Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Γιατί οι Έλληνες δεν μαθαίνουν Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο


Ο βασικός λόγος που τα ελληνόπουλα δεν μαθαίνουν Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο είναι διότι το υπουργείο παραπαιδείας εδώ και δεκαετίες έχει θέσει ως σκοπό του να μην διδάσκεται σωστά η Αρχαία Ελληνική Γλώσσα.

 Η γλώσσα είναι εργαλείο σκέψεως. Όσο πιό πολλές λέξεις χρησιμοποιούμε, όσο πιό αφηρημένες έννοιες συλλαμβάνουμε, όσο πιό καλή σύνταξη προτάσεων οικοδομούμε, τόσο περισσότερο ακονίζουμε την σκέψη μας. Όποιος δεν χρησιμοποιεί σωστά την γλώσσα, δεν μπορεί να μεταφέρει τις σκέψεις του στον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του, δεν μπορεί να ενεργήσει γρήγορα.

 Αυτός μάλλον πρέπει να είναι ο σκοπός του υπουργείου παραπαιδείας για να διδάσκει με τέτοιο βασανιστικό τρόπο την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα στα δύσμοιρα ελληνόπουλα.

 Επιβάλλει στους μαθητές να μαθαίνουν αμέτρητους τύπους, καταλήξεις και κανόνες. Αυτό αποτελεί σαδομαζοχιστική τάση. Μετά 3 χρόνια διδασκαλίας οι Έλληνες μαθητές δεν μπορούν να καταλάβουν τί θέλει να πει ένα απλό Αρχαίο Κείμενο. Και ακόμη χειρότερα: Οι μαθητές δεν μπορούν να γράψουν ένα απλό κείμενο στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, αλλά ούτε και να μιλήσουν Αρχαία Ελληνικά.

 Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο βασικός σκοπός εκμαθήσεως μίας γλώσσης, το να γράφεις, το να σκέφτεσαι και το να μιλάς με αυτή την γλώσσα. Και όχι απλώς να γνωρίζεις τους γραμματικούς κανόνες και το συντακτικό. 

 Γιατί λοιπόν τα ελληνόπουλα δεν μαθαίνουν την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα; Διότι απλούστατα το υπουργείο παραπαιδείας δεν ακολουθεί κανόνες διδασκαλίας που ισχύουν για όσους μαθαίνουν μία ξένη γλώσσα ή κανόνες που ακολουθούνται για τα νήπια.

 Για παράδειγμα όποιος πηγαίνει σε ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών για να μάθει την αγγλική γλώσσα, μετά από 3-4 μαθήματα ο καθηγητής ζητά από τον μαθητή να προφέρει κάποιες λέξεις. Να συντάξει μία απλή πρόταση, πχ «This is a cat». Του ζητά να συντάξει μία μικρή παράγραφο με την χρήση της αγγλικής γλώσσης.

 Δηλαδή από τις πρώτες εβδομάδες ένας καθηγητής ξένων γλωσσών προσπαθεί να χρησιμοποιήσει όλους τους αισθητήρες του εγκεφάλου για να κάνει τον μαθητή να μιλήσει την ξένη γλώσσα. Οι καλοί καθηγητές ξέρουν ότι ο μαθητής πρέπει να διαβάζει δυνατά μία λέξη για να μαθαίνει την προφορά της, να την αντιγράφει σωστά για να μαθαίνει την ορθογραφία της, και να σχηματίζει προτάσεις έτσι ώστε η γλωσσική του μνήμη να συμπλέκει συνεχώς λέξεις με εικόνες για να αρχίσει ο μαθητής να σκέφτεται στην ξένη γλώσσα αντί απλώς να μεταφράζει από την μητρική του γλώσσα το νόημα που θέλει να εκφράσει.

 Άρα το βασικό κλειδί για να μάθουμε μία γλώσσα είναι από την πρώτη ημέρα ει δυνατόν, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε!!! Πότε επιτέλους θα κατανοήσει το υπουργείο παραπαιδείας ότι με την διδασκαλία ατελείωτων συντακτικών και γραμματικών κανόνων δεν πρόκειται ποτέ να μιλήσεις μία γλώσσα;

 Ακόμη και αν κάποιος μαθητής απομνημονεύσει όλους τους γραμματικούς κανόνες η ψυχολογία διδάσκει ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα τους ξεχάσει. Οτιδήποτε δεν χρησιμοποιείς, το ξεχνάς.

 Γιατί δεν σκέπτονται οι κύριοι του υπουργείου παραπαιδείας πώς τα νήπια μαθαίνουν τα Νέα Ελληνικά; Μήπως οι μητέρες στέκονται πάνω από την κούνια τους και αρχίζουν να τους μαθαίνουν τις χρονικές καταλήξεις των ρημάτων; Προφανώς όχι. Αρχίζουν και τους προφέρουν λέξεις τις οποίες τα βρέφη σιγά-σιγά συνδυάζουν στο μυαλό τους με εικόνες, αντικείμενα, μορφασμούς προσώπων κλπ. Τα νήπια δεν καταλαβαίνουν αφηρημένες έννοιες αλλά κατανοούν αντικείμενα όπως τόπι, νερό, μαμά, κούκλα, κ.α.

 Έτσι ακριβώς θα μάθουν και τα ελληνόπουλα τα Αρχαία Ελληνικά, συνδυάζοντας λέξεις με αντικείμενα και εικόνες.

 Στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια εισήλθαν πολλοί ξένοι, νόμιμοι και παράνομοι. Ωρισμένοι από αυτούς έμαθαν τα Νέα Ελληνικά σε πολύ καλό επίπεδο. Πώς τα έμαθαν; Μήπως με την μέθοδο του υπουργείου παραπαιδείας; Μήπως άρχισαν να μαθαίνουν συντακτικό και γραμματική; Ή μήπως η πρώτη λέξη που έμαθαν ήταν «δουλειά»; Οι ξένοι άρχισαν να μαθαίνουν μικρές προτάσεις όπως «θέλω δουλειά», «ψάχνω για σπίτι», «πού είναι το ταχυδρομείο;», «ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ» κλπ. Έτσι άρχισαν οι ξένοι να μαθαίνουν την νεοελληνική γλώσσα.

 Έτσι θα μάθουν και τα ελληνόπουλα την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα. Πρέπει να την μιλήσουν. Αυτό το έγκλημα έχει διαπράξει το υπουργείο παραπαιδείας. Δεν επιβάλλει στο αναλυτικό πρόγραμμα την ΟΜΙΛΙΑ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης μέσα στην σχολική τάξη. Όταν ένας μαθητής αρχίζει να επαναλαμβάνει «τίς βούλεται αγορεύειν;» τότε αρχίζει να μαθαίνει Αρχαία Ελληνικά. Στην αρχή δεν χρειάζεται ανάλυση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος και απαρεμφάτου. Αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, για όσους ενδιαφέρονται.

 Οι περισσότεροι Έλληνες αγρότες είναι αγράμματοι, δεν ξέρουν τί σημαίνει απαρέμφατο, και όμως μιλούν τα Νέα Ελληνικά. Δεν χρειάζονται ατελείωτοι γραμματικοί κανόνες για να μιλήσει κάποιος την Αρχαία Ελληνική. Απαιτείται να την χρησιμοποιεί στην ομιλία του. Απαιτείται η καθημερινή χρήση της Αρχαίας μας Γλώσσης στην οικία, στο σχολείο, στην εργασία. Μικρές προτάσεις στην  αρχή, με απλά νοήματα. 

 Δεν είναι δυνατόν τα νήπια, οι ξένοι που μαθαίνουν Νέα Ελληνικά, και όσοι Έλληνες διδάσκονται ξένες γλώσσες να ακολουθούν αυτή την βασική μέθοδο διδασκαλίας, ενώ οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων να διδάσκωνται ανουσίους γραμματικούς κανόνες, επειδή έτσι αρέσει σε κάποιους ημιμαθείς γραφειοκράτες του υπουργείου παραπαιδείας. Και φυσικά μετά από ένα χρόνο, αφού τελειώσουν το λύκειο, οι μαθητές δεν θυμούνται τίποτε. Και το χειρότερο είναι ότι δεν δύνανται να συντάξουν ούτε μία πρόταση στα Αρχαία Ελληνικά.

 Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι πηγαίνουν να δώσουν εξετάσεις για ένα πτυχίο σε μία ξένη γλώσσα, εκτός από το να διαβάσουν ένα κείμενο και να το αναλύσουν, τους ζητούν να γράψουν ένα κείμενο και να δώσουν μία προφορική συνέντευξη. Όμως αυτό δεν ισχύει στις εξετάσεις για τα Αρχαία Ελληνικά. Επί δεκαετίες δεν ζητείται από τους μαθητές να γράψουν ένα κείμενο στα Αρχαία Ελληνικά ούτε να δώσουν συνέντευξη στα Αρχαία Ελληνικά. Κάτι που το κάνουν όσοι δίνουν εξετάσεις για μία ξένη γλώσσα ακόμη και από το πρώτο τρίμηνο διδασκαλίας.  


Ευρυδίκη Βουτσινά

Φιλόλογος

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Ένα μόλις δολλάριο μπορεί να αλλάξει πολλά!


Ο τίτλος της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Sharon Wright (shesalwayswright.), είναι: Change For A Dollar Is he asking for Change, or is he asking for CHANGE?. Ζητάει λίγα ψιλά(change) ή ζητάει ΑΛΛΑΓΗ (change), μας βάζει να αναρωτηθούμε η ταινία. Το λογοπαίγνιο με τη λέξη change = ψιλά, νομίσματα αλλά και αλλαγή, δεν είναι δυνατό στην ελληνική γλώσσα, αλλά το μήνυμα της ταινίας είναι τόσο δυνατό, που λίγη σημασία έχει η μετάφραση. 
Η ταινία έχει αποσπάσει εκπληκτικές κριτικές, βραβεία αλλά κυρίως την αποδοχή του κοινού.

Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Ψυχοσάββατο πριν την Πεντηκοστή: Η Αγάπη πάνω απ’ όλα εδώ και εκεί…

του Άρη Δαβαράκη  

Η φιλία πάντα μετρούσε για μένα πολύ περισσότερο από τους «δεσμούς αίματος». Φαίνεται πως ο άγριος σπαραγμός που ξέσπασε ανάμεσα στα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς μου όταν πλησίασε η στιγμή να εγκαταλείψουμε την Αλεξάνδρεια (όπου όλοι είχαμε γεννηθεί) άφησε βαθειά σημάδια. Το μεγάλο κακό πήρε φωτιά από τη μεριά της οικογένειας του πατέρα μου, του Μιχάλη, ενός ανθρώπου πραγματικά γλυκύτατου, καλόκαρδου, γενναιόδωρου με την ουσιαστική σημασία της λέξης και χωρίς ίχνος κακίας για κανέναν και για τίποτα. Είχε δυό αδέλφια. Την κατά δύο χρόνια μεγαλύτερη του Άννα,  που ήταν και η νονά μου και η πολυαγαπημένη μου θεία και τον μικρότερό του Θεόδωρο με τον οποίον δεν κατάφερα ποτέ να αποκτήσω ιδιαίτερη σχέση και οικειότητα –αλλά τον αγαπούσα και μ’ αγαπούσε πολύ απλά και φυσιολογικά, σαν γιό του αδερφού του. Οι τρεις τους ήταν παιδιά του Ζαχαρία και της Ελισάβετ, του Σμυρνιού και της Κυκλαδίτισας  (από την Τήνο).
Ίσως το γεγονός πως σήμερα είναι ένα από τα δυό μεγαλύτερα Ψυχοσάββατα της χρονιάς (παραμονή της Πεντηκοστής), με οδηγεί να μιλήσω λίγο για όλους αυτούς τους δικούς μου ανθρώπους που, όλοι, τώρα πια δεν ζουν. Γιατί από μικρό παιδί, μέχρι που ξέσπασαν οι μεγάλες οικογενειακές καταιγίδες όταν εγώ πάλευα με την ήβη μου και τις μεταμορφώσεις της, είχα την σιγουριά πως ζούσα μέσα στην αγκαλιά μια πολύ μεγάλης, πολυπρόσωπης εννοώ, οικογένειας που την συνέδεαν δεσμοί αγάπης πανίσχυροι. Τον παππού Ζαχαρία δεν τον πρόλαβα, είχε πεθάνει όταν γεννήθηκα, η Ελισάβετ όμως, μια προσωπικότητα πραγματικά πολύ ισχυρή, εκτός από τα τρία δικά της παιδιά με τις οικογένειές τους, είχε μαζέψει γύρω της και τα επτά (αγόρια) αδέρφια της με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Ήμασταν αμέτρητοι όλοι αυτοί που τώρα φτερουγίζουνε εκεί που πάνε οι ψυχές όταν εγκαταλείπουνε το σώμα και είχα ένα σωρό θείες και θείους και δεύτερα ξαδέρφια μια ντουζίνα και βάλε και «τρίτα ξαδέρφια» τρείς ντουζίνες και βάλε.
Από τη μεριά της μητέρας μου, της Ιωάννας,  τα πράγματα ήταν πιο απλά και πιο ήσυχα. Οι γονείς της, ο Διονύσης και η Δήμητρα, είχαν πάει στην Αλεξάνδρεια  από την Κέρκυρα νέοι, συνομήλικοι, πολύ ερωτευμένοι και πολύ όμορφοι, στο τέλος του 19ου αιώνα και είχαν κάνει τρία παιδιά. Όταν γεννήθηκα εγώ είχε φύγει και ο Διονύσης και τα δύο αδέρφια της μητέρας μου, η «πρώτη Ιωάννα» που κατάπιε ένα κορόμηλο σε βρεφική ηλικία καθισμένη στον ίσκιο του δέντρου και πνίγηκε και ο Σπύρος που πέθανε από τύφο στα 29 του χρόνια. Είχαν απομείνει η Δήμητρα, η χήρα αδελφή της Ελένη και η μητέρα μου. Οι δυό Κερκυραίες αδελφές ζήσανε μαυροντυμένες μαζί όλα τους τα χρόνια σε ένα ωραίο διαμέρισμα στην Mazarita, πάνω στον σταθμό του τραμ και η Ιωάννα παντρεύτηκε τον κατά δυό χρόνια μεγαλύτερό της Μιχάλη το '52 κι’ έφυγε από το πένθος που επικρατούσε στο σπίτι της Mazarita για να ζήσει τον έρωτά της με τον Μιχάλη.
Κάπου εδώ βραχυκυκλώνεται η ιστορία, με την πολύ κακή σχέση πεθεράς και νύφης που μας ταλαιπώρησε όλους αλλά πιο πολύ απ’ όλους τον Μιχάλη που ζούσε ανάμεσα σε δυό γυναίκες τόσο φορτισμένες ώστε να μην αφήνουνε την αγάπη να κάνει τη δουλειά της και να επουλώσει τις πληγές, μπλεγμένες όπως ήτανε σχεδόν συνέχεια (με μικρά διαλείμματα) σε ασήμαντους αλλά ομηρικούς καυγάδες. Και όταν ήρθε και η στιγμή να τ’ αφήσουμε όλα πίσω, να κλείσουμε τα σπίτια μας και να μετακομίσουμε πίσω στην μαμά-Ελλάδα, τότε πιά ανοίξανε οι ασκοί του Αιόλου και ζήσαμε όλοι σκηνές μεγάλης έντασης και διχόνοιας που, τουλάχιστον εμένα, με σημάδεψαν και με αγρίεψαν πάρα πολύ. Μέσα σ’ αυτό το πραγματικό τσουνάμι της κακής ενέργειας που μας τύλιξε σαν μαύρο πέπλο από παντού, ο θάνατος έκανε πάρτυ. Φύγανε όλοι. Τα δυό μου αγαπημένα πρώτα ξαδέρφια, τα παιδιά της Άννας, ο Γιώργος και ο Ζαχαρίας. Ο πατέρας τους ο Μίμης. Η Άννα. Ο πατέρας μου στα 50 του το '76, η μητέρα μου στα 51 της το '79. Η γιαγιά-Ελισάβετ άφραγκη και χιλιοταλαιπωρημένη. Η γιαγιά-Δήμητρα εδώ, στο Γηροκομείο της Κηφισίας με «αρτηριοσκλήρωση» (αυτό που τώρα λέμε Άλτσχάϊμερ αν δεν κάνω λάθος). Πολλά από τα δεύτερα ξαδέρφια, οι θείοι, οι θείες, τα παιδιά τους. Μόνο ο Θεόδωρος, χωρίς την γυναίκα του την Ελένη που έφυγε κι’ αυτή νωρίς από καρκίνο, σαν την Ιωάννα, ζει ακόμα. Και ο γιός του, ο άλλος μου πρώτος ξάδερφος ο Κωνσταντίνος που (ευτυχώς) δεν πρόλαβε πολλή Αίγυπτο και έφτιαξε εδώ την οικογένειά του – οπότε έχω και δυό ανιψιούς μια χαρά, κι’ ας έχω να τους δώ καμιά δεκαριά χρόνια. Από τους κοντινούς μου συγγενείς που ζούσαμε ζωές παράλληλες και αγαπιόμασταν, δεν έμεινε κανείς.
Αντίθετα τους φίλους που απέκτησα από τη χρονιά που ήρθα στην Ελλάδα, το 1964, μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα, τους έχω πάντα – και ας μην πολυβλεπόμαστε με κάποιους. Γιατί τους φίλους τους διαλέγεις και σε διαλέγουνε και μέσα στα χρόνια χτίζεται η σχέση σας με πραγματικό δόσιμο, με αγάπη καθαρή, χωρίς αγριότητες. Με άλλους δένεσαι περισσότερο και για μια ζωή, με άλλους για κάποιες μεγαλύτερες ή μικρότερες περιόδους, άλλους τους ανακαλύπτεις ξαφνικά και νοιώθεις σαν να προχωράτε για χρόνια μαζί.
Έχω πολύ καλούς φίλους και νοιώθω τεράστια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το δώρο του Θεού που συνεχώς ανανεώνεται. Σήμερα πέρασα το πρωϊ από το γραφείο ενός καινούργιου φίλου και ένοιωσα πόσο βαθιές γίνονται καμιά φορά, σε σύντομο χρόνο, κάποιες φιλίες. Γέμισα καλή ενέργεια κουβεντιάζοντας μ’ αυτόν τον σχετικά καινούργιο πολύ καλό φίλο –και αυτό συνεχίστηκε μιλώντας με τον πιο παλιό μου φίλο που είναι στην Μύκονο για το τριήμερο και τον άλλον φίλο μου που πέρασε μεγάλες ιατρικές περιπέτειες και τώρα αναρρώνει και τον ζω καθημερινά και τον είκοσι χρόνια μικρότερό μου αγαπημένο φίλο με τον οποίον περπατήσαμε μαζί από την Ρηγίλλης ως την πλατεία Κολωνακίου και τις άλλες δυό αγαπημένες μου που είναι στην Μυτιλήνη, τον «κουμπάρο» (το λέμε για πλάκα) και την άλλη αγαπημένη φίλη απ’ τη Θεσσαλονίκη που ζεί στην Αθήνα –και την επίσης πολυαγαπημένη Θεσσαλονικιά φίλη που ζει στην Θεσσαλονίκη και μαγείρευε σήμερα μακαρόνια με γαρίδες γιατί περίμενε φίλους.
Είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος γιατί έχω αληθινούς φίλους –που δεν χωράνε πουθενά. Και είμαι και τυχερός άνθρωπος γιατί εκεί στον κόσμο τον αόρατο είναι πολλές ψυχές που με βοηθάνε και με καθοδηγούν, απαλλαγμένες από τις εντάσεις  και την αγριότητα της επιβίωσης.
Πάω στην αγρυπνία μου για το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής στον άγιο Φίλιππο, να προσευχηθώ και να χαμογελάσω βαθειά μέσα μου σε ζώντες και κεκοιμημένους – για πάντα αγαπημένους. Αυτός ο κόσμος ο δικός μας και ο άλλος ο αόρατος, είναι ένας. Και η αγάπη φτερουγίζει ελεύθερη από εκεί προς τα εδώ και από εδώ προς τα εκεί – γεφυρώνοντας μεγάλες αποστάσεις μεταξύ ανθρώπων που αγαπήθηκαν πολύ –μα η ζωή τάφερε αλλοιώς. πηγή

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

O Εσταυρωμένος του μπαρ

Αλήθειες από τον Νίκο Δήμου
Νίκος ΔήμουΟ  Νίκος Δήμου γενικά εμφανίζεται ως «αντίπαλος» της Εκκλησίας (την οποία, προφανώς, ταυτίζει με το ιερατείο, που, προφανέστερα, το θεωρεί συμμορία εκμεταλλευτών της θρησκοληψίας και δεισιδαιμονίας του λαού) και αγκυλωμένος από ιδεολογικές προκαταλήψεις – αλλά και μια υπεροπτική διάθεση – απέναντι σε διάφορες εκδηλώσεις της χριστιανικής ευσέβειας.

Εδώ όμως τονίζει αλήθειες αποδεκτές από κάθε σοβαρό ορθόδοξο χριστιανό και ομολογεί τον εαυτό του ως χριστιανό, έστω και, όπως γράφει, «αιρετικό».
Ασφαλώς, «αιρετικό» εννοεί κάτι σαν αντίθετο στην υποκρισία και τη θρησκοληψία, δηλ. όχι πραγματικά αιρετικό, άσχετα αν η άποψή του για το Θεό, τον άνθρωπο, την Εκκλησία κ.τ.λ. είναι στην πραγματικότητα αιρετική ή όχι. Το τελευταίο δεν νομίζω πως τον απασχολεί καν, γιατί φαίνεται να μην αποδέχεται ότι στην τοποθέτηση του χριστιανισμού γι' αυτά τα θέματα υπάρχει κάποια αλήθεια. Πιστεύω ότι από το χριστιανισμό έχει κρατήσει μόνο αυτό που αντιλαμβάνεται ως κοινωνικό μήνυμα, απορρίπτοντας ό,τι θεωρεί μεταφυσικό μύθο, όπως τη θεότητα του Χριστού, την ένωση του ανθρώπου με το Θεό και φυσικά την αξία των μυστηρίων της Εκκλησίας. Τέλος πάντων.
Δημοσιεύουμε λοιπόν αυτό το άρθρο, ας μου συγχωρεθεί να πω, όχι για να μάθουμε κάτι καινούργιο, αφού αυτά που επισημαίνει τα λένε αμέτρητοι ορθόδοξοι πνευματικοί διδάσκαλοι, αλλά για να τον συγχαρούμε και να τον καλέσουμε (τον ίδιο και όλους όσοι συμμερίζονται την οπτική του) στην παρέα μας, στο σπίτι μας, στην Εκκλησία. Είμαι βέβαιος ότι κατά βάθος αναζητά τον ίδιο Χριστό, με τον οποίο συνδέονται οι άγιοί μας, όμως δεν ξέρει ότι υπάρχει ή πού θα Τον ανακαλύψει.



Το κείμενο του κ. Νίκου Δήμου (από εδώ):

O Εσταυρωμένος του μπαρ
 photo: Νίκος Δήμου

Η φωτογραφία που συνοδεύει αυτό το άρθρο δεν είναι μοντάζ. Την τράβηξα πριν από χρόνια στην Μύκονο. Σε ένα μπαρ, μία εσοχή περιείχε την εικόνα του Χριστού (με «στέφανο εξ ακανθών», παρακαλώ) και μπροστά της μία σειρά μπουκάλια ποτών, που σχεδόν την έκρυβαν.


Μόλις την είδα, σκέφθηκα: να μία ωραία σχέση με την θρησκεία! Μου θύμισε την πρώτη μου επίσκεψη σε ιερόδουλο. Πάνω από το «κρεβάτι της αμαρτίας», κρεμόταν η εικόνα της Παναγίας.


