Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ~ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ


TheodoropoulosGermanos


Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς                      Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Η ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ
«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19)



  • Ιωβηλαίον Τεσσαρακονταπενταετούς Αρχιερωσύνης (1972-2017).

  • Το «οστράκινον σκεύος» της θείας χάριτος στη διακονία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.

   Ο ενθέου σοφίας πεπληρωμένος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συχνά διέκρινε την έννοια του «Δεσπότου» (Dominus = Δεσπότης, Κυρίαρχος) από εκείνες του «Επισκόπου» και «Πατρός», επειδή ακριβώς κάποιος δύναται ευκολότερα για τον εαυτό του να είναι και να συμπεριφέρεται ως «Δεσπότης» παρά ως «Επίσκοπος» και «Πατέρας», που είναι όντως μέγα, επώδυνο και δυσχερές πνευματικό πάλαισμα. Κι αν πάλι ο ίδιος αισθάνεται αυτάρκης ως «Δεσπότης» εν τη αυταρεσκεία και φιλαυτία του, καθίσταται έτι περισσότερο δυσχερές να αποβάλει το του «Δεσπότου φρόνημα», ήτοι τον «Δεσποτισμόν», και να γίνει «όλος καθ’ όλα Επίσκοπος και Πατήρ».
   Η λέξη ή ο όρος «Δεσπότης» δεν συνάδει προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου Θεοδωρουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την τεσσαρακονταπενταετή αρχιερατική διακονία του (1972-2017) είναι και παραμένει με όλη τη σημασία των λέξεων «Επίσκοπος» και «Πατέρας». Ίσως για ορισμένους να θεωρηθεί η γραφή τούτη ως «λόγος καθ’ υπερβολήν» – αλλά δεν είναι – επειδή όντως στο αγιοπνευματικό και γνησίως ασκητικό και όλο αγάπη και ταπείνωση πρόσωπο του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού  οι όροι «Επίσκοπος» και «Πατήρ» της του Χριστού Μητρός Αγίας Μεγάλης Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας αποκτούν σε απόλυτο βαθμό την αληθή σημασία, πληρότητα και αξία τους. Ακόμη και αν κάποιος επιθυμήσει να προσεγγίσει τον Επίσκοπο και Πατέρα Γερμανό ως Δεσπότη, θα αντιληφθεί τάχιστα ότι πίπτει τραγικά έξω στους υπολογισμούς του ευρισκόμενος ενώπιον ενός αληθούς Επισκόπου, ο οποίος λαλεί «εν σιωπή» και «φαίνει τοις πάσι φως Χριστού» εν τη αφανεία του.
   Στο πρόσωπο του Φαναριώτου αυτού Ιεράρχου επαληθεύεται περίτρανα ότι υπάρχουν πρόσωπα στον αμπελώνα του Κυρίου, στο θαυμασίως θαυμαστό γεώργιον της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα οποία μας καθηλώνουν και μόνο με το νηπτικό, απαθές και καθάριο βλέμμα τους και μας σαγηνεύουν με την φωνή τους όσο ισχνή και να είναι. Πολλώ δε μάλλον με την «μυστική σιωπή» της φυσικής παρουσίας τους τελεσιουργούν στο εσώτατο «ταμείον της ψυχής» μας την εν Χριστώ θαυμαστή αλλοίωση, η οποία είναι έγερση, αφύπνιση, σεισμός και συνειδητοποίηση της αναξιότητός μας. Όταν τα βλέμματα των συγχρόνων ανθρώπων συναντούν το βλέμμα, το ουράνιο εκείνο βλέμμα, του αγίου αυτού Αρχιερέως μιά σκέψη γεννάται αυθορμήτως σε όλους, ότι δηλαδή στο πρόσωπό του ευρίσκει την απόλυτη εφαρμογή και επαλήθευσή του, το του Ευαγγελίου: «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19).
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
   Ένα τέτοιο πρόσωπο μέσα στη ζάλη των πολλών εκατομμυρίων της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Άγιος Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, ο οποίος σφραγίζει με την παρουσία και σήμερα πια με την σιωπή του, ένεκα ασθενείας, την «ετέρα όψη», την μυστική και αγιοπνευματική, του Ιερού Κέντρου ως της Πρωτευθύνου Καθέδρας των Πανορθοδόξων, ήτοι του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το «εν ετέρα μορφή» πρόσωπό του είναι ωσάν να εξήλθε από κάποιο εικονοστάσιο της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και ήλθε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο της πολίτικης Ρωμηοσύνης και της Ορθοδοξίας να γίνει πυξίδα και οδοδείκτης κατά τους εσχάτους χρόνους. Σχεδόν ακατανίκητη η μορφή, η οσιακή όψη, του προσώπου του εντυπώνεται στα εσώτατα της μνήμης και της καρδίας των ανθρώπων, εάν έστω και για μία φορά είχαν και έχουν την από Θεού ευλογημένη ευκαιρία ή συγκυρία, να τον συναντήσουν και να λάβουν την ευχή του, παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, επειδή πάντοτε με ευγενικό τρόπο αρνείται να δεχθεί χειροφίλημα του προσερχομένου, λέγοντας με την γλυκεία φωνή του: «παρακαλώ… παρακαλώ» και κρύπτει το ασκητικό χέρι του μέσα στο ράσο.
   Στα στενά πολίτικα σοκάκια και στα φαναριώτικα καλντερίμια, στα πνιγμένα από κόσμο πεζοδρόμια και στις πολύβοες οδούς, στα πονεμένα κοιμητήρια των Ρωμηών και στην άγρυπνη και επισκοπούσα Μπαλουκλιώτισσα Παναγιά, στα Αγιάσματα και στον Πατριαρχικό οίκο και ναό προβάλλει η σχεδόν «αποκαλυπτική», αέρινη μορφή του μελανοφόρου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αίρει στους κατ’ άνθρωπον ασθενικούς ώμους του, εν μυστική σιωπή, μετά πολλής προσευχής και βαθείας πίστεως, το «μυστικό σώμα της Ορθοδοξίας, του φαναριώτικου ιδεώδους και της πολίτικης Ρωμιοσύνης». Ένας Αββάς των εσχάτων χρόνων, ως άλλος κοσμοκαλόγερος ή ασκητικός αναχωρητής «εν τω κόσμω», αλλ’ «ουκ εκ του κόσμου τούτου», ο μυσταγωγός αυτός της αυτοταπεινώσεως θραύει τα γήινα και ερεθίζει τις ανθρώπινες αισθήσεις του σύγχρονου κοσμικού προσκυνητού της πονεμένης και «αεί ζώσης» Παναγιοσκεπάστου Κωνσταντινουπόλεως και του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τούτο πιστοποιείται όταν ο τυχαίος προσκυνητής  ή επισκέπτης καθορά, ακούει, συνομιλεί και «βάζει μετάνοια» στον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ - Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Η ευλαβής επετειακή ταύτη ιχνηλασία στα περί του βίου του Επισκόπου Γερμανού μάς οδηγεί ογδόντα επτά έτη πίσω στην ιστορία και στο πολύφημο Μακροχώρι όπου την 17η Σεπτεμβρίου του 1930 εγεννήθη ο Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός (Αθανασιάδης) και μάλιστα ουδόλως τυχαία κατά την ημέρα της εορτής της μάρτυρος Μητρός Αγίας Σοφίας μετά των τριών μαρτύρων θυγατέρων αυτής, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης των οποίων τα ονόματα είναι δηλωτικά των θειοειδών αρετών του πολιού Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αποτελεί την «ενσαρκωμένη Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη» του εσταυρωμένου Φαναρίου και της εσταυρωμένης πολίτικης Ρωμηοσύνης.
   Φιλομαθής και μετά ζήλου ευρυμαθής εφοίτησε αρχικώς στην εκτατάξια αστική σχολή της κοινότητος Μακροχωρίου, στο Γυμνάσιο της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής και εν συνεχεία στο γυμνασιακό και λυκειακό τμήμα της εν Χάλκη Ιεράς Θεολογικής Σχολής εκ της οποίας απεφοίτησε το έτος 1954 μετά από τετραετείς επιτυχείς σπουδές. Εχειροτονήθη Πρεσβύτερος την 15η Αυγούστου 1966 και επροχειρίσθη Αρχιμανδρίτης διορισθείς μάλιστα και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων υπό του Γέροντός του, αοιδίμου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (Παπαπαϊσίου), κατά την 29η Οκτωβρίου 1966. Εξελέγη Επίσκοπος Αριανζού την 11η Ιανουαρίου 1972 και παρέμεινε ως Βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων μέχρι την 5η Φεβρουαρίου 1987, οπότε ονομάσθηκε Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως προαχθείς σε ενεργεία Μητροπολίτη την 2α Οκτωβρίου 1990. Υπό του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου (1972-1991) την 10η Ιανουαρίου 1991 ετοποθετήθη Ηγούμενος της κατά Χάλκη Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και την 21η Δεκεμβρίου 1995 ανετέθη σε αυτόν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Ιερών Μητροπόλεων.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Η πορεία της ζωής και της λευϊτικής και αυτοθυσιαστικής διακονίας του Επισκόπου Γερμανού ως Φαναριώτου Ιεράρχου είναι τιμή και δόξα, βακτηρία και ελπίδα, τροφή και ύδωρ επιβιώσεως, σταυραναστάσιμον έλαιον για την «ακοίμητη κανδήλα» της εσταυρωμένης και «αεί ζώσης» Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Στο ασκητικό πρόσωπο και την Χριστομίμητη διακονία του Επισκόπου και Πατρός Γερμανού ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα γραφόμενα του φιλόμουσου και μουσοστεφούς Φαναριώτου Μητροπολίτου Πέργης Ευάγγελου (Γαλάνη) για τους «ευγενείς ρασοφόρους και φωτισμένους Φαναριώτες Αρχιερείς», υπό τον τίτλο: «Αθλούντες Γενειάτες», ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Οι Φαναριώτες Αρχιερείς και ο τύπος τους. Κράμα δύο παραγόντων. Του τοπικού και του εκκλησιαστικού. Του μυστικοπαθούς περιβάλλοντος και του μυσταγωγικού θεσμού τους. Της Πόλης και τους Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η νοηματική τους αναπαλαίωση από το πρώτο. Ο Φαναριωτισμός τους από τον δεύτερο. Από τους δύο, ο ιδιώνυμος τύπος τους. Ο τύπος του Φαναριώτη Αρχιερέα. Υπόσταση, ανάμεσα σε ιδιότυπη ασκητικότητα και συνείδηση του βιουμένου μυστηρίου. Ο Φαναριώτης Ιεράρχης είναι ο λάτρης του θεσμού του. Ο υπηρέτης του θαύματος που λέγεται Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έχει διακίνηση ιδεών στο νού και λειτουργικότητα στις ενέργειές του… οπός πολυχρόνιας ζύμης ξεχύνεται μπροστά στον Φαναριώτη Αρχιερέα. Χυμός γνώσεως και ευσεβείας. Μ’ αυτόν τρέφει και κατευθύνει τις ροές της διακονίας του, στην πηγή των λύσεων. Έχει ευθύνη έναντι της ευθύνης. Από την «ακρίβεια» του λόγου του μέχρι την «οικονομία» του. Έχει και έγκυψη βαθεία στο ρίγος του χώρου του. Στο λόγο του χώρου του…
Σχετική εικόνα
   Οι Αρχιερείς του Φαναρίου! Συμπορεύονται με τον Πατριάρχη τους. Τρέχουν «οι δύο ομού». Και τρέμουν μαζί με τον Πατριάρχη τους. Μαζί και στην εκκίνηση και στο τέρμα. Στην τριβή πάνω στο μυστήριο της Μεγάλης Εκκλησίας. Όπου κοινωνούν και απολύονται μαζί. Από τη θεία χάρη. Και με ίδιο πάθος. Φοβούνται το Θεό. Συνομιλούν με την ιστορία. Συμβουλεύονται τη μαρτυρία των Πατέρων τους».
   Όσο κι αν οι αφ’ υψηλού κρίνοντες τα πρόσωπα και με κοσμικό φρόνημα διατυπώνουν άφρονα λόγο κατηγοριοποιώντας τους ανθρώπους ανάλογα με τις περγαμηνές και τους παπύρους που έχουν αποκτήσει ή την κάλπικη και υποκριτική «διπλωματία» που κενόδοξα και ματαιόδοξα προβάλλουν ως «αρετή και χάρισμα», εντούτοις στο γνήσιο και αληθές πρόσωπο του Επισκόπου Γερμανού παντά τα ως άνω κίβδηλα, μάταια και ψευδή καταρρίπτονται. Ο πολιός αυτός Ιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ως «η ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου», αν και φαντάζει στα όμματα των κοσμικών κριτών ως «εύθραυστον οστράκινον σκεύος» χωρίς βαρύγδουπους τίτλους και διπλώματα της «κατά κόσμον» αναγνωρίσεως, εντούτοις είναι τω όντι όντως «άθραυστον ιερώτατον δοχείον θείας χάριτος και εμπνεύσεως», στο οποίο μυστικά εμπερικλείονται τα του Παρακλήτου χαρίσματα της κατά Θεόν σοφίας και γνώσεως και της εν Χριστώ αληθείας που κονιορτοποιούν τα προσωπεία της δήθεν διπλωματικότητος και της ασόφου σοφίας του κόσμου τούτου.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Επειδή ο ίδιος μετέχει οντολογικά (υπαρξιακά) στο «μυστήριον της ευσεβείας» εν τη Εκκλησία και μάλιστα ως ιεροφάντης και μύστης ιερώτατος στην κενωτική διακονία της σταυραναστασίμου Μεγάλης Εκκλησίας βιώνοντας το του Αποστόλου των Εθνών Παύλου: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20), και φέροντας επί των ώμων και των τιμίων χειρών αυτού και της όλης αφανούς βιοτής του «ως εν λιτανεία» τον σταυρό και την ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού, θα μπορούσε να ειπωθεί και να γραφεί ότι ο συγκεκριμένος μεγάλος εν σιωπή Ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου είναι ο του Χριστού αληθέστατος και γνησιότατος Επίσκοπος και Πατήρ, στον οποίο ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα «Τέσσερα Άλφα», ήτοι οι κατά Χριστόν αρετές της «Ανεξικακίας, Αφιλαργυρίας, Αυτοταπεινώσεως και Ανεπιτηδεύτου βιοτής». Ίσως ακούγεται παράδοξο ότι ο γράφων αποκαλεί τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό ως τον Επίσκοπο των «Τεσσάρων Άλφα», αλλ’ όμως δεν είναι αβάσιμο και ψευδές, επειδή ακριβώς η όλη περπατησιά του, η εν Χριστώ ζωή και διακονία του αποδεικνύουν περίτρανα του λόγου το αληθές και αψευδές.
   Ναι! Ο Επίσκοπος των «Τεσσάρων Άλφα», Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός ως «έμφλογο θυμιατήριον» αγάπης παρά τις κατ’ άνθρωπον πίκρες και δοκιμασίες του ουδέποτε έδωκε χώρο στα αρετοκτόνα πάθη της κακίας, του μίσους, του φθόνου, της καταλαλιάς ή της εκδικητικότητος. Παραμένει η «ενσαρκωμένη εν Χριστώ αγάπη» της πονεμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ακόμη και με την σιωπή του, το κατά τους νηπτικούς Πατέρες «απαθές βλέμμα» του λαλεί ως «εύλαλον αντίφωνον» ότι ο «Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4, 16) και ο ίδιος ως πιστός τηρητής των του Κυρίου εντολών ενσαρκώνει έργοις και λόγοις την προς «τον πλησίον αγάπη», γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κάθε κληρικό και λαϊκό, για πάντα άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνοφυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικής αναφοράς.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Σύμφωνα με την περί ανεξικακίας και ενθέου αγάπης του Επισκόπου Γερμανού προς Χριστιανούς και Μουσουλμάνους της Πόλεως, ζώσα μαρτυρία του Κωνσταντινουπολίτη, κατοίκου σήμερα Κομοτηνής, Παναγιώτη Καρακάση, υιού του αειμνήστου Ηλία Καρακάση, στενού φίλου του Ιεράρχου, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ως αληθής άνθρωπος Θεού, Επίσκοπος και Πατέρας, έχαιρε εκ νεότητος της εκτιμήσεως, του σεβασμού και της αγάπης όχι μόνον των Χριστιανών αλλά και των Μουσουλμάνων, επειδή και οι ίδιοι βίωναν την «δι’ έργων ενεργουμένη αγάπη» του και προς αυτούς. Γι’ αυτό ο γείτονας και φίλος του Ηλία Καρακάση, μουσουλμάνος φαρμακοποιός της κοινής τους γειτονιάς, κάθε φορά που έβλεπε να διαβαίνει ο Επίσκοπος Γερμανός την γειτονιά, έλεγε και ξανάλεγε στον Ηλία: «Ηλία, αυτός ο άνθρωπος είναι αγιασμένος από τον Θεό, είναι όντως άγιος».
   Είναι πλέον παροιμιώδης η αφιλαργυρία και αφιλοχρηματία του Επισκόπου Γερμανού καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του κατά την οποία ο Χριστός και ο άνθρωπος αποτελούν το «συναμφότερον» της υπάρξεώς του και όχι ο εφήμερος πλούτος και τα φθαρτά κτιστά υλικά αγαθά. Διά τούτο και ουχί καθ’ υπερβολήν θα τον ονομάζαμε «Γερμανός ο Ανάργυρος». Καθώς μάλιστα γράφονται αυτές οι αράδες ως κατάθεση και δώρημα ψυχής, ανακαλούνται με έντονη συγκινησιακή φόρτιση στη μνήμη μας, σχεδόν αυτομάτως, τα όσα ο κ. Παναγιώτης Καρακάσης και ο Γ.Μ., κάτοικος Βόλου, ο οποίος ευρέθη κάποτε εξομολογούμενος υπό το πετραχείλι του, μάς μετέφεραν προ πολλών ετών διηγούμενοι τα της θαυμαστής αφιλοχρηματίας, της υποδειγματικής αφιλαργυρίας του Επισκόπου Γερμανού, ο οποίος σε όλη την ζωή του δεν κράτησε ποτέ χρήματα στα χέρια του και οι τσέπες του, κατά το «κοινώς λεγόμενον», ήταν «τρύπιες», επειδή πάντοτε και αδιαλείπτως προσέφερε όλα τα χρήματά του προς πάντα έχοντα ανάγκη άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνοφυλετικής καταγωγής.

   Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα μαρτυρούν τα δύο ως άνω πρόσωπα: «όταν κάποτε ο Επίσκοπος Γερμανός έπεσε θύμα κλοπής, επειδή κάποιος του είχε αφαιρέσει το πορτοφόλι στο δρόμο ή σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς με το οποίο μετεκινείτο, εκείνος αντιληφθείς αργότερα το γεγονός και με απόλυτη αταραξία και γαλήνη είπε προς τους σχολιάζοντες το συμβάν ότι δεν τον ενόχλησε η κλοπή του πορτοφολιού διότι εκείνος που το έκλεψε, θα είχε μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο, αλλά αισθανόταν λύπη, επειδή, δυστυχώς, στο πορτοφόλι του δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα και ο κλέφτης δεν θα ελάμβανε την βοήθεια που τόσο επιποθούσε». Τα πλείονα σχόλια νομίζουμε πως είναι περιττά…, αλλά εν προκειμένω προσήκει τω όντι μόνο μία φράση: «Ω της μακροθυμίας και συγχωρετικότητος…».
   Ο Επίσκοπος Γερμανός ενεδύθη το τιμημένο ράσο και ενετάχθη στον ιερό άγαμο κλήρο για να υπηρετήσει: «εξ όλης ψυχής, καρδίας και διανοίας», εξ άκρας αυτοθυσιαστικής αυταπαρνήσεως και εν Χριστώ κενωτικής αγάπης, την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και δη την εσταυρωμένη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και τον ευσεβή και φιλόχριστο λαό του Θεού, και όχι έχοντας ως αυτοσκοπό την επισκοποποίησή του, την οποία ουδέποτε επεδίωξε ή διεκδίκησε με μεθοδεύσεις ή λοιπές ανοίκειες πρακτικές, φαινόμενο θλιβερό άλλωστε στις ημέρες μας, ουχί σπάνιο ή άγνωστο…
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Με την προσευχητική σιωπή και την ως ελευθέρα επιλογή νηπτική, αφανή και άνευ κενοδόξων επιδείξεων και ματαιοδόξων τυμπανοκρουσιών δράση του στην όλη ιερατική διακονία του ήταν ο «μονίμως απαρατήρητος» ή ο μη «υπολογίσιμος» στα όμματα των ρηχών ανθρώπων, αλλά ο «ευαρεστών αδιαλείπτως Κυρίω τω Θεώ» και «αναπαύων λόγοις και έργοις τον φιλοθέον λαόν», που επιθυμούσε δικαίως την επισκοποποίησή του, η οποία ήλθε ολίγους μήνες προ της κοιμήσεως του Πατριάρχου Αθηναγόρου Α΄ (1948-1972), κατόπιν των αόκνων και ανυστάκτων προσπαθειών του Γέροντός του, αοιδίμου και αξίου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (1950-1977), του από Ίμβρου και Τενέδου, ο οποίος όταν συχνάκις εγίγνετο δέκτης της αγάπης που έτρεφε ο λαός και οι επιφανείς Πολίτες προς το πρόσωπο του τότε Αρχιμ. Γερμανού, καθώς και της επιμόνου απαιτήσεώς τους να «λάβει μίτρα», εκείνος απαντούσε με χαμόγελο: «ουκ επέστη καιρός». Όταν όμως επέτυχε την εκλογή και ανάδειξή του στο Επισκοπικό αξίωμα, παρά το γεγονός ότι ο αοίδιμος και αυστηρός Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν φειδωλός στις επισκοποποιήσεις αλλά και πολλοί αρχιερείς ίσως δεν επίστευαν ότι θα μπορούσε ο «αφανής Γερμανός» να εκλεγεί Αρχιερεύς, εκείνος ο σοφός Μητροπολίτης Δέρκων εδήλωσε περιχαρής και συγκινημένος προς τους φίλους του τότε Πρωτοσυγκέλλου Γερμανού, ότι: «νυν επέστη καιρός».
   Ως Επίσκοπος Αριανζού ο Γερμανός δεν παρεφρόνησε λόγω του ύψους του Αρχιερατικού αξιώματος ούτε και μετήλλαξε το ύφος και το ήθος, τον λόγο, την εν τω κόσμω περπατησιά και την νηπτική βιοτή του, αλλά έτι περισσότερο επεπόθησε την αυτοταπείνωση και το ανεπιτήδευτο στην όλη βιοτή και πολιτεία του. Υποδειγματικός στα αρχιερατικά και πνευματικά καθήκοντά του εν τη Εκκλησία και υπέρ του λαού του Θεού, ανήλθε την ασκητική κλίμακα γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κληρικούς και λαϊκούς. Η δε φήμη του για την οποία ουδέποτε εργάσθηκε, επειδή ακριβώς ηνάλωσε την όλη ύπαρξή του για την δόξα του ονόματος του Θεού, της Μητρός Εκκλησίας και την ωφέλεια των ανθρώπων, ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινουπόλεως και κατέστη γνωστή τοις πάσι, «τοις εγγύς και τοις μακράν».
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Ουδέποτε απέκτησε πλούτο, αυτοκίνητο, πολυτελή οικήματα, βαρύτιμες στολές, εγκόλπια και τόσα άλλα που είναι ο έρως ενίων, αλλά με τα ολίγα επορεύθη και με σεμνότητα, εγκράτεια, αυτάρκεια και λιτή ζωή επεβίωσε. Έδινε και δεν λάμβανε. Προσέφερε και δεν ζητούσε, ούτε κατά διάνοιαν απαιτούσε ή διεκδικούσε ουδέν. Εφρόντιζε με αγάπη και στοργή την μητέρα του μέχρι της κοιμήσεώς της και ο πιστότερος φίλος του ήταν οι ιερές ακολουθίες και η εν γένει μυστηριακή και λειτουργική – λατρευτική ζωή της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, η μελέτη των Αγίων Γραφών και της Πατερικής και ασκητικο-νηπτικής θεολογίας, η προσευχή και η νηστεία. Πόσες και πόσες ψυχές ως εξομολόγος δεν οδήγησε «εις νομάς σωτηρίους» με τον λόγο, την σιωπή του, τις κινήσεις και την ευγένειά του, το χαμόγελο και το βλέμμα του, την ασκητική βιοτή και την ταπείνωσή του, εν άλλαις λέξεσι, με το οσιακό παράδειγμά του.
   Ακόμη ενθυμούμαι ωσάν να ήταν χθες τα όσα συγκινημένος μου διηγήθηκε προ πολλών ετών ο Γ.Μ. από τον Βόλο, όταν ευρέθη στην Ιερά Μονή της Μπαλουκλιώτισσας Παναγίας για να βρει, όπως του είχαν πει οι εξ Ελλάδος κληρικοί, τον «Άγιο Δεσπότη» , τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό και να εξομολογηθεί. Ήταν σαράντα ετών άντρας και ουδέποτε είχε βρεθεί κάτω από πετραχείλι. Τον έπνιγαν οι λογισμοί και ο αόρατος πόλεμος του αντιδίκου ήταν κραταιός. Εφοβείτο και εδίσταζε να εξομολογηθεί και μάλιστα σε Φαναριώτη Αρχιερέα. Όταν όμως το βλέμμα του αντίκρισε το πρόσωπο και κυρίως τα μάτια του Επισκόπου Γερμανού και στην κίνησή του να φιλήσει το χέρι του, άκουσε εκείνη την αγγελομίμητη ισχνή φωνή: «παρακαλώ… παρακαλώ…», καθώς ο Γέρων Επίσκοπος έκρυπτε το ασκητικό αγιασμένο χέρι του μέσα στο ράσο, ποταμοί και ωκεανοί δακρύων επλημμύρισαν τα μάτια του και με λυγμούς έκλινε τον αυχένα και εξομολογήθηκε. Διελύθησαν πάραυτα και οι φόβοι και οι δισταγμοί και οι ποικίλοι λογισμοί. Εκεί που υπήρχε σκότος, ήλθε φως. Εκεί που η ασφυξία κυριαρχούσε μέσα του και τον κατέπνιγε, εφύσηξε αέρας δροσερός, πνοή ζώσα. Εκεί που το πυρ της συνειδήσεως κατέκαιε τα πάντα, εδόθη η ζωογόνος δρόσος και τα δάκρυα ως ουράνιος λουτήρ και λουτρόν παλιγγενεσίας μετεμόρφωσαν τον χοϊκό άνθρωπο. Μία φράση ως ιερά παρακαταθήκη φυλάττει ο Γ.Μ. από τα χείλη του Επισκόπου Γερμανού: «Κανείς άλλος δεν σε αγαπά, όπως και όσο ο Χριστός. Μη το λησμονείς ποτέ». Και μετά σιωπή… ο παράκλητος έπνευσε. Στο καθαγιασμένο λοιπόν πρόσωπο του αφανεστάτου αυτού Φαναριώτου Αρχιερέως φαίνεται πως εκπληρούται ο λόγος του Αποστόλου των εθνών Παύλου: «τοιούτος γαρ ημίν έπρεπεν αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος…» (Εβρ. 7, 26).
Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
   Εσπέρας Μεγάλης Πέμπτης στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου και μετά την ανάγνωση του Α΄ Ευαγγελίου από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, οι Αρχιερείς του Θρόνου, κατά την τάξη της Μεγάλης Εκκλησίας, με Ωμόφορο και Πετραχείλι, αναγιγνώσκουν από την Ωραία Πύλη, κατά σειρά έκαστος και από ένα εκ των Δώδεκα Ιερών Ευαγγελίων. Έρχεται και η σειρά του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού για την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου, η οποία δεν είναι μία απλή ανάγνωση, αλλά μία μυσταγωγία καθώς η «ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου» μυσταγωγεί τα του Κυρίου σεπτά Πάθη και την «άκρα ταπείνωση» της μακροθυμίας Του. Αυτά δεν γράφονται, αλλά μόνο βιώνονται έως μυελού οστέων. Βιώνονται εν σιωπή… απολύτω σιωπή… και εν νηπτική κατανύξει…
   Ο Επίσκοπος Γερμανός ως Αρχιερεύς της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας από το 1972 και μέχρι σήμερα εστάθη αληθής και γνήσιος, υποδειγματικός και άξιος συγκυρηναίος ενώπιον τριών Οικουμενικών Πατριαρχών, ήτοι των Αθηναγόρου, Δημητρίου και Βαρθολομαίου του πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως τιμώντος τον πολιό Φαναριώτη Ιεράρχη. Τοιουτοτρόπως ανεδείχθη σε «τύπο και υπογραμμό Φαναριώτου Ιεράρχου», στο πρόσωπο του οποίου ευρίσκει εφαρμογή η μνημονευομένη υπό του αοιδίμου σοφού Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου (1914-1986) ρήση του μάκαρος Οικουμενικού Πατριάρχου Βενιαμίν Α΄ (1936-1946), ο οποίος συνήθιζε να λέγει για τους Φαναριώτες Ιεράρχες: «Είναι ο όρκος μας για την συνέπεια και την συνέχεια».
   Στην χορεία αυτή των του Φαναρίου Ιεραρχών, εν οις και ο Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, αναφερόμενος με «δέος και θάμβος» ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος γράφει: «Ασίγητοι μπροστά στο θάμβος του μυστηρίου της Εκκλησίας τους. Και πιστοί στον όρκο της συμπαθείας τους με τη ρωμηοσύνη. Αυτή είναι η συνέπεια της υπογραφής τους στους κώδικες των Συνοδικών. Και του «μικρού», όπου τους βλέπει κατά μόνας ο Θεός. Και του «Μεγάλου», όπου τους θεωρεί ο κόσμος. Από τα δύο αυτά Συνοδικά παίρνουν την ειδημοσύνη τους, που με τον καιρό τούς ιδιοποιεί. Μέχρι που γίνονται μεγαλοσχήμονες της καρτερίας. Ισοβίτες άγγελοι της εγρηγόρσεως του γένους. Και φανολίδες αυγές που εκφαίνουν την καθημερινότητα της μαρτυρίας. Οι Φαναριώτες Αρχιερείς είναι πνεύματα που απεργάζονται την εκφαντορία του τριπτύχου μυστηρίου της ζωής μας. Της Πόλης, της Εκκλησίας, της Ρωμηοσύνης.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
   Τύπος κατεστημένος αυτός του Φαναριώτη Ιεράρχη. Από στοιχεία βιωματικά. Με τη μνημονευτική τους θητεία μέσα στους ιστορικούς ιδιασμούς των προκατόχων τους. Με τη μυστική θεωρία παλαίτυπων μορφωμάτων της πατερικής και θεολογικής αχραντωσύνης τους. Όλα, μέσα σε μιά σύμμιξη στην κοινή πάθηση. Εκεί όπου βρίσκεται αποτυπωμένη ολόκληρη η χαριστική θυσία αυτών «των ευγενών ρασοφόρων» της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Η μορφή του πυρακτώνεται από την κρίση της κάθε ώρας, ή από την λάμψη της αλήθειας. Από την αιθρία της ημέρας ή από τον κλύδωνα των περιοϊάσεων.
   Ο Φαναριώτης Αρχιερέας είναι τύπος. Έτσι τον έκανε ο χωροχρόνος του. Να μη μοιάζει με κανένα, και να μοιάζει μόνο με το Φανάρι. Να εμπεριέρχεται στο μυστήριό του και στο μυστήριο της Πόλης. Με την αρχαιοφάνεια και τη θεογνωσία του. Κι ο λόγος του να περνάει στα κατάστιχα του Θρόνου. Και νάναι ο Θρόνος ο Πατριάρχης της καρδιάς του. Με συνέπεια και με συνέχεια. Από το χθες στο σήμερα. Κι από το σήμερα στο αύριο».
   Όταν προ καιρού έλαβον υπό του φιλίστορος και ιστοριοδίφου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, Πρωτοσυγκελλεύοντος των Πατριαρχείων, κ. Στεφάνου το δημοσιευμένο πόνημα του Τάσου Μιχάλα, υπό τον τίτλο: «Στην Πόλη. Στην Αγιά Σοφιά» (Αθήνα 1984), ευρέθην ενώπιον ενός πνευματικού θησαυρού που δεν είναι άλλος από την καταγεγραμμένη συνέντευξη του τότε Βοηθού Επισκόπου Αριανζού Γερμανού, ο οποίος τοποθετείται για όλα τα ζητήματα του εν γένει κοινωνικού, πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.
   Από δε το σύνολο της πολυτίμου εκείνης συνεντεύξεως παραθέτουμε τρία αποσπάσματα. Το πρώτο εξ αυτών αναφέρεται στην διακονία του ως Φαναριώτου Ιεράρχου υπέρ της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και του ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους ημών στην Θεοτοκοσκέπαστη Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας τα εξής: «Η ελπίδα να υπηρετήσουμε το λαό του Θεού για να μείνει μία ρίζα. Η ελπίδα πως θάρθουν καλύτεροι καιροί και θα υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς. Αγωνιζόμαστε να βοηθήσουμε τους Χριστιανούς μας να σηκώσουν το σταυρό τους. Βέβαια, όλες οι μέρες είναι του Θεού και γι’ αυτό είναι καλές. Χρειάζεται μόνο εγρήγορση. Σήμερα διαβάσαμε στην προηγιασμένη τον πολύαθλο Ιώβ. Ο διάβολος πίστεψε πως με τις δυσκολίες του θα τον αφανίσει, όμως στη ζωή του Ιώβ δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει ο σατανάς…».

