Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΣΤΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΙΟ




Aνα­ρω­τι­έ­ται ὁ μέ­σος πο­λί­της σέ τί ὀ­φεί­λε­ται ἡ κα­κο­δαι­μο­νί­α τῆς πο­λι­τι­κῆς στόν νε­ο­ελ­λη­νι­κό βί­ο. Ἀ­πό τήν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση ἀ­πό τούς Τούρ­κους μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ πο­λι­τι­κή σκη­νή τῆς χώ­ρας μα­στί­ζε­ται ἀ­πό δι­αι­ρέ­σεις, ἔ­ρι­δες, ἐ­ξαρ­τή­σεις, πε­λα­τεια­κές σχέ­σεις κι ἀ­πραγ­μα­το­ποί­η­τες ὑ­πο­σχέ­σεις. Δύ­ο ἐμ­φύ­λιοι πό­λε­μοι ἀ­κο­λού­θη­σαν τήν ἐ­ξέ­γερ­ση τοῦ 1821 (ἀ­πό τό 1823 ἕ­ως 1825), ἐμ­φύ­λια δι­α­μά­χη εἴ­χα­με πρίν ἀ­πό τήν Μι­κρα­σι­α­τι­κή Κα­τα­στρο­φή, ἐμ­φύ­λιος φο­βε­ρός ἔ­γι­νε με­τά τήν Γερ­μα­νι­κή Κα­το­χή, χι­λιά­δες τά θύ­μα­τα, συ­νε­χεῖς οἱ δι­αι­ρέ­σεις, ἐμ­πο­δί­ζουν μιά συλ­λο­γι­κή ἀν­τί­λη­ψη τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ βί­ου. Μά κι ἡ πε­ρί­ο­δος πού ἀ­κο­λού­θη­σε τήν με­τα­πο­λί­τευ­ση τοῦ 1974, χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πό κομ­μα­τι­κές δι­αι­ρέ­σεις κι ἀ­συ­νεν­νο­η­σί­α.
Οἱ πο­λι­τι­κοί ἐκ­μαυ­λί­ζουν τούς πο­λί­τες καί ἐ­κεῖ­νοι μέ τήν σει­ρά τους ὑ­πο­κύ­πτουν στό ψεῦ­δος, τήν ἀ­πά­τη καί τίς μι­κρο­κομ­μα­τι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Κι ἔ­τσι φτά­σα­με ὥς ἐ­δῶ, στήν τε­ρά­στια πνευ­μα­τι­κή κρί­ση πού ἐκ­δη­λώ­θη­κε ὡς οἰ­κο­νο­μι­κή. Στήν χώ­ρα μέ τόν σπου­δαῖ­ο πο­λι­τι­σμό, δέν πα­ρά­γε­ται πο­λι­τι­σμός. Στήν γῆ ὅ­που γεν­νή­θη­κε ἡ δη­μο­κρα­τί­α, ἡ πο­λι­τεί­α πά­σχει ἀ­πό δι­α­φθο­ρά κι ἀ­πό ἔλ­λει­ψη ἐ­φαρ­μο­γῆς τῶν νό­μων. Στόν τό­πο πού ἔ­ζη­σαν χι­λιά­δες ἅ­γιοι καί δί­και­οι, ὁ κό­σμος ἔ­χει ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πό τόν Θε­ό, πο­λε­μι­έ­ται (ἄ­δι­κα) ἡ Ἐκ­κλη­σί­α καί συ­νά­μα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι πά­σχουν ἀ­πό ἔλ­λει­ψη νο­ή­μα­τος. Ἀ­να­ζη­τῶν­τας τά αἴ­τια τῆς κα­κο­δαι­μο­νί­ας, ἔ­χει ἐν­δι­α­φέ­ρον νά δοῦ­με τί γρα­φό­ταν γιά τήν πο­λι­τι­κή σκη­νή τοῦ τό­που μας στό πα­ρελ­θόν:


