοίχο το πορτραίτο. Ο Θεόφιλος άρχισε να τον ζωγραφίζει τη στιγμή που έβαζε στο φούρνο τα ψωμιά του. Αλλά αντί να τοποθετήσει το φουρνιστήρι οριζόντιο -όπως είναι φυσικό- έτσι που στην τοιχογραφία να φαίνεται σα μια γραμμή, το γύρισε κάθετα να δείχνει όλο του το πλάτος κι επάνω του τοποθέτησε το ψωμί. Όταν του παρατηρήθηκε ότι έτσι το ψωμί θα έπεφτε απάντησε: “Έννοια σου και μόνον τα αληθινά ψωμιά πέφτουν, τα ζωγραφισμένα στέκονται, στη ζωγραφιά πρέπει όλα να φαίνονται”. Με την τελευταία του κυρίως φράση έκανε τον απολογισμό της τέχνης του. Ο ορθολογισμός δεν έχει τη θέση του εκεί όπου μια πλούσια καρδιά θέλει να εκφρασθεί. Στην αντίληψη τη λαϊκή δεν μπορούσε να χωρέσει πως η λεπτή γραμμή της σωστής προοπτικής απόδοσης αντιπροσωπεύει το πλατύτατο φουρνιστήρι. Κι ο Θεόφιλος ποτισμένος βαθύτατα με την αντίληψη αυτή την απέδωσε ζωγραφικά. Την έλλειψη προοπτικής -ειδικά στις τοιχογραφίες- πρέπει να την αποδόσουμε στην καλλιτεχνική του αντίληψη γι’ αυτές. Η τοιχογραφία πρέπει να διακοσμεί την επιφάνεια κι όχι να την κομματιάζει. Μια τοιχογραφία με προοπτική δημιουργεί και τρίτη διάσταση που καταστρέφει την ενότητα της επιφάνειας. Ο ίδιος επιγραμματικά έδωσε την εξήγηση. Κάποτε εικονογραφούσε στον τοίχο ενός μανάβικου τον Αθανάσιο Διάκο. Όταν του παρατηρήθηκε η έλλειψη προοπτικής απάντησε: “Δύο πιθαμές τοίχος, δέκα μέτρα βάθος στην εικόνα, δεν ταιριάζει. Θα βρεθεί ο Αθανάσιος Διάκος στο κουρείο” (που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του τοίχου).

ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΗΣ “Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ”


έργο του Θεόφιλου από το Μουσείο Teriade

“είχε στείλει περίπατο την προοπτική” από τον Κώστα Ουράνη

Πριν από λίγα χρόνια, πηγαίνοντας από την πόλη της Μυτιλήνης στην Αγιάσσο, ένα από τα γραφικότερα και ορεινότερα χωριά του νησιού, είχα σταματήσει για να ξεκουραστώ λίγο από τη ζέστη και τα τραντάγματα του αυτοκινήτου, σ’ ένα σημείο του δρόμου όπου μεγάλα αιωνόβια πλατάνια έριχναν τον πυκνό ίσκιο τους πάνω από μια γάργαρη πηγή κι ένα εξοχικό καφενεδάκι.
Συνήθως, τα εξοχικά καφενεδάκια ατιμάζουν στην Ελλάδα τα τοπία, όπως οι πηχυαίες ρεκλάμες σοκολάτας τα ελβετικά. Είναι ξεχαρβαλωμένες και βρωμερές παράγκες, εφοδιασμένες, σ’ επίμετρο, μ’ έναν απαίσιο βραχνό και μερακλωμένο φωνογράφο. Το καφενεδάκι όμως εκείνο ήταν ένα επιπλέον στόλισμα της γραφικής αυτής τοποθεσίας. Μερικά δοκάρια, μπηγμένα εμπρός από την πρόσοψή του υποβάσταζαν μια περικοκλάδα μ’ αναρίθμητα γαλάζια λουλούδια, ενώ δεξιά κι αριστερά στην είσοδό του ήταν παραταγμένες γλάστρες με γαρίφαλα και βασιλικό «ωσάν μικρές μαθήτριες σε μιαν υποδοχή».
Η κυριότερη όμως –κι εντελώς απροσδόκητη- ομορφιά του ήταν ένα πλήθος έγχρωμες τοιχογραφίες με τις οποίες είχαν σκεπαστεί, σαν με περσικά χαλιά, κι οι τέσσεροι εξωτερικοί τοίχοι του.
Οι τοιχογραφίες αυτές, που παράσταιναν συγκεντρώσεις ληστών οπλισμένων σαν αστακοί, χωριάτισσες να χορεύουν συρτό, έναν περίπατο του Αλή Πασά με βάρκα στη λίμνη των Ιωαννίνων και… θεούς της αρχαίας Ελλάδας, θάκαναν έναν καθηγητή της ζωγραφικής να χαμογελάσει ή να συνοφρυωθεί που είναι το ίδιο. Όλα σ’ αυτές –σχέδιο, χρωματισμοί, σύνθεση- έδειχναν μια απλοϊκότητα που θα τη χαρακτήριζε ως απειρία. Πραγματικά ο ζωγράφος τους είχε στείλει περίπατο την προοπτική, αντέτασσε τα ζωηρότερα και πιο ανόμοια χρώματα, παρουσίαζε πλήρη άγνοια των διαστάσεων, παραγέμιζε τη σύνθεσή του μ’ ό,τι του περνούσε από το κεφάλι και ζωγράφιζε ένα θεό Άρη που ήταν κάτι μεταξύ του Κολοκοτρώνη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως ο τελευταίος αυτός εμφανίζεται στον Καραγκιόζη για να σκοτώσει τον «όφι»… Ήταν προφανές ότι ο ζωγράφος αυτός δεν είχε πάρει ποτέ κανένα μάθημα ζωγραφικής.
Κι ήταν ευτύχημα.

Το εξοχικό καφενεδάκι κάτω απ’ τα πλατάνια και πλάι στη δροσερή πηγή, μου είχε φανεί σαν ένα μαγικό κλουβί, ποικιλμένο με πολύχρωμα αστραφτερά πετράδια, μέσα στο οποίο τραγουδούσε σαν πουλί, η ελληνική λαϊκή ψυχή…
Ρώτησα τότε κι έμαθα ότι ο ζωγράφος αυτών των τοιχογραφιών ήταν ένας γέρος φουστανελάς που λεγόταν Θεόφιλος και περιερχόταν πλάνης το νησί, ζωγραφίζοντας πάνω σε τοίχους και σε τενεκέδες του πετρελαίου, κι όταν γύρισα στην Αθήνα, έγραψα στο «Ελεύθερο Βήμα» το θαυμασμό μου γι’ αυτόν.
Ο θαυμασμός όμως δεν είχε καμιάν απήχηση, κι ο μεγάλος αυτός λαϊκός μας ζωγράφος θα παρέμενε για πάντα άγνωστος, αν δεν τύχαινε να τον ανακαλύψει ο φίλος μου τεχνοκριτικός Teriade που κάνει μια λαμπρή σταδιοδρομία στο Παρίσι. Χάρις σ’ αυτόν ο Θεόφιλος είναι σήμερα διάσημος.

απόσπασμα από άρθρο του ΚΩΣΤΑ ΟΥΡΑΝΗ
στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 218, 15/1/1936


Πίνακας του Θεόφιλου, 1933
Μουσείο Θεόφιλου

τα μουστάκια θα το δείξουν!

