Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Το βασίλειο της αγένειας: Προεκτάσεις σε επισήμανση του Οσίου Παϊσίου

Ο όσιος Παΐσιος, σε επιστολή του το 1969, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ένα φαινόμενο της χριστιανικής κοινωνίας της εποχής του, μια νοοτροπία επικίνδυνη για την ψυχική υγεία και το εκκλησιαστικό ήθος. Περιγράφει μια μερίδα ανθρώπων που ζουν μεν μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, αλλά χαρακτηρίζονται από τάσεις ασυμφωνίας και διαίρεσης.
«Είναι εκείνοι οι αδελφοί, που … α­σχολούνται με την κριτικήν ο ένας του άλλου και όχι δια το γενικώτερον καλόν του αγώνος. Παρακολουθεί δε ο ένας τον άλλον (περισσότερον από τον εαυτόν του) εις το τί θα ειπή ή τί θα γράψη, δια να τον κτυπήση κατό­πιν αλύπητα. Ενώ ο ίδιος αν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υπεστήριζε και με πολλές μάλιστα μαρτυ­ρίες της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το κακό που γίνεται είναι μεγάλο, διότι αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλη­σίον του, αφ’ ετέρου δε και τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των άλλων πιστών. Πολλές φορές σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, διότι τους σκανδαλί­ζει. Δυστυχώς, μερικοί από εμάς έχουμε παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουμε οι άλλοι να έχουν τον ίδιο με εμάς πνευματικόν χαρακτήρα…»
Διαδεδομένος στην εποχή μας, αυτός ο τύπος ανθρώπου ασχολείται μόνο με τους άλλους. Έτοιμος για άμυνα και επίθεση, βρίσκει το νόημα της ζωής του σε μια διαρκή αντιπαράθεση πού αναζητά πάντοτε ένα θέμα να διοχετευθεί: τώρα η ακρίβεια της πίστεως, τώρα η αίρεση, τώρα οι σκοτεινές δυνάμεις, αλλά ποτέ η μαύρη του η μιζέρια.

Τρέφεται από την πόλωση. Διψάει να πάρει θέση σε στρατόπεδο (ασχέτως αν σε πραγματικό πόλεμο μπορεί και να έστρεφε τα νώτα!). Κι αν ακόμη του δώσεις ένα λόγο της δικής του κατεύθυνσης και ιδεολογίας με την ετικέτα της αντίθετης, προκειμένου να τον εκτιμήσει, θα τον πολεμήσει αμείλικτα. Να εκτιμήσει δεν μπορεί, διότι πουθενά δε βλέπει το καλό, και η μυωπία αυτή τον βοηθά να εκτοξεύει ιεροπρεπώς Ιερεμιάδες. Δεν είναι σαν την μέλισσα που παίρνει το νέκταρ από τα άνθη αλλά (όπως το διατύπωσε ο όσιος Παΐσιος), σαν τη μύγα που γυρεύει τις ακαθαρσίες. Η πνευματική του ένδεια καλύπτεται από το περίβλημα του κοινωνικού ή πνευματικού αγώνα – και μη θαρρείτε πως το «πνευματικός» έχει κάποια εσωτερικότητα, το φαίνεσθαι ταυτίζεται με το είναι του.
Ο τύπος αυτός βρήκε ένα παράδεισο στο διαδίκτυο. Εδώ ο καθένας μπορεί να έχει εξίσου δημόσιο λόγο, ανεξέλεγκτο λόγο, με την πιο εντυπωσιακή πλατφόρμα, ενώ ταυτοχρόνως μπορεί εύκολα να κρύβει την ταυτότητά του και να κατασκευάζει το προφίλ που θέλει ο ίδιος (πράγμα πιο δυσχερές στην μη εικονική πραγματικότητα). Εδώ εύκολα εντάσσεται σε κάποιο στρατόπεδο και γίνεται «αγωνιστής».
Έτσι το διαδίκτυο γίνεται ένας κυκλώνας πληροφοριών, που ανακατεύει ξερά και χλωρά, σκουπίδια, μυαλά και συνειδήσεις, ευτελίζοντας ουσιαστικά την αλήθεια, αφού πλέον ο καθένας, και η κάθε ομάδα, επιδιώκει εγωιστικά, και με κάθε τρόπο, να επιβάλλει τη δική της αλήθεια, το δικό της «δίκιο», τη δική της αντίληψη και ερμηνεία. Στην διαδικασία αυτή επικρατεί η παρόρμηση και, κατ’ επέκτασιν, η προχειρολογία, η επιπολαιότητα, η προπέτεια, ακόμη και η λεκτική βία. Αυτό που συνέβαινε στο ποδόσφαιρο και στην πολιτική, βρήκε έδαφος και στον εκκλησιαστικό διαδικτυακό χώρο: πληροφορίες, ειδήσεις, γνώμες, υπηρετούν το χάος, τη σύγχυση και τα ανθρώπινα πάθη.
Εδώ όλα είναι ταχύτατα και εύκολα, η πληροφορία είναι fast food. Η ταχύτητα και ευκολία αυτή καθιστά και τον επισκέπτη του ίντερνετ ανίκανο να διαβάσει ένα βιβλίο στοιχειωδών απαιτήσεων, ανίκανο να εμβαθύνει ή να ανταποκριθεί ακόμη και σε ένα μικρό συγκροτημένο κείμενο. Ο εθισμένος στην ιντερνετική προχειρότητα, βία, και λατρεία της εικόνας, που ενίοτε συνεργάζονται με τη δική του εσωτερική σύγχυση ή ανασφάλεια, αδυνατεί πλέον να διαβάσει. Θα παρασυρθεί αναγκαστικά από τον τίτλο ενός κειμένου, από το πρώτο σχόλιο, και, αν έχει λάβει εκ των προτέρων στάση άμυνας, θα κάνει ένα scanning, για να αρπάξει τις φράσεις που τον εξυπηρετούν. Έπαυσε η διαδικασία της ανάγνωσης ως συνάντησης με τον συγγραφέα, ως προσπάθεια να κατανοηθεί το δικό του μήνυμα και να επιχειρηθούν οι προεκτάσεις του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η στράτευση. Γι αυτό και συνήθως το μη στρατευμένο κείμενο ή δέχεται πυρά από τα αντίθετα στρατόπεδα ή απλά αγνοείται, αφού δεν διεγείρει.
Αλλά πού να δώσεις σημασία, όταν ο επίδοξος συγγραφέας του διαδικτύου, άσχετος, ψυχασθενής ή κομπογιαννίτης (ή επιτυχής συνδυασμός και των τριών) αναπτύσσει (καταχρηστικό το ρήμα) την όποια άποψή του με τον δυναμισμό και την πεποίθηση του προφήτη και διδασκάλου, επιχειρώντας να γίνει κι αυτός πελάτης της δημοσιότητας; Αυτός ο ανεύθυνος διαμορφωτής της κοινής γνώμης διεγείρει, συγχύζει και μακροπρόθεσμα αποθαρρύνει πάσαν ψυχήν θλιβομένην. Από πού θα τον καταλάβουμε; Το καλό κείμενο σέβεται τόσο τον αναγνώστη όσο και το θέμα που πραγματεύεται, δεν προσβάλλει, δεν κολακεύει, δεν απευθύνεται στα πάθη, αλλά επιχειρεί ταπεινά να εμβαθύνει σ’ αυτό που είναι κοινός πλούτος και του συγγραφέα και του αναγνώστη, στη φυσική προίκα που έχει δοθεί από τον Θεό και συμβάλλει στην προκοπή όλων εν αληθεία.
Δυστυχώς, στον φαύλο κύκλο του διαδικτύου η γνώση εκτοπίζεται από την ανεξέλεγκτη πληροφορία, που με τη σειρά της ανεβαίνει στον θρόνο της γνώσης, για να τυφλώσει με ψεύτικα, παραπλανητικά φώτα. Και ο «πληροφορημένος» γίνεται ο ημιμαθής και παντογνώστης.
Δικαιολογημένα στον χώρο αυτό δεν υπάρχει χρόνος και πολυτέλεια για ευγένειες. Ούτε για την κοσμική ούτε για την πνευματική ευγένεια. Αυτά θέλουν άσκηση και περιχώρηση. Πιο εύκολη, πιο άμεση, πιο διεγερτική είναι η βία, στις χονδροειδείς όσο και στις εκλεπτυσμένες μορφές της, και βρίσκει έδαφος σε ψυχές ταραγμένες.
Αλλά ας κλείσουμε με μια θέση. Γραφή, ανάγνωση, γνώση, απαιτούν πειθαρχία εσωτερική· συγκέντρωση των ψυχικών δυνάμεων και καταπολέμηση των παθών της ανυπομονησίας, του εγωισμού και της φιλαυτίας· προσπάθεια να κατανοήσουμε τον άλλον, και να αναζητήσουμε μαζί του, με υπομονή, τον κοινό πλούτο της φύσης και της χάρης. Αν δεν γίνει αυτό, θα περιφερόμαστε στην περιφέρεια, έχοντας χάσει το κέντρο, έτοιμοι να εκσφενδονισθούμε από τις φυγόκεντρες δυνάμεις, σαν θλιβεροί μετεωρίτες. Και το χειρότερο, θα φανταζόμαστε ότι είμαστε αστέρια που φωτίζουν τον κόσμο.
Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός, ιερομόναχος
πηγή