Γρά­φει ὁ Ἀ­να­στά­σιος Βυ­ζάν­τιος(1), στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Νέ­αι Ἡ­μέ­ραι» τόν Μά­ι­ο τοῦ 1870: «Πι­θη­κί­σαν­τες τά πάν­τα, ἐ­πι­θη­κί­σα­μεν, φυ­σι­κῶ τῷ λό­γῳ, καί τά κόμ­μα­τα. Οἱ πε­ρί τό συν­ταγ­μα­τι­κόν πο­λί­τευ­μα φι­λο­σο­φή­σαν­τες πρέ­πει νά κα­τα­βῶ­σιν εἰς Ἑλ­λά­δα, ὅ­πως ἴ­δω­σι ποῦ κα­τήν­τη­σεν ὁ σω­τή­ριος καί ἀ­ναγ­καῖ­ος θε­σμός τῆς συμ­πο­λι­τεύ­σε­ως καί ἀν­τι­πο­λι­τεύ­σε­ως. Ὅ­τι παρ΄ ἄλ­λοις εἶ­ναι εὐ­γε­νής ἅ­μιλ­λα καί ἀ­μοι­βαῖ­ος ἔ­λεγ­χος, πα­ρ’ ἡ­μῖν με­τε­βλή­θη εἰς τυ­φλήν ἐμ­πά­θειαν καί εἰς ἐμ­φύ­λιον πό­λε­μον. Ὑ­πάρ­χει ἀ­νι­οῦ­σα τις κλῖ­μαξ δι­α­φθο­ρᾶς, ἀρ­χο­μέ­νη ἀ­πό τοῦ τε­λευ­ταί­ου ψη­φο­φό­ρου καί λή­γου­σα εἰς τόν πρω­θυ­πουρ­γόν, καί ἐν τῇ σκο­λιᾷ ταύ­τῃ κλί­μα­κι εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νά μεί­νει τις ὄρ­θιος καί ἀ­κη­λί­δω­τος. Τό κέν­τρον δέ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς, ὁ ἀ­σκός τοῦ Αἰ­ό­λου, ἐξ οὗ ἀ­πο­λύ­ον­ται ἐ­πί τῆς Ἑλ­λά­δος ὁ μα­ρα­σμός καί ἡ ἀ­τί­μω­σις, εἶ­ναι τό Ἑλ­λη­νι­κόν Βου­λευ­τή­ριον. Πό­σοι ψη­φί­ζου­σι κα­τά συ­νεί­δη­σιν; Πέν­τε ἤ δέ­κα. Οἱ δέ λοι­ποί; Κα­τά τάς δω­ρε­άς, ἅς προ­χέ­ει ἡ ἐ­ξου­σί­α, ἤ κα­τά τάς ἐλ­πί­δας, ἅς πα­ρέ­χει ἡ ἀν­τι­πο­λί­τευ­σις. Εἰς οὐ­δέν χρη­μα­τι­στή­ριον πι­στεύ­ο­μεν νά γί­νων­ται τό­σαι δο­σο­λη­ψί­αι, ὅ­σαι ἐν τῷ ἀ­χυ­ρῶ­νι ἐ­κεί­νῳ, ὅ­στις ἐν Ἀ­θή­ναις κα­λεῖ­ται Βου­λευ­τή­ριον….»


Καί ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της ἀ­να­φέ­ρει στό μυ­θι­στό­ρη­μα «Οἱ ἔμ­πο­ροι τῶν ἐ­θνῶν» τό 1882, λί­γα χρό­νια πρίν τήν Πτώ­χευ­ση τοῦ 1893: «Ἡ ἀρ­γί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν πε­νί­αν. Ἡ πε­νί­α ἔ­τε­κεν τήν πεῖ­ναν. Ἡ πεῖ­να πα­ρή­γα­γε τήν ὄ­ρε­ξιν. Ἡ ὄ­ρε­ξις ἐ­γέν­νη­σε τήν αὐ­θαι­ρε­σί­αν. Ἡ αὐ­θαι­ρε­σί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν λη­στεί­αν. Ἡ λη­στεί­α ἐ­γέν­νη­σε τήν πο­λι­τι­κήν. Ἰ­δού ἡ αὐ­θεν­τι­κή κα­τα­γω­γή τοῦ τέ­ρα­τος τού­του… ».
Καί στήν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἀ­κρό­πο­λη», σέ ἐ­πο­χή με­γά­λης ἔν­δειας, ὁ Πα­πα­δι­α­μάν­της σχο­λιά­ζει τό 1896: «Τό­τε σ' ἐ­ξε­θέ­ω­ναν οἱ προ­ε­στοί κι οἱ «γυ­φτο­χα­ρα­τζῆ­δες», τώ­ρα σέ «ἀ­θε­ώ­νουν» οἱ βου­λευ­ταί κι οἱ δή­μαρ­χοι. Αὐ­τοί πού εἶ­χαν τό λύ­ειν καί τό δε­σμεῖν εἰς τά δύ­ο κόμ­μα­τα, τούς ἔ­τα­ζαν «φούρ­νους μέ καρ­βέ­λια», δώ­σαν­τες αὐ­τοῖς οὐ­χί... πλεί­ο­νας τῶν εἴ­κο­σι δραχ­μῶν με­τρη­τά, ἀ­πέ­ναν­τι, κα­θώς τούς εἶ­παν, καί πα­ρα­κι­νή­σαν­τες αὐ­τούς νά ἐ­ξο­δεύ­σουν κι ἀ­π' τή σακ­κού­λα τους ὅ­σα θέ­λουν ἄ­φο­βα, δι­ό­τι θά πλη­ρω­θοῦν μέ­χρι λε­πτοῦ, σύμ­φω­να μέ τόν λο­γα­ρια­σμόν, ὅν ἤ­θε­λαν πα­ρου­σιά­σουν.
Τό τέ­ρας τό κα­λού­με­νον «ἐ­πι­φα­νής» τρέ­φει τήν φυ­γο­πο­νί­αν, τήν θε­σι­θη­ρί­αν, τόν τραμ­που­κι­σμόν, τόν κου­τσα­βα­κι­σμόν, τήν εἰς τούς νό­μους ἀ­πεί­θειαν. Πλάτ­τει αὐ­λήν ἐξ ἀ­χρή­στων ἀν­θρώ­πων, στοι­χεί­ων φθο­ρο­ποι­ῶν τά ὁ­ποῖ­α τόν πε­ρι­στοι­χί­ζου­σι, πα­ρα­σί­των τά ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­ζῶ­σιν ἐξ αὐ­τοῦ ...
Με­τα­ξύ δύ­ο ἀν­τι­πά­λων με­τερ­χο­μέ­νων τήν αὐ­τήν δι­α­φθο­ράν, θά ἐ­πι­τύ­χει ἐ­κεῖ­νος ὅ­στις εὐ­πρε­πέ­στε­ρον φο­ρεῖ τό προ­σω­πεῖ­ον κι ἐ­πι­δε­ξι­ώ­τε­ρον τόν κό­θορ­νον».