   Για τον τότε Επίσκοπο Αριανζού ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού, κληρικού ή λαϊκού, είναι sine qua non όρος και προϋπόθεση για την εν Χριστώ σωτηρία. Ο ίδιος υπογραμμίζει σχετικά ότι: «Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μυστήριο. Θα κοπιάσεις, θα δουλέψεις, θα αγωνιστείς, αλλά τελικά ο Θεός θα σου δώσει το έπαθλο. Μεταξύ καλού και κακού μάς χωρίζει μιά τρίχα. Το μέλλον δεν το γνωρίζουμε. Εδώ έχουμε έγγαμους κληρικούς με υπέροχες οικογένειες και άγαμους που αγωνίζονται να δώσουν καλή μαρτυρία. Δεν υπάρχει ξεχωριστή ηθική για τους άγαμους κληρικούς, ξεχωριστή για τους εγγάμους και διαφορετική για τους λαϊκούς. Όλοι οφείλουμε να βαδίσουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής».
   Ιδιαίτερα σημαντικές για τη σύγχρονη εποχή είναι οι διδαχές του σοφού Ιεράρχου για τον θεσμό της οικογενείας και της τεκνογονίας, ο οποίος αναφέρει τα εξής διδακτικά και νουθετήρια: «Όπως ο άγαμος, έτσι και ο έγγαμος, θα πρέπει να βλέπει τον κόσμο με το μάτι του Θεού. Όχι μόνο ο άγαμος, αλλά και ο έγγαμος επιβάλλεται να ασκείται στην εγκράτεια. Η τεκνογονία είναι προσωπικό θέμα των συζύγων και ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής τους ευθύνης. Ένας Χριστιανός δεν μπορεί ποτέ να φθάσει σε ανταρσία κατά του θελήματος του Θεού, που είναι η διαιώνιση του είδους και η συνέχιση της ζωής. Είναι καλό πράγμα οι Χριστιανικές οικογένειες να έχουν ένα, δύο, το πολύ τρία παιδιά. Να αρκούνται σ’ αυτά, γιατί τα πολλά παιδιά έχουν και ανάλογες φροντίδες και οικονομικά βάρη και απαιτούν πολλή σωματική αντοχή. Όμως, όταν υπάρχει οικονομική άνεση, αντί να έχουμε δέκα σκυλιά ή γατάκια, ας μη διστάζουμε να προχωράμε και στα τέσσερα και στα πέντε παιδιά. Η μεγάλη οικογένεια είναι και αυτή δώρο Θεού, βέβαια υπό τον όρο ότι οι γονείς μπορούν με υπευθυνότητα και επιμέλεια να φροντίζουν για την υλική και πνευματική προκοπή των παιδιών τους
   Ναι στα παιδιά, υπό τον όρο βεβαίως, ότι θα παρεμβάλλουν στη ζωή των συζύγων ευτυχία… και όχι φθορά… ο πατέρας μου είχε έξι αδέλφια και το ένα ήταν καλύτερο απ’ το άλλο. Εμείς θα ήμασταν πέντε παιδιά, αλλά τα δύο τα δώσαμε στους ουρανούς».
   Στο ερώτημα του Τάσου Μιχάλα: «Τί γνώμη έχετε για τον τούρκικο λαό;», ο άγιος αυτός άνθρωπος ως του Θεού άνθρωπος και αληθής Επίσκοπος απαντά απερίφραστα μετ’ αγάπης και ανεξικακίας, ότι: «Είναι καλός. Εμείς που κάναμε στην Μ. Ασία και στην Καλλίπολη τη στρατιωτική μας θητεία, γνωρίσαμε πολλές υπηρεσίες από το λαό. Αλλά και εδώ οι γείτονες μάς εκτιμούν και τους εκτιμάμε. Δεν έχουμε προβλήματα. Μάλιστα, σε δύσκολες περιπτώσεις συνεργαζόμαστε στενά. Εδώ απ’ έξω υπάρχει ένα ρυάκι που πολλές φορές το χειμώνα η στάθμη του ανέρχεται ενάμισυ ως δύο μέτρα. Τότε αγωνιζόμαστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Επίσης, πολλοί Τούρκοι δημογέροντες της περιφερείας μας βοηθάνε Έλληνες που έχουν ανάγκη να πάρουν απ’ την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση. Οι λαοί έχουμε όλοι καλές καταβολές. Είναι οι πονηρές επιδιώξεις των κατά καιρούς κυβερνήσεων που δημιουργούν εχθροπάθεια».
   Τέλος, η τοποθέτηση του σοφού Επισκόπου Γερμανού για την πορεία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο αποτελεί ιερά παρακαταθήκη για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, που πολλές φορές διατυπώνουμε ρηχό και άκριτο λόγο στο πλαίσιο ενός ψευδοδιλήμματος περί εκσυγχρονισμού ή οπισθοδρομήσεως, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία μας είναι απόλυτα εκσυγχρονισμένη. Πάντοτε προχωράει κρατώντας την ουσία και θέλοντας να βοηθήσει τον άνθρωπο με όλα τα σύγχρονα μέσα, ώστε να γίνει η ζωή του πιο άνετη και ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να χρησιμοποιηθούν τούτα τα μέσα για το καλό και την πρόοδο του ανθρώπου και για την πνευματική του αφύπνιση. Γιατί, πολλά από τα σύγχρονα μέσα είναι μαχαίρι δίκοπο».
   Στον αφανή «άγιο της διπλανής πόρτας», αληθή εν Χριστώ Επίσκοπο και φιλόστοργο Πνευματικό Πατέρα, ασθενούντα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, πολιό γέροντα Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, επί τη συμπληρώσει της ευκλεούς και κατά Θεόν τετιμημένης Αρχιερατείας αυτού στον μαρτυρικώς καθαγιασμένο αμπελώνα της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, αρμόζει και προσήκει «εδαφιαία η μετάνοια», διάπυρη και ουρανομήκης η ευχή και προσευχή πάντων και πασών, των εγγύς και μακράν της κλίνης του, προς τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό: «Κύριε, φύλαττε αυτόν εις πολλά έτη». Γένοιτο!
πηγή