Παιδί, έβλεπα τις γειτόνισσες να εκκλησιάζονται, να προσκυνούν, να νηστεύουν – αλλά εκτός από αυτά να μην τηρούν καμία από τις ουσιαστικές εντολές του Ιησού τον οποίο θρηνούσαν και στόλιζαν στον Επιτάφιο. Οι πιο θρήσκοι άνδρες της γειτονιάς ήταν τα μεγαλύτερα λαμόγια.


Και ο μπάρμαν της Μυκόνου και η πόρνη της πλατείας Βάθη είχαν μία εργαλειακή σχέση με την θρησκεία. Ήθελαν την βοήθεια και την προστασία της κατά την εξάσκηση του επαγγέλματός τους, άσχετα με το τι ήταν αυτό το επάγγελμα.


Κι αυτοί που συρρέουν να προσκυνήσουν το σκήνωμα της ΑγίαςΒαρβάρας [: ένα λείψανο, όχι το σκήνωμα] ζητάνε επίσης προστασία, παραμυθία και θεραπεία. Αλλά πόσοι από αυτούς είναι πραγματικοί Χριστιανοί; Πόσοι ακολουθούν τη διδασκαλία του Ιησού στην «Επί του Όρους Ομιλία»; Το να πιστεύεις στα θαύματα είναι εύκολο και βολικό – το να γυρίζεις το άλλο μάγουλο όμως;


Άραγε όσοι πάνε το Δεκαπενταύγουστο στην Τήνο ή στην Παναγία Σουμελά, αγαπούν τον πλησίον τους ως εαυτόν;


Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις οι Έλληνες είναι από τους πλέον θρησκευόμενους λαούς. Όμως έχουν μία περίεργη σχέση με την θρησκεία. Πάνω από πνευματική την θεωρούν εθνική υπόθεση – κομμάτι της εθνικής τους ταυτότητας. Αυτό τους παρέχει προνομιούχο προστασία σε καιρούς ανάγκης. (Μέχρι και δικό της Θεό έχει η Ελλάδα). Ζητάνε την παρέμβαση του Αγίου σαν ρουσφέτι.


Αυτό όμως δεν τους οδηγεί στο να διαμορφώσουν τη ζωή τους ακολουθώντας την χριστιανική διδασκαλία.


Και οι υποδοχές «με τιμές αρχηγού κράτους» δεν αποτελούν ένδειξη πίστης, αλλά ένδεια. Φαντάζεστε τον ταπεινό Ιησού, που μπήκε στα Ιεροσόλυμα καβάλα στο γαϊδουράκι – να βρεθεί μπροστά σε μπάντα και άγημα;


Αυτά από έναν αιρετικό χριστιανό – που όμως σέβεται περισσότερο την έντιμη πίστη από όλους εκείνους που την καπηλεύονται.

*****
 
Σκέψεις του αγαπητού αδελφού ιερέα που μας επισήμανε το παραπάνω:

Μην τα ισοπεδώνουμε όλα, εδώ ο Νίκος Δήμου μας αποκαλύπτει μια αλήθεια. Την έλλειψη ενσάρκωσης και μαρτυρίας μέσα στην ζωή. Αναλύει φαινόμενα θρησκόληπτα, που αντί να βγάζουν οσμή ευωδίας βγάζουν δυσωδία.

Έχει χαθεί η λεβεντιά της πνευματικής ζωής, αναζητούμε γέροντες σαν καφετζούδες, συνταγές σωτηρίας και, αντί να δούμε την πνευματική σχέση με τον Χριστό ως σχέση πραγματική, ως ταξίδι ελευθερίας που μας δίνει δυνατότητες μέσα από την ελευθερία, αλλά και την χάρη (του Θεού), τη βλέπουμε τη σχέση ως συναλλαγή. 


Τι έλεγε ο άγιος Πορφύριος: "Πολλοί έρχονται σε μένα και όλο ζητάνε παντρειές, δουλειά, αποκατάσταση οικονομική, το μέλλον, αλλά κανείς δεν έρχεται να ζητήσει πώς θα αγαπήσει τον Χριστό και τον πλησίον".


Κάναμε τον Ορθόδοξο δρόμο προτεσταντική παραφυάδα. Το τάμα, από προσφορά, αγάπη και άνοιγμα, έχει γίνει συναλλαγή και ρουσφέτι. Η Θεία Κοινωνία για το καλό του χρόνου. Ο εκκλησιασμός, αντί να είναι συνάντηση με τον Χριστό και τον συνάνθρωπο, έγινε κουτσομπολιό και χαβαλές. 


Για πολλούς η πίστη είναι αυτοδικαίωση αμαρτιών και, αν πεις έναν λόγο οντολογικό, σε καταγγέλλουν στον Μητρόπολη για αυστηρότητα. 


Θα σταθώ σε μια φράση του κ. Δήμου: "Το να πιστεύεις στα θαύματα είναι εύκολο και βολικό – το να γυρίζεις το άλλο μάγουλο όμως;"

Για μένα μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι η θεραπεία από έναν καρκίνο, αλλά η ΜΕΤΑΝΟΙΑ… Να βλέπεις ανθρώπους η χάρη να τους γυρνάει 360 μοίρες, να παίρνει η ζωή τους τούμπα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα, ένας άνθρωπος από το σκοτάδι να πηγαίνει στο φως. 


Θαύμα δεν είναι μόνο να περιμένεις στην ουρά να προσκυνήσεις την Αγία Βαρβάρα, αλλά ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ είναι να κάνεις το βράδυ γονατιστός στο προσκυνητάρι σου ένα κομποσκοίνι για τον εχθρό σου και να νιώθεις το ρήγμα μέσα σου ότι δεν μπορείς να τον αγαπήσεις… ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ…
πηγή

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

ΤΟ "ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ" ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ


Τι ωραιώθης και τι ηδύνθης, 

αγάπη, εν τρυφαίς σου;
Τούτο μέγεθός σου, 
ωμοιώθης τω φοίνικι, 
και οι μαστοί σου τοις βότρυσιν. 
Είπα αναβήσομαι επί τω φοίνικι, 
κρατήσω των ύψεων αυτού. 
Εγώ τω αδελφιδώ μου, 
και επ’ εμέ η επιστροφή αυτού 
ευώνυμος αυτού υπό την κεφαλήν μου, 
και η δεξιά αυτού περιλήψεταί με. 
Υπό μήλον εξήγειρά σε 
εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου, 
εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσα σε.  
Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, 
ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου 
ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, 
σκληρός ως Άδης ζήλος 
περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, 
φλόγες αυτής. 
Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην, 

και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Γενικές προϋποθέσεις γιά τή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου



( † Μητροπ. Αντωνίου Μπλουμ)
Θα ήθελα να πω λίγα λόγια σχετικά με τον τρόπο ανάγνωσης του Ευαγγελίου. Είναι πολύ σημαντικό να τον γνωρίζουμε προκειμένου να καταπιαστούμε με αυτό. Θα ξεκινήσω δείχνοντας πως μπορεί κάποιος να το διαβάσει όταν είναι μόνος του, στο «ταμιείον» του… Είναι αυτονόητο ότι οφείλω να λάβω υπ’ όψιν το γεγονός ότι πολλοί δεν έχουν το Ευαγγέλιο στα χέρια τους, έτσι ώστε, πριν προχωρήσω στο πρώτο σχόλιο, ν’ αναγνώσω το χωρίο στο οποίο αναφέρομαι.

Η πρώτη προϋπόθεση ώστε ν’ αποκομίσουμε πραγματικά οφέλη από μία τακτική μελέτη του Ευαγγελίου είναι φυσικά να υιοθετήσουμε μία στάση τιμιότητας απέναντί του· δηλαδή να το προσεγγίσουμε με ειλικρίνεια και ευθύτητα, όπως ακριβώς επιχειρούμε να μελετήσουμε την οποιαδήποτε επιστήμη· ν’ απαλλαχτούμε από κάθε μεροληπτική κρίση και μόνο αφού έχει «μιλήσει» μέσα μας το αντικείμενο της μελέτης μας, να προ­σπαθήσουμε να κατανοήσουμε το βαθύτερο νόη­μα του λόγου του. Είναι λοιπόν απαραίτητο ν’ ασχοληθούμε με την ανάγνωση του Ευαγγελίου εντελώς αμερόληπτα, κινούμενοι από μία και μόνη επιθυμία:την ανακάλυψη της αλήθειας, την κατα­νόηση των νοημάτων του λόγου και τη διαμόρφω­ση μιας ακέραιης συνείδησης σαν κι αυτή που οφείλουμε να έχουμε όταν καταπιανόμαστε με την οποιαδήποτε επιστημονική δραστηριότητα.

Αν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο κατ’ αυτό τον τρόπο, με ειλικρίνεια και εντιμότητα, μ’ ανοιχτό μυαλό, χωρίς καμία προκατάληψη, θα φτάσουμε αναπόφευκτα και σε χωρία που θα ξυπνήσουν διάφορες αντιδράσεις στη ψυχή μας. Κάποια σημεία του κειμένου παραμένουν ακατανόητα, σαν να είναι ξένα για μας, μπορούμε να τα κατα­γράψουμε και να τα προσπεράσουμε, συνεχίζο­ντας την ανάγνωση και περιμένοντας τη στιγμή που θα έχουμε ωριμάσει αρκετά, ώστε να διεισδύσουμε καλύτερα στο νόημά τους. Άλλα χωρία είναι δυνατόν να μας δυσαρεστήσουν («Δεν συμ­φωνώ με τούτο το χωρίο, δεν μπορώ να το απο­δεχτώ …»). Μπορεί επίσης να ανακαλύψουμε ότι το Ευαγγέλιο κι ο ίδιος μας ο εαυτός δεν συμφω­νούν πραγματικά. Θα υπάρξουν όμως και ορι­σμένες περικοπές που θ’ αντηχήσουν χωρίς δυσκολία σ’ όλη μας την καρδιά, σ’ όλη μας τη ψυχή, θα υπάρξουν χωρία που θα συγκλονίσουν τον εσωτερικό μας κόσμο, θα μας φανούν τόσο όμορφα, τόσο γεμάτα με νόημα, που θα θέλαμε να φωνάξουμε: Ως «θαυμαστός… ο Κύριος»! Αυτά τα χωρία σημαίνουν ότι ενωνόμαστε με τον Θεό, ότι η προσεκτική μελέτη μάς οδηγεί στα βάθη του Θεού, στη γνώση της ιδίας της ύπαρξής Του, στη διάκριση της φύσης των σκέψεών Του, των συναι­σθημάτων Του, των δεσμών Του μαζί μας.

Τότε λοιπόν ανακαλύπτουμε μέσα μας ένα βάθος για την ύπαρξη του οποίου ήμασταν εντελώς ανυποψίαστοι. Σ’ αυτό το βάθος ο Θεός και εμείς γινόμαστε ένα, κατανοούμε, αγαπάμε, βρισκόμαστε σε αρμονία ο ένας με τον άλλο. Κι όταν συμβαίνει αυτό, ανοιγόμαστε προς τους εαυτούς μας μ’ έναν εντελώς πρωτόγνωρο τρόπο, και αρχίζουμε να γνωρίζουμε και να κατανοούμε τον Θεό. Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση για την ανάγνωση του Ευαγγελίου: να είμαστε έτοιμοι να λειτουργήσουμε χωρίς φόβο, με απόλυτη τιμιότητα και ανοιχτό μυαλό για ό,τι θα συμβεί, για ό,τι θα συνειδητοποιήσουμε, γι’ αυτό που θα πλημμυρίσει τη ψυχή μας με χαρά και ενθουσιασμό, και που θα μας εμπνεύσει τη θεωρία του κάλλους, κι ακόμη περισσότερο, την έμπρακτη εφαρμογή όσων ανακαλύψαμε εν τω Θεώ και εν ημίν μέσα από το Ευαγγέλιο.