Ἀλ­λά ἄς δοῦ­με ἐ­πί­σης τί λέ­ει σέ ὁ­μι­λί­α του, τό 1953, ὁ σπου­δαῖ­ος λο­γο­τέ­χνης μας Στρά­της Μυ­ρι­βή­λης (Ἡ Ἑλ­λη­νι­κὴ Πα­ρά­δο­ση – Γ´ ἔκ­δο­ση, ἐκδ. Εὐ­θύ­νη ) «Ὅ­μως ἕ­νας ἄν­θρω­πος, ἕ­νας λα­ός, ἕ­να ἔ­θνος, δέν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μο­νά­χα μέ τή φω­τιά καί μέ τό σί­δε­ρο. Δέν ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται μο­νά­χα μέ τό χά­σι­μο τῆς ζω­ῆς του. Ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται πιό σί­γου­ρα, πιό τε­λει­ω­τι­κά μέ τό χά­σι­μο τῆς ψυ­χῆς του, τῆς ψυ­χῆς του τῆς ἀ­το­μι­κῆς, τῆς ψυ­χῆς του τῆς ὁ­μα­δι­κῆς. Χά­νω τήν ψυ­χή μου θά πεῖ: χά­νω τήν οὐ­σι­α­στι­κή μου ὕ­παρ­ξη. Χά­νω τήν αἴ­σθη­ση τῆς ἀ­το­μι­κῆς μου τέ­λειας ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς σύν­θε­σης, πού ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να μό­ριο ἀ­πό τήν με­γά­λη, τήν πλα­τειά κοι­νω­νι­κή καί ἐ­θνι­κή σύν­θε­ση, ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἀν­τλῶ καί ἀ­να­νε­ώ­νω ἀ­δι­ά­κο­πα τά φυ­σι­ο­γνω­μι­κά στοι­χεῖ­α τοῦ πνεύ­μα­τός μου καί τῆς ψυ­χῆς μου. Καί αὐ­τή ἡ ἐ­θνι­κή φυ­λε­τι­κή ἰ­δι­ο­μορ­φί­α τῆς ψυ­χῆς μου εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη πού μέ ἐν­τάσ­σει φυ­σι­ο­λο­γι­κά μέ­σα στήν πα­ναν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νι­κή σύν­θε­ση.
Ἀλ­λά γιά νά μή χά­σω τόν ἑ­αυ­τό μου, πρέ­πει νά γνω­ρί­σω τόν ἑ­αυ­τό μου. Τό «γνῶ­θι σαυ­τόν» εἶ­ναι ἡ πρω­ταρ­χι­κή πη­γή τῆς γνώ­σε­ως. Αὐ­τό λοι­πόν πρέ­πει νά εἶ­ναι ἡ βά­ση τῆς γε­νι­κῆς παι­δα­γω­γι­κῆς προ­σπά­θειας τοῦ Ἔ­θνους, τοῦ ὁ­ποί­ου ἐ-ντο­λο­δό­χος εἶ­ναι τό Κρά­τος καί ἡ Ἐκ­κλη­σί­α. Ὄρ­γα­να γι' αὐ­τήν τήν συ­νει­δη­το­ποί­η­ση εἶ­ναι τό Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Παι­δεί­ας, ὁ Κλῆ­ρος, ὁ Τύ­πος, ὁ καλ­λι­τέ­χνης πού ἐκ­φρά­ζει τήν ἐ­θνι­κή ψυ­χή καί ὁ­λό­κλη­ρη ἡ τά­ξη τῶν δι­α­νο­ου­μέ­νων, πού εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη γιά τήν πνευ­μα­τι­κή συγ­κρό­τη­ση τοῦ λα­οῦ». 
Ποι­ά θά ἦ­ταν ἡ λύ­ση σέ ὅ­λο αὐ­τό τό ζο­φε­ρό ἀ­δι­έ­ξο­δο; Τό δι­α­τυ­πώ­νει μέ ἐ­νάρ­γεια ὁ μέ­γας λο­γο­τέ­χνης, στό τέ­λος τοῦ πα­ρα­πά­νω ἀ­πο­σπά­σμα­τος: «Ἄ­μυ­να πε­ρί πά­τρης θά ἦ­το ἡ εὐ­συ­νεί­δη­τος λει­τουρ­γί­α τῶν θε­σμῶν, ἡ ἐ­θνι­κή ἀ­γω­γή, ἡ χρη­στή δι­οί­κη­σις, ἡ κα­τα­πο­λέ­μη­σις τοῦ ξέ­νου ὑ­λι­σμοῦ καί πι­θη­κι­σμοῦ, τοῦ δι­α­φθεί­ρον­τος τό φρό­νη­μα καί ἐκ­φυ­λί­σαν­τος σή­με­ρον τό ἔ­θνος, καί ἡ πρό­λη­ψις τῆς χρε­ω­κο­πί­ας». 