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Νίκος Ξυδάκης - Χριστιανική Παράδοση και Νεοελληνικός Πολιτισμός


Ο τεχνοκριτικός, δημοσιογράφος και βουλευτής Νίκος Ξυδάκης, σε μια εξομολογητική συζήτηση με τον π. Ευάγγελο Γκανά, μιλά όχι μόνο για τα γεγονότα και τους ανθρώπους που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του αλλά και για τη σχέση του με την ορθόδοξη στάση ζωής όπως και με τη νεοελληνική τέχνη. Προσδιορίζει το προσωπικό του στίγμα («φανερώθηκα μέσα στην ζώσα ελληνική Παράδοση») αναφέρεται στο χαμένο κέντρο της γενιάς του και την απουσία οράματος, ενώ προχωρά – μεταξύ άλλων – σε μια αντίστιξη της Ευρώπης των καλλιτεχνών και του πνεύματος προς την ευρώπη των πολιτικών-τεχνοκρατικών ελίτ. Ήταν η δεύτερη από τις τέσσερις συναντήσεις με τον γενικό τίτλο «Χριστιανική Παράδοση και Νεοελληνικός Πολιτισμός» που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2017 στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Δεν μας σκοτώνει ο Θεός…



Όχι δεν μπορώ σαν Xριστιανός να δεχθώ ότι o Θεός και η Παναγία θέλουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να σκοτώνονται στις εθνικές οδούς, να σφάζονται στους πολέμους και να υποφέρουν στα ογκολογικά τμήματα των νοσοκομείων.
Ο Θεός που αποκάλυψε ο Χριστός δεν είναι ένας αιμοσταγής μανιακός δολοφόνος, εραστής του θανάτου, που χαίρετε τον κοπετό, τα δάκρυα και την οδύνη των ανθρώπων. Δεν κατασκευάζει θανάτους, δεν προκαλεί δυστυχήματα, δεν ζητά τον θάνατο του ανθρώπου. Διαλέγει να πεθάνει Εκείνος αντί για μας. Ο Σταυρός του θα παραμένει πάντα σκάνδαλο στον παραλογισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Πειστήριο ότι ουδέποτε θέλησε τον δικό μας θάνατο, αλλά πέθανε αυτός αντί για εμάς.
«Ο Θεός των Χριστιανών είναι από τους πιο παράξενους, δεν ομοιάζει σε τίποτε με τις ανθρώπινες ιδέες περί Θεού και αυτός ο ανήκουστος χαρακτήρας καθορίζει την πνευματική ζωή....επάνω στον Σταυρό ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων έναντι της ιδίας του της θεικότητητος, πεθαίνει ο ίδιος για να ζήσει ο άνθρωπος».
Ο Θεός του Χριστού, και των Ευαγγελίων, δεν προκαλεί κακό και έπειτα στέκεται απέναντι από πενθηφόρους ανθρώπους που με ρακένδυτες και ρημαγμένες καρδιές θρηνούν την απώλεια των αγαπημένων τους. Δεν είναι απέναντι στον πόνο τους, αλλά μαζί τους, δίπλα τους, μέσα τους ως πάσχω δούλος.
Ο κόσμος αυτός δεν είναι εκείνος που θέλησε ο Θεός, αλλά εκείνος που η ανθρώπινη ελευθερία παραμόρφωσε και παραχάραξε σε μια ατελείωτη νύχτα θανάτου.
Ο Θεός στο κόσμο αυτόν πάσχει. Πάσχει κάτω από την ελευθερία μας, που τον συκοφάντησε, τον πρόδωσε, τον δίκασε, τον σταύρωσε, τον σκότωσε.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε φορά που η λάθος επιλογές μας και συμπεριφορές, εκείνες οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες μας διαμορφώνουν μια κοινωνία θανάτου.
Όχι δεν προκαλεί ο Θεός τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αντιθέτως Εκείνος τις μεταμορφώνει σε Πάσχα, σε πέρασμα στην αιωνιότητα Του. Μας συμπαραστέκεται, δεν μας καταδικάζει. 

Η σιωπή του Θεού είναι τα δάκρυά Του. Η θέση του Θεού σε μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, δεν είναι απέναντι της, αλλά δίπλα και μαζί της. Γιατί όπως λέει η Αγία Γραφή ο Θεός ουδέποτε θέλησε τον θάνατο και το κακό.
Οι πηγές του κακού είναι οι εξής: Το φυσικό κακό, το κακό που κάνουμε εμείς στους άλλους, το κακό που κάνουν οι άλλοι σε εμάς, το κακό που κάνουμε εμείς στο εαυτό μας, και ο διάβολος. Ο Θεός δεν εχει καμία σχέση με το κακό αλλα μονάχα με την ομορφιά που στο τέλος ως λεει και ο Ντοσογιέφσκυ θα σώσει τον κόσμο.
Ο Θεός δεν παράγει κακό, αλλά όπου το βρει το μεταμορφώνει. Τον θάνατο σε Πάσχα και Ανάσταση.
Ο Θεός παίρνει τα πάθη, τα λάθη και τις αστοχίες μας και τις μεταμορφώνει σε ευλογίες. Εκεί που μια ανεύθυνη και άδικη πράξη σκορπά τον θάνατο, ο Θεός απαντά με την Ανάσταση. 

π.Λ.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Από την απάτη των Christmas στη γιορτή των Χριστουγέννων


Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννα

Το τοπίο θυμίζει έντονα αυτό της Αμερικής μετά το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929. Η μουδιασμένη τότε και απελπισμένη κοινωνία δεχόταν ασμένως την προ τριών ετών (1926) ανακάλυψη της Coca Cola ως παυσίπονο στα δεινά της. Αναφέρομαι στον Santa Claus (τον ψευδεπίγραφο Άη Βασίλη), ο οποίος προβλήθηκε – κυρίως στα παιδιά, το καλύτερο αγοραστικό κοινό – ως η ελπίδα μέσα στις δυσκολίες, ως το αμυδρό φως μέσα στο σκοτάδι της οικονομικής κατάρρευσης με τα υλικά δωράκια που έφερνε μέσα από τις καμινάδες. Εμπόριο με ισχυρές δόσεις καπήλευσης της θρησκείας: το καλύτερο όπιο για το λαό. Πόσο δίκιο είχες, Κάρολε!!
Περνώντας τα χρόνια, η χαζοχαρούμενη φυσιογνωμία του Santa επιβλήθηκε ως σήμα κατατεθέν της εορταστικής περιόδου ακόμη και σε αυτούς που είναι αντίθετοι με τον καπιταλισμό, ακόμη και σε αυτούς που αντιτίθενται στον οδοστρωτήρα των πολυεθνικών. Βάλαμε κι άλλα εμπορικά και διανοητικά κατασκευάσματα για να «εμπλουτίσουμε» τις άγιες ημέρες. Έτσι φτάσαμε σήμερα σε μια γλυκανάλατη γιορτή, με κούφιες και μηχανικές ευχές για αγάπη, ειρήνη και υγεία. Φτάσαμε στον ωραίο μύθο περί Χριστού και στη μαγική νύχτα των Χριστουγέννων. Έτσι, η θρησκεία που φοράει «τα γιορτινά της» είναι μόνο μια ωραία ιστορία δίπλα στο τζάκι, ο Χριστούλης είναι απλά ένα ροδοκόκκινο πλαστικό μωράκι, η καρδιά μας γίνεται πρόσκαιρα γλυκιά και απλόχερη (προς φίλους και συγγενείς βέβαια…). Ως συνέπεια, το συμπέρασμα ότι οι γιορτές είναι για τα παιδιά με τη βασική έννοια ότι σε αυτά αρέσουν τα παραμυθάκια, είναι αναπόφευκτο.
Ο οίκτος μας για τα παιδάκια που πεινάνε, εύκολα παραμερίζεται μετά από δυό μπουκιές ροδοψημένη γαλοπούλα. Μπορεί να αγοράσαμε και ευχετήριες κάρτες από φιλανθρωπικούς συλλόγους ή να δώσαμε κατιτίς στον ταλαίπωρο που μας καθάρισε το τζάμι του αυτοκινήτου στο φανάρι, χωρίς βέβαια να καταφέρουμε να απωθήσουμε αρκετά βαθιά την αμφιβολία μήπως δεν έχει πραγματική ανάγκη. Ε, αυτές τις μέρες η φιλανθρωπική μας διάθεση φουντώνει, άσχετα αν λίγο πριν αναστενάξαμε όταν πληροφορηθήκαμε πόσο κοστίζει το καλάθι της νοικοκυράς. Χαρήκαμε που θα γίνουν από τους δήμους εορταστικά συσσίτια για τους απόρους και άστεγους, λες και τις άλλες ημέρες του χρόνου έχουν πού να φάνε και να μείνουν. (Ας είναι καλά κάποιες ενορίες)…
Όλα αυτά τα συναισθήματα λίγες ημέρες μετά την Πρωτοχρονιά θα τα κλείσουμε στο κουτί με τα Χριστουγεννιάτικα για να τα βάλουμε στο πατάρι ή θα τα αποθέσουμε στον κάδο απορριμμάτων μαζί με το πλαστικό δεντράκι και τις στιμμένες λεμονόκουπες για το ψητό, εφόσον του χρόνου θα αγοράσουμε καινούρια.
Δυστυχώς, αυτή τη γιορτή στην «ορθόδοξη» Ελλάδα την έχουμε καταντήσει αγνώριστη. Μια ματιά να ρίξει κανείς γύρω του, ελάχιστα θυμίζουν την παράδοσή μας και την ορθόδοξη θεολογία περί της γέννησης του Χριστού. Ακόμη και τα λόγια από τα κάλαντα αντί να γίνονται αντικείμενο προσοχής συχνά χάνονται στον αέρα, καθώς έχουμε άλλα πιο σημαντικά να κάνουμε. Αλήθεια, ποιος επιλέγει να διαβάσει τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Παπαδιαμάντη από το να δει τα «Μαγικά Χριστούγεννα» της Disney;
Προσωπικά, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα με το κοσμικό – εορταστικό περιτύλιγμα των Χριστουγέννων (που δεν είναι απαραίτητα κακό), εάν ήταν έντονη και η εκκλησιαστική και ορθόδοξη διάσταση της γιορτής. Μήπως όμως και εμείς οι «εκκλησιαστικοί» (κληρικοί, θεολόγοι, πιστός λαός) χάσκουμε αποβλακωμένοι ενώπιον των ψεύτικων λαμπιονιών που αναβοσβήνουν;
Είναι ο Χριστός ο αληθινός Θεός μας που γίνεται άνθρωπος για να διώξει το σκοτάδι της αμαρτίας και να μας οδηγήσει πάλι στη ζωή του Παραδείσου; Λέει κάτι στην προσωπική μας ζωή η γέννησή Του; Στη γέννησή Του συγκλονίζεται κανένας ή οι προετοιμασίες μας περιορίζονται στην ετοιμασία των μελομακάρονων, στην προμήθεια του άφθονου κρέατος και στην αγορά των ρούχων που θα κάνουν εντύπωση; Λίγο να προσεγγίζαμε το μυστήριο της γέννησης του Θεανθρώπου μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας θα κατανοούσαμε πόσο κενό είναι το περίφημο «πνεύμα των Χριστουγέννων» μπροστά στην αληθινά χριστουγεννιάτικη φράση ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό».
Τι έχουμε κάνει και ως διοικούσα Εκκλησία και ως χριστιανικό πλήρωμα, ώστε να προβάλουμε την προσωπικότητα, το έργο και τη διδασκαλία του ασκητή επισκόπου Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στο χαζοχαρούμενο κατασκεύασμα των πολυεθνικών κερδοσκοπικών εταιριών; Ενοχλείται κανείς από την πλαστογράφηση του ονόματος του σπουδαίου αυτού Πατέρα της Εκκλησίας, του μεγάλου θεολόγου και σπουδαίου κοινωνικού αγωνιστή, στον οποίο αποδίδονται ιδιότητες προσβλητικές και αντιχριστιανικές;
Ρώτησαν κάποιον τι σημαίνουν γι’ αυτόν τα Χριστούγεννα. Και είπε: «Στα παιδικά μου χρόνια ένα ωραίο παραμύθι για να κοιμάμαι γλυκά, αργότερα άγχος και τρέξιμο για να προλάβω να αγοράσω, να στολίσω, να φάω και να διασκεδάσω και τώρα… τίποτα». Τελικά, μήπως να ξανακοιταχτούμε στον καθρέπτη της πίστης και να αναρωτηθούμε αν βλέπουμε πουθενά το Χριστό; Φανταστείτε στο σπίτι μας να πηγαίναμε στο παιδικό δωμάτιο, να κοιτάζαμε την κούνια και… το μωρό μας να έλειπε. Να μην βρίσκαμε τίποτα. Άραγε, τι θα κάναμε; Έχει το Χριστό μέσα η φάτνη της καρδιάς μας ή είναι άδεια; Σε λίγο η περιλάλητη «μαγεία των ημερών» θα φύγει. Ο Χριστός θα μείνει; Θα Τον ακολουθήσει κανείς μας μετά τη φάτνη ξέροντας ότι τον περιμένει σταυρός; Έχουμε κατανοήσει ότι η χριστιανική ζωή για όσους την επιλέγουν δεν είναι μια μαγική θρησκευτική υπόθεση, αλλά συνοδοιπόρευση με το Χριστό, μια σταυροαναστάσιμη πορεία; Θα φορτώσουμε πάλι στην πλάτη του Χριστού τα λάθη των Χριστιανών ώστε να έχουμε ένα ωραίο πρόσχημα για να Του κλείσουμε την πόρτα; Θα κάνουμε και τα φετινά Χριστούγεννα άλλο ένα αποπροσανατολιστικό ψυχοναρκωτικό ή θα γίνουμε πραγματικοί μαθητές Αυτού που είπε ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας;
Καλά Χριστούγεννα μαζί με το Χριστό. Ας μην είναι τα Χρόνια μας Πολλά, αρκεί να είμαστε μαζί Του…

