Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια για ταξιδευτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια για ταξιδευτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Μπαρίς: Το βιολί της ειρήνης και των τύψεων


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής



Ο Μπαρίς Γιαζγκί γεννήθηκε στο Σιίρτ, μια φτωχή και ορεινή περιοχή στην ΝΑ Τουρκία όπου κυριαρχεί ο κουρδικός πληθυσμός. Δύσκολα τα περνούσαν οι γονείς, κτηνοτρόφοι και οι δύο τους, που έκαναν κάμποσα παιδιά για να έχουν βοήθεια και χέρια στην οικογένεια. Την εποχή που γεννήθηκε ο μικρότερός τους γιος, τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα στην περιοχή τους. Μαίνονταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους αυτονομιστές, ενώ ο τρόμος και ο θάνατος ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Έτσι ο πατέρας του τού έδωσε το όνομα αυτού που ευχόταν πιο πολύ για την οικογένειά του: Μπαρίς στα τουρκικά σημαίνει ειρήνη Ειρηνική ήταν η ψυχή του μικρού Μπαρίς που γρήγορα έδειξε την ευαισθησία του, το ταλέντο του στην μουσική και ειδικότερα την κλίση του στο βιολί. Ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του μουσική, μέχρι που κάποιος δάσκαλος που διέκρινε το ταλέντο του, τού έδωσε κάποια μαθήματα στο σχολείο. 

Ένας θείος του πάλι, αδελφός της μάνας του, που έπαιζε βιολί στους γάμους - διάσημοι οι κούρδικοι γάμοι, κρατάνε τρεις μέρες και οι καλεσμένοι χορεύουν ακατάπαυστα. Σε εκείνο το βιολί λοιπόν έμαθε να κινεί το δοξάρι ο μικρός Μπαρίς. Όταν έφτανε στο Λύκειο, οι γονείς έστειλαν το στερνοπούλι τους στην Πόλη, να τελειώσει το σχολείο εκεί, μένοντας κοντά στον μεγάλο του αδελφό, τον Φατίχ, που ζούσε εκεί Ήταν και αυτός μουσικός,το μουσικό ταλέντο μάλλον κληρονομιά από τη μάνα που είχε και εκείνη υπέροχη φωνή, δεν έλειπε από την οικογένεια. Κλαρίνο έπαιζε ο Φατίχ. Δούλευε σε πανηγύρια και γάμους συμπατριωτών του. Καμιά φορά έπαιζε και σε κανένα μαγαζί , σε κάποιο από τα πολλά "Türkü evi" μαγαζιά που παίζουν τους σκοπούς της Ανατολίας, τούρκικα τραγούδια μα και πολλά κούρδικα. 

Εκεί στους παράδρομους του Ταξίμ είναι όλα αυτά και τον φώναζε πού και που κάποιος έμπειρος ουστάς να βοηθήσει. Ταλέντο είχε και ο Φατίχ μα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Έβλεπε όμως στον μικρό αδελφό την δική του συνέχεια και τον χαιρόταν. 

«Ας έρθει εδώ» είπε στους γονείς, ο Φατίχ για τον Μπαρίς. «Ο μικρός έχει ταλέντο, εγώ δουλειές έχω, θα τελειώσει το σχολείο, θα δουλεύει και μαζί μου, θα βγάζει το μεροκάματο». Έτσι και έγινε. 

Ο Ειρηναίος, έτσι θα λέγανε ίσως τον Μπαρίς αν ήταν Έλληνας, ενθουσιάστηκε. Ο μεγάλος του αδελφός, ο άμπης του, πάνω από δέκα χρόνια τον περνούσε, του στάθηκε σαν πατέρας, τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έπαιρνε μαζί για να παίζει στους γάμους και κάποτε σε κάποια μαγαζιά που έπαιζε και εκείνος. Στην αρχή τον έβαζε να παίζει το μπεντίρ ή την ταραμπούκα, βιολί δεν είχε δικό μου ο Μπαρίς, εκείνου όμως η ψυχή χτυπούσε αλλού. Μόλις έβρισκε την ευκαιρία δανειζόταν το βιολί κάποιου μουσικού από την ορχήστρα και έπαιζε. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε αγόρασε ένα βιολί, ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρει με το κομπόδεμά του. Χρεώθηκε και ένα ποσό σημαντικό για εκείνον, δανείστηκε μα τα κατάφερε τελικά να το αγοράσει. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν το πήρε στα χέρια του. Ο μαγαζάτορας, ένας έμπειρος οργανοποιός και έμπορος μουσικών οργάνων εκεί στην Γκαλίπ Ννεντέ, στον Γαλατά, κατάλαβε το πάθος του μικρού και του διάλεξε ένα καλό βιολί και του έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε στην τιμή. Πετούσε ο μικρός. Σταμάτησε στη μέση του Γιουκσέκ Καλντερίμ, καθώς κατέβαινε για το Καράκιοϊ να πάρει το τραμ, και άρχισε να παίζει Δεν άντεχε να περιμένει να φτάσει στο σπίτι Ο αδελφός του πάλι τον μάλωσε που ξόδεψε όλα του τα λεφτά και που χρεώθηκε κιόλας, μα κατά βάθος τον καμάρωνε για το πάθος και το ταλέντο του. Ο μικρός έκανε ήδη όσα και ο ίδιος θα ήθελε να κάνει μα δεν τόλμησε. Ο Μπαρίς βρήκε και έναν δάσκαλο και ξεκίνησε μαθήματα. Του μάθαινε παραδοσιακό βιολί ο χότζας, τα οθωμανικά και ανατολίτικα μακάμια, αλλά το βράδυ στο διαδίκτυο άκουγε στα ραδιόφωνα και τα μουσικά κανάλια τους μεγάλους ερμηνευτές της δυτικής μουσικής και τον έπιανε το ξημέρωμα... Θαύμασε τον Γεχούντι Μενουχίν και τον Νταβίντ Όϊστραχ, τον εντυπωσίασε ο Αντρέ Ριέ, γοητεύτηκε από την όμορφη Βανέσα Μέι. 

Ήξερε πως αυτή είναι η μουσική που ήθελε να γνωρίσει και να κατακτήσει. Ένας υπέροχος νέος κόσμος που τον μεθούσε. 

Το καλοκαίρι που πέρασε τον κάλεσε ένας άλλος αδελφός του; στο Βέλγιο. Στην Αμβέρσα ζούσε εκείνος μετανάστης. Ξεκίνησε εργάτης σε εργοστάσιο σοκολάτας, μα είχε ανοίξει ένα δικό του μαγαζάκι τώρα, ένα ζαχαροπλαστείο που πουλούσε μαζί με τις σοκολάτες μπακλαβάδες και μουχαλέμπια στους πολυάριθμους Τούρκους, Κούρδους και Άραβες πελάτες της γειτονιάς. «Έλα να δεις εδώ τι γίνεται» του είπε, «Ίσως βρεις δουλειά, ίσως μπορέσεις να μείνεις» Ο Φατίχ είχε μιλήσει με στον αδερφό του στο Βέλγιο για το ταλέντο του μικρού και αποφάσισαν να συνεργαστούν για να τον βοηθήσουν. 

Η βίζα του ήταν μόνο για δύο μήνες, τόσο μπορούσε να πάρει σαν σπουδαστής της γλώσσας. Με άλλη ιδιότητα δεν μπορούσε να πάει στο Βέλγιο. Μα εκείνοι οι δύο μήνες του άλλαξαν τη ζωή. Πήγε σε συναυλίες, σε κονσέρτα, άκουσε ζωντανά την δυτική μουσική που ως τότε άκουγε μόνο από το ίντερνετ. Ζήτησε να μάθει πώς μπορεί να τη σπουδάσει. Πήγε στο καλύτερο ωδείο και του είπαν να κάνει πρώτα από όλα μια δοκιμαστική παρουσίαση . «Κάνετε αίτηση» του είπαν, «στείλτε μας ένα βιογραφικό και κάποιο δείγμα της δουλείας σας βιντεοσκοπημένο ή ηχογραφημένο και θα σας απαντήσουμε, κλείνοντας σας ραντεβού». 

«Δεν προλαβαίνω» τους είπε. 

«Φεύγω σε μία εβδομάδα και δεν ξέρω πότε θα έρθω πάλι... Θέλω να με ακούσετε. Μόνο για 10 λεπτά, δώστε μου μόνο 10 λεπτά.» 

«Δεν γίνεται του είπαν» κύριε. «Υπάρχει μια διαδικασία.» επανέλαβε ψυχρά η ψηλόλιγνη γραμματέας του κονσερβατουάρ με τα καστανά καρέ μαλλιά το λευκό δέρμα και τα μικρά καστανά μάτια. 