Αὐ­τά ὅ­μως πού ὁ­ρα­μα­τί­στη­κε ὁ με­γά­λος συγ­γρα­φέ­ας καί πα­τρι­ώ­της δέν ἔ­γι­ναν. Κι ὁ σπου­δαῖ­ος στο­χα­στής καί συγ­γρα­φέ­ας Ζή­σι­μος Λο­ρεν­τζά­τος γρά­φει προ­φη­τι­κά τό 1968:
«Ὅ­σο ζοῦ­με μέ δα­νει­κά, ὅ­σο χρω­στᾶ­με στούς ἄλ­λους τή ζω­ή μας, δέν εἶ­ναι δυ­να­τό νά ἀλ­λά­ξο­με νο­ο­τρο­πί­α. Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος πού ζεῖ μέ δα­νει­κά δέν εἶ­ναι τῆς προ­κο­πῆς. Τό ἴ­διο κα­νέ­νας λα­ός ἤ κρά­τος. Προ­παν­τός μέ αἰ­ώ­νια δα­νει­κά σάν ἐ­μᾶς (για­τί κά­πο­τε μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σια­στεῖ με­γά­λη ἀ­νάγ­κη, ἄν καί μιά μο­να­χά φο­ρά μπο­ρεῖ νά ση­μά­νει κα­κή ἀρ­χή)… 
Πρέ­πει νά κα­τα­λά­βο­με πώς οἱ ἄλ­λοι δέν χρω­στοῦν τί­πο­τα νά μᾶς ζοῦν ἐ­μᾶς, καί πώς κά­θε φο­ρά πού προ­σφέ­ρε­ται ἡ λύ­ση αὐ­τή, νά μᾶς ζοῦν ἤ νά μᾶς δα­νεί­ζουν, κά­θε φο­ρά θά­βε­ται τό ἐν­δε­χό­με­νο νά βγοῦ­με ἀ­πό τόν φαῦ­λο κύ­κλο στό φῶς μιᾶς ἔν­τι­μης καί σχε­τι­κά ἀ­νε­ξάρ­τη­της ζω­ῆς (λέ­ω σχε­τι­κά ἀ­νε­ξάρ­τη­της, μιά καί εἴ­μα­στε πο­λύ μι­κρό κρά­τος). Δέν μπο­ροῦ­με ad infinitum νά κα­τα­να­λώ­νο­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ὅ­σα πα­ρά­γο­με, νά μπά­ζο­με πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό ὅ­σα βγά­ζο­με… 
Κά­ποι­α μέ­ρα οἱ δα­νει­στά­δες τῆς Ἑλ­λά­δας πού δέν παίρ­νουν πί­σω τά λε­φτά τους, ἀλ­λά πάν­τα μο­να­χά ἕ­να πο­σο­στό ἀ­πό τό χρέ­ος - δα­νει­ζό­μα­στε ἀ­κό­μα καί γιά τούς τό­κους ἀ­πό τά δά­νεια - μπο­ρεῖ νά μᾶς ποῦν (ἄν καί αὐ­τό εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο - γιά ἄλ­λους πά­λι λό­γους) πώς πρέ­πει νά στα­μα­τή­σει αὐ­τή ἡ ὡ­ραί­α μη­χα­νή καί πώς νά φρον­τί­σο­με ἐ­μεῖς γιά τή σω­τη­ρί­α μας (ὅ­πως καί πρέ­πει νά φρον­τί­σο­με). Ἐ­μεῖς δέν χρει­ά­ζε­ται νά πε­ρι­μέ­νο­με τούς δα­νει­στά­δες νά μᾶς τό ποῦν αὐ­τό (αὐ­τοί ἔ­χουν τό χα­βά τους). Πρέ­πει ἐ­μεῖς νά τό δι­α­κη­ρύ­ξο­με ὡς ἄ­με­σο σκο­πό μας, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά πη­γαί­νο­με στόν φοῦν­το. Ἡ σω­τη­ρί­α μας θά γί­νει ἀ­πό ἐ­μᾶς, δέ θά γί­νει ἀ­πό τούς ἄλ­λους. Ἄν πο­τέ γί­νει.»