Ο Θεόφιλος δεν πέρασε όλη τη ζωή του στο νησί της Σαπφούς. Έζησε πολλά χρόνια και στο Πήλιο που τ’ αγάπησε σαν δεύτερη πατρίδα του και όπου άφησε μιαν αξιοπρόσεχτη καλλιτεχνική εργασία.
Όσοι έχουν επισκεφθεί τα γραφικά χωριά του βουνού αυτού, τον Άνω Βόλο, την Άλλη Μεριά, την Πορταριά, την Μακρυνίτσα, το Κατηχώρι, τη Δράκεια κλπ. δεν μπορεί παρά να παρατήρησαν τις ιδιότυπες ζωγραφιές του Θεόφιλου πάνω στους ασπρογάλακτους τοίχους των καφενείων, των κρεοπωλείων και των λογής λογής μαγαζιών.
(…) Αλλά ο Θεόφιλος δεν ήταν μονάχα ένας «ζωγράφος». Μέσα του έκλεινε κι έναν ευχάριστο άνθρωπο, με διάθεση πλούσια, που συχνά την άφηνε να ξεχειλίζει σ’ ένα λεπτό χιούμορ.
Κάποτε ζωγράφιζε στον Άνω Βόλο ένα σώμα, λογαριάζοντας να κάνει τον Μέγ’ Αλέξαντρο. Τον είχε αρχίσει από τα πόδια και προχωρούσε προς τα επάνω.
Όταν έφτασε στο πρόσωπο, οι χωριάτες που τον παρακολουθούσαν ανυπόμονα, τον ρώτησαν ποιος θάναι τέλος πάντων ο νέος «ήρωας».
-Τα… μουστάκια θα το δείξουν, απάντησε αποφθεγματικά ο Θεόφιλος, αν θάναι ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Κολοκοτρώνης!…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΜΑΚΗΣ απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 220, 15/2/1936

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

"Black Swan" και το Χόλυγουντ διδάσκει σατανισμό



Κάνοντας πριν λίγες ημέρες «λαμπρή πρεμιέρα» στην Αθήνα, η ταινία θρίλερ «Black Swan» (Μαύρος Κύκνος) έχει μονοπωλήσει το ενδιαφέρον. Εκστασιασμένοι δημοσιογράφοι, κριτικοί και celebrities εσωτερικού και εξωτερικού μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για αυτό το «σκοτεινό, υποβλητικό, παρανοϊκό, ψυχοσεξουαλικό αριστούργημα».

Στο φιλμ εκτός από τον δημοφιλή τύπο ‘σάϊκο’, το σκοτεινό κλίμα, τις δαιμονικές μορφές και την ‘αποθέωση’ (sic) του κακού υπάρχει και η απαραίτητη ομοφυλοφιλική ερωτική σκηνή της πρωταγωνίστριας με την συμπρωταγωνίστριά της – κάτι που όπως ομολογεί η ίδια έκανε πάρα πολλούς να πάνε να παρακολουθήσουν την ταινία, που αλλιώς δεν θα πήγαιναν (!) (αν και έκανε, λέει, τον αυστηρό Εβραίο μπαμπά της να μην της μιλάει).

Φαίνεται λοιπόν ότι εδώ έχουμε την καλύτερη συνταγή για βραβείο Όσκαρ, αφού τα στάνταρς (ή ‘must’) του σημερινού Χόλυγουντ και της σύγχρονης ‘βιομηχανίας θεάματος’ έχουν εκπληρωθεί. Έτσι η πρωταγωνίστρια Natalie Portman (γνωστή από το ‘V for Vendetta’) αφού ήδη βραβεύθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ηθοποιού πρέπει να ετοιμάζει χώρο στο σπίτι της για το χρυσό αγαλματίδιο. Το trailer της ταινίας μπορείτε να το δείτε ΕΔΩ, με την σημείωση ότι υπάρχουν σκηνές που μπορεί να ενοχλήσουν.

Αν θέλετε επίσημο στόρι και κριτικές ανατρέξτε σε άλλα sites.

Εδώ θα διαβάσετε μία διαφορετική ανάλυση, που έχει σχέση με τα σκοτεινά / αποκρυφιστικά μηνύματα της ταινίας. Το άρθρο - με λίγες προσθήκες και αφαιρέσεις - είναι από το αξιόλογο blog snippits-and-slappits, όπου στην ουσία, μεταφέρει άρθρο του ‘Marcos’ από το henrymakow.com. Κάποιες φωτογραφίες είναι από το Vigilant Citizen. Ναι, ναι, είναι συνομωσιολογικές ιστοσελίδες... Λέει στην εισαγωγή το άρθρο: Ο Χριστιανισμός είναι πλέον απαγορευμένος στη δημόσια σφαίρα, αλλά η διαφήμιση του Σατανισμού είναι ΟΚ, έτσι; Αυτή, βλέπετε, λοιπόν είναι η «κοσμική» κοινωνία μας. Μία γυναίκα που ξέρουμε που είδε αυτή την ταινία τόσο αναστατώθηκε που κατέρρευσε στην εργασία της την επόμενη μέρα.

Πάμε λοιπόν:

Η ταινία ‘Black Swan’ είναι μια από εκείνες τις ταινίες που σας αφήνει ένα ανακάτεμα στο στομάχι. Ο λόγος είναι ότι με πολύ πειστικό τρόπο υπερασπίζεται το κακό.

Στην ταινία πρωταγωνιστεί η ηθοποιός Natalie Portman (κανονικό όνομα: Natalie Harshlag, από την Ιερουσαλήμ – την οποία ονομάζει πατρίδα της), με παραγωγό τον Darren Aronofsky, (Εβραίος από το Μπρούκλιν που ζούσε σε ένα κιμπούτς στο Ισραήλ), με εταιρία παραγωγής μια ονομαζόμενη “Phoenix” ("Φοίνιξ"). Ο Aronofsky έκανε το ντεμπούτο του με την ταινία «Pi», που είχε ως κεντρικό θέμα την Καμπάλα και την εβραϊκή αποκρυφιστική αριθμολογία.

ΥΠΟΘΕΣΗ:

Η Nina (Portman) είναι χορεύτρια μπαλέτου στη Νέα Υόρκη. Η ταινία ξεκινά με ένα όνειρο, όπου Nina χορεύει με έναν σαγηνευτικό άνδρα χορευτή, τύπου Antonio Banderas, που ξαφνικά μετατρέπεται σε δαίμονα με κέρατα και λοιπά.

Η Νίνα κοιμάται ακόμα στο παιδικό της υπνοδωμάτιο, που περιβάλλεται από βελούδινες κούκλες και ροζ διακοσμήσεις. Είναι ανορεκτική, δεν έχει φίλο, είναι πιθανόν σχιζοφρενής και γρατζουνάει τον εαυτό της έως ότου αιμορραγήσει. Η μητέρα της είναι μια αυστηρή μάνα που θέλει τη Νίνα να είναι η πρώτη χορεύτρια στο θίασο.

Ο Thomas Leroy (Vincent Cassel) είναι ο Γάλλος σκηνοθέτης που έχει μόλις απολύσει την πρώτη χορεύτρια από τον θίασο, την Beth (Wynona Rider, κανονικό επίθετο: Horowitz), αφού την αποπλάνησε.

Η Beth πλησιάζει τα 30, και αφού χρησιμοποιήθηκε, ‘πετάχτηκε’. Μετά την απόλυσή της, την χτυπάει ένα αυτοκίνητο και πηγαίνει στο νοσοκομείο. Ο Thomas αποφασίζει να ανεβάσει το μπαλέτο “Black Swan” με την ίδια χορεύτρια να παίζει τον καλό λευκό κύκνο και το κακό μαύρο κύκνο. Η Νίνα είναι επιλογή του, αλλά νομίζει ότι είναι πάρα πολύ καλή και γλυκιά και, παρόλο που μπορεί να είναι ο καλύτερος λευκός κύκνος, χρειάζεται να βρει το κακό χαρακτήρα της για να παίξει το μαύρο κύκνο.

Η Νίνα συναντά ένα ‘κακό κορίτσι’, την Lily (Mila Kunis, άλλη Εβραία ηθοποιός), χορεύτρια και ανταγωνίστρια για το ρόλο. Έχει ένα τατουάζ με τα φτερά ενός μαύρου κύκνου στην πλάτη της, που σημαίνει ότι ανήκει ήδη στο κακό.

Πηγαίνει τη Νίνα σε ένα μπαρ και σε μία ντίσκο, την εισάγει στο κόσμο των ναρκωτικών, του περιστασιακού σεξ με άντρες (εκεί υπάρχει και η λεσβιακή ερωτική σκηνή). Εξαιτίας του ξέφρενου πάρτι, η Νίνα αργεί για την πρόβα και σχεδόν χάνει το ρόλο. Στην ταινία, δεν γνωρίζουμε αν η Νίνα τα φαντάζεται όλα αυτά ή εάν συνέβησαν πραγματικά.

Οι σκλάβοι του ελέγχου του νου συνήθως δεν γνωρίζουν τι κάνουν, δεδομένου ότι μεταβαίνουν από τη μια προσωπικότητα στην άλλη, έτσι ώστε δεν έχουν ποτέ επίγνωση του τι κάνουν.

Τελικά, στην παράσταση, η Νίνα παίζει τον Λευκό Κύκνο και πέφτει πάνω στη σκηνή. Στο καμαρίνι της, κατά τη διάρκεια διαλείμματος, την χλευάζει μία από τις χορεύτριες, η οποία της λέει ότι θα αποτύχει και έτσι ξεκινάει μια πάλη.

Η Νίνα την σπρώχνει σε έναν τοίχο από καθρέφτες, ο οποίος σπάει. Εκείνη προχωρά έπειτα να καρφώσει την χορεύτρια με ένα κομμάτι γυαλί και αλλάζει σε ένα δαιμονικό μαύρο κύκνο. Χορεύει υπέροχα και, στο τέλος, διαπιστώνουμε ότι στην πραγματικότητα είχε μαχαιρώσει τον εαυτό της και πεθαίνει. Οι τελευταίες λέξεις της είναι: «Τώρα είμαι τέλεια».

ΑΝΑΛΥΣΗ:

Το Black Swan είναι μια ταινία για τον έλεγχο του μυαλού (‘mind control’) και την δαιμονική κατοχή. Το κύριο μήνυμά της είναι ότι δεν μπορείς να φτάσεις ψηλά και να πετύχεις μεγάλα πράγματα, χωρίς να πουλήσεις την ψυχή σου στον διάβολο και να αποκτήσεις σύνδεση με το κακό μέσα σου.

Το πρόσωπο που ελέγχει τη Νίνα είναι η μητέρα της. Είναι ανίκανη να αναπτυχθεί και εξακολουθεί να είναι ένα παιδί ψυχολογικά και σεξουαλικά. Η ταπετσαρία στην κρεβατοκάμαρά της, καλύπτεται με πεταλούδες, μια υπενθύμιση του προγραμματισμού Monarch. (Το ‘Project Monarch’ φέρεται ότι είναι ένα σύστημα πλύσης εγκεφάλου που δημιουργήθηκε από τη CIA στη δεκαετία του ’50 στα πλαίσια του MKULTRA).

Όταν είναι ‘ώριμη’ και τεχνικά πειθαρχημένη, ο καθοδηγητής της και ‘αφέντης’ της, Leroy («Ο βασιλιάς» στα γαλλικά) μπαίνει στη ζωή της και την εισάγει στο κακό, με τη βοήθεια της Lily (Lilith;).

Την σαγηνεύει αλλά δεν κάνει σεξ μαζί της. Μόνο της ξυπνά την λαγνεία και την απληστία της. Σε μια βασική σκηνή, βλέπουμε τον Leroy και τη Νίνα στο διαμέρισμά του, όπου εμφανίζεται στον τοίχο ένας στυλιζαρισμένος Baphomet (κερασφόρα δαιμονική μορφή, γνωστή στους κύκλους του αποκρυφισμού, της μασονίας και του σατανισμού. Βλέπε ΕΔΩ).

Η gala βραδιά της πραγματοποιείται επίσης σε ένα κτίριο όπου βλέπουμε ένα τεράστιο άγαλμα ενός μαύρο αγγέλου, προφανώς είναι ο Εωσφόρος (Lucifer). Η Νίνα καλείται να πάει με τη μεριά του Σατανά, και η ανταμοιβή θα είναι φήμη και επιτυχία.

Υπάρχουν αποκρυφιστικά σημάδια σε όλη την ταινία, ξεκινώντας με την δυαδικότητα μαύρο - άσπρο και το πέρασμα μέσα από καθρέφτες.

Και φυσικά, το κόκκινο της τελετουργικής αιματηρής θυσίας.

Τα είδωλα της Νίνα και της μητέρας της στους καθρέφτες ανακατεύονται σε μία σκηνή, που σημαίνει ότι η μητέρα πρέπει να προγραμματίσει τη θυγατέρα να είναι ένα αντίγραφο του εαυτού της.