Αντί για άλλη απάντηση ο Μπαρίς έβγαλε το βιολί του και άρχισε να παίζει εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια όλων το Πρώτο Καπρίτσιο για βιολί του Παγκανίνι, έργο πολύ απαιτητικό δεξιοτεχνικά που το είχε μάθει μόνος του κατεβάζοντας την παρτιτούρα από το διαδίκτυο. Δυο μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά σε μια επιτροπή από καθηγητές που άκουγαν τον σγουρομάλλη φέρελπι νέο από την Ανατολία να τους ξεδιπλώνει το ταλέντο και τις μουσικές του δεξιότητες. 

«Σας δεχτήκαμε κατ’ εξαίρεσιν» του είπαν. 

«Μας άρεσε αυτό που ακούσαμε και θα σας πάρουμε να φοιτήσετε εδώ στο ωδείο μας ως εξαιρετικό ταλέντο. Κανονίστε τα διαδικαστικά και σας περιμένουμε από το εαρινό εξάμηνο, γιατί οι θέσεις για το χειμώνα έχουν κλείσει».



Γύρισε ενθουσιασμένος στην Πόλη και άρχισε να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Πετούσε. Στο μεταξύ δούλευε σαν τρελός για να μαζέψει ένα κομπόδεμα. Η χώρα ζούσε στον πυρετό που ακολούθησε το πραξικόπημα του καλοκαιριού και ετοιμαζόταν για το δημοψήφισμα του Απριλίου, μα ο Μπαρίς δεν νοιαζόταν για αυτά. Έβλεπε μπροστά του μόνο έναν δρόμο. Αυτόν της μουσικής που περνούσε μέσα από τις σπουδές στο κονσερβατουάρ της Αμβέρσας. «Και αυτό θα είναι μόνο η αρχή», σκεφτόταν. «Πόσοι δρόμοι ανοίγουν μετά» Ήξερε καλά πως αυτός και όχι άλλος είναι ο δρόμος του και τον ονειρευόταν λαμπρό και γεμάτο μουσική. 

Όταν γύρω στα τέλη της χρονιάς πήγε να ζητήσει βίζα για το Βέλγιο έφαγε την πρώτη ψυχρολουσία. «Δεν δίνουμε βίζα για μουσικές σπουδές στο ωδείο» του είπαν. «Δεν έχετε τα τυπικά προσόντα για να εγγραφείτε. Δεν μπορείτε να κάνετε ανώτερες μουσικές σπουδές, χωρίς κάποιο πτυχίο και τις άλλες τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί». 

«Μα στο κονσερβατουάρ με δέχτηκαν ως εξαιρετικό ταλέντο». 

«Ναι το βλέπουμε. Αυτοί κάνουν την δουλειά τους και εμείς την δική μας. Οι τυπικές προϋποθέσεις δεν ισχύουν για εσάς. Αν ήσασταν πολίτης της ΕΕ θα ήταν αλλιώς». 

Πήγε και ξαναπήγε, αλλά μάταια. 

«Δώστε μου τουλάχιστον βίζα 2-3 μηνών για γλώσσα». 

«Ούτε και αυτό μπορούμε. Δεν κάνατε καλή χρήση την προηγούμενη φορά που βρεθήκατε στο Βέλγιο. Πήρατε για γλώσσα και δεν φοιτήσατε τελικά, δεν έχετε να μας δείξετε αποδεικτικό». 

«Λυπάμαι πολύ» είπε στο τέλος κοφτά η υπάλληλος. «Απλά δεν γίνεται».  

Ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του. Η Αμβέρσα, το κονσερβατουάρ που τον περίμενε, οι μουσικές σπουδές, τα όνειρα για την καριέρα, όλα φάνηκε να εξανεμίζονται με μιας. 

«Πως δε γίνεται, όλα γίνονται» σκέφτηκε σε μια στιγμή. «Εγώ θα πάω στο Βέλγιο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα πάω.» και ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιό του. 

Στα μέσα του Απρίλη, αμέσως μετά το Πάσχα οι ελληνικές λιμενικές αρχές και η FRONTEX εντόπισαν το ναυάγιο μιας μεγάλης βάρκας γεμάτης με πρόσφυγες και μετανάστες ανοιχτά της Μυτιλήνης. Ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια. Η βάρκα ωστόσο βούλιαξε για άγνωστο λόγο. Ίσως ήταν παραφορτωμένη με κόσμο ίσως να μετακινήθηκαν οι επιβάτες μέσα της. Μετά ο πανικός, πολλοί δεν ήξεραν κολύμπι,,τα βαριά ρούχα....Τα σωστικά συνεργεία έσωσαν κάμποσους επιβάτες. Ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα. Περισυνέλεξαν όμως και 16 νεκρούς. Πρόσφυγες από την Συρία και το Ιράκ, Αφγανοί, Πακιστανοί. 

Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και ένας νέος άντρας που γρήγορα αναγνωρίστηκε ως πολίτης της Τουρκίας. Είχε άλλωστε πάνω την ταυτότητά του. "Μπαρίς Γιαζγκί, ετών 22, υπηκοότητα τουρκική," έγραφε η αναφορά των αρχών. Στο χέρι του βρέθηκε περασμένη μια θηλιά από σκοινί. Στην άλλη άκρη του σκοινιού ήταν δεμένο ένα βιολί. 

«Εγώ θα πάω στο Βέλγιο, Φατίχ άμπη» είπε στον αδερφό του πριν τρεις μέρες που τον αποχαιρέτησε και άφησε το σπίτι τους στην Πόλη. «Καλά πὠς θα πας, τι σκέφτεσαι. Αφού δεν σου δίνουν βίζα Πρόσεξε» «Μη σε νοιάζει, άμπη», συνέχισε ο μικρός «Εγώ θα πάω και θα σπουδάσω βιολί, και μετά θα πάρω και εσένα εκεί, να σε ακούσουν και εσένα και να δουν τι σπουδαίος μουσικός είσαι. Θα πάρω και εσένα εκεί, ακούς. Εδώ δεν έχουμε ζωή πια.» 

Ο Φατίχ αποχαιρέτησε τον μικρό με δάκρυα στα μάτια. 

«Ποιος είναι ο άμπης και ποιος ο μικρός αδελφός, τελικά ανάμεσά μας,», σκεφτόταν καθώς τον φιλούσε στο μέτωπο «Καλή αντάμωση, αδελφέ μου, ο Θεός μαζί σου». 

Αυτή είναι η ιστορία του Μπαρίς, ενός νέου βιολιστή από την Ανατολή που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Ή αυτή θα μπορούσε να είναι. Μικρή σημασία έχει. 

Συνοψίζω την είδηση παρατακτικά: 

Ο Μπαρίς Γιαζγκί ήταν ένας νέος από το Σίιρτ που αγαπούσε το βιολί. 

Ο Μπαρίς πνίγηκε στα γαλήνια νερά του Αιγαίου στην προσπάθειά του να περάσει στην Ελλάδα παράνομα. 

Ο Μπαρίς είχε σκοπό να πάει στο Βέλγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην μουσική και στο βιολί. Αποφάσισε να μπει παράνομα στην ΕΕ καθώς δεν μπόρεσε να πάρει βίζα από τις βελγικές αρχές. 

Ο Μπαρίς ήταν μόλις 22 χρονών. Όταν τον ανέσυραν από τα παγωμένα νερά βρήκαν να έχει δεμένο στο χέρι του το βιολί του. 

Ο Μπαρίς πέρασε στο θάνατο έχοντας στην αγκαλιά του ό,τι αγάπησε περισσότερο στην σύντομη ζωή του. 

Ο Μπαρίς που το όνομά του σημαίνει Ειρήνη, είναι μία ακόμα τύψη του δικού μας πολιτισμού.

Εύχομαι να γίνει ένα αστέρι στον ουρανό, έτσι όπως έζησε στην γη, για να φωτίζει και τους δικούς μας σκοτεινούς ορίζοντες 

Καλό ταξίδι Μπαρίς. Ας πλουτίζεις τώρα με το γλυκόηχο βιολί σου την ορχήστρα του παραδείσου. 
Η είδηση από την τουρκική Τζουμχουριέτ.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Ένα μόλις δολλάριο μπορεί να αλλάξει πολλά!


Ο τίτλος της ταινίας, που σκηνοθέτησε η Sharon Wright (shesalwayswright.), είναι: Change For A Dollar Is he asking for Change, or is he asking for CHANGE?. Ζητάει λίγα ψιλά(change) ή ζητάει ΑΛΛΑΓΗ (change), μας βάζει να αναρωτηθούμε η ταινία. Το λογοπαίγνιο με τη λέξη change = ψιλά, νομίσματα αλλά και αλλαγή, δεν είναι δυνατό στην ελληνική γλώσσα, αλλά το μήνυμα της ταινίας είναι τόσο δυνατό, που λίγη σημασία έχει η μετάφραση. 
Η ταινία έχει αποσπάσει εκπληκτικές κριτικές, βραβεία αλλά κυρίως την αποδοχή του κοινού.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Η ιστορία ενός μολυβιού

Perierga.gr - Η ιστορία ενός μολυβιού

Το παιδί κοιτούσε τη γιαγιά του που έγραφε ένα γράμμα. Κάποια στιγμή τη ρώτησε:
- Γράφεις μια ιστορία που συνέβη σε εμάς; Και μήπως είναι μια ιστορία για μένα;
Η γιαγιά σταμάτησε να γράφει, χαμογέλασε και είπε στον εγγονό της:
- Όντως γράφω για σένα, Ωστόσο, αυτό που είναι πιο σημαντικό κι από τις λέξεις είναι το μολύβι που χρησιμοποιώ. Θα ήθελα, όταν μεγαλώσεις, να γίνεις σαν κι αυτό.
Το παιδί, περίεργο, κοίταξε το μολύβι και δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο.
- Αφού είναι το ίδιο με όλα τα μολύβια που έχω δει στη ζωή μου!

- Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Το μολύβι έχει πέντε ιδιότητες, τις οποίες αν καταφέρεις να διατηρήσεις, θα είσαι πάντα ένας άνθρωπος που θα βρίσκεται σε αρμονία με τον κόσμο. Πρώτη ιδιότητα: Μπορείς να κάνεις μεγάλα πράγματα, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάς ποτέ ότι υπάρχει ένα Χέρι το οποίο καθοδηγεί τα βήματά σου. Αυτό το χέρι το λέμε «Θεό» και Εκείνος πρέπει να σε καθοδηγεί πάντα σύμφωνα με το θέλημά Του. Δεύτερη ιδιότητα: Πότε-πότε πρέπει να σταματάω να γράφω και να χρησιμοποιώ την ξύστρα. Αυτό κάνει το μολύβι να υποφέρει λίγο, αλλά στο τέλος είναι πιο μυτερό. Έτσι, μάθε να υπομένεις ορισμένες δοκιμασίες γιατί θα σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο. Τρίτη ιδιότητα: Το μολύβι μας επιτρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε γόμα για να σβήνουμε τα λάθη. Κατάλαβε ότι το να διορθώνουμε κάτι που κάναμε δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά σημαντικό για να παραμένουμε στο δρόμο του δικαίου. Τέταρτη ιδιότητα: Αυτό που έχει στην ουσία σημασία στο μολύβι δεν είναι το ξύλο ή το εξωτερικό του σχήμα, αλλά ο γραφίτης που περιέχει. Έτσι, να φροντίζεις πάντα αυτό που συμβαίνει μέσα σου.
Τέλος, η πέμπτη ιδιότητα του μολυβιού: Αφήνει πάντα ένα σημάδι. Έτσι, λοιπόν, να ξέρεις ότι ό,τι κάνεις στη ζωή σου θα αφήσει ίχνη και να προσπαθείς να έχεις επίγνωση της κάθε σου πράξης.

Του Paolo Coelho, που δημοσιεύθηκε πριν χρόνια στο περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2014

Lila : μια γλυκιά ταινία μικρού μήκους για τη ζωή


Ο Carlos Lascano έφτιαξε μια ταινία μικρού μήκους, τη Lila, για την καθημερινότητα, τη ζωή γενικότερα, και τον τρόπο που τη βλέπει η ζωγράφος-πρωταγωνίστρια.

Η Lila φαντάζεται και βάζει τα δικά της χρώματα, δίνει τη δική της 'πινελιά', τη δική της τροπή, σε όσα βλέπει γύρω της, με ιδιαίτερα συγκινητικό και γλυκό κλείσιμο. Ένα φιλμάκι για τη ζωή και την οπτική, τη στάση και τις δυνατότητες που έχει ο καθένας, με στοιχεία animation.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

"ΑΓΙΕ ΝΙΚΟΛΑ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΕ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΟΛΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΡΩΣΕ"


Το τραγούδι των Μάνου Χατζιδάκι και Νίκου Γκάτσου
Με την Ελλάδα καραβοκύρη και με τη γνωστή επωδό "Άγιε Νικόλα παρακαλώ σε στα πέλαγα όλα λουλούδια στρώσε", μάλλον δεν είναι γνωστό στους πολλούς ότι περιλαμβάνεται στην περίφημη Μυθολογία των δύο δημιουργών, που εκδόθηκε στα 1965 και τραγουδήθηκε από τον θρυλικό, θα λέγαμε σήμερα, Γιώργο Ρωμανό. Εδώ  το ακούμε  από τη Μαρία Φαραντούρη, η οποία το έχει τραγουδήσει σε διάφορες συναυλίες και περιέχεται στον δίσκο της "Η Μαρία Φαραντούρη τραγουδά Μάνο Χατζιδάκι".

 Από την συναυλία-αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο,με αφορμή
τα 100 χρόνια από την γέννηση του,στο μέγαρο μουσικής Αθηνών.
Μουσικό σύνολο υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη.
Ερμήνευσαν οι: Μαρία Φαραντούρη,Αλκίνοος Ιωαννίδης και ο Βασίλης Γισδάκης.


Με την Ελλάδα καραβοκύρη

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Ρωμανός (Μυθολογία - 1966)


Με τη φουρτούνα
και το Σιρόκο
ήρθε μια σκούνα
απ' το Μαρόκο

Με τον αγέρα
και με τ' αγιάζι
πάει μια μπρατσέρα
για την Βεγγάζη

Άγιε Νικόλα,
παρακαλώ σε
στα πέλαγα όλα
λουλούδια στρώσε

Με τον ασίκη
το μπουρλοτιέρη
ήρθε ένα μπρίκι
από τ' Αλγέρι

Με την Ελλάδα
καραβοκύρη
πάει μια φρεγάδα
για το Μισίρι.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Οι Έλληνες λένε: «Γίνε ένας από εμάς»!

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο συρτάκι και ωραίες παραλίες, νησιά και… mousaka! Είναι όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμα, όπως υποστηρίζουν επιτυχημένα οι «Tambula Rasa», μια ομάδα νεαρών παιδιών που βρήκαν, συνέθεσαν και παρουσιάζουν γιατί ου ξένοι πρέπει να γίνουν «ένας από εμάς». Με τον τίτλο «Be one of us, Hellas», το βίντεο που θα δείτε στη συνέχεια θα σας κάνει να καταλάβετε ότι αυτό που δεν έχετε δει από την Ελλάδα είναι το καλύτερο…
perierga.gr - Οι Έλληνες λένε στον κόσμο: "Γίνε ένας από εμάς!"
Γιατί
… έχετε κοιτάξει τον ήλιο στα μάτια;
…έχετε φάει ποτέ από ένα πιάτο;
… έχετε νιώσει ποτέ την άμμο στα πόδια σας;
…έχετε δοκιμάσει ποτέ υποβρύχιο;
… έχετε πάει ποτέ σε ένα νησί με τα πόδια;
… έχετε ρίξει ποτέ τζατζίκι στην μπλούζα σας
… έχετε ποτέ νιώσει το αληθινό γαλάζιο;
… αυτό είμαστε και έτσι ζούμε … γίνε ένας από μας…


Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΟΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Η ΚΡΕΜΑ ΣΑΝΤΙΓΙ

 Στα 1886 ο Ερρίκος της Ορλεάνης , δούκας του Ομάλ (1822-1897) , γιος του βασιλιά Λουδοβίκου- Φιλίππου, δώρισε στο Ινστιτούτο της Γαλλίας τον πύργο του Σαντιγί, μαζί με όλες τις συλλογές του, τις οποίες είχε καταφέρει, με υπεράνθρωπες προσπάθειες και ξοδεύοντας αμύθητα ποσά, να συγκεντρώσει. Μοναδικοί όροι αυτής της ανεκτίμητης προσφοράς ήταν να δημιουργηθεί το μουσείο Condé , να μη δανείζονται σε κανέναν οι συλλογές του μουσείου αλλά και να μην αλλάξει καθόλου ο τρόπος έκθεσής των εκθεμάτων.
Το μουσείο Condé περιέχει μια εξαιρετική συλλογή πινάκων και είναι το αμέσως μεγαλύτερο μουσείο από εκείνο του Λούβρου σε πίνακες από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Πράγματι, κανένα άλλο γαλλικό μουσείο δεν κατέχει τρία έργα του Ραφαήλ, τρία του Φρα Αντζέλικο, τέσσερα του Βατό, τρία του Ντελακρουά πέντε του Πουσέν, πέντε του Ίνγκρ, τέσσερα του Κρέζ, όπως επίσης και πολλά έργα της σχολής του Οριενταλισμού. Εκτός από την πλουσιότατη πινακοθήκη του, το μουσείο Condé διαθέτει άπειρο αριθμό σκίτσων, ακουαρελών και πορτρέτων μεγάλων προσωπικοτήτων της γαλλικής κοινωνίας , της στρατιωτικής ιστορίας, της τέχνης και της επιστήμης. Μεγάλος ακόμη είναι ο αριθμός των εκθεμάτων σε γκραβούρες αλλά και σε έπιπλα, κοστούμια, πολυτελή αντικείμενα οικιακής χρήσης, είδη αργυρο-χρυσοχοΐας κ.ά.

Ο πύργος του Σαντιγί υπήρξε μετά τις Βερσαλίες το σύμβολο της χλιδής της γαλλικής αριστοκρατίας. Θρυλικά έμειναν τα πολυήμερα φαγοπότια που δόθηκαν στους κόλπους του παρασκευασμένα από έξοχους μαγείρους της εποχής, όπως ο πολύς Φρανσουά Βατέλ, που επινόησε την κρέμα σαντιγί και αυτοκτόνησε επειδή δεν είχε στη διάθεσή του ικανό αριθμό ψαριών , για να τα παρασκευάσει στους υψηλούς προσκεκλημένους της βασιλικής οικογένειας. Στα τεράστια ενδιαιτήματά του αλλά και στους έξοχους κήπους του διαδραματίστηκαν πολλά επεισόδια της γαλλικής ιστορίας στα χρόνια της ακμής αλλά και της παρακμής της μοναρχίας . Ο πύργος καταστράφηκε στα τρομερά γεγονότα που ακολούθησαν το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά ανοικοδομήθηκε πιστά στα χρόνια της αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα. Σήμερα αποτελεί το δεύτερο must για κάθε επισκέπτη των περιχώρων του Παρισιού ύστερα , φυσικά, από τις Βερσαλίες.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Η Μόνικα και η περιπέτειά της

Διαβάστε πως περιγράφει στην ιστοσελίδα της την περιπέτειά της:

«Αγαπημένοι μου φίλοι!! Εδώ είμαι, μια χαρά!!

Όπως ίσως έχετε μάθει οι περισσότεροι, πέρασα μια περιπετειούλα το Σάββατο το βράδυ. Απ’ το Σάββατο μέχρι σήμερα δε μπορούσα ν’ ανοίξω κανονικά τα μάτια μου από την τοξικότητα του αλατιού τόσες ώρες εκεί μέσα, αλλά τώρα βλέπω μια χαρά, κοιμήθηκα, ξεκουράστηκα και να ‘ μαι σήμερα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, στον ωραίο μας πολιτισμό, έτοιμη να σας διηγηθώ εγω η ίδια σύντομα και περιεκτικά την ιστορία μας, μιας και ο καθένας τα γράφει όπως θέλει.

Το Σάββατο το μεσημέρι, λοιπόν, λίγο μετά τις 15:00 ξεκινήσαμε από Σέριφο μ’ ενα φουσκωτό, εγώ, ο Φαίδων, η Ελένη, ο Δημήτρης και ο Αλέξης.

Εγώ με την Ελένη φορούσαμε στολές wind-surf και τ’ αγόρια αντιανεμικά, κάτι που αργότερα αποδείχθηκε σωτήριο μιας και οι στολές προσέφεραν άνωση και τα αντιανεμικά μια κάποια προστασία απ’ το κρύο. Μια χαρά όλα, πολύ γέλιο, κάνουμε μια στάση στη Κύθνο, τρώμε δυο φρούτα και συνεχίζουμε προς Λαγονήσι. Έχοντας σχεδόν περάσει και την Τζια στα δεξιά μας, με την Αθήνα να λαμπυρίζει μπροστά μας, στις 18:20 η μηχανή σταματάει, μας μυρίζει βενζίνη αλλά δε δίνουμε σημασία θεωρώντας οτι απλά έχει ζοριστεί λίγο η μηχανή απ’τα χτυπήματα. Συνηθισμένα πράγματα, λέμε πάμε με τη βοηθητική μηχανή μέχρι Τζιά αλλά ας πάρουμε πρώτα τα παιδιά που μας περίμεναν για φαγητό να τους πούμε οτι έχουμε ένα μικρό πρόβλημα και οτι θα πάμε Τζιά. Τη στιγμή που ο Φάιδων και ο Δημήτρης μιλάνε στο κινητό για να ενημερώσουν φίλους και Λιμενικό για τις αλλαγές στο πρόγραμμα, η Ελένη αρπάζει φωτιά στο πρόσωπο και πέφτει κάτω πανικόβλητη, μέσα στο φουσκωτό. Την ρωτάμε τρομαγμένοι τι έγινε, ο Φαίδων πάει να τσεκάρει πίσω απ’ το τιμόνι τα καλώδια και με μια ψυχρή ήρεμη φωνή λέει “φωτιά, σοβαρή φωτιά, όλοι στη θάλασσα”. Βουτάμε αμέσως. Μέσα σε 10 δευτερόλεπτα ήμασταν και οι 5 μέσα στη θάλασσα και παρακολουθούσαμε το φουσκωτό να φλέγεται.

Η ώρα 18:30. Τα σωσίβια ήταν ακριβώς στα πόδια μας αλλά κανείς δε πρόλαβε να τ’ αρπάξει τη στιγμή που η έκρηξη ήταν ό,τι πιο πιθανό να συμβεί, με την βενζίνη να παίρνει φωτιά μπροστά μας. Κοιταζόμαστε και με αξιοπερίεργη ψυχραιμία συζητάμε τι θα κάνουμε. Ήταν βέβαιο πως ο Φαίδων είχε προλάβει να περιγράψει στην άλλη γραμμή οτι έχουμε πρόβλημα με τη μηχανή αλλά σίγουρα η κλήση είχε ολοκληρωθεί πριν ακουστεί η λέξη “φωτιά”. Θεωρήσαμε πως σε 2 ώρες το πολύ θα άρχιζαν να ψάχνουν (έτσι κι έγινε όταν είδαν οτι τα κινητά και των πέντε ήταν κλειστά) και απ΄το σήμα της κλήσης μέσω της Vodafone θα έβρισκαν το στίγμα μας (το οποίο τελικά βρέθηκε μετά από 4 ώρες). Αρχίσαμε όλοι να κολυμπάμε προς τη Τζια η οποία φαινόταν, όχι και τόσο κοντά, αλλά εφικτά κοντά. Εγώ με τον Φαίδωνα αρχίσαμε να κολυμπάμε λίγο πιο γρήγορα ούτος ώστε να φέρουμε βοήθεια για όλους μας. Θάλασσα και μόνο θάλασσα, με 6 μποφόρ. Είδαμε το ηλιοβασίλεμα, σε κάποια φάση πήγαμε να τραγουδήσουμε το “Αυτή η νύχτα μένει″ αλλά μετά σκεφτήκαμε οτι ο πρώτος στίχος δεν βοηθάει και πολύ, κολυμπούσαμε πολλές φορές χεράκι-χεράκι, κύματα από παντού, πίναμε θαλλασσινό νεράκι μπόλικο, ο Φαίδων με είδε σε κάποια φάση που έκανα άσχημες σκέψεις και μου ζήτησε ν’ αρχίσω να μετράω απλωτές, μέτραγα-μέτραγα ώσπου κάποια στιγμή άρχισε να μας πιάνει απελπισία για το αν προχωράμε καθόλου ή όχι.
Για “καλή” μας τύχη, ο Φαίδωνας έπαθε κράμπα (εννοείται πως δε μου τι είπε εκείνη τη στιμγή), έμεινε πίσω και παρατήρησε οτι μέσα σε 3 λεπτά εγώ είχα προχωρήσει 30 μέτρα. Ευτυχία μεγάλη και συνεχίσαμε. Σε κάποια φάση ακούμπησα κάτι στο πρόσωπό μου. Ήταν τα γυαλιά μυωπίας, είχα βουτήξει με τα γυαλιά μυωπίας και δε μου έφευγαν με τίποτα τα γυαλάκια μου! Κοίταζα το ρολόι μου, είχε πάει 8:30 η ώρα. Γιατί δεν μας ψάχνει κανείς; 9:30 η ώρα, γιατί δε μας ψάχνει ακόμα κανείς; Μετά τις 10:30 δεν ξανακοίταξα το ρολόι μου, δεν μπορούσα άλλωστε, είχαν αρχίσει να θολώνουν έντονα τα μάτια μου. Σκεφτόμασταν συνέχεια τους άλλους τρεις. Έπρεπε να φέρουμε βοήθεια, για όλους μας. Δύο κύματα τα βλέπουμε να έρχονται ψηλά σαν πολυκατοικία. “Πλάκα μας κάνει;” είπαμε κι οι δύο. Ο Φαίδων δε μ’αφηνε ούτε στιγμή ν’ απογοητευτώ. Η βέλτιστη απόσταση ήταν στα ανατολικά μας, αλλά αποφασίσαμε να κολυμπήσουμε λίγο πιο βόρεια, κάνοντας ένα μικρό τόξο, για ν’ αποφύγουμε τα κύματα που μας χτυπούσαν από τ’ αριστερά και μας πλάκωναν συνέχεια ενώ όταν τα είχαμε μπροστά μας, υπολογίζαμε με το πρόσθιο να πάρουμε αναπνοή και να το προσπεράσουμε. Πρέπει να ήταν γύρω στις 12 τα μεσάνυχτα όταν, δύο φορές, ένα σούπερ-πούμα ήρθε πάνω απ’ το κεφάλι μας.

Κραυγάζαμε, κουνούσαμε τα χέρια, κάνει στροφή και φεύγει. “Πού πάει;;;;;” Έφυγε αλλά ήταν σημάδι οτι κάποιος μας ψάχνει. Το σώμα μου δε το φοβόμουν, αλλά το μυαλό μου; Οι σκέψεις μου; Συνέχιζα να μετράω. Τη τελευταία ώρα είχα αρχίσει να χάνω τελείως την όρασή μου. Ένα θολό μαύρο πράγμα μπροστά μου, ζαλάδα έντονη, πολύ έντονη και ο Φαίδωνας να μου φωνάζει ” Στ’ ορκίζομαι Μονικάκι μου, στ’ ορκίζομαι οτι ο βράχος είναι στα 100 μέτρα!”. Είχα μετρήσει μέχρι το 7816. Ξαπλώνω ημιλιπόθυμη. Ο Φαίδωνας μου λέει τρέχω να φέρω βοήθεια (πόση δύναμη αυτό το παιδί πια!). Γύρισα στο πλάι και φίλησα τον βράχο. 10 λεπτά αργότερα ένας γεροδεμένος κύριος με κουβαλούσε στις πλάτες του, ο Φαίδωνας δίπλα μου. Η ώρα ήταν 01:45, μπήκαμε σ’ ενα σπίτι όπου δύο κυρίες με περιέλαβαν, μου έβγαλαν τη φόρμα, μ’ έντυσαν, με βάλανε σ’ εναν καναπέ, η μία με τάιζε τσάι και φρυγανιά και η άλλη μου στέγνωνε τα μαλλιά. Οι άλλοι τρείς;;; Είναι μια χαρά! Ο Φαίδων μιλούσε στο τηλέφωνο ευτυχισμένος για όλους μας, εγώ έτρεμα απ’ την υπερένταση και οι κυριούλες πάνω απ’το κεφάλι μου να μου λένε ” χα, εχθές ακούγαμε τα τραγούδια σου….!” “Ω Θέε μου, αποκλείεται να είμαι ζωντανή και να μου συμβαίνει αυτό!” Ήταν τόσο σουρεάλ… Ήρθε ένα τζιπ του Λιμενικού και μας πήρε. Δε μπορώ να σας περιγράψω τη στιγμή που συναντηθήκαμε με τους άλλους τρεις στο λιμάνι της Τζιάς.

Πρόκειται για την απόλυτη ευτυχία. Ο Αλέξης, η Ελένη και ο Δημήτρης, κολυμπούσαν μέχρι τις 23:30. Ένα ιστιοπλοϊκό με Πολωνούς είχε περάσει σχεδόν δίπλα τους και έπλεε με πανιά όχι με μηχανή. Έβγαλαν τη πιο δυνατή φωνή της ζωής τους και μετά από ένα λεπτό άναψε προβολέας ακριβώς πάνω τους. Παρεμπιπτόντως, αν κάποιος εξακολουθεί να αναρωτιέται για το αν υπάρχει Θεός ή όχι, σας το εγγυώμαι πως υπάρχει, ουδεμία αμφιβολία! Με το που ανέβηκαν στο ιστιοπλοϊκό ο Δημήτρης επικοινώνησε με το Λιμενικό και άρχισε αμέσως να δίνει οδηγίες για τη πορεία που, κατά προσέγγιση, ακολουθούσαμε εγώ κι ο Φαίδωνας. Τα τρία πλοία του Λιμενικού και τα δύο ελικόπτερα έψαχναν στο νότιο τμήμα του νησιού εκεί όπου προφανώς είχαν βρει το φουσκωτό ή δε ξέρω τι. Έτσι εξηγείται οτι το σούπερ-πούμα ήρθε κατα πάνω μας κατα τις 00:00, αφού οι δικοί μας είχαν δώσει οδηγίες για το που να ψάξουν. Το Λιμενικό, ας είναι καλά, μας έφερε στο Λαύριο όπου και μας περίμενε η οικογένεια και οι φίλοι του Φαίδωνα. Οι οικογένειες των υπόλοιπων από εμάς, δεν γνώριζαν προφανώς τίποτε απολύτως. Γύρω στις 3 το πρωί εγώ απλά έστειλα ένα μήνυμα στους γονείς μου που τους έλεγα και καλά οτι είχαμε ένα προβληματάκι με τη μηχανή και μάλλον θα μείνουμε Τζια απόψε. Την αλήθεια τους την είπα Κυριακή βράδυ, όταν γύρισαν σπίτι από Άστρος και είδαν τα κόκκινα μισο-ανοιχτά μάτια μου, δεν γινόταν να το κρύψω. Από Δευτέρα πλέον άρχισαν να το μαθαίνουν οι φίλοι μου και όλοι εσείς που με συγκινήσατε τόσο μα τόσο πολύ…

Δε θέλω να το κάνω μελό. Πολύς κόσμος έχει περάσει δυσκολίες, περιπέτειες και “φουρτούνες”. Ήταν μια φοβερή περιπέτεια και για μένα, τρόμαξα πάρα πολύ, προσευχόμουν συνέχεια και σκεφτόμουν πολλά και διάφορα που εύχομαι να μη περάσουν ποτέ απ’ το μυαλό σας. Δεν αντέχω να τα φέρνω στη μνήμη μου γιατί με πιάνουν τα κλάματα. Μου λείπατε πολύ κι έβλεπα πανέμορφες εικόνες από συναυλίες, βόλτες, ταξίδια και παρέες. Μετά από αυτό, και το λέω πολύ συνειδητά, δεν έχει σημασία ούτε τρίτος δίσκος, ούτε οι συναυλίες, ούτε τίποτε άλλο που ήταν στο πρόγραμμα για φέτος. Σημασία έχει ότι είμαστε υγιείς. Θέλω να είστε όλοι καλά και να προσέχετε ο ένας τον άλλον, ο καθένας με τον τρόπο του. Ας μην απογοητευόμαστε με χαζομάρες και ας μην πιεζόμαστε για τίποτα. Η καρδιά μας, ο χρόνος, η Παναγία και η αγάπη μας για ζωή θα φροντίσουν να γίνουν όλα σωστά.

Να ξέρετε οτι σας αγαπώ όλους πάρα πολύ. Δε το λέω επιπόλαια. Το λέω συνειδητά γιατί η δύναμη που κουβαλούσα από τις 18:30 μέχρι τις 01:30 μέσα στα κύματα, παρέα με το φεγγάρι, τον Φαίδωνα και την σκέψη όλως σας, πηγάζει από όλα αυτά που έχουμε ζήσει και θα ζήσουμε μαζί.

Σας ευχαριστώ όλους και συγνώμη που σας αναστάτωσα.

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι, με απόλυτο σεβασμό στο μεγαλείο του ανθρώπου και το δώρο της ζωής.

Σας λατρεύω, μ»

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

διψά η ψυχή μου για αγάπη

από μακριά όλοι και όλα φαντάζουν όμορφα και ρομαντικά!

στο ασπρόμαυρο ο ρομαντισμός και η νοσταλγία, η απόσταση που τρέφει την φαντασία και μια ακινησία που είναι πάθος και αιχμαλωσία σε κάτι ψεύτικο …

η παρουσία του άλλου θα φέρει τα χρώματα, την περιέργεια, την υποψία πως ο άλλος και όλα αυτά που έχει μέσα της μια καρδιά, μπορείς να τολμήσεις με σεβασμό να τα πλησιάσεις…

ο άλλος και η παρουσία του άλλου!

οι κινήσεις του μπορεί να σε φέρουν μια μέρα κοντά σε αυτό που σε βασανίζει και σε ταλαιπωρεί…

θα το ονομάσουμε δίψα, δίψα για αγάπη…

και ενώ φαντάζει εύκολο τώρα που διψάς να ξεδιψάσεις…

η αγάπη έχει τον τρόπο της να σε μάθει να ξεδιψάς… έχει τον τρόπο της να σε μάθει να ξεδιψάς τους άλλους…

πρέπει να μαθητεύσει στην υπομονή …

η περιέργεια να μην είναι πάθος που θέλει να καταναλώσει τον άλλο αλλά πόθος που με σεβασμό θέλει να τον γνωρίσει..

και ενώ πλησιάζεις στο τέλος, η μαθητεία στην ομορφιά δεν σταματάει ποτέ!

θέλει κόπο να ανοίξεις το σκουριασμένο βρυσάκι…

βρυσάκι < βρύω

και αυτό το ρήμα έχει μια ομορφιά που εύχομαι να την αποκτήσουμε όλοι μας μια μέρα …

γέμω # βρίθω # αφθονώ # είμαι γεμάτος # παράγω αφθόνως # ανθώ # πρασινίζω # ακμάζω # αναβλύζω # αναβρυώ # πηγάζω # ρέω # μεθώ …

πόσο προσεκτικός πρέπει αλήθεια να είναι κανείς…

η δίψα μπορεί να σε τυφλώσει όπως θολώνει πολλές φορές ο έρωτας το νου και μπορεί να αγνοήσει το σαπουνάκι!