Ἔ­τσι λοι­πόν,­ φτά­σα­με στήν ση­με­ρι­νή κα­τάν­τια. Ὅ­μως, κα­θώς κα­τη­γο­ροῦ­με τούς πο­λι­τι­κούς, πρέ­πει συ­νά­μα νά ὁ­μο­λο­γή­σου­με αὐ­τό πού ἔ­λε­γαν οἱ θυ­μό­σο­φοι πρό­γο­νοί μας: «Κα­τά τόν λα­ό κι οἱ ἄρ­χον­τες». Με­γά­λη εἶ­ναι ἡ εὐ­θύ­νη μας ἀ­φοῦ - ὅ­πως φαί­νε­ται κι ἀ­πό τά πα­ρα­πά­νω κεί­με­να-180 χρό­νια τώ­ρα τήν ἴ­δια ἁ­μαρ­τί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με, ἐ­πει­δή πι­στέ­ψα­με ὅ­πως λέ­ει ὁ ψαλ­μός: «ἐ­π' ἄρ­χον­τας, ἐ­πὶ υἱ­οὺς ἀν­θρώ­πων, οἷς οὐκ ἔ­στι σω­τη­ρί­α», καί βά­ψα­με τά χέ­ρια μας μέ αἷ­μα ἀ­δελ­φῶν μας καί κα­τά και­ρούς βυ­θι­στή­κα­με στό μῖ­σος καί τόν δι­χα­σμό.

Ἡ μό­νη ἐλ­πί­δα γιά τό μέλ­λον, εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῆς δι­κῆς μας εὐ­θύ­νης, ἡ συ­νει­δη­το­ποί­η­ση τῆς δι­κῆς μας ἀλ­λο­τρί­ω­σης, πού ἐ­πέ­τρε­ψε σέ πολ­λούς πο­λι­τι­κούς νά φέ­ρον­ται μέ αὐ­τό τόν τρό­πο, ἴ­διο καί ἀ­πα­ράλ­λα­κτο 180 χρό­νια τώ­ρα. Νά δώ­σει ὁ Θε­ός νά συ­ναι­σθαν­θοῦ­με τά λά­θη μας καί νά πά­ψει αὐ­τή ἡ φο­βε­ρή λή­θη πού μᾶς κά­νει νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νου­με δια­ρκῶς τίς ἴ­δι­ες ἁ­μαρ­τί­ες καί νά μᾶς ἀ­ξι­ώ­σει νά δοῦ­με ἰ­κα­νούς πο­λι­τι­κούς πού θά ὀ­δη­γή­σουν τήν χώ­ρα σέ πρό­ο­δο. Ἀ­μήν. 
 
 π. Χριστόδουλος Μπίθας

1 Ἀ να στά σιος Βυζάντιος ἦταν διπλωμάτης, ποιητής, λογογράφος καί πολιτικός συντάκτης. 

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου