Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Η τηλεόραση ως ζηλωτική θεότητα


 

Σωτήρης Γουνελάς

  Η τηλεόραση καθιερώθηκε να βομβαρδίζει ατέ­λειωτες ώρες και μερόνυχτα τον κοινωνικό μαζικό άνθρωπο με ό,τι χειρότερο συμβαίνει στον κόσμο· και μόνο παρενθετικά, σχεδόν κατ' εξαίρεση, μπορεί να πα­ρουσιαστεί κάτι διαφορετικό ή ποιοτικό, συζήτηση, ταινία ή ντοκυμαντέρ. Το ποσοστό αυτών των τελευταίων σε σχέση με την καθημερινή σαβούρα είναι ελάχιστο. Η καθημερινή αυτή σαβούρα έχει και συνεργάτη σπουδαίο: τις διαφημίσεις.



Οι διαφημίσεις είναι το άλλοθι της σαβούρας. Γιατί μέσαθέ τους αναδύεται ένας γυαλιστερός, λουσάτος κόσμος: είτε πρόκειται για πιάτα, είτε για πλακάκια, είτε βεβαίως για αυτοκίνητα όλα αστράφτουν και επιπλέον έμμεσα ή άμεσα, σαν είδος σάλτσας ή επιδορπίου, προβάλλεται το γυναικείο σώμα ή κομμάτια του (μερικές φορές μάλιστα όχι απλώς έμμεσα ή άμεσα αλλά εξόχως προκλητικά και χυδαία). Το σώμα, όχι η γυναίκα ως ύπαρξη αλλά το σώμα της ως αυτονομημένο είδος προς ερεθισμό των αισθήσεων -και επιβολή του προϊόντος στους χαυνωμένους τηλεθεατές.

 




Έχουμε λοιπόν δύο επίπεδα: από τη μία την καθημερινή σαβούρα που αποδίδεται με τον όρο «πραγματικότητα», η οποία πρέπει τάχα να παρουσιαστεί σώνει και καλά για ενημέρωση του λαού και από την άλλη τον λουστρα­ρισμένο και αστραφτερό κόσμο της διαφήμισης που με τη σειρά του αποτελεί σαβούρα αλλά την κρύβει το ρούχο της, το κάλυμμα, το περιτύλιγμα, εν τέλει ο ψευδής ή μάλλον ψευδαισθητικός εικονισμός της: στη διαφήμιση όλα είναι ψεύτικα γιατί όλα είναι στημένα και σκηνοθετημένα.



Ένας τέτοιος κόσμος παγιώνει την κατάσταση του εξαρ­τημένου και μαζικού άνθρωπου. Γιατί ο μαζικός αυτός άνθρωπος παρακολουθώντας τα ΜΜΕ δεν βλέπει πουθενά εικόνες που να τον βγάζουν στο ξέφωτο μιας ποιοτικά ανώτερης ζωής. Είναι περικυκλωμένος διπλά. Από τη μια η ρου­τίνα της καθημερινότητας, όπου η πραγματικότητα κινείται μεταξύ εργασιομανίας, νεύρωσης και φυγής, ασφυκτικού ωραρίου και οικονομίας της αγοράς, πλαστών επιθυμιών και καταναλωτισμού-ολοκληρωτισμού. Από την άλλη, η πραγματικότητα των ΜΜΕ όπου τα πράγματα παρουσιά­ζονται διογκωμένα ή υπερτονισμένα, λόγω ανταγωνισμού και δημιουργίας εντυπώσεων, αλλά και επεξεργασμένα μέσα από ένα δημοσιογραφικό λόγο που κατέχεται από το πανίσχυρο σύνδρομο της λεγόμενης ενημέρωσης ανά λεπτό, ανά ώρα και ανά στιγμή για τα δήθεν τρομερά που συμβαίνουν στον κόσμο. Η ενημέρωση αυτή συνδυάζεται με την φυγοπάθεια της επικαιρότητας, η οποία, προπαντός από τότε που υπάρχει τηλεόραση στην Ελλάδα, δηλαδή επί Δικτατορίας, έχει καταστεί ο βραχνάς του κοινωνικού ανθρώπου: με αυτόν ξυπνάει και με αυτόν κοιμάται. Δεν τί­θεται ζήτημα κριτηρίων ή επιλογών. Αυτά είναι ψιλά γράμ­ματα αναγνώσιμα μόνο από δύο-τρεις χιλιάδες Έλληνες. Δεν τίθεται ζήτημα να επιλέξω αυτό ή εκείνο το σημείο της επικαιρότητας. Η επικαιρότητα υπάρχει ολόκληρη με απαι­τήσεις ζηλωτικής θεότητας. Θά την υποστούμε ολόκληρη: αυτή βασιλεύει, αυτή διεισδύει εις νεφρούς και καρδίας, αυτή ανασκάβει τα πάντα· ο φακός, ειδικά τελευταία, δεν αφήνει τίποτε στο σκοτάδι!

 




Έτσι άλλωστε φτάνουμε στην κατάργηση της προσω­πικής ζωής, με πρότυπο τον «Μεγάλο Αδελφό» (και ό,τι άλλο σχετικό τον διαδέχτη­κε και συνεχίζει ακάθεκτο) που οι εκπομπές του μόνο στην Ελλάδα είχαν οχτώ εκατομμύρια τηλεθεατές! Είναι τέτοια η επέλαση της επικαιρότητας στη ζωή των ανθρώπων που δεν έχουν σχεδόν καθόλου χρόνο για το μη επίκαιρο, δηλαδή για τα αληθινά και ουσιαστικά ζητήματα. Οι άνθρωποι νο­μίζουν στην πλειονότητά τους ότι η πραγματικότητα είναι οι οικονομικοί δείκτες, οι αποφάσεις των πολιτικών και των δημάρχων, τα τρομερά δημόσια έργα, τα μαγειρέματα των επιχειρηματιών, οι συγ­χωνεύσει εταιρειών. Αυτό που μένει από τους ίδιους είναι ένα ατομικοποιημένο εγώ προσκολλημένο σα στρείδι στα επίγεια, με ένα συναισθηματισμό νοσηρό, με μια διάθεση άμεσης ικανοποίησης επιθυμιών χωρίς ίχνος τις πιο πολλές φορές πνευματικής αίσθησης κι ας μιλούμε δύο χιλιάδες χρόνια τουλάχιστον για τον άνθρωπο ως πνευματική υπό­σταση και για τις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Έχουν λησμονήσει ότι αποτελούν προσωπική ύπαρξη, ότι η ζωή τους όταν μείνει εγκλωβισμένη στα εγκόσμια παραδίνεται στην πλήξη και τη νεύρωση.


Από το βιβλίο «Ο αντιχριστιανισμός», εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009,  (Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο)

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Δημόσια εξομολόγηση ενός ταλαιπωρημένου Χριστιανού…


Κάτι δεν έμαθα καλά. Κάτι δε μου δίδαξαν σωστά. Ή κάτι δεν κατάλαβα;  Κάτι πήγε στραβά σε μένα ή κάτι είναι στραβό; Προσπάθησαν να με μυήσουν λόγω της αγάπης τους; Ή εξ’ αιτίας της αδυναμίας τους να συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, επέβαλλαν σε μένα την «τελειότητα» της χριστιανικής τους πίστης; Είμαι Χριστιανός ή έτυχε επειδή γεννήθηκα στην Ελλάδα; Είμαι Χριστιανός ή αυθυποβλήθηκα ώστε να νοιώθω κάτι ξεχωριστό; Είμαι Χριστιανός γιατί το επέλεξα ή γιατί μου το «επιβάλλανε»; Είμαι Χριστιανός γιατί το δέχθηκα και το πίστεψα ή επειδή ψυχαναγκάστηκα να στήνομαι και να φορώ το προσωπείο μιας ανύπαρκτης ευσέβειας και να τηρώ τις εντολές του Θεού χωρίς να χαίρομαι γι’ αυτό! Είμαι Χριστιανός ή είμαι ένα ευσεβιστικό υβρίδιο; Τα ευσεβιστικά υβρίδια είναι χριστιανισμός ή ο χριστιανισμός είναι τελικά ένας άκρατος ευσεβισμός; Κι αν ο Χριστός που είναι ο Θεός του κόσμου είναι η αγάπη, γιατί ο κόσμος της Εκκλησίας Του ή που λέει ότι είναι η εκκλησία Του, δεν ξέρει να αγαπά; Κι αν οι άνθρωποι που τελικά αγαπούν είναι θεωρητικά εκτός Εκκλησίας, επειδή δεν τηρούν το savoir vivre (sic!) της ευσέβειας και του εκκλησιαστικού τύπου, μήπως εκείνοι είναι η Εκκλησία του Χριστού; Κι αν μου πεις ότι η εκκλησία είναι ένα νοσοκομείο με αρρώστους και ότι έτσι θα πρέπει να βλέπουμε και τον εαυτό μας και τους άλλους, εγώ λέω ότι οι άρρωστοι θα πρέπει να έχουν επίγνωση της αρρώστιας τους και να συμπεριφέρονται και στους άλλους αρρώστους με επίγνωση της δικής τους αρρώστιας! Γιατί αν δεν έχουν επίγνωση, τότε αυτό δεν είναι νοσοκομείο αλλά τρελάδικο! Μόνο οι ψυχασθενείς δεν κατανοούν την ασθένεια τους. Κι αν δεν αποτελεί ένα πολυτελές ψυχιατρείο, τότε είναι μια οργάνωση που κρύβει μεγαλειώδη ψυχασθένεια και υποκρισία. Ένας χώρος καθαρά κοσμικός που βρίθει «πνευματικής» κατάστασης, κρύβοντας εξουσιαστικές τάσεις, συμπλέγματα κατωτερότητας, ψυχολογικές ανάγκες προσώπων να ανήκουν κάπου, να αποκτήσουν μια προσωπικότητα ή μια ταμπέλα πνευματική που θα πρέπει να διατηρείται με κάθε κόστος, σαν τον «καθηγητή» που ποτέ δεν πρέπει να αμφισβητηθεί από τους μαθητές του. Δηλαδή γεμάτο ψεύτικες συμπεριφορές και συνεχόμενα ψέματα! Αυτό είναι η Εκκλησία;
Θα πει κάποιος, ποιος είσαι εσύ που θα κρίνεις τον Θεό και τους ανθρώπους Του; Ποιος είσαι εσύ που κρίνεις και κατακρίνεις τους άλλους; Έστω κι αν είναι υποκριτές, έστω και αν είναι ψεύτες, δικαιούσαι να τους κατακρίνεις; Όχι. Αλλά όλοι οι άνθρωποι διαμορφώνονται μέσα από τις εμπειρίες τους. Και οι δικές μου, μου δημιουργούν πλέον την ανάγκη να αποτινάξει οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό τον ψεύτικο πνευματικό κόσμο, το κουτί με τις ευσεβιστικές ατάκες, το προσωπείο της πνευματικότητας, των συμπλεγμάτων και της υποκρισίας. Να λοιπόν, όπως όλοι οι υπόδουλοι λαοί, μετά από χρόνια δουλείας και κατοχής ξεσηκώνονται για την ελευθερία τους, επαναστατώ ενάντια στην «αγάπη» μιας κατοχικής δύναμης. Που μου «συμβουλεύει» να σηκώσω τα βάρη και τις δουλειές του, να εναρμονιστώ με τις νομοθετικές διαταγές και εντολές του «κατακτητή», για να μην κολασθώ! Να είμαι «καλό παιδί» για να έχω το σπαθί του τιμωρού μακριά από το κεφάλι μου. Έτσι μου παρουσιάστηκε ο Θεός ή έτσι μου τον παρουσιάσανε; Αυτό είναι ο χριστιανισμός;
Την αγάπη του άλλου, όταν υπάρχει, τη νοιώθεις και την ανταποδίδεις με το φιλότιμο σου! Με την ελευθερία σου!!! Όχι με ψυχαναγκασμό και απειλές. Αυτό είναι ο Χριστός; Έχω ελευθερία ή ουσιαστικά είμαι ελεύθερος μονάχα αν υποδουλωθώ εν ελευθερία; Και πια ελευθερία θα δεχόταν υποδούλωση; Και πώς να αγαπήσεις πραγματικά τον Θεό όταν σου προβάλλεται κυρίως η τιμωρία και η κόλαση Του;
Θέλω να βρω την ελευθερία μου και να βρω τον Θεό μου που είναι όλος αγάπη! Και μη μου πείτε ότι είναι και δικαιοσύνη. Ναι μου το είπαν. Εγώ την αγάπη Του θέλω. Το έλεος Του. Την πατρική Του φιγούρα. Και τους ανθρώπους Του, από τους καρπούς τους, τους αναγνωρίζεις! Όχι από τα σχήματα ευσεβείας τους, τα λόγια τους ή τα ράσα τους! Να αγαπηθεί έχει ανάγκη ο άνθρωπος, όχι να κριθεί! Να βοηθηθεί, όχι να καταδικαστεί.
Πέσανε τα κάστρα της παιδικής μου ηλικίας. Πέσανε.
Πολλοί παράγοντες με επηρέασαν να φλερτάρω με την αθεΐα, μα ούτε εκείνοι αλλά ούτε κι ο ορθολογισμός μου κατάφερε να με πείσει για την ανυπαρξία του Θεού. Επιμένω για κάποιο λόγο να πιστεύω στο Χριστό ως αληθινό Θεό του κόσμου, χωρίς ωστόσο να είμαι βέβαιος. Δεν είδα ούτε τον Χριστό, ούτε την Ανάσταση Του. Αλλά θέλω να το πιστεύω. Δεν ξέρω γιατί. Απλά θέλω. Κάτι μέσα μου…
Αλλά ενώ πιστεύω, κάτι μέσα μου, μου λέει ότι κάτι πάει στραβά με την πραγμάτωση της αλήθειας του Χριστού στην κατεξοχήν οριοθέτηση της δόκιμης και αποδεκτής πνευματικότητας των σύγχρονων και περισσοτέρων χριστιανών. Κάτι που βίωσα από μικρό παιδί και αξιολόγησα μεγαλώνοντας. Άρχισα να διαπιστώνω μια άρρωστη κατάσταση που φωτογραφίζονταν ως αρετή και μια υποκρισία που υποδυόταν την ευσέβεια.  
Αυτοί και ο τρόπος που βίωναν τη ζωή και σχεδόν την επέβαλλαν και στα παιδιά τους, με ώθησαν να έχω λογισμούς αμφιβολίας και ερωτηματικά για τον ίδιο χώρο της Εκκλησίας. Και εννοώ την πλειοψηφία των ανθρώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αυτοπροσδιορίζονται  ως χριστιανοί και προσδιορίζονται από την κοινωνία. Μιλώ για Επισκόπους, μοναχούς, ανθρώπους με χριστιανικές «περγαμηνές», λαϊκούς ή γέροντες κλπ.
Αν λοιπόν όπως είπε ο Θεός, τους ανθρώπους μου θα τους καταλάβετε από τα έργα τους, πείτε μου, τι δουλειά έχει ο Χριστός σε αυτή την οργάνωση που κατήντησε και που ονομάστηκε Εκκλησία και αποτελείται από μικρότερες χριστιανικές ομάδες, με προσωποληψίες και πνευματικούς «Σούπερμαν» λαϊκούς ή κληρικούς, που δραστηριοποιούνται πνευματικά στο χώρο της και αποτελούν κανονικές σέκτες, με αρχηγούς, βοηθούς, συμβούλους, στρατηγούς και στρατιώτες, με εμφανής την παντελή  έλλειψη αγάπης, που υπηρετούν μονάχα και αποκλειστικά τα συμφέροντα που θεωρούν ότι έχουν, κρύβοντας με πνευματικά προσωπεία, την σεκτοποίηση των ανθρώπων, και που κανένα αληθινό παράδειγμα δεν δίνουν για την αλήθεια του Χριστού;  Άνθρωποι τελικά, κοσμικής επιρροής, που με προσωποληψίες και χειραγώγηση των ανθρώπων, οδηγούν  σε τέτοιο βαθμό ανελευθερίας, που αγγίζουν τα όρια του αισχρού. Ψυχαναγκασμός και όχι ελεύθερη βούληση.
Όχι οι κοσμικοί! Οι πνευματικοί. Οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Όχι οι αμαρτωλοί άνθρωποι του ονομαζόμενου «κόσμου», που στην τελική ψάχνουν να βρουν την ευτυχία και τη χαρά, τη γαλήνη και την ηρεμία σε λιμνάζοντα ίσως νερά, αλλά ο κόσμος τους δείχνει να είναι πιο αγνός και πιο ανεκτικός από την υποκρισία που υπάρχει στις ταμπέλες μας, των ανθρώπων της Εκκλησίας. Είναι τόση η απόγνωση και η απογοήτευση που νοιώθω, που δεν θέλω να ανήκω στους ανθρώπους που τους θεωρούν πνευματικούς, γιατί πραγματικά δεν είμαι. Προτιμώ να ανήκω στον «κόσμο».
Δεν μπορώ να μην κρίνω το εργοστάσιο των υποκριτών στο οποίο μεγάλωσα και στην κατασκευή θαυμάτων που αποσκοπούσε στην ενδυνάμωση μιας, ουσιαστικά, ανύπαρκτης πίστης. Στη βαριά βιομηχανία της «πνευματικής» κατάκρισης που βαπτίζονταν διάκριση και στη χρησιμοποίηση της Εκκλησίας από ανθρώπους για προσωπικούς σκοπούς!
Εύχομαι κάποια στιγμή να καταφέρω να συγχωρήσω την αδυναμία τους, να αντιληφθούν πόσο μικροί είναι πλέον στα μάτια μου, και πόσο κακό έκαναν και κάνουν. Μας μάθανε να κατακρίνουμε και όχι να αγαπούμε! Όχι να δικαιολογούμε ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΕΣ μα να τους χαρακτηρίζουμε. Να κοιτάμε πλάγια τους άλλους. Να είμαστε καχύποπτοι και γεμάτοι κακούς λογισμούς. Μας έκαναν δάσκαλους και σημαιοφόρους της πίστης και της ορθοπραξίας. Αρχίσαμε να βάζουμε στο μικροσκόπιο τις ζωές των άλλων, συγκρίνοντας τις πράξεις τους με όλα αυτά που μας δόθηκαν ως γνώση, χάσαμε την απλότητα και την αλήθεια και υποκρινόμασταν τους αγίους ο ένας προς τον άλλον.
Θέλω να εμέσω όταν σκέφτομαι τα λόγια τους που ποτέ δεν πίστεψαν! Φοβάμαι μήπως μείνω στον ψυχαναγκασμό και τη φοβία που προσπαθώντας να με σώσουν, μου ενέσπειραν στην ψυχή, καταστρέφοντας την ανάγκη για ειλικρινή αναζήτηση της Θεότητας και την συνειδητοποίηση της αδιανόητης και ατελείωτης αγάπη Της για μένα! Μου μάθανε λάθος το Θεό που μου αποκαλύφθηκε μέσα στις πτώσεις μου, δείχνοντας το αληθινό Του πρόσωπο!
Πάμε λοιπόν πάλι απ’ την αρχή. Σαν να γεννήθηκα σήμερα. Το πρώτο κλάμα του μωρού ακούστηκε μες στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, χωρίς να υπάρχει καμιά μητέρα. Όπως και τότε… Μα και ο πατέρας έκανε λίγο στην άκρη να μη φαίνεται. Και ο μικρός άρχισε να ρωτά για τη ζωή και το θάνατο. Για την αρχή, για το σύμπαν για το Θεό. Πάμε λοιπόν από τη αρχή, με πραγματικό ενδιαφέρον και όχι επιβολή του Θεού στην ύπαρξη μου. Μια ειλικρινή και βαθειά αναζήτηση της αλήθειας. Όχι αναπαραγωγή των κασετών και των ομιλιών. Βίωμα! Αν έχεις βίωμα μίλα μου! Θα ακούσω! Θα αγαπώ! Θα καταλάβω! Θα σε νοιώσω! Μα αν άνοιξες το κουτάκι με τις ατάκες, το βιβλίο με τις λύσεις, αν αντιγράφεις από τους αριστούχους και μου το προσφέρεις για να πειστώ για την αγάπη σου, τίποτα δε θα με κάνει να σε πιστέψω. Τίποτα! Μονάχα βίωμα! Πτώσεις! Αμαρτία. Μετάνοια! Ζωή! Αγάπη! Βίωμα! Αν είσαι εκεί και μπορείς, αν μ’ ακούς μίλα μου! Θα σε «ακούσει» η ψυχή μου…
Που απευθύνεσαι; Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Σε ενοχλεί αυτή η έκφραση; Κι όμως δε θα έπρεπε! Ποιος νομίζεις ότι είσαι; Έχεις την επιγραφή του πνευματικού ανθρώπου στο μέτωπο σου! Το έχεις  όπως ο Κάιν είχε το σημάδι του κακού, εσύ έχεις το σημάδι της αγάπης; Γιατί δεν αγαπάς λοιπόν; Με διώχνεις. Το κάνεις εσκεμμένα; Το καταλαβαίνεις ή με διώχνεις ακούσια; Σου το είπε κανείς ότι με διώχνεις; Ποιος είναι ο Πατέρας σου που σε δίδαξε;
Πώς να σου μιλήσω όταν συνεχώς δαιμονοποιείς τη ζωή μου! Δαιμονοποιείς τις ανάγκες μου! Πώς να σε εμπιστευτώ που με κάνεις να νοιώθω βρώμικος όταν την ερωτική έλξη και την ανθρώπινη ανάγκη την ονομάζεις πορνεία.
Αν ένοιωθες όπως ένοιωθα θα καταλάβαινες. Αλλά δεν ένοιωσες ποτέ! Αυτή είναι η αλήθεια. Και ποτέ δεν προσπάθησες να κατανοήσεις. Αλλά σε δικαιολογώ. Πως άλλωστε; Αφού για σένα είναι απαντημένα όλα τα ερωτήματα και η γνωμάτευση της πνευματικής ιατρικής αδιαμφισβήτητη. Δαίμονας! Παρασυρμός. Πειρασμός. Αμαρτία. Τώρα πρέπει να μετανοιώσεις. Να τιμωρηθείς και να απειληθείς με κόλαση ή ένδικη μισθαποδοσία ξεθαμένη από τον παλαιό νόμο, επικαλυμμένη  με την δικαιοσύνη του Θεού και την τιμωρία Του ή πιο «μαλακά» παιδαγωγία Του. Σύνελθε γιατί ο Θεός θα τιμωρήσει εσένα ή ό,τι αγαπάς πιο πολύ. Ακόμη και τα παιδιά σου! Ή τους γονείς σου ή τον άνδρα σου ή την γυναίκα σου! Τρέμε την οργή του για τις αμαρτίες σου. Φώλιασε το φόβο μέσα σου μήπως και «σωθείς». Κι εγώ ο εξουσιαστής σου, ο οδηγός σου, θα σου απαγορεύσω το δέντρο της ζωής. Μακριά από τη Θεία κοινωνία! Θα καείς ανάξιε δούλε που δε φόρεσες το ένδυμα του γάμου. Φύγε πριν σε βγάλει ο ίδιος ο Κύριος. Φύγε μακριά από αυτό που πραγματικά μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, να τον αλλοιώσει και να τον φωτίσει!!! Σου απαγορεύεται η Ζωή και το Φως, ενώ εσύ, μπορείς να απολαμβάνεις το προνόμιο της αρετής σου.;;!!;;  Πως αγγίζουν τα χείλη τα δικά σου το φρικτό μυστήριο; Η αξιοσύνη σου σε οδηγεί άραγε ή η οικονομία του Θεού προς τον άνθρωπο; Κι αν ο Θεός οικονομεί για σένα, εσύ γιατί δεν οικονομείς για τους άλλους; Σε μοναχούς απευθύνεσαι; Ή προορίζεται μονάχα για τους Αγίους; Και ποιος είναι Άγιος; Ποιος είναι άξιος ενώπιον Του; Γιατί λοιπόν ενώ δε μ’αγαπάς υποκρίνεσαι ότι νοιάζεσαι για μένα;
Με έκανες να χάσω την απλότητα της σκέψης μου. Εγώ δεν είχα την εμπειρία να διαχειριστώ τόσες πνευματικές έννοιες και με άφησες στον κυκεώνα εκατομμυρίων λογισμών να βγάλω άκρη. Εσύ με μπέρδεψες! Και ο μίτος συνεχώς μπερδεύονταν γιατί κοιτούσα εσένα να σου μοιάσω. Έτσι όπως νόμιζα ότι σε έβλεπα. ΆΓΙΟ! Μα άλλη η ζωή του λιονταριού κι άλλη της κουκουβάγιας, Κι άλλο τα δάχτυλα του Κύκλωπα κι άλλα του Οδυσσέα. Γιατί δεν βλέπεις το προφανές και θέλεις να με κάνεις ένα ομοίωμα δικό σου; Να πιθηκίζει και να περιφέρεται σαν μούμια ή καλύτερα σαν μαριονέτα. Γιατί αυτό με έφτιαξες. Μου γέμισες με φόβο την ψυχή. Μου πήρες την απλότητα της σκέψης. Με έκανες να νοιώθω βρώμικός και ότι όλα είναι αμαρτία! Το φαγητό, η μουσική, ο έρωτας και τόσα άλλα ανθρώπινα που ο ίδιος ο Θεός έβαλε μέσα στις ανάγκες του ανθρώπου. Μου πήρες την ελευθερία και με πάτησες στον καλουπωτή σου, να γίνω το καλούπι του «αγίου», χωρίς να νοιώσω ότι θέλω ή ότι μπορώ! Δεν σεβάστηκες ούτε την «υπομονή» του χρόνου και απαίτησες άμεσα να αλλάξω ζωή και συνήθειες. Χωρίς να μου εξηγήσεις γιατί. Μονάχα με απειλές και ένα πηδάλιο που μου εμφάνιζες σαν επιχείρημα για να πειστώ και να δω πόσο «ελεήμων» και ανεκτικός είσαι ώστε να νοιώσω και ευγνωμοσύνη που μείωσες την ποινή μου και μετρίασες τον κανόνα μου.  Με γέμισες με «πρέπει». Με γέμισες με ενοχές και κόμπλεξ. Μου εξαφάνισες το δικαίωμα της επιλογής και με «ενεργοποίησες» με το «επιχείρημα» της επιβολής και της απειλής!  Με έκανες πονηρό ώστε να «αγοράζω» την αρετή και τη Βασιλεία του Θεού μέσα σε εξαναγκαστικές συμπεριφορές και τύπους και παραγωγή «καλών πράξεων και λογισμών»! Να ψάχνω να «αγοράσω» το εισιτήριο της σωτηρίας, χωρίς να μου μάθεις το πιο βασικό άνθρωπε μου. ΝΑ ΑΓΑΠΩ! Ούτε σε σένα βρήκα την αγάπη, πώς λοιπόν να τη διδαχθώ; Αυτό δεν έπρεπε πρώτα από όλα να μου διδάξεις;
Κι όταν κατάφερα να υποκριθώ στον εαυτό μου και σε σένα ότι μπήκα στο δρόμο του Θεού και τώρα προσπαθώ να γίνω άγιος, άρχισα να κάνω «ομολογία» πίστης παντού! Και κηρύγματα στους «χλιαρούς» και αδαείς. Και τελείωσα με αριστείο το πανεπιστήμιο του Ευσεβισμού. Και εντέλει, όλο και πιο πολύ βυθιζόμουνα στην πρακτική του, κρίνοντας τους άλλους οι οποίοι πλέον δεν ήταν αδέλφια μου αλλά κοσμικοί! Και εγώ τώρα διέφερα από τους ανθρώπους της απωλείας. Εγώ τώρα βάδιζα στην αρετή με τόσα που έμαθα και τόσες προσπάθειες που έκανα. Τώρα πρέπει να βοηθήσω να σωθούν και οι άλλοι! Νηστέψτε, μετανοείτε! Κάντε ότι κάνω εγώ για να σωθείτε! Ελάτε στον πνευματικό μου που είναι ο καλύτερος για να βοηθηθείτε! Κοίτα εμένα πως υποκρίνομαι τον Άγιο; Έτσι μπορείς και εσύ! Έλα όμως που δεν αγάπησα το πλάσμα σου Κύριε και πως θα μάθω τώρα να αγαπώ; Ευτυχώς που έφαγα τα μούτρα μου και κατάλαβα πόσο μακριά από την αλήθεια και την αρετή είμαι. Αλλά ελπίζω μονάχα το έλεος και δεν ψάχνω την αρετή που ποτέ δεν έρχεται σε μένα. Έστω κι έτσι, μου επιτρέπεις να ελπίζω;
Δεν νομίζω όμως να με νοιώσεις καλέ μου φίλε που μακάρι να ήσουνα. Θα με βαπτίσεις μπερδεμένο και πλανεμένο ή ακόμη και τρελό. Με δαιμονική επήρεια που επηρεάστηκε ίσως από τις παρέες του και τα αντίχριστα διαβάσματα του. Ίσως. Δεν νοιώθω όμως έτσι. Αλήθεια πονάω και προσπαθώ να απαλλαγώ από τις σκέψεις μου. Να βρω γαλήνη και ηρεμία. Να πάψει να με βασανίζει η σκέψη ότι… τελικά υπάρχει η πραγμάτωση ή είναι μόνο θεωρία;  Δεν το πιστεύω. Θέλω να πιστεύω και θα συνεχίσω με όλες μου τις δυνάμεις. Όχι για το φόβο μιας αιώνιας τιμωρίας. Αλλά με την ελπίδα μιας αναπάντεχης αιωνιότητας. Σε ευχαριστώ!
 
Αγιορείτης

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

για τις δηλώσεις Ρεπούση ...



Ο Σαμίρ Αμίν έλεγε ότι ο πιο αντεπαναστατικός τρόπος που υπάρχει, είναι να χτυπάς την παράδοση. Τι εννοούσε;

Παράδειγμα: Βραδινός εσπερινός σε μια εκκλησία ενός χωριού και μια 80χρονη γιαγιά βγαίνει από το ναό με λαμπερό πρόσωπο. Κάθεται στο παγκάκι. Αν κάποιος καθίσει κοντά της και προσπαθήσει να την πείσει ότι ο τρόπος λατρείας της είναι λανθασμένος, με το οποιοδήποτε επιχείρημα, το μόνο που θα πετύχει είναι να την κάνει ενοχικά δυστυχισμένη. Νόημα δεν έχει, με τη λογική ότι οι εφεδρείες, η συνήθεια και τα πιστεύω αυτής της γιαγιάς είναι αδιαπραγμάτευτα ριζωμένα μέσα της, ακολουθώντας παράδοση χιλιάδων χρόνων.

Η προσπάθεια της κυρίας Ρεπούση, σωστή ή λάθος, επιστημονικά τεκμηριωμένη ή όχι, συγχέει την πατριωτική συνείδηση, συγχέει την παραδοσιακή συνείδηση (δημοτικό τραγούδι, μαρτυρίες, λογοτεχνία) και πολιτικά είναι άστοχη. Κοστίζει δε το διχασμό των γενεών, το διχασμό της εθνικής συνοχής, το διχασμό της κοινωνικής συνοχής, το διχασμό της πολιτισμικής συνοχής, το διχασμό της οικονομικής συνοχής (τουρισμός στην πιο φτωχή περιοχή της Ελλάδας όπως η Ήπειρος) και τέλος κοστίζει μειονοτικού τύπου προσπάθειες, που πλήττουν την πατριωτική συνείδηση.

Παρακαλώ τέτοιες δηλώσεις να είναι προσεκτικές, διότι η διαφύλαξη της ελληνικής ταυτότητας, ιδίως στην εποχή που πλήττεται η εθνική κυριαρχία, είναι επικίνδυνες.
Ιωάννης Μιχελογιαννάκης
Βουλευτής Ν. Ηρακλείου

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Γιατί όχι σε μένα;

Γιατί όχι σε μένα; « Αέναη επΑνάσταση 
…(Είναι μια ιστορία που διδάσκει, ελπίδα, πίστη, υπομονή, και θα ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας.)
«…Σύρθηκα μέχρι το παράθυρο…
Έξω η βροχή πέφτει ορμητικά, λες και θέλει να ξεπλύνει τις ανομίες μας πάνω στη γη…
Ο πόνος στο στομάχι αβάσταχτος… Πέρασε η επήρεια της ψευδαίσθησης των αισθήσεων που προκαλεί το παυσίπονο…
Το επόμενο σε μία ώρα…Μετράω το χρόνο με τον πόνο, μόνιμο σύντροφο μου…
Ο καρκίνος στο στομάχι μου, είναι η κλεψύδρα μου, και ο πόνος κόκκοι άμμου στο νευρικό μου σύστημα… Η ανακοίνωση από το γιατρό της ύπαρξης του καρκίνου, μου γκρέμισε τον κόσμο μου…
Αυτόν που ιδανικά έφτιαχνα στο μυαλό μου για το αύριο…Σίγουρα αλλιώτικο από αυτό που ήρθε…Όνειρα, λεφτά, δόξα, επιτυχία, καριέρα…Από την άλλη ο καρκίνος…Ο φονέας των ονείρων…Ο φονέας του πόνου μου…

Γιατί σε μένα Θεέ μου; Γιατί τόσο νέος; Τελικά γίναμε φιλαράκια, εγώ και ο πόνος…Αυτός που έγινε ο δάσκαλος μου…Ο δάσκαλος της ζωής…Δύσκολη η μετεξέλιξη…Όποιος δεν πονέσει δεν ξέρει…Όποιος δεν πονέσει δεν ξέρει από ζωή…Τελικά γιατί όχι σε μένα; Γιατί να ήταν κάποιος άλλος στη θέση μου; Μήπως ο πόνος κάποιου άλλου θα σήμαινε τη δική μου χαρά; Κι αν η χαρά είναι κρυμμένη κάπου αλλού… Πλησιάζει Πάσχα…Κάποιοι θα το ζήσουν και κάποιοι όχι…Ποιος ξέρει; Ίσως να μην προλάβω το φετινό Πάσχα…Ίσως, όμως να το ζήσω ολοκληρωτικά, παντοτινά…Ποιος ξέρει; Η ζωή μου όμορφη, με χαμόγελα και χαρές…Είχε και στενάχωρες στιγμές και άλλες με πίκρα…Χαίρομαι για ό,τι έζησα…Πικραίνομαι για ό,τι μπορούσα και δεν το έζησα…Προσμένω το Πάσχα…Όχι το φετινό…Εκείνο της αιώνιας Ανάστασης…

Η βροχή σταμάτησε…Ένα ουράνιο τόξο πάνω από το απέναντι βουνό…Τώρα το φως, πριν τα μαύρα σύννεφα…Το φως απλωμένο με όλα του τα χρώματα, σημάδι ελπίδας…Πρέπει να ξαπλώσω, να ξαποστάσω, ίσως κοιμηθώ λίγο…Μέσα στο δωμάτιο μόνο το φως του καντηλιού…Η φλόγα του τρεμοπαίζει μπροστά στο πρόσωπο του Εσταυρωμένου… η μόνη μου ελπίδα… Όχι για τον πόνο… Αυτός είναι, είμαι…εγώ. Μαζί πορευόμαστε…Μόνη μου ελπίδα κι αποκούμπι η Χάρις Του…Αυτός ξέρει από πόνο…Με καταλαβαίνει, με νοιώθει…Μόνη ελπίδα η γνώση του σταυρού…Ο δικός μου είναι βαρύς! Τον αντέχω όμως, γιατί τον σηκώνει Εκείνος… Εκείνος είναι η ελπίδα για τη στιγμή που θα ξαναρχίσει να βρέχει, μέσα μου…

Έξω η βροχή ξανάρχισε τον χορό της…Τα μάτια μου κλείνουν… Το νέο παυσίπονο έδρασε… Ας κοιμηθώ λίγο…
π.Βασίλειος Θερμός

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Γράμμα σε ένα κορίτσι που θα αποτύχει στις Πανελλαδικές