Θανάσης Παυλάκης

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Ο καφές


της Τζίνας Δαβιλά

Δεν ξέρω αν έχετε εξαρτήσεις, μικρές ή μεγάλες. Προσωπικά, μεταξύ άλλων συναισθηματικών και μη, έχω και από τον καφέ. Δεν υπάρχει περίπτωση να κόψω τον καφέ μου. Καμία. Και είμαι τόσο πεπεισμένη ότι η ύπαρξή μου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το υπέροχο μαυροζούμι μου που ακόμα και σε περιπτώσεις που χρειάζεται να υποβληθώ σε αιματολογικές εξετάσεις και ο γιατρός επιμένει ότι μια μέρα πριν δεν πρέπει να πιω καφέ ή το ίδιο πρωινό δεν πρέπει να πιω καφέ, του ξεκαθαρίζω με αυθάδεια: «ή εξετάσεις με καφέ ή καθόλου εξετάσεις». Αγύριστο κεφάλι. Όπου με δεις στο δρόμο έχω ένα καφέ στο χέρι. Όποια ώρα. Είτε σε πλαστικό από το θεό της παρασκευής καφέ το Μιχάλη, είτε στις κούπες του σπιτιού. Από τον Πλούτο μέχρι την Τίνκερμπελ. Στο αυτοκίνητό μου, οι κούπες του καφέ στολίζουν το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου παραταγμένες σαν πιατοθήκη. Στο σπίτι με βρίζουν, όταν τα ντουλάπια μένουν άδεια.

Πριν από 10 χρόνια περίπου άρχισα το κάπνισμα. Ήταν μια πλήρως συνειδητοποιημένη απόφαση. Ξεκίνησα με τη διαδικασία επιλογής πακέτου. Oscar, χρυσό πακέτο. Άγνωστο για τον πολύ κόσμο. Μου θύμιζε τον πατέρα μου. Πώς γίνεται τα αντικείμενα να αποκτούν ψυχή καμιά φορά… Μετά μ’ άρεσε πολύ ο τρόπος που καίγεται ένα τσιγάρο, η μικρή πυροκόκκινη σπίθα, η διαδικασία της προσμονής, η καύση του τσιγάρου, το κάψιμο στο λαιμό, η έξοδος του καπνού, τα ακαθόριστου σχήματος σχεδιάκια στον αέρα. Ακόμα και στην εικόνα του αποτσίγαρου έβρισκα μια ομορφιά, ένα χαμένο ερωτισμό. Το τέλος μιας ιστορίας, μιας κοινής μοναχικής διαδρομής, την απόλαυση του «σε γεύτηκα, ευχαριστώ για την παρέα που μου έκανες». Κάπνιζα πέντε χρόνια, τον τελευταίο βίωσα την απόλυτη απόλαυση. Κάπνιζα μόνο βράδυ στο τέλος της ημέρας. Ήταν τόσο εξαιρετική η διαδικασία που η προσμονή της κάποιες φορές ήταν ομορφότερη από το ίδιο το τσιγάρο.
Ξαφνικά έγινε ένα κλικ στον λειψό μου εγκέφαλο που ακολούθησε τη διακοπή του. Ήταν άλλη μια απόλυτα συνειδητοποιημένη απόφαση. Το Δεκέμβρη του 2005, κάπνισα το τελευταίο μου τσιγάρο σε μια έξοδό μου και έκτοτε δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου. Δεν με πίεσε κάποιος και το κυριότερο ένας νόμος στο σβέρκο.

Αν και αναγνωρίζω τη σύνεση που υπάρχει στον νόμο περί καπνίσματος και απαγόρευσής του στους δημόσιους χώρους και στα κέντρα διασκέδασης, στην περίπτωση που εξακολουθούσα να είμαι καπνίστρια θα θύμωνα αφάνταστα. Και δεν θα τον ακολουθούσα. Είναι άλλο πράγμα ο αυτοσεβασμός και η πεπαιδευμένη κουλτούρα, που μου γεννά ως στάση ζωής το να θυμώνω με τον εαυτό μου όταν ενοχλώ τους άλλους, και άλλο η επιβολή και ο φόβος του προστίμου. Και τέτοιου είδους αλλαγές στον ατίθασο και υπερβολικό σε όλα του Έλληνα, έχω την εντύπωση ότι δεν θα διαρκέσουν πολύ. Σκέπτομαι – και ενδόμυχα φοβάμαι- ότι αν η τρόικα ή όποια κυρία τρόικα κάποια στιγμή αποφασίσει να μου στερήσει τον καφέ, επειδή τάχα μου – τάχα μου ευθύνεται για χίλιες δύο ανωμαλίες στον οργανισμό που επιβαρύνουν το ασφαλιστικό μου ταμείο, θα μου γυρίσει το μάτι. Και στην ηλικία που βρίσκομαι λίγα πράγματα πια μου γυρνούν το μάτι. Και έχουν να κάνουν με την αδικία και το πατερναλιστικό στυλ του αμόρφωτου, κουτοπόνηρου ανθρωπίδιου που εμμέσως πλην σαφώς μου κατσικώνεται στο σβέρκο με τον παραλογισμό που ντε και καλά πρέπει να αποδεχτώ ό,τι μου λέει. Να σκάσω δηλαδή και να κολυμπήσω, όπως άλλοι επιθυμούν και επιβάλλουν.

Φαντάζομαι να μου απαγορεύουν να πιω τον ιδιόρρυθμα εκτελεσμένο καπουτσίνο μου και τρελαίνομαι. Έλεγα σε κάποιο φίλο τις προάλλες που έχει το πιο μακρόβιο καφέ μπαρ εστιατόριο στη Ρόδο ότι αν μου απαγορεύσει στο μέλλον ο όποιος νόμος την απόλαυση του καφέ μου σε δημόσιο χώρο, θα παραλογιστώ. Δεν απέχει πολύ η λογική από τον παραλογισμό. Είναι και αυτό το κλικ στον εγκέφαλο…

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Ο πραματευτής της ερήμου

Εκείνο τον καιρό κυκλοφορούσα σε όλες τις πόλεις της Αραβίας -τάχα πραγματευτής, στην πραγματικότητα αγγελιοφόρος του Προφήτη.

Μυστικός αγγελιοφόρος, γιατί ο Προφήτης και οι λίγοι πιστοί του Αλλάχ δεν ήταν ακόμα καλοδεχούμενοι από τους νοικοκυραίους, ούτε στη Μέκα, ούτε στη Μεδίνα, ούτε πουθενά. Έπρεπε να πηγαίνω τα μηνύματα του Προφήτη στους διάφορους φίλους του, να περιμένω την απάντησή τους – ενώ πούλαγα διάφορα μπιχλιμπίδια στα παζάρια, για ξεκάρφωμα- και να φεύγω σαΐτα για τη Μέκκα, ίσα που μάζευα τα ψιλολόγια μου, τα φόρτωνα στη Ντάρα, καβαλούσα κι εγώ την Αντάλα και δρόμο. Δε φοβόμουνα ότι θα με υποψιαστούν οι άνθρωποι των σεΐχηδων, περισσότερο από ανεμυαλιά, παρά από αφοβιά.

Δε γνώριζα τι έγραφαν τα μηνύματα που έκρυβα πότε σε κάποια δίπλα του μανδύα μου, πότε στο κεφαλοπάνι, πότε στη σέλα της Ντάρα, πότε ανάμεσα στα στημόνια της κουρελούς που έστρωνα για να πλαγιάζω τις νύχτες κάτω από τ’ αστέρια. Δεν άνοιξα ποτέ τους μικρούς κυλινδρικούς παπύρους, άλλωστε δεν είχε νόημα – γιατί δεν ήξερα να διαβάζω. Πολλές φορές όμως έπρεπε να αποστηθίζω ένα ακαταλαβίστικο λογύδριο και να το απαγγέλω στον αποδέκτη του. Εκείνος με άκουγε σοβαρός και σιωπηλός, όταν τελείωνα κουνούσε το κεφάλι με νόημα, κοιτάζοντάς με κατάματα, μουρμούριζε ένα «ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ!» και έδινε διαταγές για το φαγητό και τον ύπνο μου. Την άλλη μέρα την περνούσα στο παζάρι -εκτός αν είχα να επισκεφτώ κάποια μικρή κόρη της ερήμου. Όταν ο φίλος του Προφήτη ήταν έτοιμος, με φώναζε, καθόμαστε στα μαξιλάρια, κι αφού περνούσε η συνηθισμένη ατελείωτη ώρα της σιωπηλής σοβαρότητας, μου έλεγε: «Όλοι οι πιστοί άκουσαν το μήνυμα του Προφήτη – ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ! Να διαβιβάσεις στον Προφήτη ότι θα γίνει ό,τι πρόσταξε, αν θέλει ο Αλλάχ! Καλή στράτα, ειρήνη και ευτυχία σε σένα!» Ανταλλάσαμε εγκάρδιους χαιρετισμούς (με σιωπηλές και αργές υποκλίσεις) χωρίς να ταράζεται καθόλου το πρόσωπό μας, και έβγαινα στον καθαρό αέρα.

Αυτή η δουλειά είχε γίνει καμιά σαρανταριά φορές – κι άλλες τόσες είχα παραδώσει γραφές. Πολλές φορές μάλιστα έπρεπε να φτάσω σε τρεις, πέντε ή και δέκα διαφορετικούς προορισμούς, με το ίδιο μήνυμα. Παρόλα αυτά, κανένας δε φάνηκε να με υποψιάζεται, κι ας μην έπαιρνα ιδιαίτερες προφυλάξεις. Διέσχιζα την έρημο με την κόκκινη και την τριανταφυλλένια άμμο τραγουδώντας – όχι ύμνους στον Αλλάχ, αλλά χαρούμενα τραγουδάκια για μικρές ελαφίνες και αντιλόπες και φοραδίτσες. Το μυαλό μου ήταν καθαρό, δεν το σκότιζαν έγνοιες: έκανα τη δουλειά που μου εμπιστευόταν ο Προφήτης, δόξαζα τον Αλλάχ όπως μας είχε μάθει – αν και συνήθως ξεχνούσα τις περισσότερες από τις πέντε ημερήσιες προσευχές, δηλαδή τις ξεχνούσα όλες όταν ήμουν μόνος στο δρόμο ή όταν δεν βρισκόμουν στο σπίτι κάποιου πιστού. Κατά τα άλλα μου άρεσαν τα όμορφα πράγματα της ζωής: τα άλογα (δεν είχα αποκτήσει ακόμα), οι καμήλες (είχα δύο, τη Ντάρα και την Αντάλα) και οι γυναίκες (είχα τρεις στο πατρικό μου σπίτι, υπό την επίβλεψη της μητέρας μου – και μου μεγάλωναν τέσσερις γιούς και δυο κόρες).

Κανονικά έπρεπε να δείχνω χαρακτήρα και να φυλάγω τη δύναμή μου γι’ αυτές, σύμφωνα με την θέληση του Αλλάχ και τις οδηγίες του Προφήτη. Αλλά επισκεπτόμουν το σπίτι μου μονάχα κάθε δύο ή και περισσότερους μήνες. Δεν ήμουν πια την πρώτη νεότητα, ήμουν ήδη είκοσι πέντε, αλλά ένοιωθα το αίμα μου να βράζει και την καρδιά μου να κλωτσάει σαν πουλάρι κάθε φορά που έβλεπα μια μικρή φελάχα να πλένει τη μπουγάδα της στις πέτρινες γούρνες δίπλα από το πηγάδι του χωριού – δηλαδή τι λέω μία, συνήθως ήταν μισή ντουζίνα από κάθε σπίτι. Σκυμμένες, με τις μαντίλες να γλιστρούν καμιά φορά από τα κεφάλια, γονατισμένες στις πέτρες, να τρίβουν τα ρούχα, να μιλάνε ακατάπαυστα, σαν τις καρδερίνες, να τραγουδάνε, να γελάνε – και να κοιτάζουν πολύ προσεκτικά τον ψιλόλιγνο πραματευτή που έφτασε στο χωριό τους ή τη γειτονιά τους. Όταν συνειδητοποιούσαν πως μελετούσα πια το χρώμα των ματιών τους – να σκύβουν βιαστικά το κεφάλι και να τραβούν τη μαντίλα χαμηλά, μέχρι τα φρύδια. Και ήταν οι περισσότερες έτοιμες για τον άντρα, άλλη δεκατέσσερα, άλλη δεκαπέντε, άλλη δεκάξι… Συνήθως τις επέβλεπε και τις μάλωνε κάποια ηλικιωμένη, είκοσι πέντε και τριάντα χρόνων, αλλά ποιος μπορεί να συγκρατήσει τον άνεμο, ποιος μπορεί να φυλακίσει τον ήλιο, ποιος μπορεί να εμποδίσει το ποτάμι να φέρει τα νερά του στη μεγάλη θάλασσα;

Ο πραματευτής έχει αυτή την ευλογία από τον Αλλάχ, έρχεται εύκολα σε επαφή με τις γυναίκες. Εννιά στις δέκα φορές, δυστυχώς, με τις μεγάλες, τις τριαντάρες που έχουν ήδη αποκτήσει έξι και οχτώ και δέκα γιούς και θυγατέρες και έχουν χάσει πια τη λυγεράδα της τίγρης και τη σβελτάδα της αγριόγατας και το απρόβλεπτο της φωτιάς που τριζοβολάει όταν τη χαϊδεύει ο νυχτερινός αγέρας και τινάζει τις σπίθες της στους ταξιδιώτες που την άναψαν. Αλλά κι αυτές τις γυναίκες, που φυσιολογικά έχουν κλείσει τον ερωτικό τους κύκλο, τις έχει κάνει ο Αλλάχ να συμπεριφέρονται σαν τις δωδεκάχρονες αδερφές τους, δηλαδή χωρίς κουκούτσι μυαλό μες το κεφάλι τους. Και δεν μιλάω για τις χήρες, αλλά για παντρεμένες γυναίκες που οι άντρες τους δεν λείπουν καν, αλλά φαίνεται πως τις παραμελούν – αλλά και πώς να ασχοληθεί ένας άντρας με μια γυναίκα που την κατέχει ήδη δεκαπέντε και είκοσι χρόνια και του έχει γεννήσει τόσα παιδιά, όταν έχει στη διάθεσή του όσες νεαρές πυρωμένες καμηλίτσες μπορεί να σηκώσει το πουγκί του; Και δεν είναι άδικο για τις γυναίκες αυτό, συμβαίνει γιατί οι άντρες σκοτώνονται στις μάχες και στους δρόμους και στα εμπόρια και στην αγωνία της ζωής και διαρκώς λιγοστεύουν, ενώ ο αριθμός των γυναικών αυξάνεται δυσανάλογα. Ο Αλλάχ, μέσα στη σοφία του, θέλησε να ανταμείψει με κάποιον τρόπο τον άντρα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πεθάνει – και του έδωσε την ευλογία, όσο ζει να χαίρεται πολλές γυναίκες. Με τον τρόπο αυτόν ευνοούνται και οι γυναίκες και αποκτούν παιδιά και γνωρίζουν τον έρωτα, ενώ αν έμενε ένας με μία, οι περισσότερες θα πέθαιναν παρθένες – και πολλοί άντρες θα μελαγχολούσαν και θα παραμελούσαν την επιστήμη και τις τέχνες και το εμπόριο και τις προφητείες, κι έτσι η ζωή θα φτώχαινε. Όπως λέμε εμείς οι φίλοι του Προφήτη, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ!

Έλεγα για τις αφελείς γυναίκες και τον πραματευτή, δηλαδή εμένα, τον ταπεινό αγγελιοφόρο και υπηρέτη του Προφήτη. Κάποιες φορές τα πράγματα είναι δύσκολα και χρειάζεται μεγάλη υπομονή (που έχω) και πολύς χρόνος (που, συνήθως, έχω) μέχρι να φτάσουμε στο σκοπό μας, δηλαδή να λυθεί η ζώνη, να ελευθερωθούν τα μαλλιά, να τρεμοπαίζουν τα χείλη και τα χέρια να σχηματίζουν το εφήμερο αλλά πανένδοξο στεφάνι τους γύρω από τον άντρα. Αυτό είναι το εύκολο, γιατί δεν είναι παρά ο ίδιος ο νόμος της φύσης που επιβάλει τον έρωτα στους ανθρώπους. Το δύσκολο είναι η παράκαμψη των εμποδίων που επινοούν οι άνθρωποι, δηλαδή οι άντρες, για να περιφρουρήσουν την τιμή τους, δηλαδή την ιδιοκτησία τους, τις γυναίκες.

Ευχαρίστως θα μιλήσω για αυτά τα εμπόδια – και το κυριότερο, θα σας εξηγήσω πως τα υπερπηδά ο αποφασισμένος για τον έρωτα πιστός του Αλλάχ. Αρκεί να μου μηνύσετε πως σας ενδιαφέρουν οι ιστορίες που σας λέω… Γιατί, τι νόημα έχει μια αφήγηση όταν δεν την ακούει κανένας; Κι αν με ρωτήσετε «καλά βρε Ιμπν Μπακρ», ξέχασα να σας αναφέρω πως αυτό είναι το όνομά μου, «και με τις δικές σου γυναίκες τι γίνεται;» Στην ερώτηση αυτή υπάρχει απάντηση, αν και δεν είναι πολύ εύκολη… Η αφήγηση και η ακρόαση μιας καλοειπωμένης ιστορίας βρίσκονται ανάμεσα στα μεγαλύτερα δώρα που χάρισε ο Αλλάχ στους ανθρώπους. Ξεκινάω λοιπόν τις αφηγήσεις μου, με τη βοήθεια του Αλλάχ. Είθε, στο τέλος να είστε κι εσείς ευχαριστημένοι, όπως θα είμαι κι εγώ, έχοντας ξαναζήσει με την αφήγηση για μια επιπλέον φορά, όσα μου έτυχαν να ζήσω μονάχα μια στην πραγματικότητα.

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Ο Χίτλερ, οι Γερµανοί και εµείς



Αν βρεθείτε στο Βερολίνο, µηχάσετε την έκθεση «O Χίτλερ και οι Γερµανοί». Την είδα τις προάλλες. Στην αρχή βλέπεις φωτογραφίες του Χίτλερ µε τις «Επιτροπές αγανακτισµένων πολιτών», καθώς πίνουν ξανθές µπίρες και κάνουν σχέδια να καθαρίσουν τη Γερµανία από Εβραίους, «ξένους εισβολείς», προδότες. Βλέπεις τα κανονικά τους πρόσωπα και τους λοστούς που έκρυβαν κάτω από τιςζακέτες τους.

«Oσο περισσότερη βία στους δρόµους», έλεγε ο Χίτλερ, «τόσο περισσότερο κέρδος για µας». Για να προβληθεί µετά ως ο «άνθρωπος που θα αποκαταστήσει την τάξη». Βλέποντας αυτές τις εικόνες, η σκέψη µου πήγε – άθελά µου – στην Πλατεία του Αγίου Παντελεήµονα… Ο Χίτλερ και η παρέα του θα είχαν µείνει, µάλλον, µια βίαιη λεπτοµέρεια της Ιστορίας, εάν δεν υπήρχε η Μεγάλη Κρίση, η απειλή της ανεργίας και της πείνας. Εάν, ανάµεσα στους Γερµανούς, δεν επικρατούσε το αίσθηµα ανασφάλειας και παρακµής. Οι Γερµανοί λαχτάρησαν έναν Μεσσία. Οταν όµως οι κοινωνίες λαχταρούν Μεσσίες, συνήθως, το έγκληµα καραδοκεί. Ο Μεσσίας Χίτλερ προσέφερε στους Γερµανούς την αυταπάτη ότι µπορούν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους µισώντας τους άλλους. Οταν την αγάπη για την πατρίδα σου τη στηρίζεις στο µίσος για τους άλλους, έχεις πάρει τον δρόµο για την άβυσσο. Αυτή την άβυσσο προσπαθούν να καταλάβουν ακόµα οι Γερµανοί. Με εντυπωσίασε πόσο πολλοί νέοι έρχονταν να επισκεφτούν την έκθεση. Σε αυτή την αυτογνωσία, νοµίζω, οφείλουν το ότι κατόρθωσαν να ξαναφτιάξουν την κατεστραµµένη τους ψυχή… Βγήκα από την έκθεση και κατευθύνθηκα προς το Hackescher Markt. Επεσα πάνω στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου όπου δέσποζε το βιβλίο του Thilo Sarrazin που «προφητεύει» το τέλος της Γερµανίας από την «εισβολή» των γονιδιακά κατώτερων µεταναστών. Το µπεστ σέλερ της χρονιάς. Επηρεασµένος από την έκθεση, έκανα «αυθαίρετους» συνειρµούς. Το βιβλίο έχει κόκκινο εξώφυλλο, ο τίτλος γραµµένος µε λευκά και µαύρα γράµµατα. Τα ίδια χρώµατα που είχε «Ο Αγών µου» του Χίτλερ (µπεστ σέλερ της εποχής και εκείνο): «Κόκκινο για το έθνος», έγραφε ο Χίτλερ, «λευκό για την καθαρότητα της φυλής, µαύρο για το µίσος προς τους Εβραίους». Στη θέση των Εβραίων, τώρα, βρίσκονται οι µουσουλµάνοι µετανάστες.

Φυσικά, από το βιβλίο του Sarrazin έλειπε η σβάστικα… Ο Sarrazin, γράφουν οι εφηµερίδες, είναι ένας κύριος ευγενικός, ήσυχος, που µένει σε µια καταπράσινη, ήσυχη γειτονιά του Βερολίνου. Οι ευγενικοί κύριοι που έµεναν σε καταπράσινες, ήσυχες γειτονιές έφεραν στην εξουσία τον Χίτλερ. Οταν τον κατοχύρωσαν στα σαλόνια τους. Αυτοί και η µπολσεβίκικη λογική «τι Πλαστήρας τι Παπάγος»… Αποµακρύνθηκα από τη βιτρίνα και είδα γύρω µου το κοσµοπολίτικο Βερολίνο, όπου συνυπάρχουν και µειγνύονται τα χρώµατα, οι γλώσσες, οι θρησκείες, οι καταγωγές. Αν είχε δει ο Χίτλερ πώς «κατάντησε» η αγαπηµένη του πόλη, σίγουρα θα είχε αυτοκτονήσει, ξανά.

Και η σκέψη αυτή µε γέµισε µε χαρά. Παρασυρµένος από τον φιλόξενο αέρα του Βερολίνου ξέχασα για λίγο τον Sarrazin.

Και σκέφτηκα ότι τώρα που ανεβαίνει η Ακρα ∆εξιά, θα έπρεπε η έκθεση να ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη. Με τον τίτλο: «Ο Χίτλερ και εµείς».

Κάποια στιγµή, ίσως, φθάσει και στην Αθήνα µας. Ειδικά τώρα που, ευτυχώς, αλλάξαµε δήµαρχο. Ισως τη δουν και αρκετοί από αυτούς που απείχαν από την κάλπη…
Ο Μεσσίας Χίτλερ προσέφερε στους Γερµανούς την αυταπάτη ότι µπορούν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους µισώντας τους άλλους. Οταν την αγάπη για την πατρίδα σου τη στηρίζεις στο µίσος για τους άλλους, έχεις πάρει τον δρόµο για την άβυσσο. Αυτή την άβυσσο προσπαθούν να καταλάβουν ακόµα οι Γερµανοί

Γκαζµέντ Καπλάνι


Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

Το φεγγάρι σκόνταψε...




«…Χτές βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά… Είχανε κλείσει ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν κάτου απ΄το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.

Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν στα νερά τη σκιά τους. Κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά της ερημιάς και της γαλήνης.


Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα. Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.


Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.


Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.»


(Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού)




Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Παπακωνσταντίνου Θανάσης ~ Όσοι

Aν δεν Φαντάζεσαι Φωτιές
με Καρβουνα μην Παίζεις....!!

Όποιος έκρυψε βαθιά του
το πιο όμορφο όνειρο του
τον δροσίζει η ΣΚΙΑ του
και κρατιέται απ'το χορό του.

Νικώντας χανόμαστε
σε αμίλητες μάχες...

To Πάθος μου και το Τραύμα μου
δεν τα διαπραγματεύομαι.
Είμαι σίγουρη για το βάρος τους.

Το παρόν ν'αγρυπνά πάνω
στα ναρκοπέδια της αλήθειας.
Το Θραύσμα ν'ανυψώνει τη στιγμή
Και..ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το Τίμημα.



Άν δεν υπάρχεις...πως
να σε περιέχω είπα.
ΚΙ ΟΜΩΣ στο αμετάβατο
μέσα της μαύρης ψυχής μου
θα είσαι για πάντα
το χρώμα το Λευκό.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

αμνησία


Κάπου είχα διαβάσει πως
ξεχνάμε τα λόγια που μας έχουν πει
και πως αντίθετα δεν ξεχνάμε την αίσθηση.
"Μ'αγαπάς;" ήταν η ερώτηση ενός μικρού παιδιού.
"Από εδώ ως τον ουρανό" ήταν η απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Οσο ο ουρανός και πέρα απ' αυτό.
Δεν έχω πιεί τίποτα.
Μέθυσα.
Καταργείς την λογική μου ψιθύρισα
και λιποθύμησα.
Οταν συνήλθα έπρεπε να ξεχάσω.
Δεν ήταν άνθρωπος
ήταν μιά αίσθηση που ονειρεύτηκα.
Ο εισπράκτορας απαιτούσε το αντίτιμο.
"Που πάτε;"
"Δεν ξέρω."

Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

χώμα και νερό




Ο ουρανός φόρεσε τα λευκά του και ταπεινώθηκε

σε αυτό το στενό σταυροδρόμι της Πόλης…

Στα σταυροδρόμια της Πόλης,

πάνω στις σιδερένιες ράγες του τραμ, στο πλακόστρωτο, επάνω μας, ο ουρανός γίνεται χώμα…

Χώμα και νερό… άνθρωπος.

Όλα, όλα, γρήγορα ή αργά θα πρέπει να το καταλάβουμε είναι χώμα, χώμα και νερό, ο Θεός έγινε άνθρωπος.

(Μια καθημερινότητα στα σταυροδρόμια της Πόλης) η φωτογραφία. Της πόλης που ο άνθρωπος αγωνιά, προσπαθεί… μπορεί και να αγνοεί … ξεστομίζοντας το Πάτερ ημών να συναντήσει τον Ουρανό …

Μην με ρωτάς πώς, η απάντηση είναι στην εκπνοή …