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Πατήρ Δημήτριος: ο αρχηγός της Ιντέλιντζενς Σέρβις στην Ελλάδα


Ήταν Άγγλος, φυσικά, και λεγόταν Ντέιβιντ Μπάλφουρ. Τις πρώτες, βασικές πληροφορίες, θα τις βρείτε εδώ (1):
http://www.mixanitouxronou.gr/patir-dimitrios-o-anglos-kataskopos-pou-litourgouse-sto-kolonaki-exomologouse-ti-vasiliki-ikogenia-ekane-agiasmous-se-aristokratika-spitia-epexe-rolo-sta-dekemvriana-ke-to-rolo-tou-apokalipse-o-ri/
και εδώ (2):
http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=164919
David Balfour _ ierom. Dimitrios (1903-1989)
(Από το αρχείο της Ι.Μ. Παντελεήμονος,
ο Μπάλφουρ όταν βρισκόταν ως μοναχός στο Άγιον Όρος)
Τον Μπάλφουρ είχε γνωρίσει ο σεβ. Ναυπάκτου Ιερόθεος, ο οποίος έγραψε ένα μακροσκελές κείμενο για τις πνευματικές του περιπέτειες με την Ορθοδοξία (3):
http://trelogiannis.blogspot.gr/2015/08/blog-post_120.html
Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία – απάντηση στο κείμενο του σεβ. Ιερόθεου από τον καθηγητή θεολογίας Ταχιάο, ο οποίος είχε γνωριστεί και συνομιλήσει με τον Μπάλφουρ, στα τελευταία χρόνια της ζωής του (4):
http://www.parembasis.gr/index.php/menu-teyxos-108/2463-2005-108-16
Πέρα από τα στοιχεία για τη δράση του Μπάλφουρ υπάρχουν και οι μύθοι. Δείτε για παράδειγμα (στα σχόλια) πως η αναπόφευκτη θεωρία συνωμοσίας εμπλέκει τον Μακάριο της Κύπρου, τον Μπάλφουρ, τον ΕΔΕΣ και τους Ναζί!
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/07/1971974.html
Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά;
Γιατί ως Ορθόδοξος εφημέριος στην Αθήνα εξομολογούσε ως την άνοιξη του 1940 ολόκληρη την ελίτ της πόλης, της βασιλικής οικογενείας συμπεριλαμβανομένης!

Γιατί του αποδίδεται κάποια σχέση με την αυτοκτονία Κορυζή.
Γιατί έχουμε τη μαρτυρία του Σεφέρη ότι ο Μπάλφουρ «καθοδηγούσε» την ελληνική κυβέρνηση.
Γιατί εικονίζεται στη φωτογραφία πίσω από τον Τσώρτσιλ και τον Δαμασκηνό, τις μέρες της πιο κρίσιμης φάσης του Εμφυλίου πολέμου: το Δεκέμβρη του 1944.
Γιατί ήταν (σύμφωνα με τον Καργάκο) «η γλώσσα (μεταφραστής) και το μυαλό του Σκόμπυ».
Γιατί είχε ενεργό ρόλο τις μέρες της συμφωνίας της Βάρκιζας, καθώς, όπως μαρτυρείται, είχε επισκεφθεί τον Στέφανο Σαράφη και μιλήσει με τον Ηλία Τσιριμώκο.
Γιατί η περίπτωσή του αποδεικνύει ότι τα σύνορα κατασκοπίας και υψηλής (θρησκευτικής, αλλά όχι μόνο) πνευματικότητας δεν είναι αδιαπέραστα. Και το πιο σκανδαλιστικό: μπορεί κανείς να τα περάσει για δεύτερη φορά – προς την αντίθετη κατεύθυνση!
Τέλος, γιατί υπάρχει ένα κείμενο – μαρτυρία για τον Μπάλφουρ, του Σαράντου Καργάκου, το οποίο παραθέτω στη συνέχεια.
Clipboard012
*

Ό Νίκος Σοϊλεντάκης είναι μοιραίο νά πεθάνει έντιμος. Κι ευθύ­νομαι κι εγώ γι’ αυτό! Είχε ένα θέμα «τεφαρίκι», όπως τό λένε στην τηλεοπτική αργκό, καί αντί νά τό κάνει σενάριο, τό έκανε μελέτημα ιστορικό!
Αμφιβάλλω αν υπάρχει θέμα τόσο πολύπλοκο, γριφώδες, αλγεβρικό καί συνάμα… θεολογικό, όσο αυτό πού αναφέρεται στον πατέρα Δημήτριο, τόν εφημέριο του έκκλησιδίου του Ευαγ­γελισμού πού εξομολογούσε όλες τίς κυρίες του Κολωνακίου καί έπιτηδείως αποσπούσε κρατικά μυστικά, τά όποια οι σύζυγοι ή εραστές τους (ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί) τους τά ομολογού­σαν σέ στιγμές ερωτικού οργασμού. Οφείλω, πάντως, νά τονίσω έδώ —γιά τους μή είδότες— ότι γιά κάποιες γυναίκες η εξουσία είναι τό πιό ισχυρό… αφροδισιακό.
Ό πατήρ Δημήτριος ήταν μιά πολύπλαγκτη προσωπικότητα. Λεγόταν Νταίηβιντ Μπάλφουρ, αλλά δέν ήταν από τή γνωστή αριστοκρατική οικογένεια. Μάλλον τό όνομα τό πήρε άπό τό ομώ­νυμο περιπετειώδες ανάγνωσμα. Ήταν μιά διχασμένη προσωπικότητα. Σάν τόν Καζαντζάκη, κυνηγούσε νά βρει ένα Θεό. Μέσα του όμως υπήρχε καί τό μικρόβιο της κατασκοπείας, δηλαδή της υποκλοπής μυστικών. Όποιος κλέβει μυστικά, νιώθει πιό δυνατός. «ήταν ένας τύπος Λώρενς, αλλά χωρίς τή δική του προβολή, πα­ρόλο πού η δική του δράση ήταν πιό πολυσχιδής καί μακροχρόνια. Η κατασκοπεία, ως τό παλαιότερο —μαζί μέ τήν πορνεία— επάγ­γελμα, έχει κι αυτό μιά μυστικοπάθεια, έναν αποκρυφισμό σάν αυτόν πού διακρίνει κάποιους αυστηρούς μοναχούς. Τό «Άγιο» Όρος υπήρξε γι’ αυτόν όχι σχολή θεολογίας άλλα κατασκοπείας. Τόν δί­δαξε νά ετάζει νεφρούς, καρδίας, ψυχάς, μυαλά, κυρίως νά διαβά­ζει μυστικά καί νά τά στέλνει στους κατάλληλους αποδέκτες.
Ασφαλώς, υπάρχει δικός του δάκτυλος στην αυτοκτονία Κοριζή, κυρίως όμως στην ένταση καί στην έκταση των Δεκεμ­βριανών. Ήταν ή γλώσσα (μεταφραστής) καί τό μυαλό του Σκόμπυ. Αυτός Ίσως (ή μάλλον) οργάνωσε προτού αναχωρήσει από τή Σμύρνη τά επεισόδια τόν Σεπτέμβριο του 1955, όταν Τούρκοι «βασιβουζούκοι» ξεφτίλισαν Έλληνες αξιωματικούς καί τίς οικο­γένειες τους. Τότε ακούσαμε καί τό όνομα του ταγματάρχη Γρηγορίου Σπαντιδάκη, πού τόν γνωρίσαμε χρυσοπλουμισμένο παγόνι στή δικτατορία.
Είχα τό θλιβερό προνόμιο από παιδί νά ζήσω όλες τίς θλιβερές καταστάσεις της Κατοχής καί της μετέπειτα περιόδου της άλληλοσφαγής. Σφαζόμασταν χωρίς, κατά βάθος, νά ξέρουμε «γιατί;». Απλώς υπακούαμε καί υποκύπταμε σ’ ένα ένστικτο αυτοκατα­στροφής. Καί άνθρωποι σάν τόν Μπάλφουρ μας «χόρεψαν στό ταψί». Όχι λόγω της δικής τους δαιμονικής, τάχα, Ικανότητας, αλλά λόγω του δαίμονα καταστροφής πού μας είχε κυριεύσει. Είχα από τότε τό πάθος τής περιέργειας. Θυμάμαι τόν Βελουχιώτη, όταν κατέβηκε στή Λακωνία. Έχω μάλιστα συγκρατή­σει καί μία ομιλία του πού πρό ετών κατέγραψα στον Οικονομι­κό, επί τών ένδοξων ήμερων του Γιάννη Μαρίνου. Αργότερα, στην Αθήνα, στό γήπεδο του «Παναθηναϊκού», γαβριάς τότε πιά, γνώρισα τόν Ζαχαριάδη, πού ήταν αγκαλιά μέ τόν Σιάντο καί τόν «παντός καιρού» Μιχάλη Κύρκο. Κάποτε κάποιος συγ­γενής (ήταν θέρος του 1946) μου έδειξε πάνω σ’ ένα «τζίπ» καί κάποιον Άγγλο βαθμοφόρο. «Αυτός», μου είπε, «είναι ό Σκόμπυ». Δέν είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Θυμάμαι, όμως, πλην του οδηγού, έναν ταγματάρχη μέ κοντό παντελονάκι. Λόγω του μανιάτικου πουριτανισμού πού μέ διακατείχε, δέν πρόσεξα τό πρό­σωπο του αλλά τήν «αισχρή» — κατά τά τότε μέτρα — εμφάνιση του. Διαβάζοντας τά όσα έγραψε αρχικά στην Εστία, καί στά οσα γράφει τώρα στην παρούσα εργασία του ό Νίκος Σοϊλεντάκης, θαρρώ ότι ό «κοντοπαντελονάκιας» (λέξη τής εποχής) ήταν ό άλλοτε πατήρ Δημήτριος του Ευαγγελισμού. Καί τό πιστεύω αυτό, διότι βασική αρχή τών κατασκόπων είναι ή έξης: νά τους βλέπεις, νά παρατηρείς πάνω τους καθετί, άλλ’ όχι τό πρόσωπο τους!
Ό πατήρ Δημήτριος, ό κατά κόσμον Νταίηβιντ Μπάλφουρ, είχε πολλά πρόσωπα καί, ανάλογα μέ τό συνομιλητή του, παρουσιαζόταν μέ τό ταιριαστό γιά τήν περίπτωση πρόσωπο. Ακόμη καί του συντετριμμένου καί μετανοοΰντος χριστιανού. Ξεγέλασε πολλούς καί πολλές. ‘Αλλά ή γυναίκα πού του έκλεισε δύο φορές τήν πόρτα -καί τή δεύτερη (φορά ως ηγουμένη- είχε πιά καταλά­βει «τι κάθαρμα, τι κάλπικος παράς, μιά ολόκληρη ζωή μέσα στό ψέμα», όπως θά έλεγε ό Μανόλης Αναγνωστάκης, ήταν αυτή ή θλιβερή μορφή, πού έπαιξε θλιβερό ρόλο στην πατρίδα μας σέ μιά θλιβερή εποχή. Δέν πιστεύω ότι ή περαιτέρω στάση (εκκλησιάσματα κλ.π.) δείχνουν μεταμέλεια. Αν όντως είχε μετανοήσει, θά έπρεπε προεχόντως ν’ αυτοκτονήσει. Απλώς καί στή μετάνοια του έπαιζε θέατρο.
Τό νά πώ ότι τό βιβλίο του Νίκου Σοϊλεντάκη πρέπει νά αγο­ραστεί καί νά διαβαστεί (όχι μόνο μία φορά), θά ήταν σάν νά έλεγα ότι τό νερό – ειδικά τό θέρος- κάνει καλό. Δέν τό συνιστώ, ως ιστορικός, ως αρίστη ιστορική μελέτη, πού είναι. Τό συνιστώ γιά λόγους ιατρικούς. Είναι τό καλύτερο αντίδοτο κατά τής πολι­τικής μας βλακογνωσίας καί βλακοπραξίας. Παριστάνουμε τους πονηρούς, άλλ’ όπως έλεγε ό Έμμ. Ροΐδης «τό πονηρότερου αλλά τό μάλα έξαπατώμενον εξ όλων τών ζώων της γης είναι ό Ελλην». Ή μελέτη του βιβλίου του Νίκου Σοϊλεντάκη θά εξα­λείψει πάσα αμφιβολία περί αυτού.
Σαράντος Ί. Καργάκος Λαύριο, 7 Ιουλίου 2009
*
Τέλος, ο επίλογος από το βιβλίο του Σοϊλεντάκη, που προλογίζει ο Καργάκος:
(Πηγή: http://ermionh.blogspot.com/2010/09/blog-post_1595.html )
21. Επίλογος, – Συμπέρασμα
Ό Μπάλφουρ ενώ βασανιζόταν από παρατεταμένη ασθένεια, λίγο πρίν από τόν θάνατο του, πού επήλθε στίς 11 Όκτωβρίου 1989 είπε: « Έγώ, σάν ασύνετο γαϊδουράκι, σκέφτηκα νά τρέξω πίσω άπό δυο ισχυρά άλογα, τόν Γέροντα Σιλουανό και τόν πατέρα Σωφρόνιο». Έξ άλλου, σέ επιστολή του τόν Απρίλιο του 1988 προς τόν τότε μητροπολίτη Θυατείρων (Μεγάλης Βρετα­νίας) Μεθόδιο Φούγια, μέ τόν όποιο γνωρίσθηκε ό άλλοτε π. Δη­μήτριος κατά τήν τελευταία δεκαετία της ζωής του, γράφει: «Είμαι 85 ετών και τά τελευταία 42 χρόνια υπήρξα αντικείμενο της πιό χυδαίας συκοφαντίας, ή όποια ανθρωπίνως ειπείν, έχει καταστρέφει ανεπανόρθωτα τήν ζωή μου. Έν τούτοις, υπακούο­ντας στον πνευματικό μου πατέρα, τόν αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο, δεν έχω ποτέ απαντήσει ή έκστομίσει μία λέξη γιά αυτοάμυνα, αλλά εχω μάθει νά παίρνω κυριολεκτικώς κατά λέξη τους λό­γους του Χρίστου: «Μακάριοι έστέ όταν όνειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5:11)».30 Κατά μαρτυρία του μητροπολίτου Μεθοδίου Φούγια,31 ό Μπάλφουρ του είπε ότι εάν δεν είχε άποσχηματισθεί κατά τήν Κατοχή, «τίποτε δέν τόν εμπόδιζε νά συ­νεχίσει νά προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ίντέλλιτζενς Σέρβις και νά είναι και κληρικός». Όταν θέλησε νά επανέλθει στην ενεργό διακονία, ή γυναίκα του τόν απειλούσε πώς θά αυτοκτονή­σει εαν τήν εγκατέλειπε γιά νά γίνει μοναχός. Έτσι έμεινε μετέω­ρος μέχρι του θανάτου του. Κάποια στιγμή ζήτησε από τόν ανω­τέρω μητροπολίτη νά τόν επαναφέρει στην ενεργό ίεροσύνη, αλλά εκείνος τόν παρέπεμψε στον Ρώσο μητροπολίτη Αντώνιο Βλούμ, διότι ήταν κληρικός της Ρωσικής Εκκλησίας. Ή απάντηση του τελευταίου ήταν αρνητική. Έκτος άπό τό ‘Έσσεξ, πήγαινε τακτικά στην «Οξφόρδη με τό πρόσφορο του καί τά ονόματα γιά νά μνημονευθούν στην προσκομιδή.

Κατηγορήθηκε από τήν ελληνική δημοσιογραφία ότι κατα­σκόπευε καί καθοδηγούσε τόν βασιλιά Γεώργιο Β’. Όμως ο Μπάλφουρ σέ συνομιλία μέ τόν καθηγητή Άντ.- Αιμ. Ταχιάο πα­ρατήρησε ότι δεν χρειαζόταν νά κατασκοπεύει τόν Γεώργιο Β’, διότι ό βασιλεύς συζούσε μέ τήν Αγγλίδα ερωμένη του. Όντως, ό Γεώργιος Β’ κατά τή διάρκεια της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935) διέμενε στό Λονδίνο, οπού συνδέθηκε μέ τήν Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς, ή οποία τόν ακολούθησε στην Αθήνα. Τό 1941, προτού καταφύγει ό βασιλιάς στην Κρήτη, προηγήθηκε ή κ. Τζόυς μαζί μέ τόν πρίγκιπα Γεώργιο (τόν άλλοτε Αρμοστή στην Κρήτη) καί τή σύζυγο του Μαρία Βοναπάρτη, ή οποία τή φρόντισε, όσο ήταν μακριά από τόν βασιλέα. Μεταπολεμικά επανήλθε στην Ελλάδα μέ τόν Γεώργιο καί μετά τόν θάνατο του (1η Απριλίου 1947) παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Έντι Μπόξχωλ.33 Βρετανοί θεωρούν ότι ή Τζόυς ήταν άπό τίς ελάχιστες βασιλικές ερωμέ­νες στην ιστορία γιά τήν οποία μόνο καλά λόγια έχουν ειπωθεί καί τήν περιγράφουν34 ώς ιδανική σύζυγο στρατιωτικού, απόλυ­τα λογική, μηδέποτε άναμειχθεισα σέ ραδιουργίες καί μέ ορθή αντίδραση σέ περίοδο κρίσεων. Ό πρώτος σύζυγος της, δεινός πότης, ήταν υπασπιστής του άντιβασιλέως των Ινδιών. Όταν ό Γεώργιος Β’ επισκέφθηκε προπολεμικά τήν Ινδία, τή γνώρισε καί σύντομα δημιουργήθηκε στενή σχέση. Ή ένταξη της στό έδώ βασιλικό περιβάλλον καλύφθηκε υπό τήν ιδιότητα της κυ­ρίας των τιμών της Φρειδερίκης, συζύγου του τότε διαδόχου Παύλου. Ό βασιλιάς Γεώργιος, μέ τά ήθη της εποχής, γιά νά νυμφευθεί τήν κοινή θνητή Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς έπρεπε νά παραιτηθεί άπό τόν θρόνο του, όπως έπραξε τό 1936 ό βασιλιάς Εδουάρδος Η’ της Αγγλίας, πού νυμφεύθηκε τήν Ούώλλις Σίμσον
Ό ιεροδιάκονος Νικόλαος, εγγονός αδελφού του γ. Σωφρονίου, σημειώνει ότι πολλοί πιστεύουν ότι ό Μπάλφουρ έζησε χρησιμοποιώντας υποκριτικά τήν Όρθοδοξία. Άποψη πού στηρίζεται στίς πα­λινωδίες του καί στην περιπετειώδη ζωή του.35 Κατά τόν Σ. Καργάκο, ώς καλός υποκριτής ήθελε μία υστεροφημία. Τήν πέτυχε. Ήταν ό αρχιτέκτων του Εμφυλίου. Ή ενασχόληση του μέ τό έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών ήταν γιά τή σω­τηρία της ψυχής του, αφού έστειλε τόσες ψυχές στον Αδη. Κατά τήν αντίθετη άποψη πού εκφράζει ό καθηγητής Άντ.- Αιμ. Ταχιάος, ό Μπάλφουρ «ήταν πιστό τέκνο της Όρθοδόξου Εκκλη­σίας, τέτοιο πού δέν μπορεί νά είναι ένας υποκριτής ή κάποιος πού απλώς, ψυχρά καί μελετημένα εκτελεί μιαν αποστολή κατασκό­που, όπως τόν ερμήνευσαν άνθρωποι πού έστω καί στοιχειωδώς δέν μπορούν νά κατανοήσουν τίς παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης καί ταραγμένης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία καί μετάνοια. Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δέν χρειαζόταν, γιά νά εκτελέσει τήν αποστολή του στην Αθήνα, νά σπουδάσει χρόνια θεολογία στή Ρώμη, νά γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, αντί νά τόν υποδυ­θεί, στή συνέχεια νά γίνει ορθόδοξος μοναχός καί ιερέας, νά ζήσει στά απόκρημνα βράχια του «Άγιου» Όρους, τή στιγμή, πού στά σαλόνια του Κολωνακίου καί στίς δεξιώσεις τών διπλωματών στην Αθήνα, οι πληροφορίες πού ενδιέφεραν τήν αρμόδια βρετανι­κή υπηρεσία κυκλοφορούσαν εν αφθονία».36 Έξ άλλου, στή δεκαετία του 1930-1940, ό άρμενοκαθολικός επίσκοπος Γιοχάννες Γκαμσαραγιάν ήταν επικεφαλής ενός άπό τά δίκτυα της γερμανικής κα­τασκοπείας στην Ελλάδα. Είχε εγκαταστήσει στον δεύτερο Ορο­φο του μεγάρου Γιάνναρου, στή συμβολή τών οδών Όθωνος καί Φιλελλήνων στό Σύνταγμα, μυστική σχολή δολιοφθορέων πού έδρασαν στά χρόνια του πολέμου στή Μέση Ανατολή.37 Στά άνωτέρω επιχειρήματα μπορεί νά αντιπαρατεθεί ότι καί τό νά γίνει κάποιος κατάσκοπος είναι μία μορφή αναχωρητισμού. Είναι ένας άλλου τύπου μοναχισμός. Ό κατάσκοπος απαιτείται νά έχει ισχυ­ρή μυστικοπαθή ιδιοσυγκρασία. Ό Μπάλφουρ απλώς ράγισε καί έζησε σάν ραγισμένο γυαλί.
Στερούμενοι θεολογικών γνώσεων, νομίζουμε ότι ό Μπάλφουρ ακολούθησε τή γνωστή φράση τών Βενετών: «Είμαστε πρώτα Βε­νετοί καί κατόπιν χριστιανοί» . Προσχώρησε ειλικρινά στην Όρθοδοξία, αλλά δέν απαρνήθη­κε, καί ορθώς, τήν εθνικότητα του. Στην Αθήνα βρέθηκε καθ’ όδόν προς τά Ιεροσόλυμα. Ένθουσιασθείς από τά στελέχη καί τό έργο της «Ζωής», παρέμεινε στην Αθήνα γιά νά εκπληρώσει τήν επιθυ­μία του νά σπουδάσει στή θεολογική Σχολή. Ιερέας στό θεραπευ­τήριο του Ευαγγελισμού βρέθηκε σέ εποχή κατά τήν οποία τά σύν­νεφα του πολέμου ήσαν βαριά καί θά ξεσπούσε ό Β’ Παγκόσμιος πό­λεμος, στην έλευση του οποίου εθελοτυφλούσαν οι Μεγάλοι. Έτσι, κατά τήν κρίσιμη αυτή περίοδο, ή εδώ αγγλική πρεσβεία τόν στρά­τευσε στην υπηρεσία της πατρίδος του, ώς κατασκόπου. Άλλωστε ή κατασκοπεία είναι πάντοτε προπομπός της πολιτικής ή της στρα­τιωτικής δράσεως, διαπιστευμένοι δέ κατάσκοποι είναι όλοι οί πρε­σβευτές καί οί στρατιωτικοί ακόλουθοι. Καί τούτο, διότι τά καθήκο­ντα του διπλωμάτη συνοψίζονται στό διαπραγματεύεσθαι, παρατηρείν καί προστατεύειν. Όπως διδάσκεται ό διπλωμάτης, παρατηρεί, άρύεται πληροφορίες καί αναφέρει κάθε ζήτημα πού ενδιαφέρει τή χώρα του, προωθώντας τά συμφέροντα της.
Ό Μπάλφουρ, μετά τή φυγή του στην Αίγυπτο, αποστάτησε, άλλα επανεντάχθηκε σταδιακά σέ αυτήν μεταπολεμικά καί πλή­ρωσε τό κοινό χρέος, ώς πιστό μέλος της.
Σημειώσεις
1.
26 Ιανουαρίου 1947. Ο Ριζοσπάστης κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Δαυίδ Μπαλφούρ ή ο Πάτερ Δημήτριος». Η κεντρική φωτογραφία του πρωτοσέλιδου ήταν χωρισμένη στα δύο. Στη μια πλευρά απεικονίζονταν ένας παπάς και στην άλλη ένας μεγαλόσωμος μεσήλικας καλοντυμένος κύριος. Το αποκαλυπτικό κείμενο – καταπέλτης για τον ρόλο αυτού του άνδρα, υπέγραφε η ιστορική μορφή του ΚΚΕ και διευθυντής του Ριζοσπάστη εκείνη την εποχή, Κωνσταντίνος Καραγιώργης. Ο παπά Δημήτρης και ο Ντέιβιντ Μπαλφούρ ήταν το ίδιο πρόσωπο, που είχε μόνο μια αποστολή. Να συλλέξει πληροφορίες για λογαριασμό της βρετανικής Ιντέλιτζεντ Σέρβις, της οποίας εκτελούσε χρέη σταθμάρχη στην Αθήνα.
Η στρατολόγηση του Μπαλφούρ
Ο Ντέιβιντ Μπαλφούρ γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1903. Καταγόταν από καλή οικογένεια και είχε άριστη ανατροφή. Είχε σπουδάσει στα πανεπιστήμια της Πράγας, του Σάλτσμπουργκ, της Ρώμης και μετέπειτα των Αθηνών. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά και ελληνικά και αργότερα έμαθε και τουρκικά. Ήταν ο ιδανικός νέος για στρατολόγηση στις μυστικές υπηρεσίες.
Το πέρασμα του κατασκόπου από το Άγιο Όρος
Η ταραγμένη δεκαετία του ’20, έκανε πολλές χώρες της Ευρώπης να αναδιοργανωθούν και να ενισχυθούν με νέο αίμα. Στα τέλη της ο Μπαλφούρ έγινε δόκιμος μοναχός στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Όταν γνώρισε την Ορθόδοξη Θεολογία, έφυγε από το μοναστήρι. Ασπάσθηκε την Ορθοδοξία στη Λιθουανία και το 1932 πήγε στο Άγιο Όρος και έμεινε στο Ρωσικό Μοναστήρι και στα Καντουνάκια. Έλαβε το όνομα Δημήτριος και εξέφρασε την επιθυμία να εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Πέρασε ένα εξάμηνο αυστηρής απομόνωσης στο Άγιον Όρος. Οι μοναχοί όμως ουδέποτε τον είδαν με καλό μάτι. Τότε συνδέθηκε με τον Ρώσο λόγιο καλόγερο Σωφρόνιο. Δεν είναι λίγοι αυτοί που συνδέουν το όνομα του Σωφρόνιου με μυστικές υπηρεσίες, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχθεί κάτι σχετικό. Το 1936, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και άλλοι επιφανείς κληρικοί φρόντισαν να εγγραφεί ο Άγγλος στη Θεολογική Σχολή, στην Αθήνα. Όταν έφτασε στην πόλη, υπηρέτησε στο μοναχικό τάγμα του τέως Καρυστίας, Παντελεήμονα. «Είναι αυτός που είπε το περιβόητο καλύτερα σαράντα χρόνια με τους γερμανούς, παρά μια ώρα με το ΕΑΜ», έγραφε ο Καραγιώργης. Ο Παντελεήμων χειροτόνησε αρχιμανδρίτη τον Ντέιβιντ Μπαλφούρ και πλέον τον προσφωνούσαν Πάτερ Δημήτριο.
Ο εξομολογητής των μεγαλοαστών
Από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Αθήνα ο πατήρ Δημήτριος, ήταν περιζήτητος στα μεγάλα σαλόνια της πόλης. Με την ιδιότητα του αρχιμανδρίτη γράφτηκε ως αδερφός στη Μονή Πεντέλης και συνέχισε τη φοίτησή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κανείς δεν ξέρει αν ήρθε στην Ελλάδα στρατολογημένος από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ή αυτό συνέβη κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα. Τα ελληνικά του πάντως, είχαν τελειοποιηθεί, ακόμη και στις ψαλμωδίες. Κυκλοφορούσε στο Κολωνάκι και συχνά τον καλούσαν μεγαλοαστοί για εξομολογήσεις. Έκανε αγιασμούς σε μέγαρα και ευκατάστατα σπίτια, μεταξύ των οποίων και του στρατηγού Παπάγου. Επίσης είχε γνωριστεί και είχε σχέσεις με τον μετέπειτα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή, που διαδέχθηκε τον Μεταξά και αυτοκτόνησε λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Ο βρετανός ιερέας, δίδασκε στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών και παρέδιδε μαθήματα αγγλικών σε γόνους «μεγάλων τζακιών». Σύντομα ανέπτυξε σχέσεις με την αδελφότητα θεολόγων «H Ζωή» και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Με τις γνωριμίες αυτές ορίστηκε εύκολα, εφημέριος στο παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού. Πλέον κατοικούσε μέσα στο χώρο του νοσοκομείου. Το αρχηγείο του όμως το είχε στήσει στην οδό Πλουτάρχου 2, στο Κολωνάκι. Το κτήριο έγραφε ο Καραγιώργης, «ανήκε στην αγγλική πρεσβεία και στους τηλεφωνικούς καταλόγους εμφανιζόταν ως έδρα της Γραμματείας του Πολιτικού Τμήματος του σερ Νόρτον». Από το 1937 ως το 1939, ο Άγγλος κατάσκοπος με τα ράσα και τη διχαλωτή μακριά γενειάδα, ανέλαβε εκκλησιαστικά χρέη κοντά στη βασιλική οικογένεια. Οι σχέσεις του με τον βασιλέα Γεώργιο B´, τον διάδοχό Παύλο και την τότε πριγκίπισσα Φρειδερίκη, ήταν πολύ στενές. Έτσι μπορούσε να μπαινοβγαίνει άνετα στο παλάτι και να γίνεται αποδέκτης πολλών πληροφοριών. Οι Βρετανοί είχαν χτυπήσει διάνα. Γνώριζαν από πρώτο χέρι πολλά περισσότερα στοιχεία, ακόμη και για τα προσωπικά της βασιλικής οικογένειας. Πολλά μέλη της εξομολογούνταν συχνά στον αγαπημένο ιερέα. Παράλληλα, ο Μπαλφούρ «μεγάλωνε» τον κύκλο των σημαντικών γνωριμιών του με υψηλόβαθμους στρατιωτικούς και πολιτικούς, με τις ευλογίες του παλατιού.