Το χειρότερο, όταν θα βγουν τα αποτελέσματα, δεν θα είναι η προσωπική, η δική σου τσαντίλα. Εσύ, από προχθές, που έγραψες άλλα αντ’ άλλων στην Ιστορία, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Το χειρότερο τότε θα ’ναι η απογοήτευση των γονιών σου. Το ελαφρώς αφ’ υψηλού βλέμμα του πατέρα σου - εκείνος, βλέπεις, είχε πετύχει με την πρώτη το 1980 στην ΑΣΟΕΕ κι ας μεγάλωσε στο χωριό, και ας μάζευε ελιές αντί να κάνει φροντιστήριο. Το παρηγορητικό χάδι της μάνας σου και οι κουβέντες της με συγγενείς και φίλους: «Το παιδί είχε μιαν ατυχία… Ναι, εννοείται πως θα ξαναδώσει…». Κι ο θείος Στέλιος να δικαιώνεται που πάντα πίστευε πως είσαι ηλίθια. Και η κολλητή της μάνας σου να ρωτάει -μες στην αδιακρισία- μήπως τυχόν είχες περίοδο εκείνη τη μοιραία μέρα και οι πόνοι δεν σε άφησαν να συγκεντρωθείς.
Το χειρότερο θα είναι οι νοεροί τους υπολογισμοί πόσα ξοδέψανε σε ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και πόσα έχουν να πληρώνουν ακόμα. Και η πίκα τους με τον φιλόλογο που τους είχε διαβεβαιώσει πως θα πετύχαινες, ο κόσμος να χαλάσει. Νιώθουν -κι ας μην το ομολογούν ούτε στους εαυτούς τους- σαν να ποντάρανε σε λάθος άλογο. Τα ρίχνουν στον προπονητή, τα ρίχνουνε στο στάβλο -δηλαδή στο σχολείο- τα ρίχνουν στην ατμόσφαιρα που επικρατούσε μες στο σπίτι αφότου η μαμά έπιασε τον μπαμπά σχεδόν στα πράσα με εκείνη τη συνάδελφό του, στους συνεχείς καβγάδες τους οι οποίοι σε αποσπούσαν απ’ το διάβασμα. Τα ρίχνουνε σε εκείνους κι εν τέλει σε εσένα…
Πώς να τους εξηγήσεις ότι και καθαρόαιμο του ιπποδρόμου να ήσουν, οι Πανελλαδικές δεν μοιάζουν με κανονική κούρσα; Έχουν τόσο παράλογους κανόνες, ώστε το μόνο που μετράει ουσιαστικά είναι να φοράς χοντρές παρωπίδες, να βάζεις το κεφάλι κάτω και να τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι τίποτα απολύτως. Στο μάθημα της Ιστορίας, φερ’ ειπείν, οφείλεις να αποστηθίσεις καμιά τριακοσαριά σελίδες, με τα «και» και με τα κόμματα τους, ώστε το γραπτό που θα παραδώσεις να μοιάζει με φωτοτυπία του διδακτικού βιβλίου. Στην Έκθεση, πρέπει να μάθεις να υποστηρίζεις τις πιο ανόητες απόψεις, ότι το διαδίκτυο απομονώνει δήθεν τους ανθρώπους, πως τα παιδιά νιώθουν βαριά στους ώμους τους την ευθύνη για τη σωτηρία του περιβάλλοντος… Πού τους κατέβηκαν όλα ετούτα του Υπουργείου Παιδείας και των καθηγητών; Τα έχουν δει ποτέ τα παιδιά; Ή καθρεφτίζουν απλώς στα μάτια των μαθητών τη δική τους αλαζονεία; Τα είχες πει μια μέρα έξαλλη στον πατέρα σου. «Έτσι λειτουργεί το σύστημα», σου είχε απαντήσει εκείνος, με ένα ηττημένο μάλλον ύφος. «Μακάρι όταν εσύ μεγαλώσεις να καταφέρεις να τους αλλάξεις. Για αυτό, για να έχεις δύναμη κι επιρροή, πρέπει να μπεις στο Πανεπιστήμιο…».
Και τώρα που τα σκάτωσες στις εξετάσεις; Που τον Σεπτέμβριο ο γιος των κουμπάρων θα μετακομίσει στην Ξάνθη -έκτος, παρακαλώ, επιτυχών στο Πολυτεχνείο!- και η κόρη των Αλβανών του ισογείου θα γραφτεί, άκουσον άκουσον, στην Παιδαγωγική; Εσύ, μικρή μου αποτυχία, τι σκοπεύεις να κάνεις; Να πας στο παρακατιανό ΤΕΙ που σε έριξε η κακιά ώρα και δεν (θες να) θυμάσαι ούτε καν το όνομά του; Όχι ασφαλώς! Θα στρώσεις κάτω κώλο και θα ξαναδοκιμάσεις! Τον Μάιο του 2014, θα βγάλεις από πάνω σου το στίγμα. Θα απαλλάξεις τους καλούς γονείς σου από το μαράζι. Σε λίγα χρόνια δε, όταν θα αριστεύεις στη Σχολή και θα ετοιμάζεσαι για μεταπτυχιακά, κανείς δεν θα θυμάται πως είχες μπει με τη δεύτερη.
Τόσο καλά… Έλα όμως που και μόνο η θέα των σχολικών βιβλίων σού φέρνει πλέον αναγούλα; Που η προοπτική να ξαναμπείς απ’ το φθινόπωρο στο ίδιο μαγγανοπήγαδο -γνωστό κείμενο, άγνωστο κείμενο, γραμματικά φαινόμενα, συνώνυμα και αντώνυμα- σου φαίνεται εφιάλτης; Και έχεις από πάνω κι εκείνους που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν νόημα όλα αυτά καθότι η ανεργία των νέων -και ειδικά των πτυχιούχων- καλπάζει. Εκείνους που σε προειδοποιούν ότι σε λίγα χρόνια οι μισθοί θα έχουν πέσει σε επίπεδα Βουλγαρίας -τι Βουλγαρίας; Κίνας!- κι ότι οι Έλληνες θα δουλεύουν μέχρι τα ογδόντα. «Αντί να ασχολείσαι με τις πανελλαδικές, πάλεψε για να ανατραπεί το σύστημα!», σε είχε προτρέψει ένας συμμαθητής σου με μπλουζάκι Τσε Γκεβάρα. Ο ίδιος, βέβαια, ευχόταν να απεργήσουν οι καθηγητές για να έχει στη διάθεσή του περισσότερες μέρες για διάβασμα. Πρώτος στα μαθήματα, πρώτος και στον αγώνα…
Ντρέπεσαι να το ομολογήσεις, μα στην πραγματικότητα δεν χολοσκάς για τον μελλοντικό μισθό ούτε βεβαίως για τη σύνταξή σου. Είσαι δεκαοχτώ χρονών! -ότι βρίσκεται σε ορίζοντα μακρύτερο από λίγους μήνες, σου φαίνεται εξαιρετικά αβέβαιο και άρα αδιάφορο. Έλα όμως που όλοι, ακόμα και το αγόρι σου, σε καλούν να σχεδιάσεις τη ζωή σου; Να σοβαρέψεις. Να θέσεις τις βάσεις…
Θέλεις τη γνώμη μου; Μην τους ακούς! Μοναδικός λόγος να δώσεις δεύτερη φορά, στο καπάκι, Πανελλαδικές είναι να λαχταράς να μπεις σε μια συγκεκριμένη σχολή. Να ονειρεύεσαι μέσα από την καρδιά σου να γίνεις αρχιτέκτονας ή δικηγόρος ή οπτικός. Άμα κάτι τέτοιο δεν σου συμβαίνει, τότε απλώς χαλάρωσε. Εάν κατά βάθος θα ’θελες να φτιάχνεις μαλλιά ή νύχια ή ακόμα και κοκτέiλ πίσω απ’ τον πάγκο ενός μπαρ, ακολούθησε την κλίση σου. Χίλιες φορές μία ευτυχισμένη -και άρα επιτυχημένη- κομμώτρια, παρά μία γιατρός με το στανιό.
Σε πολλές χώρες του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», σε Ευρώπη, Αμερική και Αυστραλία, θεωρείται αυτονόητο σχεδόν πως τα παιδιά -τελειώνοντας το σχολείο- θα πάρουν έναν χρόνο off, για να ταξιδέψουν, για να απασχοληθούν από εδώ κι από εκεί, για να καταλάβουν τι πραγματικά συμβαίνει γύρω τους και μέσα τους. Μονάχα στην Ελλάδα τα ταξίδια θεωρούνται αναψυχή πολυτελείας και οι ευκαιριακές δουλειές παρηγοριά -και ταπείνωση παράλληλα- για τον άνεργο.
Καλά, μην τρομάζεις! Δεν σου προτείνω να πας στον πατέρα σου, που του ’χουν κόψει τον μισό μισθό, και να του ζητήσεις λεφτά για να γυρίσεις τον κόσμο. Σε πληροφορώ απλώς πως όταν εγώ, το 1985, βαθμολογήθηκα με 12 στην Έκθεση κι έμεινα έξω για ένα μόριο από τη Νομική, κατέβηκα με τον τότε κολλητό μου στον Πειραιά και εκδώσαμε ναυτικά φυλλάδια. Το ότι δεν μπάρκαρα τελικά το θεωρώ προσωπική μου αποτυχία. Κι αν η δουλειά του μούτσου ή του καμαρότου παραμένει καθαρά ανδρική, σίγουρα θα υπάρχουν αντίστοιχες ευκαιρίες για κορίτσια που δεν κωλώνουν να βγουν απ’ την πεπατημένη, να αγνοήσουν τις προκαταλήψεις του περιβάλλοντός τους.
Δεν σε καλώ ντε και καλά να επαναστατήσεις. Δεν σε προτρέπω να εκβιάσεις την περιπέτεια. Σου ενημερώνω απλώς (με το δικαίωμα της πείρας που εγώ έχω, ενώ εσύ στερείσαι) πως η ζωή είναι αδιανόητα μεγάλη και εξαιρετικά απρόβλεπτη. Η τράπουλα θα μοιραστεί πολλές-πολλές φορές, οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι και θα ξαναγίνουν έσχατοι. Ασφαλή σχέδια, σίγουρες επενδύσεις δεν υπάρχουν - το απέδειξε άλλωστε περίτρανα και η κρίση, η οποία μας πήρε και μας σήκωσε, από το 2009. Η μόνη, συνεπώς, πυξίδα που έχει νόημα να συμβουλεύεσαι, βρίσκεται μέσα σου. Όσοι την ακολούθησαν, ακόμα και αν έχασαν, δεν χάθηκαν. Όσοι την αγνόησαν, καταδίκασαν τους εαυτούς τους σε «επιτυχημένες» ίσως πλην σκυφτές ζωές.
Ο Ξενοφών -ο αρχαίος εκείνος συγγραφέας- μας παραδίδει την ιστορία ενός ανθρώπου που όταν τον καταδίκασαν να πιει το κώνειο, το κατέβασε άσπρο πάτο και γλείφοντας τα μουστάκια του, είπε «γεια στα χέρια σου!» στον δήμιό του. «Εκείνο γαρ κρίνω του ανδρός αγαστόν, το -του θανάτου παρεστηκότος- μήτε το φρόνιμον μήτε το παιγνιώδες απολίπειν εκ της ψυχής…». Υποκλίνεται, δηλαδή, μπροστά στον άνδρα που στην πιο δεινή του ώρα διατηρεί τόσο την ψυχραιμία, όσο και το χιούμορ του. Μια αποτυχία στις Πανελλαδικές Εξετάσεις απέχει -στο ορκίζομαι- έτη φωτός από τις δυσκολίες που σου είναι, που είναι σε όλους μας, γραφτές. Κράτα λοιπόν το κέφι σου, φίλα το σαν τα μάτια σου! Μην το ανταλλάξεις με καμία -ενήλικη δήθεν- σοβαρότητα.
Να σε κεράσω ένα παγωτό;
 Χρήστος Χωμενίδης

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Τώρα είναι η στιγμή!

Ο Λέο Μπουσκάλια υπήρξε επίκουρος καθηγητής της κοινωνικής παιδαγωγικής και ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Ιταλικής καταγωγής, αλλά γέννημα και θρέμμα της Καλιφόρνιας. Ήταν γνωστός σε εκατομμύρια ακροατές και θεατές του σε όλη την Αμερική που τον παρακολουθούσαν σε αίθουσες διαλέξεων και τηλεοπτικές εκπομπές. Μέσα από τα μαθήματα διδασκαλίας του ανάπτυξε ένα ειδικό σεμινάριο πάνω στην αγάπη και μέσω αυτής στην αλλαγή της καθημερινής μας συμπεριφοράς. Κατά τη διατύπωσή του "η αγάπη δεν είναι δρόμος, είναι συμμετοχή και μοιρασιά. Το να ζεις με τη φιλοσοφία της αγάπης είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής". Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: "Να ζεις, ν αγαπάς και να μαθαίνεις", "Λεωφορείο 9 για τον Παράδεισο", "Η αγάπη", "Ο δρόμος του Ταύρου", "Η πτώση του φύλλου που το έλεγαν Φρόυντ". Πέθανε το 1998 στα 74 χρόνια του από καρδιακή προσβολή, ανάμεσα στα ξερά φύλλα που τόσο αγαπούσε να σκορπίζει στο σαλόνι του!

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

H πόρνη της παλιάς μας γειτονιάς


IN HOPES THAT YOU WILL DREAM
Αυτή ήταν το μίασμα. Ούτε ο σαράφης που έπαιρνε τις χρυσές βέρες των μεροκαματιάρηδων για δύο ενέσεις πενικιλίνης! Ούτε η μεγαλοκυρία του αρχοντόσπιτου που ξυλοφόρτωνε αλύπητα την παρακόρη της Περσεφόνη. Ούτε βέβαια τ’ αφεντικό του αρχοντόσπιτου που «σορομαδούσε» την Περσεφόνη όταν κοιμόταν η μεγαλοκυρία. Όχι αυτοί, η Βασιλεία ήταν το μίασμα. Γιατί, αυτή έπαιρνε αντίτιμο όταν την «σορομαδούσαν» οι πελάτες στην κάμαρα του Συνοικισμού στη Χρυσομαλλούσα. Ήταν τότε, στα χρόνια της λαϊκής γειτονιάς, των ανθισμένων περιβολιών, αλλά και της χαμένης αθωότητας…
Πελατεία μεγάλη δεν είχε η Βασιλεία. Ήταν κακομούτσουνη, την είχαν πάρει και τα χρόνια… H Βασιλεία, ποτέ δεν μάλωνε με τη γειτονιά, κι ας έφτυναν στο κατόπι της! Περνούσε μακριά από τα κατώφλια των νοικοκυράδων με ψηλά κρατημένο το κεφάλι. Σαν να ‘βλεπε μόνο τις κορφές των δέντρων. Πιο ψηλά δεν θα τολμούσε ν’ ατενίσει… Δεν έσμιγε τα βλέμματα των άλλων η Βασιλεία। Λες κι αν δεν έβλεπε, δεν θα την έβλεπαν κιόλας। Kαι μόνο σαν τύχαινε ξώφαλτσα ν’ ανταμώσεις τα μάτια της, σ’ έπιανε ένα σύγκρυο αλλιώτικο και δεν ήξερες από πού να φύγεις.
Θυμάμαι εκείνα τα μάτια με τους μελανιασμένους κύκλους ολόγυρα. Είχαν κάτι σαν ικεσία, σαν περαστική λάμψη αγνότητας. Kάτι, σαν άφωνο πόνο δαρμένου σκυλιού. Kάτι σαν βουβό «κατηγορώ», σαν γροθιά που σ’ έβρισκε στο στομάχι και πονούσες μέχρι βαθιά στη… συνείδηση! Ίσως γι’αυτό την υπερασπίστηκε σε δίκη μιά φορά ο σπουδαίος δικηγόρος Γεώργιος Βογιατζής। Για το βουβό «κατηγορώ» ίσως. Για το πόνο του δαρμένου σκυλιού στα μάτια της… «Μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα σου…».
Oι «παντοθειές» της γειτονιάς η κυρα-Σοφία και η κυρα-Σταυρίτσα έλεγαν πως η Βασιλεία κάνει και ψυχικά, πως η χήρα του μεθύστακα με τ’ ορφανό τη Βαγγελούδα ζούσαν, γιατί η πόρνη φρόντιζε। Kαι πως σαν πήρε φωτιά ο παλιόπυργος της φαμελίτισσας οικογένειας κι απομείναν στο δρόμο, η πόρνη πάλι έστειλε παπλώματα και προικιά για τα κορίτσια και θέλησε να μην μαθευτεί το χερικό. Kι άλλα: πως άφηνε νύχτα καντήλια χρυσά στην Παναγιά τη Χρυσομαλλούσα, πως ξεθάβαν με δικά της έξοδα ξεχασμένους παρακατιανούς, τους έκανε και κασάκια με τ’ όνομά τους απ’ έξω. Έτσι λέγαν πως ήταν η Βασιλεία, εκείνοι που ξέραν. Εγώ μόνο ξέρω –το θυμάμαι σαν όνειρο, σαν παραμύθι τάχα– πως πίσω από το θολό τζάμι της στενής της πόρτας με το ξεθωριασμένο κουρτινάκι, έβλεπα όλα τα χρόνια της παιδικής μου ζωής, ένα καντήλι πάντα αναμμένο. Κρεμόταν από το χαμηλό ταβάνι, μπροστά σ’ ένα και μοναδικό εικόνισμα κάποιας θλιμμένης Παναγιάς.
Eκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή στις Ώρες, η Βασιλεία τόλμησε το παράτολμο. Έφερε στην εκκλησιά ένα στεφάνι καμωμένο από ροζ μαγιάτικα τριαντάφυλλα και μωβ βιολέτες κι ένα χαρτί γεμάτο σπιτικό μοσχολίβανο. Ήταν τα δώρα της για τον Eσταυρωμένο. Μισοκρύφτηκε πίσω από τ’ ανθισμένα φλάμπουρα της εκκλησιάς κι έδωσε σ’ εμάς τα παιδιά τα φτωχά της δώρα. «Για τον Επιτάφιο –είπε– δώστε τα στον επίτροπο». Δεν χρειάστηκε, εκείνος είχε δει. Αφηνιασμένος θαρρείς ο «ευσεβής» τούτος, άρπαξε το στεφάνι της Βασιλείας, το πέταξε στο χώμα και το τσαλαπάτησε με λύσσα. Και το μοσχολίβανο την ίδια τύχη είχε. «Mην σε ξαναδώ –ούρλιαξε– παλιοβρώμα κοντά στην εκκλησιά θα σου ξυρίσω το κεφάλι…».
Tο ίδιο βράδυ, ο Επιτάφιος ανέβαινε τη Xρυσομαλλούσης με το πιστό ποίμνιο ν’ ακολουθεί: «Aι γενεαί πάσαι» ήταν εκεί, εκτός από τη Βασιλεία. Εκεί, στο ανηφοράκι της Αδαίου, κρυμμένη μες το σκοτάδι, πεσμένη στα γόνατα ήταν η πόρνη. Έκλαιγε, σερνόταν μες τη σκόνη, τα μαύρα μαλλιά της δεμένα μέσα στο πένθιμο μαντήλι. Παιδί εγώ και κοίταξα. Δεν με γελούσαν τα μάτια μου, είδα κι άκουσα… Mα να ‘ταν η Βασιλεία, τούτη η μαυροφορούσα ή μην ήταν η Μαγδαληνή;
Tο βράδυ στ’ όνειρό μου, στο ξύπνιο μου, τι να ‘ταν άραγε, δεν το ξεδιάλυνα ποτέ। Σα να μου φάνηκε πως από το κουβούκλιο του Επιταφίου σηκώθηκε ένας ολοφώτεινος Χριστός με το στεφάνι της Βασιλείας ολόγυρα στο μέτωπο। Eκείνο που ποδοπάτησε ο επίτροπος. Kαι πως πήγε κοντά στη γονατισμένη πόρνη. Mόνος Eκείνος απ’ το πλήθος. Μήπως και στην επίγεια ζωή του έτσι δεν έκανε; Mα πάλι παιδί ήμουν, ποιος παίρνει στα σοβαρά τα «νείρατα» των παιδιών; Πολλά χρόνια μετά, έμαθα πως η Βασιλεία πέθανε μια Μεγάλη Πέμπτη. Tην κηδέψανε θέλοντας και μη Μεγάλη Παρασκευή, μαζί μ’ Eκείνον!
  Μηθυμναίος

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Οι Έλληνες λένε: «Γίνε ένας από εμάς»!

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο συρτάκι και ωραίες παραλίες, νησιά και… mousaka! Είναι όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμα, όπως υποστηρίζουν επιτυχημένα οι «Tambula Rasa», μια ομάδα νεαρών παιδιών που βρήκαν, συνέθεσαν και παρουσιάζουν γιατί ου ξένοι πρέπει να γίνουν «ένας από εμάς». Με τον τίτλο «Be one of us, Hellas», το βίντεο που θα δείτε στη συνέχεια θα σας κάνει να καταλάβετε ότι αυτό που δεν έχετε δει από την Ελλάδα είναι το καλύτερο…
perierga.gr - Οι Έλληνες λένε στον κόσμο: "Γίνε ένας από εμάς!"
Γιατί
… έχετε κοιτάξει τον ήλιο στα μάτια;
…έχετε φάει ποτέ από ένα πιάτο;
… έχετε νιώσει ποτέ την άμμο στα πόδια σας;
…έχετε δοκιμάσει ποτέ υποβρύχιο;
… έχετε πάει ποτέ σε ένα νησί με τα πόδια;
… έχετε ρίξει ποτέ τζατζίκι στην μπλούζα σας
… έχετε ποτέ νιώσει το αληθινό γαλάζιο;
… αυτό είμαστε και έτσι ζούμε … γίνε ένας από μας…


Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Το νόημα του Σταυρού και της Ανάστασης του Χριστού





Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου π. Ιεροθέου


...Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μιλούμε για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού συνδεδεμένο με την Ανάστασή Του. Γιατί Σταυρός χωρίς την Ανάσταση είναι μια σκληρή και αδήριτη πραγματικότητα, και Ανάσταση χωρίς τον Σταυρό είναι μια ψεύτικη και συναισθηματική κατάσταση. Όταν κάνουμε λόγο για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, δεν το εννοούμε αφηρημένα και στοχαστικά, αλλά για την απαλλαγή του ανθρώπου από την τυραννία και την φρικτή φυλακή του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου. Με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ο Χριστός νίκησε τον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο, και έτσι μας έδωσε την δυνατότητα να υπερβούμε και εμείς τους τρεις αυτούς εχθρούς. Κυρίως πρέπει να σημειώσουμε ότι με την θυσία του Χριστού και την Ανάστασή Του μπορούμε να υπερβούμε την θνητότητα και την κτιστότητά μας. Από την ημέρα που γεννιόμαστε έχουμε μέσα στην βιολογική μας ύπαρξη τον θάνατο, που εκδηλώνεται με πολλές μορφές, όπως με την ασθένεια, την φθορά του σώματος, τις ανασφάλειες, την αύξηση της ηλικίας, τα πάθη της αυτοσυντηρήσεως, της φιλαργυρίας κλπ. Όλοι οι άνθρωποι περνούν στην ζωή τους την διαδικασία του θανάτου. Το παιδί στην ηλικία των 8-10 ετών καταλαβαίνει ότι ο θάνατος είναι μη αναστρέψιμο γεγονός. Ο έφηβος βλέπει την βασανιστικότητα του θανάτου. Ο μεσήλικας βλέπει τα χρόνια να περνούν χωρίς σκοπό και νόημα, και ο συνταξιούχος περνά μια τρομερή κρίση, πορευόμενος προς τον θάνατο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τον τονισμό της Ανάστασης, δίνει μια διέξοδο στο υπαρξιακό κενό του ανθρώπου.

-Πώς μπορούμε ως Ορθόδοξοι να κατανοήσουμε το νόημα της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Κυρίου;

Η απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση δείχνει κάπως πώς μπορούμε να κατανοήσουμε υπαρξιακά τα μεγάλα αυτά γεγονότα. Εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι ότι μπορεί κανείς με διάφορους τρόπους να προσεγγίση αυτά τα γεγονότα. Μια προσέγγιση είναι η λογική και ιστορική επεξεργασία, να διαβάση κανείς για το πώς εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα αυτά. Μια άλλη είναι να τα πλησιάση συναισθηματικά, να δη, δηλαδή, τον πόνο και την οδύνη του Χριστού. Μια άλλη προσέγγιση είναι να συμμετάσχη σε όλη την διαδικασία των ηθών και εθίμων, να τα ζήση, δηλαδή, φολκλορικά, γιατί έτσι ικανοποιούνται και τα παιδικά βιώματα. Η Εκκλησία όμως με την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επιδιώκει να βοηθήση τον άνθρωπο να τα προσεγγίση υπαρξιακά. Μια θεολογία που δεν έχει σχέση με την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου, και την απαλλαγή του από αυτήν, δεν έχει καμμία αξία και σημασία. Το να δη κανείς το πρόβλημα του θανάτου μέσα στην ύπαρξή του, όπως εκδηλώνεται με την τυραννία των παθών, και να επιδιώκη να το θεραπεύση με την μετάνοια, που είναι αλλαγή του νού και του τρόπου ζωής, είναι μέθεξη του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού.

Τα συναισθήματα που επικρατούν στα διαδραματιζόμενα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος είναι σύμμεικτα. Ο πόνος συμβαδίζει με την χαρά, η ραθυμία με την εγρήγορση, η αμαρτία με την συγχώρηση, η προδοσία με την αγάπη, η πτώση με την λύτρωση, ο θάνατος με την Ανάσταση. Πιστεύετε ότι αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αποτελούν για τον σύγχρονο κόσμο και ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους μια πρόκληση;

Κατ’ αρχάς να σάς πω ότι μέσα στην Εκκλησία διδασκόμαστε για το πώς τα συναισθήματα μετατρέπονται σε βαθειά πνευματικά βιώματα. Γιατί, όπως γνωρίζετε, υπάρχει διαφορά μεταξύ αισθημάτων και συναισθημάτων. Τα πρώτα είναι βαθειές πνευματικές υπαρξιακές καταστάσεις, ενώ τα δεύτερα (συναισθήματα) είναι επιφανειακές ευχαριστήσεις.

Πράγματι, αυτές οι αντιθέσεις μεταξύ πόνου και χαράς, ραθυμίας και εγρήγορσης, αμαρτίας και συγχώρησης κλπ. αποτελούν τρομερή πρόκληση. Συνήθως οι άνθρωποι και μάλιστα οι νέοι άνθρωποι πορεύονται έναν μονόδρομο, αποτελούν το λεγόμενο μονοδιάστατο άνθρωπο. Θέλω να πω ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι συνήθως πονεμένοι και προδομένοι, αισθάνονται αποτυχημένοι στην ζωή. Είναι φοβερό να αισθάνεται ο νέος άνθρωπος μόνος, θλιμμένος, πονεμένος, απαράκλητος και απαρηγόρητος, να αισθάνεται το καταθλιπτικό βάρος της αμαρτίας, να βιώνη το αδιέξοδο στην ζωή του. Και όμως η Εκκλησία μας δείχνει τον δρόμο για την υπέρβαση του αδιεξόδου, με την υπόδειξη της διεξόδου. Σήμερα χρειαζόμαστε παρηγοριά, παράκληση, ελπίδα. Και ο Θεός συνιστά: “παρακαλείτε, παρακαλείτε τον λαόν μου”. Μέσα από την προοπτική της παράκλησης και παρηγοριάς βλέπω τα γεγονότα της Μ. Εβδομάδας και του Πάσχα. Να βλέπης την πόρνη γυναίκα να γίνεται αμέσως σώφρων, αφού αγάπησε τον Χριστό. Να βλέπης τον ληστή, τον εγκληματία, να γίνεται πρώτος πολίτης του Παραδείσου. Να βλέπης τον μαθητή που αρνήθηκε τον Χριστό να γίνεται Πρωτοκορυφαίος Απόστολος. Δεν είναι μεγάλη παρηγοριά;

-Πώς θα παρουσιάζατε εν συντομία τα δρώμενα του θείου δράματος;

Αν διαβάση κανείς το συναξάριο της κάθε ημέρας θα δη αναλυτικά τί εορτάζουμε κάθε ημέρα της Εβδομάδος. Αν μπορούσα να κάνω μια σύντομη ανάλυση, θα έλεγα ότι όλα τα γεγονότα δείχνουν δύο πραγματικότητες - αλήθειες. Η μία την επιθετικότητα και το μίσος του ανθρώπου προς την αλήθεια. Και η άλλη την “επιθετικότητα” της αλήθειας και της αγάπης προς το μίσος. Όπως έλεγε παλαιότερα ο αείμνηστος π. Ιουστίνος Πόποβιτς, ο άνθρωπος καταδίκασε τον Θεό στον θάνατο και ο Θεός “κατεδίκασε” τον άνθρωπο στην αθανασία. Πάντοτε το μίσος και η ανασφαλής επιθετικότητα δείχνει αδυναμία, ενώ η αγάπη και η εκούσια σταύρωση φανερώνει την δύναμη του πνεύματος. Οι άνθρωποι σήμερα βλέπουν παντού εχθρούς και αισθάνονται τον διπλανό τους σαν απειλή για την ύπαρξή τους. Ο Χριστός μας έδειξε ότι ο εχθρός δεν βρίσκεται απλώς έξω από μάς, αλλά μέσα μας είναι η τραυματισμένη ελευθερία μας που λειτουργεί ως μηδέν και όχι ως αγάπη, καθώς επίσης μας δίδαξε ότι η παρουσία του άλλου δεν είναι απειλή για την ύπαρξή μας, αλλά “προφητικό γεγονός”, αφού ο άλλος είναι ο αδελφός μας, η χαρά μας. Ο Σάτρ έλεγε: “Οι άλλοι είναι η κόλασή μου”. Οι άγιοι, κατά το πρότυπο του Χριστού, αναφωνούν: “Χριστός ανέστη, χαρά μου”.

-Ποιό είναι το μήνυμα που εκπορεύεται από το κενό μνημείο του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο της τηλοψίας;

Ζούμε σε μια εποχή πληροφορίας και πληροφορικής, στην οποία εποχή σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η τηλοψία ή τηλεόραση. Παρά ταύτα όμως ζούμε σε εποχή παραπληροφορίας και παραπληροφόρησης. Μαθαίνουμε πολλά νέα που γίνονται στον κόσμο, αγνοώντας το μεγαλύτερο νέο, την ουσία των πραγμάτων.

Ο Henry David Thoreau, αναφερόμενος στην πληροφόρηση της εποχής του (1854), έλεγε ότι οι εφημερίδες δεν προσφέρουν “τίποτε το νέο”. Υπογράμμιζε ότι αν διαβάση κανείς ένα περιστατικό, μια ληστεία, έναν φόνο κλπ., δεν χρειάζεται να διαβάση άλλο. “Αν γνωρίζετε την γενική αρχή, τί σάς νοιάζουν οι μύριες περιπτώσεις και εφαρμογές της; Για έναν φιλόσοφο όλα τα νέα, όπως λέγονται, είναι κουτσομπολιό, κι αυτοί που τα συντάσσουν και τα διαβάζουν είναι γριές κυρίες την ώρα του τσαγιού”. Ο Walter Benjamin (1938) κάνει λόγο για το ότι η σύγχρονη πληροφορία είναι στην πραγματικότητα “σύντομη ασύνδετη πληροφορία”. Και γράφει χαρακτηριστικά: “Η ιστορία της πληροφορίας δύσκολα μπορεί να γραφή χωριστά από την ιστορία της διαφθοράς του τόπου”. Πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για την σύγχρονη πληροφορική!

Όμως, ο κενός τάφος του Θεανθρώπου προσφέρει την παλαιά αλλά πάντα καινούρια πληροφορία, ότι νικήθηκε ο θάνατος, ότι η πραγματική ζωή ξεπετιέται από τον θάνατο, την κένωση, την θυσία και προσφορά. Μάλλον καλύτερα μπορώ να πω ότι ο κενός τάφος του Χριστού δεν προσφέρει πληροφορία, έστω την καλύτερη, αλλά την ζωή που νικά τον θάνατο.

Η τηλοψία ακόμη μπορεί να λειτουργή με το κτιστό φως και κάνει τον άνθρωπο να γνωρίζη την επιφάνεια, αλλά ο κενός τάφος του Χριστού μας δείχνει το άκτιστο Φώς, που φωτίζει και το σκοτάδι του Άδη και γεμίζει με φως όλη την κτίση. Έτσι, ενώ οι δίαυλοι της πληροφορίας ικανοποιούν τις αισθήσεις, ο κενός τάφος του Χριστού αναπαύει τις πνευματικές αισθήσεις, φανερώνει την ζωή, την πέρα των αισθήσεων.

-Πιστεύετε ότι ο σύγχρονος κόσμος μπορεί να φθάση στην πραγμάτωση της Αναστάσεως; Ποιο το μήνυμα που θα θέλατε ως Ιεράρχης να αποστείλετε προς τους νέους;

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δείχνουν το στίγμα του πνεύματος που θέλω να περάσω μέσα από την συνέντευξη αυτή. Εκείνο που θα ήθελα να υπογραμμίσω ιδιαιτέρως είναι ότι υπάρχει μια επανάσταση που γίνεται με το μίσος και τις ενέργειες του θηρίου της Αποκαλύψεως και υπάρχει μια Ανάσταση που γίνεται με την αγάπη και τις ενέργειες του Αρνίου της Αποκαλύψεως. Ο Χριστός με την Ανάστασή Του έκανε την μεγαλύτερη επανάσταση μέσα στην ιστορία. Η κάθε επανάσταση δεν είναι ούτε οδηγεί στην Ανάσταση, αλλά η Ανάσταση εν Χριστώ Ιησού είναι η αληθινή επανάσταση, από την άποψη ότι η λέξη επανάσταση προέρχεται από το ρήμα επανίστημι και δείχνει την επάνοδο του ανθρώπου στο πρωτόκτιστο κάλλος, την επαναφορά του ανθρώπου στην προηγουμένη του δόξα, την ανάστασή του από την πτώση.

Ο Χριστός θυσιάστηκε και αναστήθηκε όχι για να κάνη μερικές θεαματικές ενέργειες για προσωπική του εξύψωση και δόξα, αλλά για να γίνη το φάρμακο για τον άνθρωπο. Όταν βρίσκεται ένα φάρμακο για μια αρρώστια, τότε χαιρόμαστε γιατί ο κάθε άρρωστος μπορεί να ιατρευτή. Έτσι, ο Χριστός με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, έγινε το ισχυρότερο φάρμακο, “τό φάρμακο της αθανασίας”. Όλοι εμείς που κυριαρχούμαστε από τον θάνατο μπορούμε να απαλλαγούμε από την δυναστεία του και να ζήσουμε την Ανάσταση. Αυτό το έζησαν όλοι οι άγιοι, επομένως μπορούμε και εμείς.

Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι το βιβλίο της Αποκαλύψεως δείχνει τις ενέργειες του Αντιχρίστου, αλλά και την δόξα του Χριστού, το χάραγμα του θηρίου, αλλά και το σφράγισμα του Αρνίου, την κακότητα του θηρίου, αλλά και την αγάπη του Αρνίου, τους ανθρώπους του θηρίου, αλλά και τους ανθρώπους του Αρνίου, την καταστροφή της κτίσεως, αλλά και την ανακαίνιση της κτίσεως. Το τέλος της Αποκαλύψεως είναι η θριαμβευτική νίκη του Χριστού πάνω στον Αντίχριστο, ο καινός ουρανός και η καινή γη. Και οι νέοι άνθρωποι μόνο με τον νέο Χριστό, που καινοποιεί τα πάντα και αφθαρτίζει τα πάντα μπορούν να παραμείνουν πάντοτε νέοι, στην ζωή, το φρόνημα και την όλη τους ύπαρξη.


Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Συγ­χώ­ρε­ση και Α­γά­πη, ο δρό­μος προς την Α­νά­στα­ση.



Η συγ­χώ­ρε­ση εί­ναι η αρ­χι­κή έκ­φρα­ση της α­γά­πης, το πρώ­το ά­νοιγ­μα της αγ­κα­λιάς μας για να δε­χτού­με μέ­σα της, ό­λον τον κό­σμο. Το να α­γα­πά­με εί­ναι μια γι­ορ­τή συ­νάν­τη­σης, η δια­ρκής ευ­και­ρί­α μας να συμ­με­τέ­χου­με στη ζω­ή ευ­χα­ρι­στια­κά, αλ­λά και δι­καί­ω­μα α­κα­τά­λυ­το, που κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να μας το στε­ρή­σει. Το μο­να­δι­κό εμ­πό­διο εί­ναι ο α­νώ­ρι­μος ε­αυ­τός μας.


Μέ­σα στην α­γά­πη ό­μως, ω­ρι­μά­ζει και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται ο άν­θρω­πος. Γι’ αυ­τό και η συγ­χώ­ρε­ση, εί­ναι κι έ­να ξε­κί­νη­μα για την ω­ρι­μό­τη­τα. Μέ­σα α­πό αυ­τή τη δι­α­δι­κα­σί­α και ε­νώ συν­δι­α­λέ­γε­ται κα­νείς με τη συ­νεί­δη­ση του, α­πο­κτά ον­τό­τη­τα, ε­νι­σχύ­ει με δι­αλ­λα­κτι­κό­τη­τα την προ­σω­πι­κό­τη­τα του, μα­θαί­νει να α­πευ­θύ­νε­ται με προ­σή­νεια στους άλ­λους“, κα­λών­τας τους, κοι­νω­νούς και μέ­το­χους στη ζω­ή του.


Το να βρε­θείς στον ί­διο χώ­ρο με έ­να άλ­λο πρό­σω­πο (συγ-χώ­ρε­ση), ε­ξαρ­τά­ται α­πό τη βού­λη­ση και των δυ­ο. Ο κα­θέ­νας ό­μως, πρέ­πει να προ­ε­τοι­μά­σει κα­τάλ­λη­λα τον δι­κό του χώ­ρο, για μια υ­πο­δο­χή ει­λι­κρι­νή, ευ­πρε­πή και ε­ορ­τα­στι­κή. Και βέ­βαι­α ο μό­νος δι­κός μας χώ­ρος εί­ναι η καρ­διά μας. Συγ­χω­ρώ λοι­πόν, ση­μαί­νει θέ­λω, δέ­χο­μαι, μοι­ρά­ζο­μαι τον χώ­ρο της καρ­διάς μου, δη­λα­δή α­γα­πώ.

                                                     

Δεν ζη­τού­με συγ­γνώ­μη, ού­τε συγ­χω­ρού­με, για να μεί­νου­με πά­λι μό­νοι. Στη μο­να­ξιά δεν υ­πάρ­χει ε­ορ­τα­σμός. Μοι­ρα­ζό­μα­στε τα αι­σθή­μα­τα μας με τους άλ­λους, για να τους έ­χου­με πάν­τα μα­ζί μας. Ό­λους, χω­ρίς δι­α­κρί­σεις. Με προ­τι­μή­σεις, αλ­λά χω­ρίς ε­ξαι­ρέ­σεις. Με αρ­χή, αλ­λά χω­ρίς τέ­λος.  


Η α­γά­πη ξε­κι­νά α­πό τη συγ­γνώ­μη, ό­πως και η Σα­ρα­κο­στή με τον κυ­ρι­α­κά­τι­κο ε­σπε­ρι­νό της Τυ­ρι­νής και κο­ρυ­φώ­νε­ται με τη θυ­σί­α, σαν την πο­ρεί­α προς τον Γολ­γο­θά και την Σταύ­ρω­ση. Η γνη­σι­ό­τη­τα της α­γά­πης ό­μως, εί­ναι η δυ­να­τό­τη­τα της να θρι­αμ­βεύ­ει πέ­ρα α­πό τη θυ­σί­α, πέ­ρα α­πό τον θά­να­το, στην α­να­στά­σι­μη ζω­ή του σώ­μα­τος του Χρι­στού.


Με τον Ε­σπε­ρι­νό (ή την Α­κο­λου­θί­α) της Α­γά­πης, α­νή­με­ρα το Πά­σχα, η Εκ­κλη­σί­α ε­ορ­τά­ζει και βι­ώ­νει αυ­τό το γε­γο­νός της πλη­ρό­τη­τας της θε­ϊ­κής προ­σφο­ράς, που ε­νέ­χει το α­πό­λυ­το της θε­ό­τη­τας. Δεν μπο­ρείς να α­γα­πάς λί­γο, ε­πι­λε­κτι­κά, πε­ρι­στα­σια­κά ή υ­πό ό­ρους. Η α­γά­πη εί­ναι πο­τα­μός ορ­μη­τι­κός και φλό­γα, που η α­λή­θεια της συγ­κλο­νί­ζει και η ε­λευ­θε­ρί­α της συ­ναρ­πά­ζει.


***


Ο Χρι­στός, μας ο­δη­γεί στον δρό­μο της α­λή­θειας και της ε­λευ­θε­ρί­ας: «Ε­άν α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, α­φή­σει και υ­μίν ο πα­τήρ υ­μών ο ου­ρά­νιος· ε­άν δε μη α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών, ου­δέ ο πα­τήρ υ­μών α­φή­σει τα πα­ρα­πτώ­μα­τα υ­μών» (Μτ. 6, 14-15).


Η δι­α­τύ­πω­ση εί­ναι σα­φής, ε­πί­πε­δη και ε­πο­μέ­νως σκλη­ρή. «Αν συγ­χω­ρή­σε­τε τους άλ­λους, θα σας συγ­χω­ρή­σει κι ε­σάς ο Θε­ός, αν δεν τους συγ­χω­ρή­σε­τε, ού­τε ο Θε­ός θα συγ­χω­ρή­σει ε­σάς». Ό­ποι­ος πα­ρα­μέ­νει στην κο­σμι­κή λο­γι­κή, βρί­σκει δί­και­α τα λό­για αυ­τά. Ό­μως ο Χρι­στός, ήρ­θε να α­πα­λύ­νει τη δι­και­ο­σύ­νη του Νό­μου, να της προσ­δώ­σει την προ­ο­πτι­κή της χά­ρι­τος και του ε­λέ­ους.


Ε­κεί­νος που α­να­γνω­ρί­ζει την έμ­πρα­κτη θυ­σί­α στο βλέμ­μα του Ι­η­σού, δεν βλέ­πει στα λό­για Του το γράμ­μα του Νό­μου, αλ­λά τα προσ­λαμ­βά­νει με τη συγ­χω­ρη­τι­κή γλυ­κύ­τη­τα του βλέμ­μα­τος Του: «αν δέ­χε­στε στην καρ­διά σας τους α­δελ­φούς σας, τό­τε δέ­χε­στε και την α­γά­πη του Πα­τέ­ρα σας· αν κρα­τά­τε κλει­στή την καρ­διά σας στους α­δελ­φούς σας, την κρα­τά­τε κλει­στή και για τον Πα­τέ­ρα σας».


Ο Θε­ός δεν α­σκεί ε­ξου­σί­α, εί­ναι ε­ξου­σί­α και την εκ­φρά­ζει θε­ϊ­κά, με την δυ­να­μι­κή της α­γά­πης Του, που δεν ε­πι­βάλ­λει δε­σμά, αλ­λά δη­μι­ουρ­γεί ε­νερ­γούς δε­σμούς ε­λευ­θε­ρί­ας. O­ι δε­σμοί της ε­νό­τη­τας και τα ό­ρια της ε­λευ­θε­ρί­ας του Πα­ρα­δεί­σου, προσ­δι­ο­ρί­ζουν χω­ρίς να πε­ρι­ο­ρί­ζουν. Η ε­λευ­θε­ρί­α δεν εί­ναι κα­τά­στα­ση, εί­ναι ε­νέρ­γεια με υ­πό­στα­ση, με ε­ξέ­λι­ξη και προ­ο­ρι­σμό. Σαν την κοι­νω­νί­α και την πλη­ρό­τη­τα. Εί­ναι έν­νοι­ες που τεί­νουν στην τε­λεί­ω­ση τους, στο Πρό­σω­πο του Θε­ού.


Η α­νά­δει­ξη της ε­λευ­θε­ρί­ας του αν­θρώ­που, τεκ­μη­ρι­ώ­νε­ται στην Α­νά­στα­ση του Χρι­στού. Κι ε­πει­δή η ε­λευ­θε­ρί­α δεν δι­α­χω­ρί­ζε­ται α­πό την υ­πευ­θυ­νό­τη­τα, ο κα­θέ­νας μας πρέ­πει να α­να­λά­βει ε­λεύ­θε­ρα την ευ­θύ­νη, να ε­πι­δι­ώ­ξει ο ί­διος και να κερ­δί­σει τη σω­τη­ρί­α του, στη συ­νάν­τη­ση του με τον α­να­στη­μέ­νο Χρι­στό.


Το πρό­τυ­πο, η ο­δός, εί­ναι η α­να­μάρ­τη­τη πο­ρεί­α του Χρι­στού στη γη, που α­πο­τε­λεί και την ε­πι­βε­βαί­ω­ση της δυ­να­τό­τη­τας του κά­θε αν­θρώ­που, να υ­περ­βεί τις δε­σμεύ­σεις της ύ­λης και να υ­πο­τά­ξει τους μη­χα­νι­σμούς της στο πνεύ­μα του. Να α­πο­κτή­σει συ­νεί­δη­ση της ο­μοί­ω­σης προς την ει­κό­να του Θε­ού, που φέ­ρει το πρό­σω­πο του.

            

Η συ­νει­δη­τή α­πό­φα­ση να α­κο­λου­θή­σεις τον Ι­η­σού, εί­ναι η α­πό­λυ­τη έκ­φρα­ση της πί­στης στο πρό­σω­πο Του, που φλο­γί­ζει την καρ­διά με α­γά­πη και πυ­ρα­κτώ­νει τον νου με τα­πεί­νω­ση. Μό­νο έ­τσι αλ­λοι­ώ­νε­ται ο άν­θρω­πος στη ζω­ή του.


Ό­ποι­ος το θέ­λει α­λη­θι­νά, μπαί­νει στον Πα­ρά­δει­σο α­πό τώ­ρα. Κό­βον­τας δυ­να­μι­κά τις ε­ξαρ­τή­σεις που τον δε­σμεύ­ουν σε μά­ται­ες κο­σμι­κές α­ξί­ες. Ξε­περ­νών­τας ο­ρι­στι­κά τα συμ­πλέγ­μα­τα και τις α­να­στο­λές της βι­ο­λο­γι­κής του κα­θή­λω­σης, χω­ρίς να κοι­τά­ζει πί­σω. Πα­ρα­κάμ­πτον­τας δη­λα­δή ου­σι­α­στι­κά, τις α­μαρ­τί­ες. 


Η πνευ­μα­τι­κή αλ­λοί­ω­ση και η α­πο­μά­κρυν­ση α­πό την α­μαρ­τί­α, ε­ξα­γνί­ζουν το πρό­σω­πο και το ο­δη­γούν στην α­γι­ο­σύ­νη και τη θέ­ω­ση. Στη κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή,  οι στό­χοι αυ­τοί προ­σεγ­γί­ζον­ται μέ­σα α­πό την προ­σπά­θεια να πα­ρα­μεί­νου­με στα­θε­ροί σε μια πο­ρεί­α βι­ω­μα­τι­κής α­γά­πης, σε ό­λες τις φά­σεις της δι­α­δρο­μής της, ο κα­θέ­νας στον ρό­λο που ο Θε­ός του α­νέ­θε­σε.


***


Για να εν­σω­μα­τω­θείς ε­νερ­γά στην κοι­νω­νί­α του Χρι­στού, πρέ­πει να ε­πι­δι­ώ­ξεις στη ζω­ή σου την α­να­σύν­θε­ση της κα­θα­ρό­τη­τας του προ­σώ­που σου, με Πί­στη, με Α­γά­πη και με Τα­πεί­νω­ση. Ο­τι­δή­πο­τε πα­ρεμ­βαί­νει στη βού­λη­ση σου, με ε­πι­θυ­μί­ες που σ’ εμ­πο­δί­ζουν στην προ­σπά­θεια σου αυ­τή, εί­ναι α­μαρ­τί­α.


Στην ου­σί­α τους, οι τρεις αυ­τές ι­δι­ό­τη­τες α­πει­κο­νί­ζουν τη θεί­α τρι­α­δι­κό­τη­τα και εί­ναι α­δι­ά­σπα­στα ε­νω­μέ­νες. Α­πό ό­ποι­ο μο­νο­πά­τι και να ξε­κι­νή­σεις, θα συ­ναν­τη­θείς τε­λι­κά και με τις τρεις. Για­τί η κα­θε­μί­α ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται, μό­νο στη συ­νύ­παρ­ξη της με τις άλ­λες δύ­ο. Με α­γά­πη και τα­πεί­νω­ση συν­θέ­τεις την πί­στη, με πί­στη και τα­πεί­νω­ση α­να­πτύσ­σεις την α­γά­πη, με πί­στη και α­γά­πη α­να­κα­λύ­πτεις την τα­πεί­νω­ση.


Αν α­δυ­να­τού­με ε­πο­μέ­νως να προ­χω­ρή­σου­με ά­με­σα στη δι­α­δι­κα­σί­α της συγ­χώ­ρε­σης, ώ­στε να πα­ρα­βλέ­ψου­με τα πα­ρα­πτώ­μα­τα των αν­θρώ­πων, ας στρα­φού­με για βο­ή­θεια στον Χρι­στό. Ας προ­σευ­χη­θού­με να πολ­λα­πλα­σιά­σει τους άρ­τους της πί­στης και τους ι­χθείς της τα­πεί­νω­σης στην καρ­διά μας, για να θρα­φεί και να βλα­στή­σει ο σπό­ρος της α­γά­πης.


Το α­να­στη­μέ­νο πρό­σω­πο μας, θα εί­ναι η ε­πέ­κτα­ση της Ου­ρά­νιας Βα­σι­λεί­ας μέ­σα μας. Το να πα­ρα­μέ­νου­με ά­βου­λοι, ψυ­χροί και α­πρό­σω­ποι, αυ­τό εί­ναι α­μαρ­τί­α. Το να πα­ρα­μέ­νου­με α­δι­ά­φο­ροι, σε μια ζω­ή ά­δεια α­πό α­λη­θι­νή χα­ρά. Σε μια ζω­ή χω­ρίς Χρι­στό, χω­ρίς Πα­ρά­δει­σο, ού­τε τώ­ρα, ού­τε με­τά.


Αλ­λά και η α­να­βο­λή για αρ­γό­τε­ρα, εί­ναι μια θα­νά­σι­μη πα­γί­δα. Η συ­νή­θεια εί­ναι το δί­χτυ της και η α­με­ρι­μνη­σί­α το δό­λω­μα της. Σε τί­πο­τα δεν θα δι­α­φέ­ρει το αύ­ριο α­πό το σή­με­ρα. Και ε­νώ δεν γνω­ρί­ζου­με αν θα υ­πάρ­χει αύ­ριο για μας, γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα, πως το κλει­δί της Βα­σι­λεί­ας εί­ναι η συγ­χώ­ρε­ση.


Βλέ­που­με συ­χνά τον α­δελ­φό μας να πα­ρα­παί­ει πνευ­μα­τι­κά α­πό το λά­θος του, να σκλη­ραί­νει η καρ­διά του κι αν­τί να τον στη­ρί­ξου­με, να τον πε­ρι­βάλ­λου­με με τη στορ­γή μας, με τις προ­σευ­χές μας, αν­τί να ταυ­τι­στού­με μα­ζί του σε μια ο­λό­ψυ­χη προ­σπά­θεια α­νόρ­θω­σης του, ταυ­τι­ζό­μα­στε με την ε­νο­χή του, με την πι­κρή γεύ­ση της ε­πι­θε­τι­κό­τη­τας ε­ναν­τί­ον του και α­να­ζη­τού­με ι­κα­νο­ποί­η­ση στην τι­μω­ρί­α του.


Ξε­χνού­με πως στο πρό­σω­πο των α­δελ­φών μας, γί­νε­ται η συ­νάν­τη­ση μας με τον Χρι­στό. Στο πρό­σω­πο των α­δελ­φών μας, που α­δι­α­φο­ρή­σα­με για την ύ­παρ­ξη τους, α­φού πρώ­τα στα­θή­κα­με ά­καμ­πτοι, σκλη­ροί ε­κτι­μη­τές των σφαλ­μά­των τους, αλ­λά και της α­νε­πάρ­κειας τους να αν­τα­πο­κρι­θούν στις δι­κές μας ε­γω­κεν­τρι­κές προσ­δο­κί­ες και α­νάγ­κες.


Η α­γά­πη ό­μως εί­ναι θυ­σί­α που θερ­μαί­νει, συμ­πο­νά και προ­στρέ­χει, δεν κρί­νει, δεν κα­τα­δι­κά­ζει, δεν εγ­κα­τα­λεί­πει. Ο ε­γω­ι­σμός μας εί­ναι που θί­γε­ται, πλη­γώ­νε­ται και μας πα­γώ­νει την καρ­διά. Η α­γά­πη εί­ναι προ­σφο­ρά και ό­χι δο­σο­λη­ψί­α, δεν εί­ναι αν­τα­πο­δο­τι­κή πα­ρο­χή. Τη στιγ­μή που α­πο­μα­κρύ­νου­με τους άλ­λους α­πό κον­τά μας, στε­ρού­με τη χα­ρά της προ­σφο­ράς α­πό τη δι­κή μας καρ­διά. Α­πο­στρέ­φου­με το βλέμ­μα μας α­πό το πρό­σω­πο του α­δελ­φού μας και α­δι­α­φο­ρού­με αν μέ­σα α­πό τα μά­τια του, εί­ναι πάν­το­τε η ει­κό­να του Χρι­στού που μας κοι­τά­ζει.


Στον Πα­ρά­δει­σο υ­πάρ­χει μια θέ­ση που πε­ρι­μέ­νει τον α­δελ­φό μας, αυ­τόν που ε­μείς δεν ε­πι­θυ­μού­με την πα­ρου­σί­α του στη ζω­ή μας. Και α­κρι­βώς δί­πλα του, υ­πάρ­χει μια θέ­ση προ­ο­ρι­σμέ­νη για μας. Ε­κεί δεν υ­πάρ­χουν α­πο­στά­σεις. Γι’ αυ­τό και η θέ­ση μας θα εί­ναι πάν­το­τε δί­πλα του. Η κα­ταλ­λη­λό­τη­τα και η δυ­να­τό­τη­τα μας να ζού­με σε συν­θή­κες Πα­ρα­δεί­σου, ε­πι­κυ­ρώ­νε­ται α­πό ε­μάς, ε­δώ, σή­με­ρα, με την κα­τάρ­γη­ση των α­πο­στά­σε­ων που μας χω­ρί­ζουν.


***


Τις σχέ­σεις μας με τον Θε­ό, με τους αν­θρώ­πους και τον ε­αυ­τό μας, τις προσ­δι­ο­ρί­ζει κα­θα­ρά ο Χρι­στός, μέ­σα στα ί­δια λό­για Του, που α­να­φέ­ρα­με πιο πά­νω: «Ε­άν α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις τα πα­ρα­πτώ­μα­τα αυ­τών... » «Α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις!.. »


Δεν κα­τα­λο­γί­ζει πα­ρα­πτώ­μα­τα στον κα­θέ­να μας με­μο­νω­μέ­να, αλ­λά στους αν­θρώ­πους συ­νο­λι­κά. Και δεν μας κα­λεί να με­τα­νο­ή­σου­με, αλ­λά να συγ­χω­ρέ­σου­με. 

Μας υ­πο­δει­κνύ­ει ό­μως έ­τσι, τη στάθ­μι­ση της θέ­σης μας με­τα­ξύ των αν­θρώ­πων και της σχέ­σης μας μα­ζί τους, ώ­στε να προ­σεγ­γί­σου­με και τα δι­κά μας σφάλ­μα­τα και να συ­ναι­σθαν­θού­με την α­ναγ­και­ό­τη­τα της προ­σω­πι­κής μας με­τά­νοι­ας.


Δεν υ­πάρ­χουν μας λέ­γει, για τον Θε­ό, έ­νο­χοι και θύ­μα­τα, κα­τη­γο­ρού­με­νοι και κρι­τές. Η το­μή στην αν­τί­λη­ψη που ε­πι­κρα­τεί στον κό­σμο μας, εί­ναι τε­ρά­στια. Δεν εί­μα­στε ε­μείς και οι «άλ­λοι». Δεν υ­πάρ­χουν δι­κοί μας και ξέ­νοι, κα­λύ­τε­ροι ή χει­ρό­τε­ροι. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι, λη­στές της ζω­ής μας, με­τέ­χου­με στη ζυ­γα­ριά της Σταυ­ρι­κής Θυ­σί­ας του Γολ­γο­θά.


Και α­νά­με­σα μας ο Χρι­στός. Που πα­ρα­κα­λεί τον Πα­τέ­ρα, ά­φες αυ­τοίς, ουκ οί­δα­σικαι προ­τρέ­πει ε­μάς α­φή­τε τοις αν­θρώ­ποις”. Και μας δι­δά­σκει πώς να προ­σευ­χό­μα­στε στον Πα­τέ­ρα, ά­φες η­μίν τα ο­φει­λή­μα­τα η­μών, ως και η­μείς α­φί­ε­μεν τοις ο­φει­λέ­ταις η­μών”, σαν εκ­πρό­σω­πος ο κα­θέ­νας μας ό­λου του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος.


Μό­νο αυ­τό το ε­λά­χι­στο ζη­τά α­πό μας. Να δε­χθού­με στο βα­σί­λει­ο της καρ­διάς μας, στη ζω­ή μας, τώ­ρα, ό­λους τους αν­θρώ­πους μέ­χρι τον τε­λευ­ταί­ο, για­τί ο τε­λευ­ταί­ος θα εί­ναι Ε­κεί­νος. Τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αλ­λά και τί­πο­τα λι­γό­τε­ρο.


Η σω­τη­ρί­α μας δεν εί­ναι ού­τε πο­σο­τι­κή, ού­τε συγ­κρι­τι­κή, σε σχέ­ση με το πό­σο κα­λοίεί­μα­στε. Η σχέ­ση μας με τον Χρι­στό πρέ­πει να εί­ναι προ­σω­πι­κή, α­φού ο ί­διος εί­ναι και ο Θε­ός που με θεί­α συγ­κα­τά­βα­ση και εγ­κυ­ρό­τη­τα, πι­στο­ποι­εί ξε­χω­ρι­στά τον κα­θέ­να που τον εμ­πι­στεύ­ε­ται.


Δεν έ­χου­με πια α­πέ­ναν­τι μας, ού­τε τους αν­θρώ­πους, ού­τε τον Θε­ό. Εί­μα­στε ε­νω­μέ­νοι και με­τα­ξύ μας και με τον Θε­ό. Ε­λεύ­θε­ροι, α­πό ε­γω­ι­σμούς που α­πο­μο­νώ­νουν και α­πό ε­νο­χές που α­πο­μα­κρύ­νουν, να Τον συ­ναν­τή­σου­με μυ­στη­ρια­κά, στην ά­πει­ρη α­γα­θό­τη­τα με την ο­ποί­α αγ­κα­λιά­ζει ό­λα τα παι­διά Του, α­κό­μα κι ε­μάς τους βα­ρείς στην κα­τα­νό­η­ση, τους χλια­ρούς στη συ­ναί­σθη­ση και αρ­γούς στην αν­τα­πό­κρι­ση μας.


Αυ­τό που φαί­νε­ται δύ­σκο­λο για μας –ο δρό­μος προς την Α­νά­στα­ση-, για τον Χρι­στό εί­ναι ή­δη γε­γο­νός. Αν Τον δε­χθού­με στην καρ­διά μας, εν­σω­μα­τω­νό­μα­στε μα­ζί Του, για­τί με­τέ­χου­με στην Εκ­κλη­σί­α. Α­πο­κτού­με υ­πό­στα­ση, για­τί Τον έ­χου­με κε­φα­λή μας. Α­πο­κτού­με ξα­νά ζω­ή, για­τί Ε­κεί­νος εί­ναι η Ζω­ή και η Α­νά­στα­ση! 
 Μι­χα­ήλ Σ. Ψα­ράς

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

IN THE FOG


Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λόζνιτσα

Σενάριο: Σεργκέι Λόζνιτσα (βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Βασίλι Μπίκοφ, 1987)

Πρωταγωνιστούν: Βλαντιμίρ Σβίρσκιυ, Βλάντισλαβ Αμπάσιν, Σεργκέι Κολέσοφ

Διάρκεια: 127΄

ΒΡΑΒΕΙΟ FIPRESCI ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΑΝΝΩΝ 2012
ΥΠΟΘΕΣΗ 


Δυτικά σύνορα της ΕΣΣΔ, 1942. Η περιοχή είναι υπό γερμανική κατοχή και οι ντόπιοι αντιστασιακοί αντιστέκονται σθεναρά.

Ένα τρένο εκτροχιάζεται κοντά στο χωριό, όπου κατοικεί ο Σσένια, ένας εργαζόμενος στο σιδηρόδρομο, με την οικογένεια του. Αν και αθώος, συλλαμβάνεται μαζί με άλλους σαμποτέρ, αλλά την τελευταία στιγμή ένας γερμανός αξιωματούχος αποφασίζει να τον αφήσει ελεύθερο. Οι φήμες ότι ο Σισένια έγινε προδότης κυκλοφορούν γρήγορα, και οι αντάρτες Μπούροφ και Βόιτικ φτάνουν από το δάσος για να πάρουν εκδίκηση.

Καθώς οι αντάρτες οδηγούν το θύμα τους στο δάσος, πέφτουν σε ενέδρα και ο Σισένια μένει μόνος με τον τραυματισμένο εχθρό του.

Βαθιά στο δάσος, εκεί όπου δεν υπάρχουν φίλοι και εχθροί, εκεί που η γραμμή μεταξύ προδοσίας και ηρωισμού είναι πολύ λεπτή, ο Σισένια αναγκάζεται να πάρει μια ηθική απόφαση υπό ανήθικες συνθήκες.



Η ταινία έλκει την καταγωγή της από τις παλιές επικές ταινίες του σοβιετικού κινηματογράφου, με τους απλοϊκούς, μονοκόμματους ήρωες που δε δίσταζαν να θυσιαστούν για την πατρίδα αναλαμβάνοντας αποστολές ασύλληπτου ηρωισμού. Η μανιχαϊστική αντίληψη που διέτρεχε το σύνολο των ταινιών  εκείνων δεν άφηνε περιθώρια για ηθικά διλήμματα, για εσωτερικές συγκρούσεις ή αμφισβητήσεις της ηθικής ακεραιότητας των σοβιερικών πολιτών και στρατιωτών, που μάχονταν εναντίον των Γερμανών εισβολέων.
Η διαφορά όμως με εκείνες  τις ταινίες είναι ότι το δραματικό στοιχείο δεν πηγάζει από την επαφή των ηρώων με το θάνατο τη στιγμή της εκτέλεσης του καθηκοντος, αλλά από το γεγονός του τραγικού εγκλωβισμού του πρωταγωνιστή σε μια κατάσταση αντικειμενικής  αδυναμίας να αποδείξει  στους συμπατριώτες του ότι δεν είναι καταδότης. 
Ο σκηνοθέτης καθηλώνει τον θεατή με το βασανιστικό ξετύλιγμα μιας πορείας θανάτου μέσα σε ένα υπέροχο αλλά ταυτόχρονα αμείλικτο φυσικό περιβάλλον, κάνοντας ατομικές αναδρομές στα γεγονότα που οδήγησαν σ΄αυτήν την κατάσταση.
Παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα τον τιτάνιο αγώνα  του Σισένια να μεταφέρει εθελοντικά το άψυχο σώμα του παρ΄ολίγον εκτελεστή του προς τη στρατιωτική βάση του, αρχικά απορούμε για την απόρριψη της ιδέας της δραπέτευσης, γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι η απόφαση αυτή είναι συνειδητή.
 Ο Σισένια ελπίζει ότι θα δώσει στους άλλους να καταλάβουν την αθωότητά του και ότι θα τον αφήσουν να επανενταχθεί στην κοινότητα των ομοεθνών του, που του είχε στρέψει την πλάτη θεωρώντας τον συνεργάτη των Γερμανών.
Ζώντας σήμερα στους κόλπους  μιας  κοινωνίας απόλυτα κομφορμιστικής και συμφεροντολογικής, η οποία  αποτελείται από ένα άθροισμα υποκειμένων παντελώς αδιάφορων μεταξύ τους, η στάση του Σισένια μάς καταπλήσσει, διότι μας ξαναθυμίζει με ωμό τρόπο  την ηθική ρήση  που πρότασσαν  συχνά οι γονείς μας, όταν μας τιμωρούσαν για τις σκανδαλιές μας , ότι δηλαδή ο άνθρωπος ζει για να έχει ένα καλό "όνομα" μέσα στην κοινωνία. Χωρίς αυτό το "όνομα" , δηλαδή την κοινωνική αναγνώριση, είναι ένα χαμένο κορμί και δεν έχει νόημα ύπαρξης .

πηγή