Στο τέλος, όταν η Νίνα σπάει τον καθρέφτη, σημαίνει ότι έσπασε την προσωπικότητά της σε πολλά κομμάτια και είναι έτοιμη να καταληφθεί (από δαιμονική επιρροή). Στην οθόνη αλλάζει και μετατρέπεται σε ένα δαίμονα.

Είναι πολύ πιθανό η Portman να πάρει Όσκαρ για το ρόλο, ως επιβεβαίωση για αυτό που η ταινία διδάσκει. Η Portman λειτουργεί ως μία ‘εσωτερική’ (insider). Αυτό θα κάνει την ταινία να είναι πιο πολύ κάτι σαν τελετουργικό παρά μία μυθοπλασία. Στο διαδίκτυο η Portman είναι γνωστή ως μαριονέτα του ελέγχου του νου.

(Προσέξτε το κόκκινο αλλόκοτο χέρι στην αφίσα)

Οι αφίσες αυτές είναι κατά κύριο λόγο σε κόκκινο, μαύρο και άσπρο χρώμα, που από μόνες τους είναι άξιες μνείας. Σύμφωνα με τις δοξασίες του Ιλλουμινατισμού και του σατανισμού, έχουμε 144.000 διαύλους για το ξύπνημα των kundalini / τσι / πνευματικών δυνάμεων, μέσα στις ψυχές μας. Τα χρώματα κόκκινο, λευκό και μαύρο χρονολογούνται όχι μόνο στην Αρχαία Αίγυπτο, αλλά και από την προέλευσή τους στην Άπω Ανατολή.

Η Αίγυπτος ήταν γνωστή ως η "μαύρη και κόκκινη Γη" και ήταν το κέντρο της Αλχημείας. Αλχημεία είναι η μετατροπή της ανθρώπινης ψυχής σε θεότητα. Οι σατανιστές πιστεύουν ότι μπορούν να ολοκληρώσει το έργο του Σατανά μέσα από αυτόν τον μετασχηματισμό. Τα χρώματα κόκκινο, λευκό και μαύρο είναι τα τρία κύρια nadis της ανθρώπινης ψυχής. Το Ida είναι μαύρο, το Pingala είναι κόκκινο, και το Sushumna είναι λευκό. Έτσι, αυτό που βλέπουμε εδώ είναι ένας βαθιά κρυμμένος σατανικός συμβολισμός που εντοπίζει τη διαδρομή κάθε ατόμου που είναι Illuminate.

(Nādi στα σανσκριτικά είναι τα ‘κανάλια’ μέσω των οποίων, σύμφωνα με τις νεοεποχίτικες, γιογκικές δοξασίες περί ‘τσάκρα’, ‘ρέει το πράνα’ ή η ζωτική ‘ενέργεια’).

Εκτός αυτού, αυτή η αφίσα είναι τέλεια στη χρήση σχημάτων, ψευδαίσθησης και μεταμόρφωσης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ίσως θα πρέπει να δώσουμε προσοχή στην "αποτυχημένη" χορεύτρια Beth, την οποία αντικατέστησε η Νίνα. Όπως και άλλοι mind control δούλοι, χάνει τον προγραμματισμό της καθώς φτάνει κοντά στην ηλικία των 30 ετών, και απορρίπτεται ή σκοτώνεται.

Σύμφωνα με την Kathy O'Brien, συνήθως τους ‘τελειώνουν’ κατά τη διάρκεια του τελετουργικού στο Bohemian Grove, όπου η ίδια υπηρέτησε αρκετές φορές ως σκλάβα του σεξ.

Cathleen Ann O'Brien, είναι μία Αμερικάνα που, όπως υποστηρίζει η ίδια, είναι θύμα του Project MKULTRA, ενός προγράμματος που χρηματοδοτείται από την CIA για την έρευνα η χρήση των ναρκωτικών για σκοπούς παρακολούθησης.)

Αφού η Νίνα λέει στην Beth ότι ήθελε να είναι «τέλεια» σαν κι αυτήν, η Beth λέει: "Τέλεια; Δεν είμαι τίποτα". Αυτή είναι η μοίρα εκείνων που πιστεύουν στα ψέματα του Σατανά.


πηγή