Ο παπάς που ξύρισε τα γένια του και έβαλε τα χακί
Το 1941 όλα έδειχναν ότι οι Γερμανοί θα κήρυτταν τον πόλεμο στην Ελλάδα. Στο βιβλίο του «Η αφελής Ελλάς», ο Νικόλαος Σοϊλεντάκης γράφει ότι ο Μπάλφουρ έπαιξε ρόλο, στην αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή το 1941. Ο Άγγλος πάντως πριν από την είσοδο των Γερμανών, πέταξε τα ράσα, ξυρίστηκε, έβαλε την στρατιωτική του στολή και αναχώρησε με το προσωπικό της βρετανικής πρεσβείας, από την Αθήνα για το Κάιρο. Εκεί, με την νέα ιδιότητά του πλέον, συνέχισε να έχει σχέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια και τους πρώην πρωθυπουργούς Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Γεώργιο Παπανδρέου.
Η νέα αποστολή στην Αθήνα
Μετά την απελευθέρωση, ο ταγματάρχης Ντέιβιντ Μπαλφούρ, έφτασε και πάλι στην Αθήνα, ως στέλεχος της Βρετανικής Πρεσβείας. Πολλοί μελετητές και ερευνητές της περιόδου, εκτιμούν ότι ο Μπαλφούρ βοήθησε στην τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, στη θέση του Αντιβασιλιά. Ο γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, δεν έλειψε από τα Δεκεμβριανά, ούτε από τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου του 1945. «Ήταν η γλώσσα (μεταφραστής) και το μυαλό του Σκόμπυ», σύμφωνα με τον ιστορικό και συγγραφέα Σαράντο Καργάκο. Μέχρι και την ώρα της υπογραφής, ο Μπαλφούρ δεν σταμάτησε να συζητάει με όλους τους πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών. Η εμφάνιση του με πολιτικά ή στρατιωτικά ρούχα, εξόργισε πολλούς επιφανείς Αθηναίους που τον εμπιστεύθηκαν ως ιερέα, και τον υπερασπίστηκαν όταν τον κατηγορούσαν ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο θεολόγος πράκτορας 25 Ιανουαρίου 1947. Μόλις είχε σχηματιστεί κυβέρνηση συνασπισμού, υπό τον άλλοτε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Δημήτρη Μάξιμο. Ο Ριζοσπάστης στο πρωτοσέλιδο εκείνης της ημέρας, έγραφε για «κυβέρνηση Μπαλφούρ». Και πάλι ο Καραγιώργης αποκάλυπτε τον ύποπτο ρόλο που έπαιξε στο σχηματισμό της κυβέρνησης μαζί με τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Μετά το δεύτερο «ξεμπρόστιασμα» του Ντέιβιντ Μπαλφούρ από τις πολύ καλά πληροφορημένες πηγές του Ριζοσπάστη, είχε φτάσει η ώρα να φύγει και πάλι από την Αθήνα. Συνέχισε την καριέρα του ως διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη και αλλού. Αργότερα, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Μέχρι το 1989 που πέθανε, έγραψε πολλές μελέτες για την Ορθόδοξη Θεολογία και ιδιαίτερα για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Άγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης…
2.
Ο λόρδος Ντέιβιντ Μπάλφουρ γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1903 και καταγόταν απο μια οικογένεια που προσέφερε πρωθυπουργούς, υπουργούς, ναυάρχους και στρατηγούς στη Βρετανία. H Γηραιά Ηπειρος τη δεκαετία του ’20 βρίσκεται σε οριακά σημεία. Ο A´ Παγκόσμιος Πόλεμος ανατρέπει πολλά δεδομένα. Οι υπηρεσίες πληροφοριών ενισχύονται καθημερινά. Αναζητούν ικανά στελέχη για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες των καιρών. Οι αποφάσεις των Γερμανών, των Βρετανών, των Ρώσων, των Γάλλων και των Τούρκων έχουν τεράστια σημασία. Ολοι πρέπει να προβλέπουν τις κινήσεις των εχθρών, των αντιπάλων, αλλά και των συμμάχων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει και ο ρωμαιοκαθολικός στο δόγμα Βρετανός Ντέιβιντ Μπάλφουρ ο οποίος προσελκύει το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του. Είναι ένας άνθρωπος με σπουδές στα πανεπιστήμια της Πράγας, του Σάλτσμπουργκ, της Ρώμης και αργότερα των Αθηνών. Γνωρίζει εκτός απο τη μητρική του γλώσσα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά και ελληνικά και αργότερα θα μάθει και τουρκικά.
* Μοναχός
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο Μπάλφουρ γίνεται ρωμαιοκαθολικός μοναχός και εντάσσεται στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Υπηρετεί στη Μονή του Τάγματος στο Chevetogne του Βελγίου. Πρόκειται για μοναστήρι με ξεχωριστή δράση καθώς όλοι οι μοναχοί εξειδικεύονται στην Ορθόδοξη Θεολογία και Δογματική. Μάλιστα προσπαθούν να βοηθήσουν την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών η οποία αποτελούσε αδιανόητο γεγονός την εποχή εκείνη. Το έργο του Μοναστηριού και του ηγουμένου της Lambert Beauouin καταστρέφεται με απόφαση του Βατικανού όταν τρεις μοναχοί, ο Μπάλφουρ, ο Lev Gilet και ο Alexis van der Mensbrughe, εγκαταλείπουν τον Ρωμαιοκαθολικισμό για χάρη της Ορθοδοξίας. Τότε ο Μπάλφουρ με τη βοήθεια των ρώσων κληρικών της διασποράς παίρνει το ορθόδοξο σχήμα και ονομάζεται Δημήτριος.
Το 1932 ο Μπάλφουρ εμφανίζεται στο Αγιον Ορος και εγκαταβιοί αρχικά στο λεγόμενο Ρωσικό Μοναστήρι και στη συνέχεια στα Καντουνάκια. Οπως λέει στο «Βήμα» ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, ακαδημαϊκός κ. Αντώνιος – Αιμίλιος Ταχιάος, «όταν ο Μπάλφουρ ήρθε στον Αθω ήταν ακόμη ανώριμος για να μονάσει εκεί.Εζησε ως ερημίτης και ασκητής». Στο Περιβόλι της Παναγιάς ο παπα-Δημήτρης δεν αναπτύσσει ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις, ίσως επειδή οι μοναχοί της εποχής δεν διαθέτουν τη δική του μόρφωση και γνώση. Ωστόσο τότε γνωρίζει τον μετέπειτα Αγιο Σιλουανό και τον λευκορώσο πρίγκιπα πατέρα Σωφρόνιο, έναν διακεκριμένο και μορφωμένο μοναχό ο οποίος αργότερα θα ιδρύσει το Μοναστήρι του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Εσεξ της Βρετανίας. H αλληλογραφία που ανέπτυξε ο Μπάλφουρ με τον πατέρα Σωφρόνιο ακόμη και για θεολογικά ζητήματα μπήκε πολλές φορές στο μικροσκόπιο. Μάλιστα ορισμένοι άφηναν να εννοηθεί ότι και ο πατήρ Σωφρόνιος είχε σχέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες. Πρόκειται για ψιθύρους, λένε πολλοί, που προκαλεί η ανθρώπινη ζήλια.
H ακριβής χρονολογία στρατολόγησης του Μπάλφουρ στην Intelligence Service δεν είναι γνωστή. Πάντως το 1936 ο παπα-Δημήτρης εμφανίζεται στην Αθήνα και μεταβάλλεται σε μαγνήτη για την ελληνική αστική τάξη. Ορίζεται εφημέριος του Ναού του «Ευαγγελισμού» και καταφέρνει γρήγορα να ελιχθεί. Διαθέτει σχέσεις με την αδελφότητα θεολόγων «H Ζωή» και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο (Φιλιππίδη) και φτάνει να υπηρετήσει ακόμη και στον Ναό των Ανακτόρων. Οι σχέσεις του με τον βασιλέα Γεώργιο B´, τον διάδοχό του Παύλο και ιδιαίτερα με την τότε πριγκίπισσα Φρειδερίκη ήταν πολύ στενές. Πολλοί λένε ότι ο Μπάλφουρ «ήταν το μάτι και το αυτί» των Βρετανών στο Παλάτι. Ωστόσο ο καθηγητής κ. Ταχιάος δηλώνει σήμερα ότι έχοντας με τον Μπάλφουρ μια μακροχρόνια φιλική σχέση απέκτησε το θάρρος να προχωρήσει και σε πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής του. «Τόλμησα» τονίζει «να υπαινιχθώ αυτά για τα οποία τον κατηγορούσαν. Τότε μου απάντησε ευθαρσώς:«Γιατί θα ‘πρεπε εγώ να κατασκοπεύω και να καθοδηγώ τον βασιλέα Γεώργιο B΄, τη στιγμή που αυτός συζούσε με βρετανίδα ερωμένη;»».
* Ταγματάρχης
Το 1941, λίγο προτού οι Γερμανοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο Μπάλφουρ αναχωρεί για το Κάιρο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι δεν βρίσκεται στον Ναό του Ευαγγελισμού την 25η Μαρτίου του 1941, λίγες ημέρες δηλαδή πριν από τη γερμανική εισβολή. Στο Κάιρο έχει άμεσες σχέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια και τους πρώην πρωθυπουργούςΠαναγιώτη Κανελλόπουλο και Γεώργιο Παπανδρέου. Επιστρέφει στην Ελλάδα με τη νίκη των συμμάχων ως ταγματάρχης του Βρετανικού Στρατού και μέλος της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Σε αυτόν αποδίδουν ορισμένοι την τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου ΑθηνώνΔαμασκηνού (Παπανδρέου) σε θέση αντιβασιλέως και ήταν σίγουρα, όπως λέγεται, ο σύνδεσμος των Βρετανών με τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό. Καθοριστικός φαίνεται ότι είναι και ο ρόλος του στη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Χαρακτηριστική ήταν η επίσκεψη που έκανε, σύμφωνα με μαρτυρίες, στο σπίτι του Στρατηγού του ΕΛΑΣΣτέφανου Σαράφη στου Μακρυγιάννη την παραμονή της υπογραφής της Συμφωνίας. Ακόμη, είχε σχέσεις και με τον Ηλία Τσιριμώκο.
* Βιβλιοθηκάριος
Ο Μπάλφουρ αποχώρησε από την Ελλάδα όταν καταγγέλθηκε ως πράκτορας με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Στη συνέχεια ως διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών υπηρέτησε στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη και αλλού. Ακόμη, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Πέθανε τον Οκτώβριο του 1989, αφού εκπόνησε πλήθος μελετών για την Ορθόδοξη Θεολογία και ιδιαίτερα για τον Αγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Αγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Οπως επισημαίνει ο ακαδημαϊκός κ. Ταχιάος, «ο Μπάλφουρ ήταν πραγματικός θεολόγος, είχε καθαρή θεολογική σκέψη και βαθιά πνευματικά κριτήρια για τη ζωή. […] Δεν μπορεί να είναι ένας υποκριτής ή κάποιος που απλώς, ψυχρά και μελετημένα,εκτελεί μια αποστολή κατασκόπου, όπως τον ερμήνευσαν άνθρωποι που δεν μπορούν να κατανοήσουν τις παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία και μετάνοια.Ενας στρατολογημένος κατάσκοπος δεν χρειαζόταν, για να εκτελέσει την αποστολή του στην Αθήνα, να σπουδάσει χρόνια Θεολογία στη Ρώμη, να γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, στη συνέχεια να γίνει ορθόδοξος μοναχός, ιερέας, και να ζήσει στα απόκρημνα βράχια του Αγίου Ορους».
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος γνώρισε τον Ντέιβιντ ή Δημήτριο Μπάλφουρ το 1978 στο Εσεξ. «Είδα» λέει στην εφημερίδα της Μητρόπολής του «έναν μεγαλόσωμο Αγγλο στον ναό. Οταν ήρθε η ώρα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας να διαβαστεί το Σύμβολο της Πίστεως, έκπληκτος άκουγα ότι αυτός ο μεγαλόσωμος Αγγλος ανέγνωσε το «Πιστεύω» με τη βροντερή φωνή του σε τέλεια ελληνικά, με προφορά που δεν διέκρινες αν ήταν ξένος ή Ελληνας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας έκλαιγε»
ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ Ο Γιοχάνες, ο Αλέξιος και ο Φιλάρετος

Την ίδια περίοδο με τον Ντέιβιντ Μπάλφουρ στην Αθήνα δρα ένας ακόμη κληρικός γνωστός πράκτορας. Πρόκειται για τον αρμενοκαθολικό επίσκοπο Ελλάδος Γιοχάνες Γκαμσαραγιάν ο οποίος δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας και είχε φτάσει να δημιουργήσει στην καρδιά της Αθήνας, στην Πλατεία Συντάγματος, μυστική σχολή σαμποτέρ. Από αυτή τη σχολή βγήκαν τουλάχιστον 300 σαμποτέρ που έδρασαν στα χρόνια του πολέμου σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Τη δεκαετία του ’90 «έκπληκτοι» οι ορθόδοξοι κληρικοί όλων των βαθμίδων διάβαζαν στις ξένες εφημερίδες τους επί πολλά έτη δικούς του ψιθύρους. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, πολλοί κληρικοί του Πατριαρχείου Ρωσίας και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών των πρώην ανατολικών χωρών εργάστηκαν για τις μυστικές υπηρεσίες. Ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Αλέξιος ποτέ δεν αποδέχθηκε όσα του καταλόγισε ο διεθνής Τύπος, σύμφωνα με τα οποία ήταν ο «Αδάμας» της KGB. Ανάλογη στάση τήρησε και ο άλλοτε Μητροπολίτης Κιέβου του Πατριαρχείου Ρωσίας και σήμερα σχισματικός κ. Φιλάρετος, ο οποίος φέρεται ότι υπηρέτησε στην KGB έχοντας τον κωδικό «κρίκος αλυσίδας».
Βεβαίως ψίθυροι μεταξύ των ορθοδόξων κληρικών υπήρχαν και για έλληνες κληρικούς που έζησαν και ζουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ορισμένοι από αυτούς φέρονται πράκτορες της KGB, άλλοι της CIA και άλλοι της ΕΥΠ ή της ΚΥΠ, όπως ονομαζόταν παλαιότερα…
3.
(απόσπασμα)
Σε κάποια επιστολή διασώζεται –μοναδικό γεγονός μεγάλου ενδιαφέροντος– ο διάλογος του Γέροντος Σωφρονίου με τον άγιο Σιλουανό για θέμα που αφορούσε τον Μπάλφουρ. Στον αποκαλυπτικό αυτόν διάλογο θαυμάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο άγιος Σιλουανός, το πώς δηλαδή, ανελάμβανε την πνευματική καθοδήγηση, ο τρόπος με τον οποίο την εξασκούσε, αλλά και το “πνεύμα” της εν Χριστώ ελευθερίας το οποίο τον διέκρινε. Πολύ σημαντικός ο λόγος του αγίου Σιλουανού: “Αλήθεια, είναι σαν μικρό παιδί. Εγώ σαν «νταντά» τον συγκρατούσα από τη συμφορά, για να μη σπάσει το κεφάλι του. Αλλά ας ζήσει στην Ελλάδα. Αυτό θα είναι ενδιαφέρον ακόμη και από πλευράς εμπειρίας… Συγκρίνει λοιπόν τις προσευχές με μαντείο; Τότε φθηνά μας εκτίμησε… Εμείς δεν σφετεριζόμαστε την ελευθερία του… έχασε την πίστη, και χωρίς πίστη δεν θα υπάρξει όφελος… Για ποιόν λόγο να ερίζουμε. Γράψτε του ότι εμείς δεν θα τον μεταπείσουμε… Είδα ότι, αν του φερθούμε αυστηρά, τότε θα αγανακτήσει”.
4.
(απόσπασμα)
Τον Δαβίδ Μπάλφουρ τον γνώρισα δύο χρόνια προ της εκδημίας του, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Λόγω των επαφών του με τον αείμνηστο διαπρεπή πατρολόγο καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου και τη συνεργασία του με το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών είχε έρθει επανειλημμένως στην πόλη μας. Γευματίσαμε επανειλημμένως μαζί, και καθώς γνώριζα πρόσωπα και γεγονότα της περασμένης του ζωής, ανοιχθήκαμε σε πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ίσως σ’ αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι προκάτοχός του στη θέση του προξένου στη Σμύρνη υπήρξε ο παλαιός διπλωμάτης Charles Greig, σύζυγος εξαδέλφης μου. Από τις εκτενείς συζητήσεις μας διεπίστωσα ότι ο Μπάλφουρ ήταν πραγματικός θεολόγος, είχε καθαρά θεολογική σκέψη και βαθιά πνευματικά κριτήρια για τη ζωή. Ήταν πιστό τέκνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τέτοιο που δεν μπορεί να είναι ένας υποκριτής ή κάποιος που απλώς, ψυχρά και μελετημένα εκτελεί μια αποστολή κατασκόπου, όπως τον ερμήνευσαν άνθρωποι που έστω και στοιχειωδώς δεν μπορούν να κατανοήσουν τις παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης και ταραγμένης ψυχής, ούτε τί είναι αμαρτία και μετάνοια.
Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δεν χρειαζόταν, για να εκτελέση την αποστολή του στην Αθήνα, να σπουδάση χρόνια θεολογία στη Ρώμη να γίνη ρωμαιοκαθολικός μοναχός, στη συνέχεια να γίνη ορθόδοξος μοναχός και ιερέας και να ζήση στα απόκρημνα βράχια του Αγίου Όρους, τη στιγμή που στα σαλόνια του Κολωνακίου και στις δεξιώσεις των διπλωματών στην Αθήνα οι πληροφορίες που ενδιέφεραν την αρμόδια βρετανική υπηρεσία κυκλοφορούσαν σε αφθονία. Η περίοδος 1941-1945 ήταν για τον Μπάλφουρ μία περίοδος άκρως ταραχώδης. Απέβαλε το σχήμα και εντάχθηκε στον βρετανικό στρατό. Η μετάταξή του όμως στη συνέχεια στο διπλωματικό σώμα της Μεγάλης Βρετανίας του άνοιξε τον δρόμο για μία νέα απομόνωση και περισυλλογή. Η θητεία του ως γενικού προξένου στη Σμύρνη ήταν περίοδος βαθιάς περισυλλογής και επιστροφής όχι μόνο στα θεολογικά γράμματα αλλά και στην με συνέπεια τήρηση των αρχών της ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Έχοντας αποκτήσει το θάρρος να προχωρήσω σε πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής του τόλμησα να υπαινιχθώ αυτά για τα οποία η ελληνική δημοσιογραφία τον κατηγορούσε. Μου απάντησε ευθαρσώς: Γιατί θα έπρεπε εγώ να κατασκοπεύω και να καθοδηγώ τον βασιλέα Γεώργιο Β’, τη στιγμή που αυτός συζούσε με Αγγλίδα ερωμένη;
Πηγή