Για ν’ αποκομίσουμε κάποιο όφελος από τη μελέτη του Ευαγγελίου, πρέπει να δείξουμε συνέπεια και επιμονή. Όποιος, αφού διάβασε μια περικοπή, αποφανθεί «αυτό το κείμενο δεν μου λέει τίποτε, κατά βάθος δεν μ’ ακούμπησε, δεν άξιζε τον κόπο η μελέτη», εκείνος δεν θα φτάσει ποτέ στο σημείο, ώστε οι λόγοι που ανάβλυσαν από την καρδιά του Θεού να εναρμονιστούν με τη δική του καρδιά.

Όπως είπα στην αρχή, πρέπει να είμαστε προ­ετοιμασμένοι ότι θα πέσουμε και σε χωρία που θα μας φαίνονται ολότελα απόμακρα· άλλα θα μας χτυπήσουν και θα πονέσουμε, ενώ μόνο ένας μικρός αριθμός θα αγγίξει το βάθος του είναι μας. Αν όμως επιμείνουμε στη μελέτη μας, αν στοχα­στούμε έντονα τους λόγους των οποίων γίναμε αποδέκτες, θα καλλιεργήσουμε σιγά-σιγά τη ψυχή μας, θα την προετοιμάσουμε για μία νέα κατανόηση. Μια παραβολή του Ευαγγελίου μάς λέει ότι, όταν ο σποριάς ρίξει το σπόρο του στη γη, ένα μέρος πέφτει στο δρόμο, ένα άλλο μέσα στ’ αγκάθια, ένα ακόμη σε πετρώδες έδαφος και τέλος ένα πέφτει στη γη την αγαθή που έχει τη δυνατότητα να δώσει καρπό. Κάθε μέρα, ο καθέ­νας μας συμβαίνει να μοιάζει με το ένα ή το άλλο, μ’ ένα πετρώδες μονοπάτι, ή με γη αγαθή έτοιμη να δεχτεί τον σπόρο διά του Ευαγγελίου. Και μπορεί σήμερα η μελέτη μας ν’ αποβεί άκαρπη. Αν όμως επιμείνουμε σ’ αυτή, μολονότι είναι αφηρημένη και απρόσεκτη και εμείς δεν επιτρέπουμε να μας διαπεράσει, τότε θα την επαναλάβουμε αύριο, και ξανά την επόμενη μέρα: θα φτάσει η στιγμή που ξαφνικά θα φανεί ότι στην πραγματι­κότητα ο σπόρος έχει πέσει σε τέτοιο βάθος που μας εμποδίζει να παρατηρήσουμε το φύτρωμά του. Και μόνο ύστερα από κάποιο χρονικό διά­στημα, θα συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που μας φαινόταν μακρινό κι ακατανόητο, έχει απότομα αρχίσει ν’ αυξάνει, το λιβάδι πρασινίζει, η σοδιά μεγαλώνει. Κι αυτό είναι το πρώτο σημείο.

Στη συνέχεια, καλούμαστε να διαποτιστούμε από το νόημα του Ευαγγελίου, δηλαδή να βεβαι­ωθούμε ότι διαβάζοντάς το, κατανοούμε ορθά το γραφόμενο. Αν μια περικοπή μάς φαίνεται ακατανόητη, γιατί υπάρχουν λέξεις ξένες ή παρωχημένες για μας, οφείλουμε να καταβάλουμε προ­σπάθεια για να συλλάβουμε το νόημά της, να καταφύγουμε σ’ ένα λεξικό ή να ζητήσουμε τη βοήθεια κάποιου. Η ουσία είναι να ορίσουμε ορθά τη σημασία τους, γιατί στον βαθμό που θα τις κατανοήσουμε σε βάθος, θ’ αγγίξουν το εσωτερικό της ύπαρξής μας, αλλιώς θα παραμείνουν στην επιφάνεια.

Τακτική ανάγνωση του Ευαγγελίου επιβάλλεται για όλους. Το καλύτερο είναι να το διαβά­ζουμε το πρωί, όταν οι σκέψεις δεν έχουν ακόμη σκορπίσει. Για να γίνει όμως αυτό, δεν αρκεί να πάρουμε το βιβλίο, να καθίσουμε, και να περιμένουμε να ξεκινήσουμε. Πρέπει να σταθούμε ενώ­πιον του Θεού και να πούμε: «Κύριε, τώρα πρό­κειται να διαβάσω το Ευαγγέλιο, όπου εξιστορείται η ζωή του Κυρίου μας και Σωτήρα Ιησού Χριστού. Καθένας από τους λόγους Του είναι λόγος αιώνιος, λόγος που απευθύνεται σε μένα προσωπικά. Ευλόγησέ με, βοήθησέ με να ελευθερώσω τον νου μου, ν’ ανοίξω την καρδιά μου. Βοήθησέ με να μη φοβάμαι, καθώς οπωσδήποτε θα συναντήσω περικοπές που θα με “υποχρεώσουν” ν’ αλλάξω τη ζωή μου, ν’ αλλάξω τη συμπε­ριφορά μου προς τους ανθρώπους ή και προς τον ίδιο μου τον εαυτό, και τούτες οι αλλαγές με τρομάζουν. Βοήθησέ με να γίνω γενναίος, τολμηρός και συνάμα συνετός…».

Τέλος είναι αυτονόητο ότι το Ευαγγέλιο πρέ­πει να διαβάζεται χωρίς βιασύνη. Ένα καλό βιβλίο διαβάζεται με αργό ρυθμό. Όταν έρχεται ένας φίλος, τον ακούμε με προσοχή, χωρίς να ευχόμαστε να τελειώνει σύντομα όσα έχει να μας πει, ώστε να σηκωθεί να φύγει. Με τον ίδιο τρό­πο οφείλουμε να φερόμαστε προς τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, που τούτη τη στιγμή στέκεται μπροστά μας, μάς απευθύνει προσωπικά το λόγο, μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις και τα συναισθήματά Του. Μας προσκαλεί σε μία νέα ζωή, τη ζωή που αυτός γεύεται. Είναι η αιώνια ζωή, ήδη δεδομένη σήμερα στον χρόνο και τον χώρο. Να διαβάζουμε λοιπόν χωρίς πίεση. Μικρή σημασία έχει αν θα διαβάσουμε ένα εκτενές ή ένα σύντομο απόσπασμα, ή αν θα μας πάρει πολύ ή λίγο χρόνο. Ας συλλογιστούμε πόσο αργά δια­βάζουμε, όταν η ανάγνωση ενός βιβλίου ποίησης μάς έχει συναρπάσει, τονίζοντας την κάθε λέξη και με πόση προσοχή αφουγκραζόμαστε το μέτρο και την ηχώ των στίχων! Με τον ίδιο τρόπο αρμόζει να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο. Μιλάει ο Θεός· θα φτάναμε ποτέ στο σημείο να Του πούμε: «Τελείωνε, έχω και άλλα πράγματα να κάνω»; Όχι, πρέπει να μείνουμε με τον Θεό.

Και πριν ν’ απομακρυνθούμε, πριν να επιστρέψουμε στις καθημερινές ασχολίες μας, ας κάνου­με μία παύση, ας σταματήσουμε να διαβάζουμε ή να σκεπτόμαστε οτιδήποτε, κι ας καθίσουμε σιωπηλοί. Ας παραμείνουμε στη σιωπή για πέντε λεπτά τουλάχιστον, ας παραδοθούμε στην ησυχία που απλώνεται στο δωμάτιο, και που ίσως κατα­λαμβάνει το νου και τη ψυχή μας. Και μετά, ας σηκωθούμε και ας πούμε: «Κύριε, ευλόγησε την είσοδό μου σε τούτη την καινούργια μέρα. Απλώνεται μπροστά μου, ανείδωτη, σαν μια χιο­νισμένη πεδιάδα. Αξίωσέ με ν’ αναζητήσω την τύχη μου σ’ αυτή και να μην αφήσω εκεί ίχνη πονηρά και ανάξια για Σένα και για μένα. Ευλόγησέ με· όλη τη νύχτα κοιμήθηκα σαν να ήμουν νεκρός, και τώρα ανασταίνομαι πάλι κι αρχίζω μια καινούρια ζωή…».

Μ’ αυτούς τους λόγους να πορεύεσαι στη ζωή.

Θυμάμαι ποιός ήταν ο αντίχτυπος που είχε για μένα το Ευαγγέλιο όταν το διάβασα για πρώτη φορά, και ποιούς καρπούς έδωσε στη ψυχή μου. Ασφαλώς δεν έζησα τη ζωή μου σε ύψος αντίστοιχο με τους λόγους του Ευαγγελίου, το γεγο­νός αυτό όμως δεν εμπόδισε ν’ αποτελεί για μένα πηγή έμπνευσης και αγαλλίασης. Το θεωρώ μάλιστα ως το άριστο, το πλέον αξιόλογο και θαυμάσιο απ’ όλα τα βιβλία που μου δόθηκε η ευκαιρία να διαβάσω στη ζωή μου.

(Antony Bloom, Συνάντηση με τον ζωντανό Θεό, εκδ. Εν πλω, σ. 16-25)

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

«Όσο μπορείς»



Μια παραγωγή του Αρχείου Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση σε σενάριο Σοφίας Βγενοπούλου και σκηνοθεσία Γρηγόρη Ρέντη. Το «Όσο μπορείς» είναι εμπνευσμένο από το ομότιτλο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη. Γυρίστηκε στο Διαπολιτισμικό Γυμνάσιο Αθηνών.

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Ο Άρχοντας της Ζωής



π.Δημητρίου Μπόκου
«Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν,
…ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 10, 10· 11, 25)
Το νέο έκανε το γύρο του χωριού σαν αστραπή.
Ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό. Τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν βοσκοί που ποίμαιναν τα πρόβατά τους στους αγρούς και τα λιβάδια. Τον έφεραν στο χωριό μισοπεθαμένο, αγνώριστο απ’ τους μώλωπες και τις πληγές.
Η μικρή κοινωνία συνταράχθηκε. Σηκώθηκαν όλοι στο πόδι. Συγκλονισμένοι ως τα κατάβαθά τους άρχισαν να καταφτάνουν απ’ όλες τις γειτονιές. Συντροφιές-συντροφιές οι άνθρωποι κρυφομιλούσαν ανήσυχοι μεταξύ τους.
Δεν επρόκειτο για συνηθισμένο περιστατικό.
Δεν ήταν μόνο ο βαρύς τραυματισμός του νέου ανθρώπου. Είχαν εδώ να κάνουν με μια μεγάλη παράβαση. Το μέρος όπου βρέθηκε ο πληγωμένος, ήταν χώρος απαγορευμένος γι’ αυτούς. Περιοχή όπου δεν ήταν επιτρεπτό να εισέλθουν. Ο νέος άνθρωπος είχε παραβιάσει το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα του τόπου τους.
Μπροστά τους ένα μεγάλο βουνό υψωνόταν απότομο. Η χιονόλευκη κορφή του χανόταν στα σύννεφα. Κρυμμένη στο γνόφο της πανύψηλης κορφής απλωνόταν η ξακουστή πολιτεία του Μεγάλου Άρχοντα, με τα επιβλητικά κάστρα και το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Μια χώρα λαμπερή, πανέμορφη, παραδεισένια. Όλα εκεί ήταν υπέροχα. Η ζωή σ’ αυτήν ήταν το μακρινό όνειρο του κάθε ανθρώπου.
Χάσμα μέγα όμως, φαράγγι δύσβατο οριοθετούσε το βουνό και το χώριζε απ’ την υπόλοιπη χώρα. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα απαγόρευε στους ανθρώπους να το διαβούν. Δεν ήταν στις τωρινές τους δυνατότητες αυτό. Είχαν όμως την υπόσχεσή του, πως θα ερχόταν καιρός που θα γεφυρωνόταν το χάσμα. Το απόκρημνο φαράγγι θα γέμιζε. Ο βαθύς γκρεμός θα γινόταν τόπος ευθύς με δρόμους ομαλούς. Το άβατο βουνό θα γινόταν προσβάσιμο στον καθένα.
Μέχρι να γίνει αυτό, θα ’πρεπε όλοι να περιμένουν. Να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το πλήρωμα του χρόνου. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα ήταν σαφής. Κάθε πρόωρη απόπειρα για άνοδο στην πολυπόθητη χώρα θα είχε μια και μόνο συνέπεια: το θάνατο. Τη μέρα που θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο θα πέθαιναν.
Μα ο νέος άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει. Ένοιωθε τη ζωή να σφύζει μέσα του. Πίστευε στην αξιοσύνη και τη σβελτάδα του. Θεωρούσε πως ήταν ικανός να αντιμετωπίζει κινδύνους. Να περνάει κακοτοπιές όπου ελλοχεύει ο θάνατος.
Από την άλλη αμφέβαλλε και για τις προθέσεις του Μεγάλου Άρχοντα. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί απόλυτα. Αν δεν τους είπε όλη την αλήθεια; Αν τους απέτρεψε από κάθε προσπάθεια να τον πλησιάσουν, μόνο και μόνο για να τους κρατάει μακριά του; Για να μην κινδυνεύει από αυτούς; Να μη γίνουν οι άνθρωποι ποτέ σαν αυτόν; Αν ήταν ψέμα πως θα τους έκανε κάποτε συμπολίτες και οικείους του στην ονειρεμένη πολιτεία του;
Μ’ έναν τρόπο και μόνο θα σιγουρευόταν: Να δοκιμάσει. Τώρα! Ποιος ο λόγος να περιμένει και ως πότε; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ το πλήρωμα του χρόνου;
Η ανυπομονησία θέριεψε μέσα του τη μεγάλη απόφαση. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τον εαυτό του. Θα δοκίμαζε με το δικό του τρόπο.
Έτσι αγνόησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Έκανε τη μεγάλη απόπειρα. Προσπάθησε να διαβεί το μεγάλο φαράγγι, ν’ ανεβεί στο βουνό. Μα αντί να φτάσει στην κορφή του, βρέθηκε τσακισμένος στα βαθιά βάραθρά του. Βαθιά μετανοιωμένος για την αποκοτιά του, αλλά πολύ αργά. Μόνο ένα βήμα τον χώριζε πια από το θάνατο…
…Μια μικρή συνοδεία φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε μπροστά στον ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Στη θέα της οι ανθρώπινες συντροφιές σταμάτησαν κάθε κουβέντα και παραμέρισαν με φόβο και σεβασμό. Αμίλητος ο αρχηγός της συνοδείας προχώρησε μπροστά. Το πέτρινο πρόσωπό του ήταν η εικόνα της αυστηρότητας. Φορούσε επίσημη στολή και κρατούσε μια τυλιγμένη περγαμηνή. Ήταν ο δικαστής. Το όργανο του νόμου. Κοίταξε ανέκφραστος τον καταπληγωμένο άνθρωπο, ξετύλιξε την περγαμηνή του και με ψυχρό άκαμπτο ύφος είπε:
- Ο άνθρωπος αυτός περιφρόνησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Αμάρτησε με το χειρότερο τρόπο. Η παρακοή του είναι ύψιστη προσβολή απέναντι στον Άρχοντά μας. Ο νόμος απαιτεί να τιμωρηθεί με θάνατο. Μόνο έτσι θα ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη, θα αποκατασταθεί η τιμή του Μεγάλου Άρχοντα και θα σβηστεί η προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του.
Με σφιγμένη καρδιά υποδέχτηκαν όλοι την απόφασή του. Συμπαθούσαν το νέο άνθρωπο και λυπόντουσαν για το κατάντημά του. Μα τούς ήταν αδιανόητο να αμφισβητήσουν την κρίση του δικαστή. Ήταν ο εντολοδόχος του Μεγάλου Άρχοντα.
Ο δικαστής έδωσε εντολή στη συνοδεία του να αρχίσει το έργο της. Σήκωσαν αμέσως το νέο άνθρωπο από κάτω και τον έστησαν για εκτέλεση. Στεναγμοί ανατάραξαν με τη βάναυση μετακίνηση το πονεμένο στήθος του, μα τους αγνόησαν. Τέντωσαν το λαιμό του σ’ ένα χοντρό κούτσουρο. Ο δήμιος πλησίασε κραδαίνοντας τον φοβερό διπλό του πέλεκυ. Ζύγισε προσεκτικά την κίνησή του και, ενώ κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους ασάλευτοι, ύψωσε το τσεκούρι για τον αποκεφαλισμό του ενόχου.
Μα τότε απ’ το πουθενά πρόβαλε μπροστά ένας άγνωστος. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί πώς, πότε κι από πού έκαμε την εμφάνισή του.
- Σταθείτε! φώναξε επιτακτικά. Στο όνομα του Μεγάλου Άρχοντα ζητώ να σταματήσει αμέσως η εκτέλεση αυτή.
- Ποιος είσαι συ και πώς τολμάς να παρεμβαίνεις; ύψωσε τη φωνή του με οργισμένη έκπληξη ο δικαστής.
- Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα παρερμηνεύτηκε. Πουθενά δεν αναφέρει πως η θέλησή του είναι αυτή, είπε αντί για άλλη απάντηση ο άγνωστος.
- Μα αυτό είναι ανήκουστο! Ο νόμος είναι σαφής και ξεκάθαρος! είπε ξανά ο δικαστής και τα μάτια του άστραψαν. Μια και μοναδική ποινή προβλέπεται για την παρακοή αυτή: Ο θάνατος.
- Όντως! Έπεται στην παρακοή ο θάνατος. Μα όχι σαν ποινή που επιβάλλεται απ’ το Μεγάλο Άρχοντα για τη δική του ικανοποίηση. Ο θάνατος είναι μονάχα φυσική κατάληξη της πράξης του ανθρώπου. Γι’ αυτήν την αυτονόητη συνέπεια προειδοποιεί ο Άρχοντας.
Ενώ μιλούσε ο άγνωστος, το ανθρώπινο κοπάδι σάλεψε. Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας άρχισε να ξεσηκώνεται δισταχτικά ανάμεσά τους. Εκείνος συνέχισε:
- Στο νόμο του τονίζει καθαρά, πως δεν επιθυμεί ποτέ το θάνατο του φταίχτη, αλλά την αλλαγή, το γυρισμό του. Και θέλει όλοι οι παρήκοοι και παραβάτες του νόμου του να επιστρέψουν κοντά του. Να τον γνωρίσουν βαθιά, αληθινά. Να ζήσουν ειρηνικά και για πάντα μαζί του. Ούτε ένας τους να μη χαθεί. Γιατί είναι ο Άρχοντας της Ζωής, μακρόθυμος και πολυέλεος, γεμάτος ευσπλαχνία και αγάπη. Δεν έχει έχθρα μέσα του γι’ αυτούς. Εσύ, σαν νομικός δεν το γνωρίζεις αυτό; Στο νόμο που σου δόθηκε τί είναι γραμμένο; Πώς αναγινώσκεις;
Ο δικαστής άκουγε, χωρίς να δείχνει πως καταλαβαίνει κιόλας. Το μόνο που ήξερε καλά εκείνος, ήταν πως κάθε παράβαση είχε και την αντίστοιχη ποινή της. Στην άκαμπτη σκληρή λογική του δεν χώραγαν οι έννοιες της χάρης, της αγάπης.
- Αλλοίμονο σε σας τους νομικούς! συνέχισε ζωηρά ο άγνωστος. Γνωρίζετε μονάχα να σωριάζετε φορτία δυσβάστακτα στους ώμους των ανθρώπων, δεν θέλετε όμως ούτε με το δαχτυλάκι σας να τα κινήσετε εσείς.
Μπρος στην ωμή αυτή επίθεση ο δικαστής δεν έμεινε αδρανής. Όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του μαντεύοντας την οργισμένη αντίδρασή του. Διακυβευόταν άμεσα το κύρος και η θέση του.
- Στον τόπο αυτόν εγώ και μόνο είμαι ο επίσημος εκπρόσωπος του νόμου! είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. Σύμφωνα με το νόμο μας λοιπόν ο άνθρωπος αυτός αμάρτησε. Κρίθηκε ένοχος θανάτου και οφείλει να πεθάνει. Συνέχισε το έργο σου, δήμιε! Σε προστάζω! Εγώ εκπροσωπώ την εξουσία!
- Όχι πια! απάντησε απτόητος ο άγνωστος και βγάζοντας μιαν άλλη περγαμηνή, την ξετύλιξε μπροστά στο δικαστή. Γνωρίζεις τη σφραγίδα αυτή και την υπογραφή;
Εμβρόντητος ο δικαστής αναγνώρισε τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μεγάλου Άρχοντα. Ο άγνωστος συνέχισε:
- Είδε την ταλαιπωρία του νέου ανθρώπου ο Μεγάλος Άρχοντας και τον σπλαχνίστηκε. Γι’ αυτό και με στέλνει, όχι όμως σαν κριτή να τον καταδικάσω, μα σαν θεραπευτή να τον γιατρέψω, να τον σώσω. Ο νέος άνθρωπος είναι προορισμένος να ζήσει, όχι να πεθάνει. Θεραπεία κατεπείγουσα χρειάζεται και όχι καταδίκη. Αυτή είναι η θέληση και η εντολή του Μεγάλου Άρχοντα. Κι εγώ είμαι ο απεσταλμένος του για να την εκτελέσω. Διεκδικώ λοιπόν αυτόν τον άνθρωπο από το θάνατο, για να του δώσω τη ζωή.
Και με τα λόγια αυτά ύψωσε την ανοιγμένη περγαμηνή μπροστά σε όλους. Κανένας δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ο δικαστής και η συνοδεία του αποσβολωμένοι παραμέρισαν. Καιρός ήταν!
Ο άγνωστος πλησίασε αμέσως και σήκωσε προσεκτικά στα χέρια του τον ετοιμοθάνατο νέο άνθρωπο. Με αργά βήματα και απαλές κινήσεις προχώρησε και τον απέθεσε στην άμαξά του, που ήταν σταματημένη πιο πίσω. Τον τύλιξε με καθαρό άσπρο σεντόνι. Έπλυνε τις πληγές του, χύνοντας πάνω τους λάδι για ν’ απαλύνουν και κρασί για ν’ απολυμανθούν. Έφτασε και στη βαθειά, θανάσιμη πληγή, που έχαινε στο στέρνο του νέου ανθρώπου. Η πληγωμένη του καρδιά φαινόταν να στραγγίζει τις τελευταίες ρανίδες του αίματός της. Γεμάτος συμπόνια ο άγνωστος μονολόγησε:
- Να, λοιπόν, το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος! Μ’ ένα και μόνο τρόπο θεραπεύεται αυτό.
Άνοιξε τότε το μακρύ μανδύα του στο ύψος της πλευράς του. Φρεσκοανοιγμένη κοκκίνιζε πάνω στο γυμνό του σώμα νωπή μια πληγή. Στάθηκε πάνω από τον πληγωμένο και άφησε να στάξει το δικό του αίμα πάνω στην πληγή της καρδιάς που έσβηνε. Αυτήν την καρδιά αναζητούσε, γι’ αυτήν είχε τρυπήσει την πλευρά του.
Αμέσως ο άνθρωπος που χαροπάλευε άνοιξε τα μάτια του. Ζωντάνεψε. Στα νεκρωμένα μέλη του ακράτητη ξαναχύθηκε η αλκή. Το βλέμμα του ζωήρεψε. Τα τραύματά του έκλεισαν. Η καρδιά του ξαναβρήκε το γρήγορο ρυθμό της. Το νεανικό του σφρίγος ξαναγύρισε ορμητικό. Ο ετοιμοθάνατος αναγεννήθηκε. Ένοιωσε πάλι νέος άνθρωπος,καινούργιο δημιούργημα. Ανακάθισε γεμάτος έκπληξη και με θαυμασμό αντίκρυσε το σωτήρα του.
- Κύριε, ούτε να ρωτήσω δεν τολμώ! ψέλλισε με δέος, κατασυγκινημένος. Οι γέροντές μας έλεγαν, πως ένας μόνο, ο Μεγάλος Άρχοντας, ο Εκλεκτός του Θεού, ο Άρχοντας τηςΖωής,μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα, να ξαναδώσει σε νεκρό ζωή. Μήπως, Κύριε, είσαι τελικά ο Μεγάλος μας Άρχοντας;
- Εσύ το είπες! απάντησε χαμογελαστός ο άγνωστος, ενώ τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε τρυφερά. Για σένα ήρθα, αγαπημένο μου παιδί. Κατέβηκα για να σε βρω. Να σου προσφέρω το αίμα μου για να ζήσεις. Μ’ αυτό και μόνο μπορούσες να σωθείς. Γιατί εγώ μονάχα είμαι η Ζωή. Κι αν θέλεις τώρα, να σε ανεβάσω μαζί μου στη βασιλεία μου, όπου δεν έχει πλέον πόνο, λύπη και στεναγμό, αλλά ζωή ατελεύτητη.
Ενόσω μιλούσε ο άγνωστος, συνέβαινε μια θαυμαστή μεταμόρφωση. Το πρόσωπό του άλλαξε όψη, λούστηκε στο φως, έγινε σαν τον ήλιο, ενώ μια βασιλική λαμπρότητα τον κύκλωσε αστραπιαία.
- Η καρδιά μου σού ανήκει πλέον, Άρχοντά μου, είπε ο νέος άνθρωπος γονατίζοντας ευλαβικά μπροστά του. Εγώ αμάρτησα βαριά και νοιώθω ένοχος ενώπιόν σου! Μα εσύ, χωρίς να το αξίζω, μού ’δωσες ζωή και όχι θάνατο. Δεν γνώριζα την αληθινή σου εικόνα. Μου την είχαν δώσει διαφορετική. Φάνταζε τρομερή, παραλλαγμένη μέσα μου. Φοβόμουνα να δω το πρόσωπό σου. Τώρα για πρώτη φορά γνωρίζω αληθινά το άρρητο κάλλος της μορφής σου. Δεν θέλω πια να ζω χωρίς εσένα. Πάρε με μαζί σου για πάντα. Θα είμαι αφοσιωμένος δούλος σου.
- Θα είσαι πάντοτε ο λατρευτός μου γιος και όχι δούλος μου, είπε ο Άρχοντας, ενώ τον σήκωνε από τη γη και τον αγκάλιαζε ξανά. Ο γιος μου που ήταν σχεδόν νεκρός και ανέζησε, για να ευφραίνεται μαζί μου παντοτινά.
Αμέσως τότε μια λαμπρή συνοδεία τους περιστοίχισε. Έντυσαν με χαρά το νέο άνθρωπο με μια ολόλευκη πριγκιπική στολή. Ο βασιλιάς ο ίδιος τού πέρασε στο χέρι ένα χρυσό δαχτυλίδι. Χρυσές άμαξες με φτερωτά άλογα φάνηκαν μπροστά τους. Τα φοβερά φαράγγια είχαν χαθεί. Μια μυστική είσοδος στην καρδιά του βουνού άνοιξε διάπλατα. Κι όλοι μαζί ανέβηκαν με αλαλαγμό χαράς και θριαμβευτική φωνή σάλπιγγας στην παραδεισένια πολιτεία, στην κορφή του βουνού.
Ο νέος άνθρωπος τιμήθηκε στο έπακρο. Έγινε οικείος και ομοτράπεζος του Άρχοντα της Ζωής. Πολιτογραφήθηκε στο βασίλειό του. Του δόθηκε το περισσόν που αναζητούσε.
πηγή

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Εκκλησιαστικοί Bullyδες


rkkkasswstora100[1]

Πολύς λόγος για το «Bullying» (ελλ. τραμπουκισμός, εκφοβισμός) τελευταία. Τι σημαίνει όμως ο εκφοβισμός μέσα στην Εκκλησία και τι είναι ολοι αυτοί οι Μπούληδες (Bully, δες) που μονος σκοπός τους μοιαζει να είναι να καταπιέζουν τον συνάνθρωπο;;
— Κειμενο του Ρ.Μ.
Δακτυλογράφηση : Θ.Δ.

  • Ο κλασσικός φονταμενταλιστής -χωρίς τα φόντα- Μπούλης. 
Είναι κλασσική περίπτωση, ανθρώπου. Πολλοί ΓΟΧ -οχι όλοι- ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. Αλλά και πολλοί δικοί μας. Αν κάτι δεν του αρέσει είναι αιρετικό. Αν κάποιος δεν του αρέσει, είναι πλανεμένος. Συνήθως είναι άσχετοι η/και αμόρφωτοι και ψυχικά ασταθείς. Δεν παίζει ρόλο αν το θύμα τους λέει κάτι που είναι πλάνη , αίρεση η απλά θεολογούμενο. Το μόνο που μετράει -οπως και σε ολους τους Bullyδες- είναι το αν το θύμα τους είναι συμπαθές. Θα υποστηρίξουν κάποιον που συμπαθούν ακόμα και αν λέει πολύ περισσότερες ανοησίες απο το θύμα τους και θα κυνηγήσουν το θύμα τους ανελέητα , ακόμα και αν αυτά που λέει είναι σωστά. Συνήθως στην προσωπική τους ζωή είναι οικτρές αποτυχίες, αλλά όχι πάντα. Εχουν απωθημένα τα οποία δεν τα έχουν φανερώσει στον Πνευματικό τους (η ο πνευματικός δεν ενδιαφέρθηκε να τα δει, η απλά δεν είναι αρκετά διακριτικός να τα προσέξει…) . Κρύβονται πίσω απο περίτεχνες Εκκλησιαστικές αναλύσεις και θεολογικά επιχειρήματα, για να κρύψουν την κακία και το μίσος τους. Είναι τακτικοί ενορίτες , αλλά χωρίς βάθος. Δεν δείχνουν κανένα έλεος και η ζωή τους ολη είναι τυπολατρεία. Μισουν οτιδήποτε δεν ανήκει στην Εκκλησία ακόμα και αν δεν τον γνωρίζουν καθόλου. Ολα είναι ύποπτα, όλα είναι Πολλές φορές βρίσκουν καταφύγιο σε «Αντιαιρετικές Ομάδες» στις οποίες μπορούν να μεταμφιέσουν την οργή και την μνησικακία τους σε «Ιερό ζήλο».  Αν έχουν και μερικά ταλέντα, τόσο το χειρότερο, γιατί ξέρουν να «τυλίγουν» την μνησικακία με αυτά και να την κρύβουν άριστα. Αν είναι μορφωμένοι ειδικά μπορεί να κάνουν μεγάλη ζημιά γιατί δίνουν στο μίσος τους λογικοφανή επιχειρήματα, πολλές φορές απο τους Πατέρες. Αυτά όχι μόνο πείθουν τους απλούστερους, αλλά σκανδαλίζουν και άλλους που δεν έχουν άμεση εμπειρία Εκκλησιαστικής ζωής. Δεν σταματάνε ποτέ γιατί ολη τους η προσωπικότητα βασίζεται σε αυτό τον αγώνα, ο οποίος είναι στην ουσία εσωτερικός αγώνας ο οποίος απέτυχε . Και αφού απέτυχε , αντί να συνεχίσουν τις προσπάθειες κατά του κακού εαυτού τους, τις στρέφουν ενάντια στον αδελφό τους. Μπορεί και να χειροδικήσουν ακόμα, πάντα για «την αγάπη του Χριστού»
ioydas
  • Ο σούπερ-προοδευτικός Μπούλης.


Αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός. Αυτό σημαίνει πως ολοι οι άλλοι είναι «οπισθοδρομικοί». Οπλο του είναι η απαξίωση. Ομιλεί περι αγάπης. Διαρκώς. Ακατάπαυστα. Σε σημείο υστερίας. Αεναη αγαπολογία. Αλλά δεν είναι πραγματικη, γιατί δεν πονάει απλά να αγαπάς. Στο κάτω κάτω ποιος αγαπάει πραγματικά; Πονάει ακόμα και το να υποκρίνεσαι την αγάπη. Το να αγωνίζεσαι με αυτή την -ευλογημένη- υποκρισία πονάει πολλές φορές πολύ . Σου βγάζει τα σωθικα και στα δίνει να τα φας. Η αγάπη στον κόσμο που ζούμε δεν είναι απλό πράγμα , ούτε ομορφο. Είναι ένας βρωμιάρης ζητιάνος στην άκρη του δρόμου που σου ζητάει βοηθεια , ενώ σε βρίζει. Είναι μια ηλικιωμένη γρια πορνη που σου προκαλεί αηδία και λύπη. Η αγάπη στον κόσμο μας είναι κάτι που θα σε βγάλει απο τον μικρόκοσμό σου, θα σε ξεβολέψει, θα σε ταρακουνήσει, τις περισσότερες φορές όχι ευχάριστα. Η αγάπη σήμερα είναι -εξωτερικά- άσχημη, βρώμικη και απωθητική. Αλλά εκεί είναι και η αξία της. Η αγάπη δεν είναι ροζ λουλουδάκια και γλυκερά λογάκια, οπως νομίζει ο Μπούλης.
Στην πραγματικότητα είναι ολέθριος άνθρωπος και το αποδεικνύει στην πρώτη ευκαιρία. Εχει συνήθως πτυχία η σπουδές, αλλά ελάχιστη κριτική ικανότητα. Αφομοιώνει οτιδήποτε νέο θεολογικά η «βιτρινάτο» και θεωρεί ανόητους , αμόρφωτους και χωριάτες όλους τους υπολοιπους. Ολες οι λαϊκές παραδόσεις γι’αυτόν είναι χωρίς αξία και προτόγονες. Η λαϊκή ψυχή -γι’αυτόν- είναι απλά ένα μάτσο χωριάτες. Αρέσκεται να κοροϊδεύει και να απομυθοποιεί όλη την ώρα, ex cathedra ομιλών, τις παραδόσεις αφού δεν είναι «ιστορικά και θεολογικά ακριβείς» (αγνοώντας πως δεν είναι αυτός ο λόγος ύπαρξης των παραδόσεων…) και κοιτάζει αφ’υψηλού οποιονδήποτε δεν έχει τουλάχιστον μερικά μεταπτυχιακά. Συνήθως θαυμάζει πολύ ξένες Εκκλησίες, λόγω προοδου(;), ομορφιάς και οργάνωσης, ενώ αγνοεί τους δικούς μας θησαυρούς. Τα δικά μας του μυρίζουν λάσπη και χωριατίλα. Είναι η «Μαντάμ Σουσου» των Θεολόγων. Συνήθως ημιμαθής, παρόλα τα πτυχία. Οι αγώνες των απλών ανθρώπων είναι «σεβαστοι» (υποτίθεται) αλλά τους φέρεται χωρίς σεβασμό, σαν μικρά παιδιά που πρέπει εκείνος να τα καθοδηγήσει, με αποτέλεσμα να μην είναι καθόλου συμπαθής σε ανθρώπους του μόχθου, που έχουν λαϊκή σοφία και πείρα. Γιατί τον κενό (και ουχί Καινό…) άνθρωπο τον μυρίζονται απο την πείρα τους.
Η θεολογία του είναι απλά μελέτες και παραπομπές και δεν έχει ΚΑΜΙΑ (μα καμία !) εφάρμογή στην πραγματική ζωή.  Οσο περισσότερο ξένα προς την καθημερινότητα είναι αυτά που γράφει/λέει τόσο μεγαλύτερη αξία έχουν. Ετσι νομίζει. Είναι ο εξαντλητικός αναλυτής του προφανούς. Είναι ικανός να γράψει μία μελέτη εκατοντάδων σελίδων για να εκφράσει κάτι που η λαϊκή θυμοσοφία θα το εδινε με δύο γραμμές. Μάλιστα απο ορισμένους θα ακούσεις και φράσεις όπως «Εξορθολογισμός του μυστηρίου «;;; τι;; Πως λέμε… το άσπρο του μαύρου; πως λέμε … Κατω η βία ζήτω τα όπλα; Πως λέμε, «κάτω τα ναρκωτικά, ζήτω η ηρωίνη»;Τα’χουμε παίξει Αδελφοί και Πατέρες. Σε σημείο που να μην ξέρουμε πως λέμε άρες μάρες κουκουνάρες και να προσπαθούμε τα αντίθετα να τα συμβιβάσουμε. Δεν γίνεται. Ούτε χωράει ο κόσμος στα κουτάκια που οι φοβίες μας θέλουν να τον χώσουν, γιατί είναι μυστήριο, ο άτιμος…και αυτό είναι φοβερό και δυσκολο. Και αυτό είναι όλη του η ομορφία. Συνήθως δεν είναι πραγματικα έξυπνος αυτός ο μπούλης, αλλά είναι εργατικός και νομίζει πως αυτό είναι η ευφυϊα. Εχει -οπως όλοι οι μπούληδες- αισθήματα κατωτερότητας τα οποία προσπαθεί να τα ξορκίσει με πτυχία και τίτλους. (φανταστικούς η παραγματικούς, ασχετο). Επισης και με το να κάνει παρέα -νομίζει- με «σημαντικούς ανθρώπους». Ούτε τα πτυχία , ούτε οι τίτλοι είναι κακοί βέβαια. Κακό είναι όταν γίνονται όπλο απαξίωσης της ζωής , στα χέρια αγαπολογούντων κομπλεξικών bullyδων.
kinhsh
  • Ο παπα-Bullης
Παρά τον τίτλο, δεν είναι μονο ο Ιερέας, αλλά οποιοσδήποτε έχει εξουσία στην ενορία. Η εξουσία είναι φυσικό καταφύγιο ενός Μπούλη. Συνήθως είναι ο Ιερέας, επειδή ο Ιερέας έχει εκτεταμένες αρμοδιότητες . Αν ομως ο Ιερέας είναι δειλός (οχι: ταπεινός, η δειλία δεν είναι ταπείνωση…) η αδιαφορος, τότε άλλοι μπορεί να εκμεταλευτούν το κενό και να ασκήσουν τα καθήκοντα. Μπορεί να εχουν κάποια θέση στο ναό η να είναι χρηματοδότες που εκβιάζουν. Ο παπα-μπούλης, είναι συνήθως ψυχαναγκαστικός. Θελει ΟΛΑ (μα όλα!) να γίνονται με τρόπο που εκείνος θεωρεί σωστό. Δεν είναι Πατέρας, αλλά δυνάστης. Δεν ανέχεται τίποτα και κανέναν αλλά επιβάλλεται. Αν είναι έξυπνος επιβάλλεται με υπουλο τρόπο, ψυχολογικά. Αν δεν είναι τόσο έξυπνος, προσπαθεί να επιβληθεί μειώνοντας τους ενορίτες η κάνοντας υποτιμητικά σχόλια σε πνευματικοπαίδια κτλ. Ασκεί εξουσία , εξουθενώνοντας προσωπικότητες. Μπορεί να απαγορεύσει τον …frappe ως μη πνευματικό ρόφημα (πραγματική ιστορία , δεν την βγάζω απο το μυαλό μου) , μπορεί να απαγορεύσει να ακούς τραγούδια που δεν του αρέσουν (ακόμα και αν είναι σεμνά..) να επιβάλλει τις απόψεις του, να επιβάλλει σε ενορίτες να …παψουν να γελούν (γιατί «δεν είναι πνευματικό»…) να προσπαθεί να καταπνίξει οποιαδήποτε προσπάθεια δεν ελέγχει εκείνος, καθώς και οποιαδήποτε προσπάθεια να εκφραστεί κάποιος πέρα απο τα πλαίσια που δεν έχει ορίσει. Ο Αυθορμητισμός βαπτίζεται «Αμαρτωλός» μπροστά σε μία αδιορατη «υπακοή», τάχα μοναστηριακού τύπου. Ο λόγος που περιορίζονται τα πάντα, εκτός απο τον έμφυτο ψυχαναγκασμο τους είναι και ένας ακόμα: Για να μην φανεί πιθανή μειονεξία του Μπούλη, στους «οπαδούς» (γιατί λογικό ποίμνιο, δεν τους λες…). Πρέπει ο Μπούλης να φαίνεται «ατσαλάκωτος» .Μαζεύεται πολύς κόσμος γύρω απο τέτοιους , γιατί ο κόσμος αποζητά κάποιον να τους βοηθήσει «μαγικά».  Συνήθως τέτοιοι παπαμπούληδες ούτε έχουν βιώσει την υπακοή , ούτε την γνωρίζουν και την χρησιμοποιούν ως δικαιολογία μέχρι να καταλήξουν να ονομάζοται «Γεροντες». Δεν έχουν καμία πρακτική εμπειρία , γενικά. Είναι η γνωστή σε όλους ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΣΜΟΥ.
OrthodoxMatrix
  • Ο Μπουλης – Τρομοκράτης του Τυπικου.
Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ανήκει οποιοσδήποτε. Λαϊκός, κληρικός, μοναχός, θεολόγος. Οποιοσδήποτε εχει μία «ευαισθησία» σε θέματα τυπικού. Είτε αυτά είναι λειτουργικά είτε αγιογραφίας κτλ. Προκειται συνήθως για ανθρώπους διαβασμένους. Επιφανειακά πάντα. Αφου λοιπόν έχουν ανακαλύψει πως πρέπει με βάση τους κανόνες της Εκκλησίας να γίνονται τα πάντα, ακόμα και αν αυτό είναι απολύτως αδύνατο, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Εχει ειδωλοποιήσει τους κανόνες και τα τυπικα, συνήθως λόγω ενός ψυχισμού αδύνατου, που θέλει να πιαστεί απο κάπου για να νοιώσει ασφάλεια, και ενοχλεί ΔΙΑΡΚΩΣ οποιουσδήποτε εκείνος θεωρεί πως αντίκεινται στους ιερούς κανόνες. Οσο και αν τους υπενθυμίσεις πως μεγάλοι Αγιοι η/και σημαντικοί Θεοφόροι Γεροντες ανεχόντουσαν αυτές τις «παρεκλίσεις» δεν τους πείθεις. Είναι βασιλικότεροι του Βασιλέως, γεροντότεροι του Γέροντα. Εχουν διαβάσει και -υποτίθεται- ξέρουν. Αλλωστε τους πιάνει πανικός. Αν δεν μπορούμε να βασιστούμε στους κανόνες (τυπικού, αγιογραφίας, ψαλτικής , νηστείας κτλ) τότε που;;;; Δεν τον βλέπουμε τον Θεό, αρα;;;; Μονο τους κανόνες, έχουμε, νομίζει. Και ναι μεν οι κανόνες είναι άγιοι και σοφά τοποθετημένοι, αλλά πρέπει να εφαρμόζονται με ΔΙΑΚΡΙΣΗ , πράγμα που το ξεχνάει, γιατί η διάκριση δεν είναι κάτι άμεσα μετρήσιμο. Το άγχος του είναι βεβαίως ολιγοπιστία. Προσπαθεί να αντικαταστήσει τον ζωντανό Θεό με εναν Ορθοσχολαστικισμό. Και δεν το κάνει αυτό στην προσωπική του ζωή μόνο, αλλά και στων άλλων, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν αντέχουν η όχι η αν κάποια πράγματα γίνονται για πρακτικούς λόγος.  Οι κανόνες είναι άκτιστα είδωλα γι’αυτόν, γιατί επάνω σ’αυτούς έχει χτίσει την πίστη του . Κακώς. Και φοβάται πως με την κατάρευση των κανόνων θα καταρεύσει και αυτή.  Και τυραννάει τον περίγυρο τους με -συνήθως- παράλογες απαίτησεις ορθότητας.
53531772[1]
  • Ο Ψυχομπούλης.
Δεν μιλάμε εδώ για κάποιον που απλά σπούδασε η μελέτησε ψυχολογικές τεχνικές. Ορισμένοι είναι αξιολογότατοι. Οχι, εδώ θα πούμε για κάτι άλλο. Γι’αυτόν που ειδωλοποίησε την φιλοσοφία (γιατί αυτό είναι…) την ψυχολογίας και προσπαθεί να την αναδείξει σε μορφή ποιμαντικής. Πράγμα οχι απλά άτοπο, αλλά ωλέθριο ορισμένες φορές. Γι’αυτούς η ψυχολογια και ψυχανάλυση είναι πολύ χρήσιμο εργαλείο. Το χρησιμοποιούν για να κάνουν το άσπρο/μαύρο . Ουτε Στον Χριστιανισμό δεν κάνουμε τόσο ανάλυση προκειμένου να αυτοδικαιωθούμε ρε παιδιά ! Καθιστε, σκεφθείτε-σκεφθείτε το τι εχετε κάνει λάθος, συζητήστε το. Και που θα πάει, θα βρείτε μια καλή δικαιολογία. Βεβαια είναι αυτή η αλήθεια; Και δεν βαριέσαι ! Τι είναι η αλήθεια; Αφού εγώ ξαλάφρωσα και νοιώθω καλύτερα;!;! Οπότε ολα καλά. Και ολοι αυτοί που διαφωνούν με την ψυχανάλυση, κατηγορούνται ως προβληματικοί. Σιγουρα. Και το πρόβλημα τους είναι σίγουρο οτι την έχουν μικρή. Την αυτοπεποίθηση ντε. Και -γι’αυτούς- γενικά η θρησκεία είναι νευρωτικό κάτι ενώ ολοι οι ψυχαναλυόμενοι είναι προσωποιησεις της ψυχικής υγείας . Ετσι. Και απο ψυχαναλυτική σκοπιά μπορώ να πω, αυτο-ψυχαναλυόμενος πως επειδή σκέφτηκα κάτι στο μυαλό μου και το δικαιολογησα και το ανέλυσα, είμαι πολύ εξυπνος και σίγουρα κατανοώ και τον εαυτό μου και τους άλλους. Σιγουρα. Χμμμμ… Σιγουρα; Μαλλον όχι. Το καταλαβαίνεις άλλωστε και απο την ίδια την την συμπεριφορά τους. Σε πνίγουν. (και ορισμένοι πνιγόμαστε και μόνοι μας, σε ένα ποτήρι νερο, χωρίς βοήθεια…)  Ενώ οι Αγιοι έδιναν ώθηση για αγώνα. Δεν επαναπαυαν οι Αγιοι , αλλά δεν δημιουργούσαν και θλίψη η πεσμένο ηθικό.  Χρησιμοποιούν δε αυτοι οι Μπούληδες τις τεχνικές που γνωρίζουν , ως όπλο ενάντια στους διαφωνούντες.  Τους αναλύουν -εξωτερικά, με βάση γνωρίσματα και συμπεριφορές- και φτάνουν σε συμπεράσματα (που είναι για τον λουτσο,  ψαρίλα μυρίζουν…) τα οποία χρησιμοποιούν για να εξουθενώσουν τον διαφωνούντα. Πάντα για χάρη της «επιστήμης» . Συνήθως τέτοιοι άνθρωποι έχουν υποστεί (οι ίδιοι η το περιβάλλον τους) και αυτοί τραμπουκισμό/εκφοβισμό/επίθεση (Bullying) και κατόπιν βρήκαν μια ανάπαυση στις ψυχολογικές τεχνικές αυτές. Γι’αυτό και οποιος διαφωνεί είναι εχθρός τους. Δεν είναι απλά κάποιος που διαφωνεί. ΠΡΕΠΕΙ να αποδείξουν σε όλους πως είναι προβληματικός.(Ad Hominem επιθεση) Δυστυχώς τέτοιοι άνθρωποι δεν έχουν γνωρίσει πραγματικά την θεραπευτική της Εκκλησίας. Γιατί για να την γνωρίσεις πρέπει να έχεις γνωρίσει και κάποιον θεραπευμένο που να έχει επίγνωση του τι εφαρμόζει . Και αυτό -δυστυχώς- είναι εξαιρετικά σπάνιο. Και αυτό είναι δράμα και ευθύνη όλων μας.
Οπότε μετά, φτάνουν στο σημείο όχι απλά να θέλουν να εφαρμόσουν τις φιλοσοφικές ψυχολογικές τεχνικές στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά και να θέλουν να ελέγξουν ολη την εκκλησιαστική εμπειρία με βάση τις τεχνικές αυτές.
Αλλοίμονο αν διαφωνήσεις. Είσαι προβληματικός, τουλάχιστον. Θα βρουν κάποιο πρόβλημα σου για να στο θυμίζουν (Ad Hominem επίθεση) η απλά θα εισπράξεις ειρωνεία.  Τα προβλήματα των ψυχαναλυόμενων και των ψυχαναλυτών , μπορεί να τα περνάνε και ως προτερήματα (δύο μέτρα και δύο σταθμά). Ολες αυτές οι τεχνικές χρησιμοποιούνται με ένα τάχα «θεραπευτικό» πρόσχημα, αλλά είναι κανονική επίθεση.
Fysikh


  • Ο Μπούλης Δεσπότης.
Υφίστανται και οι ιερείς Bullying.  Ο Επισκοπος έχει ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ θέση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Δεν μπορείς ούτε να τον παρακάμψεις , ούτε καν να τον αγνοήσεις.  Η Εκκλησιολογία είναι δογματικό θέμα. Υπάρχουν δυστυχώς ορισμένοι Επίσκοποι (ευτυχώς λίγοι) που οχι απλά δεν προσπαθούν να ενισχύσουν του Ιερείς τους , αλλά τους φορτώνουν . Τους φορτώνουν με -ανήκουστους- κανόνες που δεν τους συζητάνε ως Πατέρες με τα παιδιά τους για να δουν αν αντέχουν. Τους φορτώνουν και με το να τους αγνοούν για θέματα που προβληματίζουν και που οι ίδιοι οι ιερείς προσπαθούν να ενημερώσουν . Αλλες φορές τους φορτώνουν επειδή τους ζηλεύουν. Υπάρχουν περιπτώσεις που επειδή ένας Ιερέας έγινε γνωστός (οχι απο δική του ευθύνη) κυνηγήθηκε ανελέητα, χωρίς να έχει διαπράξει κάτι μεμπτό. Ορισμένες φορές οι ιερείς πέφτουν θύματα διαβολής, αφού μπορεί κάποιοι να τους καταγγείλουν και ο Δεσπότης απο υπερβάλλοντα ζήλο, χωρίς να πολυεξετάσει, τιμωρεί τον ιερέα. Ορισμένοι δεσπότες, μην έχοντας πραγματική πείρα, αλλά μόνο ακαδημαϊκη , προσπαθούν να εφαρμόσουν αυτά που έχουν διαβάσει, ωστε να είναι σωστοί Ιεράρχες. Το έργο του -σωστού- Ιερέα είναι δύσκολο. Ειδικά αν είναι και έγγαμος. Αν ο Δεσπότης νοιώθει πως έχει μόνο δύναμη, εξουσία, αλλά όχι σαν Πατέρας  τότε απο Επίσκοπος, καταντά Δεσπότης, δυνάστης. Εχει εξουσία. Αλλά και ο Χριστός είχε. Την κατέθεσε στα πόδια μας και Θυσιάστηκε. Αν ο Επίσκοπος δεν είναι σαν τον Χριστό, τότε επιβάλλεται δια της βίας. Συνεχίζει να είναι Ιεράρχης, αλλά στο γράμμα, όχι στο Πνεύμα. Χρειάζονται και οι Ιερείς στήριξη. Υπάρχουν κάποιες -λιγες- περιπτώσεις Ιεραρχών που φέρονται στους ιερείς τους, σαν να είναι σκουπίδια. Ανθρώπινα σκουπίδια.
amartanei
CyberΜπούλης
Ο Κυβερνομπούλης, ο ιντερνετάκιας. Επειδή φοβάται να βγει παραέξω και να κάνει επίθεση και επειδή στην προσωπική του ζωή τρώει…σφαλιάρες (απο τον προϊστάμενο, την γυναίκα του, τον ιερέα του, τον δεσπότη κτλ κτλ) βρήκε πεδίο δράσης λαμπρό, το ίντερνετ ! Εκεί μπορεί να βρίσει, να αγανακτίσει, να βγάλει το άχτι του ! Το ίντερνετ είναι ο μεγάλος ισοπεδοτής, που ο μεγάλος έχει την ίδια ευκαιρία να ακουστεί με τον μικρό. Το ίντερνετ είναι ο φερετζες του χρήστη. Το ίντερνετ σου δίνει την ψευδαίσθηση πως έχεις μια κοινωνική αξία. Το ίντερνετ είναι το όπιο του Bully γενικά , και του Εκκλησιαστικού ειδικά. Μπορείς να κατακρίνεις, να ασκήσεις κριτική σε επώνυμους και δεσπότες. Ολα. Και μπορείς να το κάνεις απο την καρέκλα σου, φορόντας μόνο το…σώβρακο (γιατί μπορεί να κάνει και ζέστη…) και με το να υποκρίνεσαι πως είσαι κάποιος σημαντικός. Υπάρχουν άνθρωποι που φτιαχνουν ψεύτικα προφίλ και βρίζουν…τον εαυτό τους, για να δειξουν πως επιτίθενται (ενώ είναι οι ίδιοι που κάνουν επίθεση σε πολλούς άλλους) καθώς και άλλοι που ρίχνουν τις ίδιες τους τις σελίδες για να αποδείξουν πως τους κυνηγούν ,ενώ είναι το αντίθετο. Το ιντερνετ είναι ευφορο έδαφος για παιχνίδια ρόλων (roleplaying games, RPG) οπότε ο Κυβερνομπούλης καταφέρνει να το παίξει Γέροντας και αυτός και να ξεγελάσει αρκετούς, κυρίως τον εαυτό του
facebookhero

Επιλογος

Η λίστα δεν είναι εξαντλητική. Κάθε άλλο. Επίσης, επειδή η ζωή δεν είναι τόσο απλή, κάποιος μπορεί να ανήκει σε δύο η περισσότερες κατηγορίες μαζί (ακόμα και αν φαίνονται αντίθετες…!) η να είναι θύμα και θύτης μαζί. Η ζωή είναι πολύπλοκη.
Ο γράφων υπήρξε θύμα Bullηδων, στο παρελθόν. Εκκλησιαστικών και μη. Εχει πικρή πείρα. Στα παιδικά /εφηβικά χρόνια αλλά και μετά, στην Εκκλησία. Οχι σωματικού (γιατί δεν τους έπαιρνε…) αλλά ψυχολογικού, κυρίως. Πιθανότατα και ο ίδιος ο γράφων να εχει υπάρξει θύτης, γιατί ο Bullης (ο τραμπούκος, στα Ελληνικά ! ) ζει μέσα στον καθένα μας. Ειδικά σε θύματα. Δεν είναι μόνο «πρόβλημα των άλλων».  Ταυτίζεται με αυτό που οι Πατέρες λένε «ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Υπάρχει ένας στην ψυχή μας και αν δεν τον αντιμετωπίσουμε, είναι έτοιμος να κάνει το χειρότερο κακό στον συνάνθρωπό του.  Καλύτερα να εχουμε ολοι τα μάτια μας δεκατέσσερα και να προσέχουμε όχι μόνο τριγύρω , αλλά και εμάς. Γιατί ολοι οσοι τώρα καταδικάζουν τους μπούληδες (που είναι δραματικα΄πρόσωπα και αυτοί, συνήθως έχουν υποστεί τραμπουκισμό απο άλλους, σε άλλο επίπεδο…) πολύ φοβάμαι πως απλά ξεχνούν πως δεν έχουν δώσει ΔΕΚΑΡΑ ΤΣΑΚΙΣΤΗ οταν κάποιος δίπλα τους καταπιέζεται. Και το θυμούνται τώρα, επειδή είναι «trendy». Και «politically correct».
Αλλά και αυτή η κοινωνική πίεση, ένας μεγάλος μπούλης είναι, με την μάσκα του σωτήρα και του ¨Ορθού»

morfesbullying

πηγή

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Τουρκοκρατία

«Δεν είσαι μόνος» σε σκηνοθεσία της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού. Το επεισόδιο «Τουρκοκρατία», τότε «που όλα τα‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» (Δ.Σολωμός)


Μέσα από αυθεντικές πηγές της εποχής ζωντανεύει η ιστορία του Ελληνισμού στα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής δουλείας.
Σταυρικός ο δρόμος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.
Ποια η πνευματική και κοινωνική αντίσταση των Ελλήνων κατά της δουλείας;
Πόσο ετοίμασε και στήριξε το λαό για τον ξεσηκωμό η Ορθοδοξία;
Πόσο συμμετείχε με χιλιάδες νεομάρτυρες, με φωτισμένους διδασκάλους του γένους,
με πατριάρχες που θυσιάστηκαν, με κληρικούς και καλόγερους που πήραν τα όπλα;

Έρευνα: Γεώργιος Τσούπρας, Δρ.Θεολογίας.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

Όχι δεν κρινόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν ζήσαμε όλοι τις ίδιες ζωές. Δεν είχαμε όλοι κοινές ουλές και τραύματα.
Τα μάτια μας δεν είδαν κοινές σκηνές βίου.
Χαμόγελα δεν άνθισαν παντού και αγκαλιές δεν έκλεισαν σφικτά γύρω από τους κόρφους μας.
Είναι αρκετοί που έμειναν ορφανοί. Άλλοι δίχως φιλί και πολλοί χωρίς να ακούσουν ένα «σ αγαπώ», «σε χρειάζομαι», «σε θέλω», σε ποθώ», «μπράβο», «μπορείς», «θα τα καταφέρεις».
Γι αυτό σου λέω δεν μπορείς να με κρίνεις, γιατί εσύ δε
ν έζησες την ζωή μου.
Ένα μονάχα σου ζητώ. Αυτό το δάκτυλο που χρόνια τώρα επιδεικτικά κουνάς μπροστά στα μάτια μου, κατέβασε το, και πιάσε μου το χέρι. Είναι η μόνη κίνηση που τρομοκρατεί τον θάνατο.

π.Λίβυος

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Γυμνά πορτρέτα που στάζουν μέλι


Μοιάζουν με ανθρώπινα κορμιά παγιδευμένα στο κεχριμπάρι. Είναι όμως τα μοντέλα του αμερικανού φωτογράφου Blake Little, τα οποία για χάρη του βιβλίου «Preservation» (Συντήρηση), βούτηξαν κυριολεκτικά μέσα στο μέλι.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Ο Βασιλιάς Καρνάβαλος ο …Άλλ’ αντ’ άλλων …



Άλλο παιδί του Θεού και άλλο πλάσμα Του… 

Άλλο το αγιάζομαι και άλλο το σώζομαι …
Άλλο το να ομολογώ και άλλο το να φαρισαΐζω …
Άλλο το να νουθετώ και άλλο το να κατακρίνω …
Άλλο το να αγαπώ αλλήλους και άλλο το να ελέγχω τους κακοδόξους …
Άλλο το να συγκινούμαι και άλλο το να μετανοώ… 
Άλλο το εικόνισμα και άλλο το πετραχήλι …
Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο καλός Χριστιανός …
Άλλο της Εκκλησίας και άλλο σύναιμος Παντοκράτορος …
Άλλο άμετρη αγάπη Κυρίου και άλλο ένας Χριστός στα μέτρα μου …
Άλλο το πιστεύω στον Θεό και άλλο σε Ιησού Χριστό Εσταυρωμένο Ναζαρηνόν …

Αρκετά όμως με αυτά …θα με πουν και …κολλημένο …

Τεκελαπόκο…Τεκελαπόκο ….


Νώντας Σκοπετέας