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες



            - Θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος σωστός Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιστής και μαχητής της γνήσιας πίστης; (Άντε και μερικοί άλλοι με τους οποίους συγγενεύεις πνευματικά και διανοητικά…)
- Θέλεις να αποδείξεις ότι όσοι δεν «πας» - από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το γείτονα που δεν χωνεύεις - είναι οικουμενιστές και μεταπατερικοί, άσχετα αν δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;
Παίξε κι εσύ το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες. Υπάρχουν τρεις βασικοί όροι:
α) Επιλέγεις τους κανόνες που σε βολεύουν και αποφεύγεις έντεχνα και σιωπηρά αυτούς που δεν σε βολεύουν.
β) Αλλοιώνεις το κείμενο και το πνεύμα του κανόνα (είτε έντεχνα από σκοπιμότητα, είτε αυτονόητα από ημιμάθεια). Ίσως για να μη μπλέξεις και με πολλά, να παραθέσεις μόνο τον αριθμό του κανόνα κι ας γράφει αυτός ό,τι θέλει. Αν μάλιστα, αντί για νούμερο βάλεις γράμμα (δηλαδή αντί για 21ο κανόνα, πεις κα΄) αποκτάς καλύτερο θρησκευτικό prestige. Για παράδειγμα, σε ερώτηση για το αν η γυναίκα κατά την περίοδό της «ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς μυστηρίοις», ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας απαντά «οὐκ ὀφείλει» που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένη, καθώς το ρήμα ὀφείλω + απαρέμφατο = είμαι υποχρεωμένος. Πού να μπλέκεις όμως; Βάλε εσύ τον αριθμό του κανόνα (ζ’ Τιμοθέου) και πες ότι ο κανόνας ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ και είσαι μέσα…
γ) Ο τρίτος κανόνας είναι ο πολυτιμότερος και ασφαλέστερος. Αν δεις ότι δεν τα καταφέρνεις καλά, ακολουθείς πιστά τον εξίσου ημιμαθή, ξερόλα και ιεροεξεταστή μέντορά σου (κατοικοεδρεύουν πολλοί και στο ιντερνέτι) και φτιάχνετε ένα Χριστιανισμό καταγγελτικό, στυγνό, στενόμυαλο και απάνθρωπο.
Τι μπορεί όμως να σού χαλάσει το «παιγνίδι»;
Κάποιοι που ψάχνουν λίγο παραπάνω, ίσως ξέρουν και λίγα περισσότερα και δεν βαριούνται να σού απαντήσουν, αν και ξέρουν ότι μάλλον μιλάνε στον τοίχο. Αυτοί θα σού προσφέρουν το κείμενο που επικαλείσαι – το οποίο καλά μάντεψες, δεν λέει αυτά που θέλεις – και ενδεχομένως να σού προσφέρουν και άλλους κανόνες που δεν σε βολεύουν.
Για παράδειγμα, τι χειρότερο για ένα δικομανή επίσκοπο που ζητά αποζημειώσεις και χτίζει το προφίλ του ανά την επικράτεια, να του θυμίσεις τον ιδ΄ Αποστολικό κανόνα και τον κα΄ Αντιοχείας περί απαγόρευσης μεταθετού, τον ε΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί μη αφορισμού κληρικού ή λαϊκού λόγω μικροψυχίας και εμπάθειας του επισκόπου, τον κ΄ κανόνα της Πενθέκτης που απαγορεύει σε επίσκοπο να διδάσκει έξω από τα όρια της περιοχής του, τον ι’ κανόνα της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση εκζήτησης τόκων και τον δ΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να μην επινοεί ο επίσκοπος προφάσεις και «αφορισμούς» για να αποκτά χρηματικό κέρδος;
Τι χειρότερο για έναν υπερ-ορθόδοξο κληρικό, αμόλυντο καταγγέλτη, έτοιμο να βγει από το τείχος, να του θυμίσεις τους νε’, νστ’ και νζ’ Αποστολικούς κανόνες για απαγόρευση εξύβρισης επισκόπου, άλλου κληρικού ή ανθρώπου με αναπηρία, τους κβ’ και κγ’ κανόνες της Πενθέκτης για απαγόρευση σιμωνίας (εκζήτηση χρημάτων για την τέλεση των μυστηρίων), τους κδ’ και να’ για απαγόρευση σε κληρικούς να παρακολουθούν θεατρικά θεάματα, ορχήστρες και χορούς, μονομαχίες και ιππόδρομο (βλ. και γήπεδο ή …Survivor), τον ν’ της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση τυχερών παιγνίων και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Τι χειρότερο για έναν υπερφίαλο λαϊκό που τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του ιεροεξεταστή και του σωτήρα της Εκκλησίας, να του θυμίσεις τον ξστ’ Αποστολικό κανόνα για απαγόρευση νηστείας το Σάββατο και την Κυριακή, τον ξθ’ κανόνα της Πενθέκτης για απαγόρευση εισόδου των λαϊκών στο ιερό χωρίς ειδική ευχή, τον ξ’ κανόνα για απαγόρευση προσποίησης κατοχής από πονηρό πνεύμα, τον ν’ για απαγόρευση τυχερών παιγνίων, τον ρ’ για απαγόρευση χρήσης ζωγραφικών πινάκων με άσεμνο περιεχόμενο σε σπίτια, τον κ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και τον 90ο της Πενθέκτης για απαγόρευση γονυκλισίας την Κυριακή, τον 96ο της Πενθέκτης για απαγόρευση περιποίησης μαλλιών και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Οδηγεί κάπου αυτό το «παιγνίδι» ένθεν κακείθεν; Ίσως κάποιοι ακόμη να θυμάστε τον περιβόητο «Οδηγό Εξομολόγησης» που ήταν η πεμπτουσία του ανακριτικού, ευσεβιστικού, ηθικιστικού και εξουθενωτικού πνεύματος.
Οι ιεροί κανόνες που υπάρχουν στη ζωή της Εκκλησίας, είτε Πατέρων είτε Συνόδων (τοπικών και Οικουμενικών) είναι για να διδάσκουν και να διαφυλάσσουν τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας και για να εκκλησιαστικοποιούν την καθημερινότητα. Γι᾿ αυτό το λόγο, οι κανόνες με καθαρά ποιμαντικό και πρακτικό χαρακτήρα υπόκεινται σε ανανοηματοδότηση, βελτίωση, ακόμη και κατάργηση από το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας που εκφράζει την εκκλησιαστική ζωή, ενταγμένη στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ανά εποχές θέσπισαν κανόνες, σίγουρα δεν είχαν στο μυαλό τους την πιθανότητα να τους χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα για να εξοντώνουμε και να «δαγκώνουμε» ο ένας τον άλλον, να κλείνουμε την πόρτα της Εκκλησίας και να προβάλουμε το Χριστιανισμό ως κλειστό club για όσους νομίζουν ότι είναι εξ ορισμού άξιοι, άσπιλοι και αμόλυντοι. Οι Πατέρες άφησαν κανόνες, όχι κανόνια.
Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα της ελευθερίας, της χαράς και της αγάπης είναι για να μάς απαλλάξει από το φορτίο και από τη δουλεία του Νόμου.
Η αλήθεια είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα αποτελεσματικό φονικό όπλο. Τον κρατάς γερά από τη μεγάλη του άκρη και με τις άλλες τρεις ανοίγεις κεφάλια και εξολοθρεύεις τους «απίστους» για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έλα όμως που δεν τον άφησε για αυτή τη δουλειά ο Χριστός στον κόσμο…
Υ.Γ.: Προφανώς, φίλε αναγνώστη, κατάλαβες ότι το άρθρο αναφέρεται στην κατάχρηση και παράχρηση και όχι στη χρήση των κανόνων...
Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Θεολόγος καθηγητής

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ομορφιά από τις στάχτες



[Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Stephen R. Lloyd-Moffett,  Ομορφιά από τις στάχτες στο  «Εν Πλώ», στις 19-5-2017]
Η Κοινότητα του πολιτισμικού Εμείς έχει τρεις πυλώνες: Την Πολιτική, την Πίστη και την Παιδεία.
Αν γκρεμιστεί η κολώνα της Πίστης θα πέσουν αργά ή γρήγορα και οι άλλες δύο. Η κοινότητα όμως της Πίστης μπορεί να αναγεννήσει κοινότητες Πολιτικής και Παιδείας, αν έχουν διαλυθεί. 
Άρα, το πώς μια κοινότητα Πίστης μπορεί να αναγεννιέται και να ανανεώνεται, είναι το πιο κρίσιμο πολιτισμικό ζήτημα. Το βιβλίο του Μόφετ είναι ανεκτίμητο ακριβώς ως προς αυτό.

Ι
Το βιβλίο περιγράφει, πώς η Κοινότητα Πίστεως της Μητρόπολης Νικοπόλεως και Πρεβέζης, που είχε καταστραφεί επί Χούντας και κατέρρευσε τελείως στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αναγεννήθηκε από την τέφρα της, χάρη στην πρωταγωνιστική παρουσία του Επισκόπου Μελετίου (1980 – 2010).
Απροσδόκητο το φαινόμενο μαθεύτηκε και παραέξω. Και έφερε εδώ τον αμερικανό συγγραφέα, που ήρθε από την Αμερική για να το μελετήσει. Και να το μάθουμε κι εμείς, διά της τεθλασμένης, χάρη στην εξαιρετική μετάφραση της κ. Τσαλίκη και την έκδοση του τοπικού εκδοτικού οίκου «Ιωνάς».
Το βιβλίο όχι μόνο μας περιγράφει το «φαινόμενο», αλλά μας δίνει και τη δυνατότητα να το κατανοήσουμε. Γνωρίζοντας φαίνεται τη δυσανεξία μας, ο συγγραφέας φρόντισε, ιδιαίτερα το θέμα που ειδικά ενδιέφερε τον ίδιο, τη σχέση Μοναχισμού και τοπικού Επισκόπου στην ιστορία του χριστιανισμού, να το κάνει λιανά, προσιτό και στη δική μας «κοσμικιστική» κατανόηση. Η έκθεσή του δείχνει σπάνια αναλυτικά προσόντα, παρατηρητική αμεροληψία και ευαισθησία οξυδερκή.
Το βιβλίο έχει την εξής δομή: 1) Η Κοινότητα. Οι ιστορικές καταβολές και οι περιπέτειές της. 2) Ο πρωταγωνιστής της αλλαγής. Οι δικές του καταβολές και η εν γένει διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. 3) Η παταγώδης κατάρρευση της τοπικής Εκκλησίας στον προθάλαμο της Μεταπολίτευσης 1975 – 1980. 4) Η ανάκαμψή της μετά το 1980. 4) Το «αντι-πρόγραμμα», που προκύπτει από την ανάλυση της δράσης του πρωταγωνιστή. Και 6) ο ρόλος του Μοναχισμού, ως κρίσιμου βοηθητικού αυντελεστή. 
Ανακεφαλαιώνοντας τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, θα έλεγα ότι απαντά σε τρία καίρια ερωτήματα: α) Μπορεί να αναγεννηθεί μια Κοινότητα Πίστεως; β) Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; γ) Ποια η διαφορά ανάμεσα στην παλιά και στη νέα Κοινότητα;
Διαβάζοντάς το, σταματούσα κάθε τόσο από την ανάδυση της σκέψης, πως αν είχαμε κάτι ανάλογο (εμπειρία και ανάλυση) και στους δύο άλλους πυλώνες του εθνικού Εμείς, θα ξέραμε ποιο είναι το πνευματικό περίγραμμα της διεξόδου από τη διαφαινόμενη ολοκλήρωση της καταστροφής μας.
Αλλά, πριν αναφερθώ σε ορισμένα από τα ζητήματα, που έξοχα αναδεικνύονται στο βιβλίο, θα πρέπει να ανοίξω μια παρένθεση για τη γενικότερή μας κατάσταση.
ΙΙ
Σήμερα είμαστε, ως εθνική κοινωνία, κυριολεκτικά στο Τίποτα. Πιστεύουμε ότι «δεν γίνεται τίποτα!». Ούτε στην Πολιτική, ούτε στην Παιδεία, ούτε στην Πίστη.
«Μοιραίοι κι άβουλοι» παραιτηθήκαμε τελείως. Ούτε «θάματα» προσμένουμε ούτε «οράματα» βλέπουμε. Ακόμα και τα κεριά, που ως τώρα ανάβαμε πυκνά στο «Ευρωμανουάλι», έχουν αραιώσει.
Να όμως που έρχεται ένας «ξένος» για να διαψεύσει την αυτοεικόνα μας ως επιτομής του Τίποτα. Το βιβλίο του μας εισάγει σε κάτι που έγινε. Δείχνοντάς μας, συγχρόνως, πώς ακριβώς έγινε. Και εκθέτοντάς μας τις προϋποθέσεις, που συνέτρεξαν.
Κι εδώ είναι η πρόκληση: Η γνώση του τρόπου, που μια κοινότητα μπορεί να αναστηθεί από το Τίποτα, δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση μια «ανακάλυψη» του πρωταγωνιστή Επισκόπου της. Υπάρχει από τότε που ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε την Εκκλησία της Νικόπολης και διετέλεσε ο πρώτος της Επίσκοπος. Ούτε «κεραία» δεν άλλαξε από τότε σ’ αυτή τη γνώση. 
Αλλά επειδή, ό,τι μας φαίνεται «απίστευτο», το ονομάζουμε «θαύμα» και επειδή, σαν «σύγχρονοι άνθρωποι» που είμαστε, «δεν πιστεύουμε στα θαύματα», γι’ αυτό, είναι βέβαιο, ότι ένα τέτοιο βιβλίο θα το θάψουμε στη Σιωπή.
- Ακούς εκεί, ήρθε το αμερικανάκι να μας δείξει τ’ αμπελοχώραφά μας, θα πει ο «δεξιός». - Φοβού τους Αμερικανούς και δώρα φέροντας, θα πει ο «αριστερός». Ο δε «κεντρώος», μετά του σώφρονος «εκ δυτικής Λιβύης» ηγεμόνος, θα σηκώσει βαριεστημένα τους ώμους. Έτσι κι αλλιώς «ό,τι εξέχει κόβεται»!
Ουδείς κίνδυνος, λοιπόν, να αναταραχτεί ο κυρίαρχος Βάλτος, από την κυκλοφορία ενός τόσο καλού βιβλίου. Ο συγγραφέας το ξέρει. Γι’ αυτό, πού και πού, μας το θυμίζει. Η αισιοδοξία πρέπει να είναι ρεαλιστική, συγκρατημένη.
Κλείνω την παρένθεση.
ΙΙΙ
Για την Κατάρρευση δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ποιος δεν θυμάται το σκάνδαλο με τον «άγιο Πρεβέζης», που έκανε τους τοπικούς παπάδες να ντρέπονται να βγουν στον δρόμο και τους πιστούς να αποφεύγουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία; Η κοινότητα της Πίστεως είχε γίνει στάχτη.
Με τον ερχομό του νέου Επισκόπου (που ετοιμαζόταν να πάει στ’ Αγιονόρος με τους μαθητές του και κλήθηκε να πάει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά!) η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Αργά και με μεγάλες δυσκολίες, η αρχαία αποστολική Κοινότητα, νεκρή ην και ανέζησε. Ξεπετάχτηκε μάλιστα σφριγηλότερη, απ’ ό,τι πριν η συνήθεια μαράνει τον ζήλο και έρθουν τα σκάνδαλα.
Παλιά η Κοινότητα ήταν πολύ δυνατή εξωτερικά, αλλά αδύνατη εσωτερικά. Της έλειπε η επίγνωση. Σε έναν πολύ δύσκολο, αλλά στατικό κόσμο, όπως εκείνων των εποχών, την κράταγε ζωντανή η τρομερή «πίστη των γιαγιάδων». Τώρα υπερέχει εκείνης, χάρη στην άγκυρα της επίγνωσης που έριξε μέσα της. Και γιατί βρήκε, επιπλέον, τον τρόπο να είναι και εξωτερικά ανθεκτική. Κι αυτό μέσω του άφοβου συσχηματισμού με τη μεταβαλλόμενη «κοσμική» πραγματικότητα. Όχι με τη εύκολη ανέγερση φουνταμενταλιστικών τειχών. Που αντί να «κρατούν απ’ έξω» τον Διάβολο, τον εγγράφουν –αλλοίμονο- εσωτερικό τους υπότροφο. (Στις προϋποθέσεις του ακίνδυνου «συσχηματισμού» θα επανέλθω στο τέλος του παρόντος κειμένου.)
Στα τριάντα χρόνια της αρχιερατείας του π. Μελετίου επαληθεύτηκε η αποδιδόμενη στον γέροντα Παϊσιο, θυμόσοφη παρατήρηση, πως «όπου οργώνει ο Διάβολος έρχεται ο Χριστός και σπέρνει»!
Με μια ουσιαστική όμως διαφορά: Ο Χριστός δεν έρχεται ακάλεστος, έλεγε ο Επίσκοπος Μελέτιος. Οι άνθρωποι είναι αυτεξούσιοι κι ο Παντοδύναμος, δεν μπορεί ούτε θέλει, να παραβιάσει τον αυτοκαθορισμό τους. «Κρούει τη θύρα». Και περιμένει να του ανοίξουν.
Επίσης: Δεν θα «σπείρει», αν εννοούμε εμείς να «παρεμβάλλουμε τα δικά μας σχέδια» και τις «ετσιθελικές εμμονές μας». Είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία». Αν η δουλειά δεν γίνεται με αγάπη και ταπεινοσύνη, δεν γεννά στις ψυχές των ανθρώπων τη δύναμη να μεταμορφώσουν την αγαθή τους προαίρεση σε κοινότητα Πίστεως. Πρέπει να αφήνουμε τον Χριστό να κυβερνά τη δραστηριότητά μας. «Η Εκκλησία είναι του Θεού και όχι των ανθρώπων!».
Αν ο Χριστός είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, τότε η συνταγή είναι δεδομένη. Το είπε καθαρά: Τον απέστειλε ο Πατήρ, για να σώσει τον κόσμο. Όχι για να τον κρίνει. Αυτό ήταν το θέλημα Του Πατρός κι αυτό εφάρμοσε ο Ιησούς. Όχι το «δικό» του. Αν οι Επίσκοποι και οι Ιερείς είναι όντως «φίλοι του Χριστού» και δικοί του «απεσταλμένοι» στον κόσμο, δεν έχουν παρά να κάνουν το ίδιο. Να σηκώνουν τον Σταυρό του κόσμου, όπως Εκείνος. Στην ανάγκη μάλιστα, που δεν λείπει ποτέ, να εγκαταλείπουν το κοπάδι των 99 και να τρέχουν στα όρη, να ψάξουν για το απολωλός. Και να το βάλουν στον σβέρκο τους. «Πάνω από το κεφάλι τους».
Αν στο παράδειγμά μας, συνέχιζε ο Επίσκοπος Μελέτιος, δει ο κόσμος τον αγώνα μας να μοιάσουμε Εκείνου που μας έστειλε, δεν θα έχει κανένα πρόβλημα να αγκαλιάσει την προσπάθειά μας. Τόσο απλό!
Το Πρόγραμμα, που χρειαζόμαστε δεν είναι ανάγκη να το επινοήσουμε εμείς. Υπάρχει και είναι το Ευαγγέλιο!
Λοιπόν, ούτε «ειδικά προγράμματα» χρειάζονται, ούτε «προβολή του κοινωνικού έργου της Εκκλησίας». Πολύ δε περισσότερο «οικονομικά πλάνα», περιαγωγή δίσκων κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας και λαχειοφόρες αγορές κατά την έξοδο.
Δενχρειάζεται τίποτε απ’ όλα αυτά, που κάνουν κι εμάς, να μη διαφέρουμε από τους Φαρισαίους. Και κάνουν τον κόσμο, ευλόγως, να μας κρατά σε απόσταση.
Κοντολογίς, για όλα τα προβλήματα της Εκκλησίας φταίει ο ανθρωποκεντρισμός - κατά την έκφραση του π. Μελετίου. Ο ανθρωποκεντρισμός του Επισκόπου πρώτα και των Πρεσβυτέρων έπειτα.
IV
Το βιβλίο τονίζει, τέλος, τη στρατηγική συμβολή των Μοναχών στην επίτευξη της πνευματικής μεταμόρφωσης της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Χωρίς αυτούς, ένας άνθρωπος, όσο άγιος και σοφός κι αν είναι, ελάχιστα πράγματα μπορεί να κάνει. Χρειάζεται τη βοήθεια των «ειδικών δυνάμεων» της Εκκλησίας, που είναι οι Μοναχοί.
Πώς όμως θα μπορούσαν οι καλόγεροι να εργάζονται μέσα στην «κοσμική» κοινότητα και συγχρόνως να παραμένουν Μοναχοί, «έξω από τον κόσμο»; Δεν θα διαλυόταν η δική τους κοινότητα; Λύθηκε άραγε το πρόβλημα αυτό; Και με ποιον τρόπο;
Στο κρίσιμο αυτό σημείο βρίσκεται και η κατ’ εξοχήν συνεισφορά του συγγραφέα.
Αναλύοντας τη συμβολή της Μονής του Προφήτου Ηλιού (που δημιουργήθηκε από την αρχική συνοδεία των μαθητών του Μελετίου), το βιβλίο αναδεικνύει τις βασικές αρχές, βάσει των οποίων ρυθμίστηκε, με αμοιβαία γόνιμο τρόπο, η αλληλενέργεια ανάμεσα στον «Δήμο», στην «ενδημοποιημένη» Εκκλησία και στο Μοναστήρι.
Ο δρόμος του «κοσμικού» χριστιανού και ο δρόμος του χριστιανού «μοναχού» είναι βεβαίως ασύμβατοι. Αποσκοπούν όμως και οι δύο στη σωτηρία του κόσμου. Επομένως πρέπει «και τούτο ποιείν και εκείνο μη αφιέναι». Χωρίς όμως να καταλυθεί η αυτονομία των δύο πόλων. - Είτε μέσω της εξαγωγής τη σχέσης «γέροντα» και «υποτακτικού» στον κόσμο, όπως κάνει ο «νεογεροντισμός». - Είτε κάνοντας τους μοναχούς χαμάληδες του «δραστήριου» αυταρχικού Μητροπολίτη. Και τα δυο αυτά, είναι συνταγές καταστροφής, τόσο του Μοναχισμού όσο και της τοπικής Εκκλησίας.
Ο Μοναχός πρέπει να είναι φως για τον Κοσμικό, σύμφωνα με τη διατύπωση του π. Μελετίου. «Ο ρόλος των μοναχών περιγράφεται σαφώς από τους Πατέρες. Είναι ρόλος φωτιστικός. Δεν είναι δράση». Ενσαρκώνοντας το φως οι Μοναχοί εμπνέουν τους Κοσμικούς. Τους προσανατολίζουν. Λειτουργούν σαν φάρος. Και όσο περισσότερο ο Μοναχός καθαρίζει τον εαυτό του από τα πάθη, τόσο λαμπρότερο γίνεται το φώς του φάρου.
Η εν προκειμένω ένταξη των μοναχών στη δράση, δικαιολογείται, κατά τον μακαριστό Επίσκοπο, μόνο από την εμπερίστατη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται η τοπική Εκκλησία. Σε τέτοιες συνθήκες, όπου οι «κανονικές δυνάμεις» της -των Πρεσβυτέρων- δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, πρέπει να σπεύσουν οι τοπικές «ειδικές δυνάμεις» - αν υπάρχουν- και να αναλάβουν δράση υπό τις διαταγές του Στρατηγού-Επισκόπου. Και αφού ενισχυθούν οι «κανονικές» δυνάμεις και καταστούν επαρκείς, οι «ειδικές» μπορούν να «επιστρέψουν στη βάση τους».
Εδώ ισχύει το «νυν υπέρ πάντων ο αγών». – Ο αγών «υπέρ βωμών και εστιών»!
V
Θα κλείσω την παρουσίαση του βιβλίου, εστιάζοντας στο οντολογικό πρόβλημα, που είναι το ίδιο καίριο και για τους δύο άλλους πυλώνες-κοινότητες: της Πολιτικής και της Παιδείας.
Πρόκειται, για το πώς δεν θα χάνουμε τον εαυτό μας μέσα στον κατακλυσμό των ανταγωνιστικών μηνυμάτων και δελεασμών. Όπως ήδη έχει συμβεί στην πατρίδα μας και καταλήξαμε στο ανεκδιήγητο «ναι σε όλα μέσα στο τίποτα».
Πρόκειται δηλαδή για το ερώτημα: Πώς μπορούμε να Είμαστε; Να έχουμε Ταυτότητα;
Σύμφωνα με την εκκλησιαστική οντολογική παράδοση, ο άνθρωπος δεν μπορεί -αφ’ εαυτού του και μόνος του- να λύσει το πρόβλημα, γιατί είναι φύσει τρεπτός.
Η έξωθεν «αλλοίωση», που είναι κακή, επειδή μας αλλάζει χωρίς να μας ρωτήσει, δύναται να εξουδετερωθεί μόνο από την εκούσια εσωτερική «καλή αλλοίωση». Αυτή όμως προϋποθέτει «ανοιχτή γραμμή» με τον Αναλλοίωτο. Που δεν είναι άλλος από τον κρεμασμένο στον Σταυρό. Είναι το Αθώο Θύμα «το εσφαγμένο από καταβολής κόσμου». Ο Ων, που γεννήθηκε στον κόσμο αδύνατος και τρεπτός, αλλά ο κόσμος δεν κατάφερε να τον αλλάξει. Αντίθετα, αυτός άλλαξε τον κόσμο.
Το αληθινό «μυστικό του Ιησού» ήταν, ότι σήκωσε τον Σταυρό του κόσμου. Κι αυτό το «μυστικό» το αποκάλυψε στους φίλους του, παραγγέλλοντάς τους «να μαθητεύσουν πάντα τα έθνη» στη γνώση του. Αυτοί το έγραψαν φαρδιά πλατιά και σε κατανοητά για την εποχή τους ελληνικά. Και το εξηγούσαν προφορικά από γενιά σε γενιά.
Ένας απ’ αυτούς, ο κοντινότερός μας στη διαχρονική αλυσίδα, ήταν κι ο Επίσκοπος Μελέτιος, ο πρωταγωνιστής τούτης της θαυμαστής ιστορίας. Αιωνία να είναι η μνήμη του.
πηγή

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο ΠΑΝΙΚΟΣ ΤΩΝ "ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΩΝ" ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΡΗΤΑ


Έχει πραγματικά μεγάλη πλάκα το γεγονός ότι μια μερίδα της Εκκλησίας – αυτή που βλέπει παντού εχθρούς και συνομωσίες σε βάρος του «ευλογημένου» Ελληνικού λαού – αντιτίθεται με σφοδρότητα στο …πλαστικό χρήμα! 
Έτσι, σήμερα διοργανώθηκε Ημερίδα με θέμα «Κατάργηση των μετρητών - Τέλος της ελευθερίας - οδεύοντας προς τον ολοκληρωτισμό» από την Εστία Πατερικών Μελετών και την Ενωμένη Ρωμηοσύνη, με την αμέριστη στήριξη και παρουσία του Μητροπολίτου Πειραιώς Σεραφείμ. 
Έχει πλάκα, όπως είπα, διότι όλοι οι παραπάνω θέλουν …ζεστό μετρητό να ρέει κι όχι μια «αχρήματη κοινωνία». Κι αυτό το συνδέουν – λέει – με την ελευθερία του ανθρώπου! Αυτοί, οι οποίοι είναι ο ορισμός του ολοκληρωτισμού – έργοις και λόγοις – και πολλοί άνθρωποι έχουν υποστεί την ανελευθερία στα δίχτυα τους. 
Φυσικά στην ημερίδα έγιναν αναφορές στον άγιο Παϊσιο τον αγιορείτη και στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, γιατί αυτοί είχαν οιονεί προφητεύσει την «αχρήματη κοινωνία»! 
Άρα, για τους διοργανωτές η χρήση του πλαστικού χρήματος μήπως συνιστά και αμαρτία; Ενοχλούνται από την κατάργηση των μετρητών, ενώ θα έπρεπε να είναι ευτυχείς που απαλλασσόμαστε οι θνητοί από το να πιάνουμε στα χέρια μας χρήματα. Ξέρουν να μας πουν αν ο Χριστός έπιασε στα χέρια Του χρήματα; Ή είναι σίγουροι ότι ο Αρχηγός της πίστεώς μας είναι εναντίον του πλαστικού χρήματος; 
Όλοι αυτοί οι «χριστιανοί νοικοκυραίοι» έχουν πάθει πανικό διότι οι τρέχουσες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία – όχι μόνο στην Ελλάδα - κλονίζουν την ασφάλειά τους, το κομπόδεμά τους και τα αυτονόητά τους. Γι’ αυτό και μιλούν για «παγκόσμιες μεθοδεύσεις για πλήρη έλεγχο του ανθρώπου με την κατάργηση των μετρητών και την αποκλειστική χρήση της πλαστικής κάρτας.».
Αλίμονο, αν η ελευθερία μας εξαρτιόταν από το μετρητό ή το πλαστικό χρήμα! Αυτό έχουν καταλάβει αυτοί από την διδασκαλία του Χριστού; 
Και επίσης, έχει πολύ γέλιο το ότι όλοι αυτοί προβάλλονται ως «αντιστασιακοί»! Ενάντια στο σύστημα που προσπαθεί να μας «υποτάξει»! Δεν κοιτάνε που έχουν φτιάξει ένα δικό τους σύστημα που καθυποτάσσει ψυχές! 
Μήπως μπορούν οι διοργανωτές να μας πουν πόσο στοίχισε η εν λόγω ημερίδα και αν οι πληρωμές έγιναν με μετρητά ή με πλαστικό χρήμα; 
Χαχαχαχα! 
Π.Α.Α. 

πηγή

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός…


Στιγμιότυπο 2017-06-15, 9.58.35 πμ

Πριν λίγες μέρες, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος απέστειλε μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη εδώ. Κατόπιν, ο Μητροπολίτης Πειραιώς απάντησε. Μπορείτε να διαβάσετε και τη δική του επιστολή εδώ.
Δεν έχω σκοπό να ασχοληθώ με τα δύο αυτά κείμενα. Όποιος έχει κουράγιο, ας τα διαβάσει. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ μία γενική παρατήρηση και ένα ειδικό σχόλιο.
Η παρατήρηση: Όπως είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον τι είναι γελοίο και τι όχι, αν αυτός δεν διαθέτει την απαραίτητη αίσθηση προς τούτο, εξίσου δύσκολο –αν όχι δυσκολότερο– είναι να δώσεις στον άλλο να καταλάβει όχι την τάδε ή τη δείνα άποψη, αλλά την ορθότητα ή όχι του φρονήματός του. Είναι άλλο πράγμα η άποψη, η προσέγγιση ενός ζητήματος (τα επιχειρήματα), και άλλο πράγμα το «φρόνημα», το περιβάλλον εκείνο της σκέψης, της ψυχικής συνθήκης και της εν γένει βιοτής, μέσα στο οποίο ευδοκιμούν και καρπίζουν οι στοχασμοί, οι εκτιμήσεις, τα επιχειρήματα, οι επιλογές και οι πράξεις. Μόνο με βάση αυτή την παρατήρηση μπορεί κανείς να κατανοήσει πώς γίνεται όσα έγραψε ο Μητροπολίτης Αργολίδος να μην έγιναν αντιληπτά από τον αποδέκτη της επιστολής. Κι έτσι μόνο εξηγείται πώς γίνεται να γράφει τόσα ο Μητροπολίτης Πειραιώς για να δικαιώσει εαυτόν, δίχως να αντιλαμβάνεται πως εκτίθεται ακόμη περισσότερο στα μάτια μας.
Και το σχόλιο:
Σε πάνω από μία ποιμαντορικές εγκυκλίους του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ αναφέρει διδακτικά το ιστορικό περιστατικό της πυρκαγιάς της ακροπόλεως της Κέρκυρας, του 1718. Το περιστατικό έχει ως εξής, εν συντομία: Η ρωμαιοκαθολικη διοίκηση του νησιού, υπό τον Ανδρέα Πιζάνι, σχεδιάζει στα 1718 να χτίσει ρωμαιοκαθολικό «αλτάριο» στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των παπικών κατοίκων του νησιού. Οι ορθόδοξοι εξεγείρονται. Προσεύχονται να ματαιωθούν τα σχέδια του Πιζάνι. Κάποιο βράδυ, που εμαίνετο καταιγίδα στην περιοχή, ένας κεραυνός χτύπησε την ακρόπολη της Κέρκυρας και συγκεκριμένα την πυριτιδαποθήκη της, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σειρά εκρήξεων, που όμοιές τους δεν είχε ξαναδεί το νησί. Αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής: «Οι τρεις πυριτιδαποθήκες μέσα στο Φρούριο έπιασαν φωτιά και οι αλλεπάλληλες εκρήξεις ήταν τόσο δυνατές που ακουγόντουσαν μέχρι την Ήπειρο… Κτίρια κατεδαφίζονταν και η γη σειόταν. Οι τοίχοι των σπιτιών αποκολλούνταν σε κομμάτια και μεγάλα σπίτια κατέρρεαν παντού, σκοτώνοντας όσους βρίσκονταν μέσα, αλλά και όσους βρίσκονταν κοντά σε αυτά… Κάτω από τα ερείπια υπήρχαν πτώματα ανδρών, γυναικών, παιδιών και ζώων που κάηκαν μέχρι θανάτου. Μερικά μέλη νεκρών αλλά και ολόκληρα πτώματα βρέθηκαν σε χαντάκια και τάφρους και άλλα εκτινάχθηκαν στην θάλασσα και παρασύρθηκαν από τα κύματα… Ήταν τόσο ισχυρή η έκρηξη κοντά στην θάλασσα που δημιουργήθηκαν πανύψηλα κύματα, τα οποία βύθισαν τέσσερις γαλέρες. Υπολογίζεται ότι η απώλεια σε ζωές ήταν περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι…».
Το περιστατικό θεωρήθηκε από πολλούς εκείνη την εποχή ως επέμβαση του Θεού, για την αποτροπή των παπικών σχεδίων. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς το προσκομίζει στη σημερινή εποχή για να δώσει ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο επεμβαίνει ο Θεός και κατακαίει τους εχθρούς του, όταν οργίζεται. Μάλιστα, προς τούτο, επικαλείται και το γεγονός ότι το περιστατικό αναφέρεται ως τέτοιο από τον Αθανάσιο Πάριο, ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος. Για να το αναφέρει ένας Άγιος, έτσι τάχα δεν έχουν τα πράγματα; Το βασικό όμως είναι ότι το περιστατικό μνημονεύεται σήμερα από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως παράδειγμα του πώς βλέπει ο Θεός τους αιρετικούς και τι είναι ικανός να κάνει εναντίον τους. Αυτό που αναφέρει ο χρονικογράφος –απανθρακωμένα πτώματα παιδιών, ανθρώπινα μέλη εδώ κι εκεί, και δύο χιλιάδες νεκρών συνολικά– είναι κατά τον Πειραιώς Σεραφείμ, έργο του Χριστού, έργο Εκείνου που στη Γεθσημανή είπε στον Πέτρο να βάλει πίσω στο θηκάρι την εκδικητική του μάχαιρα, έργο Εκείνου που ανέβηκε στο σταυρό από αγάπη για τον άνθρωπο, έργο Εκείνου που ακόμα και πάνω στο σταυρό παρακαλούσε για τη συγχώρηση των σταυρωτών Του.
Από μια δισχιλιετή παράδοση σαν αυτή του Χριστιανισμού μπορείς να αλιεύσεις ό,τι θέλεις, να το ερμηνεύσεις όπως θέλεις, για να υποστηρίξεις όποια θέση θέλεις. Υπάρχουν τά πάντα στην ιστορία της Χριστιανοσύνης και με κατάλληλες ερμηνείες μπορούν να αξιοποιηθούν προς επίρρωση οποιασδήποτε θέσης. Αλλά είπαμε: άλλο οι θέσεις, άλλο το φρόνημα. Το φρόνημα μπορεί να καταδείξει τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά το φρόνημα είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις. Τα κριτήρια της θεολογίας είναι που κρίνουν κάθε ώρα και στιγμή τις θεολογικές θέσεις μας. Αλλά πώς να μιλήσεις για τα κριτήρια, όταν πολλοί δεν διανοούνται καν την ύπαρξή τους;
Καλλιεργείται σήμερα ένα «ορθόδοξο» φρόνημα, μία τάση ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανούς, που ισχυρίζεται (και προσπαθεί να το τεκμηριώσει με θεολογικές θέσεις) πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μπορούν να σταθούν πλάι στην αγάπη και τη συγχωρητικότητα˙ πως η αγάπη και η συγχωρητικότητα δεν είναι τα μόνα κριτήρια που ζυγιάζουν τα πάντα και καθορίζουν το φρόνημα, αλλά πως υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, εξίσου κομβικά, που διαμορφώνουν τάχα την ταυτότητα των χριστιανών (ιερή οργή και αγανάκτηση, χάριν της ποίμνης του Χριστού τάχα, ποιμαντικός ex cathedra στιγματισμός των κακώς εχόντων, επιθετικότητα προς αυτούς που απειλούν την Ορθοδοξία)˙ και μάλιστα αυτά τα πράγματα μπορούν να δικαιώνονται μέσα μας ακόμα κι όταν ακυρώνουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα. Δεν πρόκειται για παρωνυχίδα του εκκλησιαστικού μας βίου: μέσα από την εικόνα του οργισμένου Θεού, που κατακαίει ρωμαιοκαθολικούς, άλλος Χριστός προκύπτει, άλλη πίστη… Είναι άλλος ο Χριστός που «τιμωρεί» εμένα τον αμαρτωλό για να με συνετίσει –έτσι ενδέχεται να νιώθω προσώρας την παιδαγωγία της άπειρης αγάπης Του– και άλλος εκείνος ο Χριστός που οργίζεται και σκοτώνει ανθρώπους, με τρόπο φρικαλέο. Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός.
Στο ένατο κεφάλαιο του ευαγγελίου του, ο ευαγγελιστής Λουκάς λέει πως ο Χριστός είχε στείλει αγγελιοφόρους σε ένα χωριό της Σαμάρειας για να προετοιμάσουν τον ερχομό Του: «Οι Σαμαρείτες όμως δεν τον δέχτηκαν… Και ρώτησαν τότε οι μαθητές τον Ιησού “Κύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους καταστρέψει, όπως έκανε και ο προφήτης Ηλίας;”. Εκείνος στράφηκε προς αυτούς και τους επέπληξε λέγοντας: “Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας˙ ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά για να τους σώσει”» (στ. 52-56).
«Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας…». Αν κάνετε ένα γύρο στα «ορθόδοξα» blog και τις ιστοσελίδες του διαδικτύου, θα συναντήσετε τόσο μίσος, τόση αγανάκτηση, τόση μισαλλοδοξία, τόση λεκτική βία (και τόση φοβικότητα) απέναντι στους αλλοδόξους, τους αντιφρονούντες, τους εχθρούς της πίστης, τον ίδιο τελικά τον σύγχρονο κόσμο, που θα διαπιστώσετε πως τα λόγια του Χριστού («ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας») περιγράφουν επακριβώς τον ψυχισμό και το φρόνημα πολλών σύγχρονων ορθοδόξων.
Τι σχέση έχει το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Αργολίδος με το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Πειραιώς; Σε ό,τι μάς αφορά (δηλαδή στις ατομικές μας αποτιμήσεις) έχουμε χρέος να είμαστε ξεκάθαροι και κατηγορηματικοί: Καμία! Κι όσο περνάει ο καιρός, όσο οι καιροί μαίνονται ολοένα αγριότεροι και ποικίλες κρίσεις δοκιμάζουν τα κριτήρια και το φρόνημά μας, τόσο θα αναδεικνύεται εναργέστερα η βαθύτερη πραγματικότητα του πληρώματος των ορθοδόξων: είμαστε στην ίδια Εκκλησία, αλλά δεν πιστεύουμε όλοι στον ίδιο Χριστό! 
πηγή

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Συναισθήματα και πατρίδες...


Αφεντιά και καμάρι κατέχει ο αγέρας που κατευθύνει το ποδήλατο ενώ κατηφορίζει στα ψυχρά, μοναχικά σοκάκια της φτωχής μου φαμίλιας, εκείνης που βρεθήκαμε στο ίδιο έδαφος, κάτω από τον ίδιο ήλιο, με το φεγγάρι να καθοδηγεί το τιμόνι που παραπαίει.

Πέρασα από γέφυρες με τα φρένα χαλασμένα, το πετάλ στις βουνοκορυφές χαλιναγωγούσε τον προσανατολισμό μου. Το είπα πολλές φόρες για να το ακούσουν και η σιωπή δυνάμωνε. Έκοψαν τις ρίζες μου, έκαψαν τα κλαδιά μου λέγοντας δυο λέξεις μόλις με είδαν να φλέγομαι: «Είσαι ξένη».
«Είσαι ξένη», «Είσαι ξένη», «Είσαι ξένη» όσες φόρες κι αν το ψιθυρίζω αρνούμαι να το πιστέψω. Γιατί όταν οι γονείς μου έβαλαν τα ρούχα μέσα σε μια βαλίτσα χάθηκαν από το πέπλο που χώριζε τις δυο χώρες Αλβανία – Ελλάδα, το μέλλον μου ήταν καθορισμένο και η πατρίδα θα χανότα , δεν θα ήμουν ποτέ ξανά Αλβανίδα, δεν θα γινόμουν ούτε στιγμή Ελληνίδα, θα γινόμουν ένα σώμα τεμαχισμένο ανάμεσα σε δυο κόσμους.

Αγάπησα την ελληνική γλώσσα, ενστερνίστηκα τα ήθη και τα έθιμα του πλούτου που απέπνεε η Ελλάδα, έγινα και εγώ σαν τους φίλους μου, είχα την τιμή να παρελάσω με το άσπρο μου πουκάμισο και την μπλε φούστα αν και ήθελα να το αποφύγω. «Γιατί μια ξένη, μια Αλβανίδα να τιμήσει την Ελλάδα; Με ποιο δικαίωμα;» έτσι το σκεφτόμουν και έτσι το σκεφτόντουσαν.
Ήταν ανήκουστο να θεωρώ τον Σωκράτη, τον Αριστοτέλη και όλους τους Αρχαίους φιλοσόφους μας, λογοτέχνες του 20ουαιωνα και πολεμιστές της Ελλάδας πρόγονους μου, που μόχθησαν για την νέα Ελλάδα, για τα στερνοπούλια της, για τα παιδιά τους.
«Μνήσθητί μου Κύριε» φώναξε ο άνθρωπος που υποδύθηκε τον Καψάλη στην αναπαράσταση της ανατίναξης το Σάββατο, αναδράμοντας στην Έξοδο του 1821.
«Πατέρα είναι κακό που αγαπώ την Ελλάδα;»
Σιωπή. Τι θα μπορούσε να πει ο πατέρας όταν το παιδί του χάνει τις ρίζες του; Όταν θυμάται την καταγωγή της μόνο όταν επισκέπτεται τον τόπο της, όταν μέχρι χθες δεν ήξερε την Ιστορία της Αλβανίας, όταν η Αλβανική αλφάβητος φαντάζει άγνωστη και όταν απωθεί τον αέρα στο πέρασμα των συνόρων.
Οδηγώντας το αυτοκίνητο και βγαίνοντας από τα σύνορα της Αλβανίας ένιωθα ασφάλεια, ήμουν στην Ελλάδα, μπορώ να μιλώ μόνο ελληνικά, να γραφώ, να εκφράζομαι.
«Ντροπή»
Κάνοντας βόλτες περιμετρικά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου παρατηρούσα πόσο όμορφα εναρμονίζονται και γαληνεύουν τα χρώματα του ουρανού, πίσω από τις πελάδες με τα μοναδικά χρώματα της φύσης και τότε έγραψα τους δυο αυτούς στοίχους στην γραφομηχανή μου:
 «Χάνω τις ρίζες μου
Ποια είμαι; Και γιατί βρέθηκα σε τούτον εδώ τον τόπο;
Είμαι Ελληνοαλβανίδα. Και αυτός είναι ένας τίτλος που τον αισθάνομαι. Όταν φτάνω στον τόπο μου ξέρω πως εκείνος με έσπειρε στα έγκατα εκείνης της γης, ξέρω πως είμαι καρπός της Αλβανίας. Βλέποντας τα συντρίμμια του σπιτιού που γεννήθηκα στο Ζουμπανάτ, σε ένα χωριό διπλά στην λίμνη, μια βαθιά συγκίνηση ήρθε να στεγάσει μέσα μου. Όταν είδα το δωμάτιο που έμεναν οι νιόπαντροι τότε γονείς μου όταν γεννήθηκα, εκείνο το μέρος που αργότερα έγινε στάνη είπα: « Αυτή είμαι». Όταν με ρωτούν λέω πως είμαι Αλβανίδα. Η μητέρα μου πάνω σε ένα γέρικο γαϊδούρι και εγώ στην κοιλία της έτοιμη να ξεπροβάλω. Με φάσκιωσαν για να ισώσουν τα άκρα μου. Πάνες δεν υπήρχαν, αντικαταστάθηκαν από κουρέλια όπως και παλιά μπαλωμένα ρούχα για να ζεσταθώ».
Αλίμονο σε όσους ξέχασαν. Αλίμονο σε όσους στον τόπο τους αισθάνονται ξένοι και αλίμονο σε έμενα που είμαι μια Ελληνοαλβανίδα με πρόγονο τον Skenderbeu και τον Enver Hoxha και πρότυπο τον Κολοκοτρώνη και τον Ιωάννη Καποδίστρια. Και ναι, με καμάρι αντιπροσώπευσα την Αιτωλοακαρνανία στην πομπή της Εξόδου και τα τσαρούχια μου τα φόρεσα και το φέσι μου αλλά και το βαρύ γιλέκο μου από προβιά, ενδυμασία της νύφης από την Άμπλιανη.
Ιστορία, αίμα, τιμή, έθνος, πατρίδα όποιος εθνικιστής δεν τίμησε ποτέ το χώμα του. Γιατί την σημαία της Ελλάδας θα την σηκώσω ψηλά όσο και την σημαία της Αλβανίας. Και τις δυο μαζί, την μια στο ένα χέρι και την άλλη στο άλλο χέρι.
Θα χορεύω το Kanga Mallekastriote όπως και τους Ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς και ξέρεις γιατί; Γιατί είμαι μια Ελληνοαλβανίδα.
Άντζελα Υζεϊράι

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017


Προτότυπη μουσική για το θεατρικό έργο "'Ασμα Ασμάτων" σε σκηνοθεσία Βαλάντη Φράγκου.
Σύνθεση - Ενορχήστρωση: Μίμης Νικολόπουλος
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα OrzaProject Studios.
Μix - Mastering: Petro Ammos
Εικόνα: Μαγδαληνή Στεφανάτου

Original music for the theatrical play "Asma Asmaton" (Song of Songs) directed by Valantis Frangos.
All tracks were composed and arranged by Mimis NIkolopoulos.
All recordings took place in OrzaProject Studios.
Mixed & Mastered by Petro Ammos.
Image: Magdalini Stefanatou


info
http://www.ert.gr/kozani-asma-asmaton...

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

«ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ» ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΩΝ


Ηρακλής Φίλιος 
Βαλκανιολόγος, Θεολόγος


1. Αν δεν ξεφύγουμε από το βερμπαλιστικό κήρυγμα, υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες ο κόσμος να μυηθεί στο ήθος του ορθόδοξου ανθρωπισμού, στην ομορφιά της ορθόδοξης θεολογίας και στην ωραιότητα των πατερικών λόγων. 
2. Οι πιστοί γνωρίζουν και έχουν αναπτύξει ένα καλό θεολογικό αισθητήριο μέσα από τα ψυχωφέλιμα κηρύγματα. Σε αυτό έχουν βοηθήσει οι συνειδητοί λειτουργοί του λόγου, όσοι δηλαδή έχουν ερωτευτεί πραγματικά τον εραστό Θεό. 
3. Δεν χρειάζεται θεολογική εμβάθυνση, χρειάζεται ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. ΕΠΑΝΑΚΑΤΗΧΗΣΗ. Ο πιστός λαός αγνοεί βασικά σημεία της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής. 
4. Ανάμεσα στους πιστούς που εκκλησιάζονται υπάρχουν κι εκείνοι που δεν εκκλησιάζονται, εκείνοι που δεν πιστεύουν, εκείνοι που αρνούνται τον Θεό, εκείνοι που αμφισβητούν το θεμέλιο της ορθόδοξης πίστης, την Ανάσταση, εκείνοι που παλεύουν μέσα τους με τον Θεό και τον οποίο αισθάνονται απομακρυσμένο και μη αποκεκαλυμμένο, εκείνοι που αναζητούν, εκείνοι που βρίσκονται σε αδιέξοδα. Ο ρόλος του κληρικού είναι πολυδιάστατος, άκρως σημαντικός, ο κατεξοχήν πλέον σημαντικός, αφού ο κληρικός οφείλει να σταθεί δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο της δακρυσμένης αυτής εποχής. Με πίστη και με γνώση.  
5. Πρόκληση μεγάλη: Να κερδίσει η ορθοδοξία δια του λόγου και του παραδείγματος το έδαφος που πολλές φορές χάνεται κάτω από τα πόδια της. Οι θεολόγοι, οι κληρικοί μπορούν και πρέπει να εμπνεύσουν πιο συνειδητά, εμφατικά, με πίστη. Δεν έχουμε καν υποψιαστεί την εξέλιξη της θεολογίας όσον αφορά ζητήματα που στο εξωτερικό έχουν ήδη ξεκινήσει να απασχολούν και να προβληματίζουν τη θεολογική πραγματικότητα. Επιμένουμε σε μία στείρα και ξεγυμνωμένη από θείο πνεύμα απολογητική (την πλέον κακότεχνη φύση της εκκλησιαστικής ζωής), και ασχολούμαστε συνεχώς με τους αιρετικούς, τους κακόδοξους, τις κινήσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη, τους διαλόγους των θρησκειών, την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Κι αυτά, ενώ δεν καταφέραμε να υποψιαστούμε το θησαυρό της θεολογίας της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας που βρίσκεται κάτω πλέον από τα πόδια μας, αφού φροντίσαμε επιμελώς να τον θάψουμε, για να μην μας θυμίζει ότι το έλεος του Θεού αφορά τον κάθε άνθρωπο, τον όλο άνθρωπο, το «συναμφότερον» κατά Γρηγόριο Παλαμά. 
6. Ο πιστός λαός στέκει ακόμη ανυποψίαστος. Δεν έχει υποπτευθεί τι σημαίνει ορθοδοξία, εκκλησία, Χριστός, ζωή, θάνατος, σωτηρία, έλεος, μυστηριακή ζωή. Πόσοι άραγε απαντούν εύστοχα στο ερώτημα «Ποιος είναι ο Χριστός;». 
7. Η ορθοδοξία έχει άπειρη ομορφιά, εκλεπτυσμένη αισθητική, φιλακόλουθη φύση, σωτηριώδες χάρισμα. Χρειάζεται να ερωτευθούν οι ανθρώπινες ψυχές τον Χριστό. Και για να γίνει αυτό, είναι ανάγκη να γνωρίσουν τον κατεξοχήν έρωτα της ζωής, τον Χριστό. Ο Χριστός δεν είναι ιδέα, δεν είναι φιλοσοφία, δεν είναι συναίσθημα. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο ενανθρωπήσας Θεός. 
8. «Είδαμε» τον Θεό, μπερδευτήκαμε με τον τρόπο θεώρησης Του και ξεγελαστήκαμε πως είναι ένας επαναστάτης, ένας άριστος φιλόσοφος. Τον προσεγγίσαμε με τα αισθητήρια του σώματος, Τον καταντήσαμε «κτιστό». Σκοτώσαμε το μυστήριο. Θάψαμε την ομορφιά του μυστηρίου που εντούτοις βιώνεται. Πρόκληση είναι να μυηθούμε από πνευματικές μορφές στο κάλλος του μυστηρίου. 
9. Αγνοήσαμε και κρύψαμε την αλήθεια. Οι Πατέρες συνηθίζεται να προβάλλονται ως διώκτες των αιρετικών, πολέμιοι των κακοδοξιών κ.ο.κ. Ναι, είναι και αυτό και αυτό ανέδειξαν στα θαυμάσια τους έργα. Οι Πατέρες όμως δεν είναι μόνο αυτό. Ποιος μίλησε για τον Γρηγόριο Παλαμά ως μεγάλο φιλόσοφο; Συνήθως προβάλλεται ως διώκτης των αιρετικών. Κατεξοχήν έτσι έχει γίνει γνωστός. Μίλησε όμως για την εμπειρία του Θεού, τα στάδια της εμπειρικής θεολογίας, το Άγιο Πνεύμα ως «απόρρητο έρωτα» μεταξύ Πατρός και Υιού κ.ά. Γιατί αγνοήσαμε τους λόγους του κατεξοχήν φιλοσόφου αγίου του μεγάλου αυτού ανδρός, αυτού του μεγάλου πνευματικού αναστήματος του Γρηγορίου Νύσσης; Και γιατί κρύψαμε με φοβικά σύνδρομα τη διδασκαλία του για την ανυπαρξία της κόλασης για παράδειγμα, την οποία αναπτύσσει στον Κατηχητικό του λόγο; Γιατί φοβηθήκαμε να ερευνήσουμε, να εντρυφήσουμε, να συναντήσουμε μία άποψη που νιώθουμε ότι μας «απειλεί»; Γιατί σκανδαλιστήκαμε; Γιατί επιλέγουμε αποσπασματικά τους λόγους των Πατέρων κατά το συμφέρον; Γιατί χρησιμοποιούμε τους Πατέρες κατά το δοκούν και με σκοπό να ικανοποιήσουμε την ξευτιλισμένη μας ανεπάρκεια, ένδεια; Γιατί θάβουμε την εκστατική ερωτικότητα των πατερικών λόγων; Γιατί λεηλατούμε το μυστήριο του πως και του τρόπου φανέρωσης του; 
10. Αρνούμαστε τη σωτηρία όλων όσων δεν είναι εμείς ή σαν εμάς. Συμπονούμε στους λόγους μας, στο νου μας τους αμαρτωλούς αλλά κατακρίνουμε και αποφεύγουμε την πόρνη, τον εγκληματία, τον αδιάφορο, τον άθεο, τον αρνητή, τον τσαλακωμένο. Επιτέλους. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ CLUB ΕΚΛΕΚΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ που βαυκαλίζονται πως κρατάνε καλά τα κλειδιά της σωτηρίας για τον εαυτό τους, ξεχνώντας πως ο Θεός δεν σώζει για τις καλές μας πράξεις (προτεσταντικά κατάλοιπα του sola fide κ.ο.κ.), αλλά δια του ελέους Του, το οποίο είναι ακατανόητο, άφραστο, απερινόητο, ακατάληπτο για τα ανθρώπινα δεδομένα. 
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΝΑΙ, ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ! 
ΕΜΕΙΣ; 

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Μπαρίς: Το βιολί της ειρήνης και των τύψεων


Του Γιάννη Γιγουρτσή
Φιλολόγου της Μεγάλης του Γένους Σχολής



Ο Μπαρίς Γιαζγκί γεννήθηκε στο Σιίρτ, μια φτωχή και ορεινή περιοχή στην ΝΑ Τουρκία όπου κυριαρχεί ο κουρδικός πληθυσμός. Δύσκολα τα περνούσαν οι γονείς, κτηνοτρόφοι και οι δύο τους, που έκαναν κάμποσα παιδιά για να έχουν βοήθεια και χέρια στην οικογένεια. Την εποχή που γεννήθηκε ο μικρότερός τους γιος, τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα στην περιοχή τους. Μαίνονταν οι συγκρούσεις ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους αυτονομιστές, ενώ ο τρόμος και ο θάνατος ήταν κομμάτι της καθημερινότητας. Έτσι ο πατέρας του τού έδωσε το όνομα αυτού που ευχόταν πιο πολύ για την οικογένειά του: Μπαρίς στα τουρκικά σημαίνει ειρήνη Ειρηνική ήταν η ψυχή του μικρού Μπαρίς που γρήγορα έδειξε την ευαισθησία του, το ταλέντο του στην μουσική και ειδικότερα την κλίση του στο βιολί. Ξεκίνησε να μαθαίνει μόνος του μουσική, μέχρι που κάποιος δάσκαλος που διέκρινε το ταλέντο του, τού έδωσε κάποια μαθήματα στο σχολείο. 

Ένας θείος του πάλι, αδελφός της μάνας του, που έπαιζε βιολί στους γάμους - διάσημοι οι κούρδικοι γάμοι, κρατάνε τρεις μέρες και οι καλεσμένοι χορεύουν ακατάπαυστα. Σε εκείνο το βιολί λοιπόν έμαθε να κινεί το δοξάρι ο μικρός Μπαρίς. Όταν έφτανε στο Λύκειο, οι γονείς έστειλαν το στερνοπούλι τους στην Πόλη, να τελειώσει το σχολείο εκεί, μένοντας κοντά στον μεγάλο του αδελφό, τον Φατίχ, που ζούσε εκεί Ήταν και αυτός μουσικός,το μουσικό ταλέντο μάλλον κληρονομιά από τη μάνα που είχε και εκείνη υπέροχη φωνή, δεν έλειπε από την οικογένεια. Κλαρίνο έπαιζε ο Φατίχ. Δούλευε σε πανηγύρια και γάμους συμπατριωτών του. Καμιά φορά έπαιζε και σε κανένα μαγαζί , σε κάποιο από τα πολλά "Türkü evi" μαγαζιά που παίζουν τους σκοπούς της Ανατολίας, τούρκικα τραγούδια μα και πολλά κούρδικα. 

Εκεί στους παράδρομους του Ταξίμ είναι όλα αυτά και τον φώναζε πού και που κάποιος έμπειρος ουστάς να βοηθήσει. Ταλέντο είχε και ο Φατίχ μα δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τον εαυτό του. Έβλεπε όμως στον μικρό αδελφό την δική του συνέχεια και τον χαιρόταν. 

«Ας έρθει εδώ» είπε στους γονείς, ο Φατίχ για τον Μπαρίς. «Ο μικρός έχει ταλέντο, εγώ δουλειές έχω, θα τελειώσει το σχολείο, θα δουλεύει και μαζί μου, θα βγάζει το μεροκάματο». Έτσι και έγινε. 

Ο Ειρηναίος, έτσι θα λέγανε ίσως τον Μπαρίς αν ήταν Έλληνας, ενθουσιάστηκε. Ο μεγάλος του αδελφός, ο άμπης του, πάνω από δέκα χρόνια τον περνούσε, του στάθηκε σαν πατέρας, τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του. Τον έπαιρνε μαζί για να παίζει στους γάμους και κάποτε σε κάποια μαγαζιά που έπαιζε και εκείνος. Στην αρχή τον έβαζε να παίζει το μπεντίρ ή την ταραμπούκα, βιολί δεν είχε δικό μου ο Μπαρίς, εκείνου όμως η ψυχή χτυπούσε αλλού. Μόλις έβρισκε την ευκαιρία δανειζόταν το βιολί κάποιου μουσικού από την ορχήστρα και έπαιζε. Με τα πρώτα χρήματα που έβγαλε αγόρασε ένα βιολί, ό,τι καλύτερο μπορούσε να βρει με το κομπόδεμά του. Χρεώθηκε και ένα ποσό σημαντικό για εκείνον, δανείστηκε μα τα κατάφερε τελικά να το αγοράσει. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη όταν το πήρε στα χέρια του. Ο μαγαζάτορας, ένας έμπειρος οργανοποιός και έμπορος μουσικών οργάνων εκεί στην Γκαλίπ Ννεντέ, στον Γαλατά, κατάλαβε το πάθος του μικρού και του διάλεξε ένα καλό βιολί και του έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε στην τιμή. Πετούσε ο μικρός. Σταμάτησε στη μέση του Γιουκσέκ Καλντερίμ, καθώς κατέβαινε για το Καράκιοϊ να πάρει το τραμ, και άρχισε να παίζει Δεν άντεχε να περιμένει να φτάσει στο σπίτι Ο αδελφός του πάλι τον μάλωσε που ξόδεψε όλα του τα λεφτά και που χρεώθηκε κιόλας, μα κατά βάθος τον καμάρωνε για το πάθος και το ταλέντο του. Ο μικρός έκανε ήδη όσα και ο ίδιος θα ήθελε να κάνει μα δεν τόλμησε. Ο Μπαρίς βρήκε και έναν δάσκαλο και ξεκίνησε μαθήματα. Του μάθαινε παραδοσιακό βιολί ο χότζας, τα οθωμανικά και ανατολίτικα μακάμια, αλλά το βράδυ στο διαδίκτυο άκουγε στα ραδιόφωνα και τα μουσικά κανάλια τους μεγάλους ερμηνευτές της δυτικής μουσικής και τον έπιανε το ξημέρωμα... Θαύμασε τον Γεχούντι Μενουχίν και τον Νταβίντ Όϊστραχ, τον εντυπωσίασε ο Αντρέ Ριέ, γοητεύτηκε από την όμορφη Βανέσα Μέι. 

Ήξερε πως αυτή είναι η μουσική που ήθελε να γνωρίσει και να κατακτήσει. Ένας υπέροχος νέος κόσμος που τον μεθούσε. 

Το καλοκαίρι που πέρασε τον κάλεσε ένας άλλος αδελφός του; στο Βέλγιο. Στην Αμβέρσα ζούσε εκείνος μετανάστης. Ξεκίνησε εργάτης σε εργοστάσιο σοκολάτας, μα είχε ανοίξει ένα δικό του μαγαζάκι τώρα, ένα ζαχαροπλαστείο που πουλούσε μαζί με τις σοκολάτες μπακλαβάδες και μουχαλέμπια στους πολυάριθμους Τούρκους, Κούρδους και Άραβες πελάτες της γειτονιάς. «Έλα να δεις εδώ τι γίνεται» του είπε, «Ίσως βρεις δουλειά, ίσως μπορέσεις να μείνεις» Ο Φατίχ είχε μιλήσει με στον αδερφό του στο Βέλγιο για το ταλέντο του μικρού και αποφάσισαν να συνεργαστούν για να τον βοηθήσουν. 

Η βίζα του ήταν μόνο για δύο μήνες, τόσο μπορούσε να πάρει σαν σπουδαστής της γλώσσας. Με άλλη ιδιότητα δεν μπορούσε να πάει στο Βέλγιο. Μα εκείνοι οι δύο μήνες του άλλαξαν τη ζωή. Πήγε σε συναυλίες, σε κονσέρτα, άκουσε ζωντανά την δυτική μουσική που ως τότε άκουγε μόνο από το ίντερνετ. Ζήτησε να μάθει πώς μπορεί να τη σπουδάσει. Πήγε στο καλύτερο ωδείο και του είπαν να κάνει πρώτα από όλα μια δοκιμαστική παρουσίαση . «Κάνετε αίτηση» του είπαν, «στείλτε μας ένα βιογραφικό και κάποιο δείγμα της δουλείας σας βιντεοσκοπημένο ή ηχογραφημένο και θα σας απαντήσουμε, κλείνοντας σας ραντεβού». 

«Δεν προλαβαίνω» τους είπε. 

«Φεύγω σε μία εβδομάδα και δεν ξέρω πότε θα έρθω πάλι... Θέλω να με ακούσετε. Μόνο για 10 λεπτά, δώστε μου μόνο 10 λεπτά.» 

«Δεν γίνεται του είπαν» κύριε. «Υπάρχει μια διαδικασία.» επανέλαβε ψυχρά η ψηλόλιγνη γραμματέας του κονσερβατουάρ με τα καστανά καρέ μαλλιά το λευκό δέρμα και τα μικρά καστανά μάτια. 

Αντί για άλλη απάντηση ο Μπαρίς έβγαλε το βιολί του και άρχισε να παίζει εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια όλων το Πρώτο Καπρίτσιο για βιολί του Παγκανίνι, έργο πολύ απαιτητικό δεξιοτεχνικά που το είχε μάθει μόνος του κατεβάζοντας την παρτιτούρα από το διαδίκτυο. Δυο μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά σε μια επιτροπή από καθηγητές που άκουγαν τον σγουρομάλλη φέρελπι νέο από την Ανατολία να τους ξεδιπλώνει το ταλέντο και τις μουσικές του δεξιότητες. 

«Σας δεχτήκαμε κατ’ εξαίρεσιν» του είπαν. 

«Μας άρεσε αυτό που ακούσαμε και θα σας πάρουμε να φοιτήσετε εδώ στο ωδείο μας ως εξαιρετικό ταλέντο. Κανονίστε τα διαδικαστικά και σας περιμένουμε από το εαρινό εξάμηνο, γιατί οι θέσεις για το χειμώνα έχουν κλείσει».



Γύρισε ενθουσιασμένος στην Πόλη και άρχισε να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι. Πετούσε. Στο μεταξύ δούλευε σαν τρελός για να μαζέψει ένα κομπόδεμα. Η χώρα ζούσε στον πυρετό που ακολούθησε το πραξικόπημα του καλοκαιριού και ετοιμαζόταν για το δημοψήφισμα του Απριλίου, μα ο Μπαρίς δεν νοιαζόταν για αυτά. Έβλεπε μπροστά του μόνο έναν δρόμο. Αυτόν της μουσικής που περνούσε μέσα από τις σπουδές στο κονσερβατουάρ της Αμβέρσας. «Και αυτό θα είναι μόνο η αρχή», σκεφτόταν. «Πόσοι δρόμοι ανοίγουν μετά» Ήξερε καλά πως αυτός και όχι άλλος είναι ο δρόμος του και τον ονειρευόταν λαμπρό και γεμάτο μουσική. 

Όταν γύρω στα τέλη της χρονιάς πήγε να ζητήσει βίζα για το Βέλγιο έφαγε την πρώτη ψυχρολουσία. «Δεν δίνουμε βίζα για μουσικές σπουδές στο ωδείο» του είπαν. «Δεν έχετε τα τυπικά προσόντα για να εγγραφείτε. Δεν μπορείτε να κάνετε ανώτερες μουσικές σπουδές, χωρίς κάποιο πτυχίο και τις άλλες τυπικές προϋποθέσεις που ο νόμος απαιτεί». 

«Μα στο κονσερβατουάρ με δέχτηκαν ως εξαιρετικό ταλέντο». 

«Ναι το βλέπουμε. Αυτοί κάνουν την δουλειά τους και εμείς την δική μας. Οι τυπικές προϋποθέσεις δεν ισχύουν για εσάς. Αν ήσασταν πολίτης της ΕΕ θα ήταν αλλιώς». 

Πήγε και ξαναπήγε, αλλά μάταια. 

«Δώστε μου τουλάχιστον βίζα 2-3 μηνών για γλώσσα». 

«Ούτε και αυτό μπορούμε. Δεν κάνατε καλή χρήση την προηγούμενη φορά που βρεθήκατε στο Βέλγιο. Πήρατε για γλώσσα και δεν φοιτήσατε τελικά, δεν έχετε να μας δείξετε αποδεικτικό». 

«Λυπάμαι πολύ» είπε στο τέλος κοφτά η υπάλληλος. «Απλά δεν γίνεται».  

Ένιωσε να χάνεται η γη κάτω από τα πόδια του. Η Αμβέρσα, το κονσερβατουάρ που τον περίμενε, οι μουσικές σπουδές, τα όνειρα για την καριέρα, όλα φάνηκε να εξανεμίζονται με μιας. 

«Πως δε γίνεται, όλα γίνονται» σκέφτηκε σε μια στιγμή. «Εγώ θα πάω στο Βέλγιο. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα πάω.» και ξεκίνησε να καταστρώνει το σχέδιό του. 

Στα μέσα του Απρίλη, αμέσως μετά το Πάσχα οι ελληνικές λιμενικές αρχές και η FRONTEX εντόπισαν το ναυάγιο μιας μεγάλης βάρκας γεμάτης με πρόσφυγες και μετανάστες ανοιχτά της Μυτιλήνης. Ο καιρός ήταν καλός και η θάλασσα γαλήνια. Η βάρκα ωστόσο βούλιαξε για άγνωστο λόγο. Ίσως ήταν παραφορτωμένη με κόσμο ίσως να μετακινήθηκαν οι επιβάτες μέσα της. Μετά ο πανικός, πολλοί δεν ήξεραν κολύμπι,,τα βαριά ρούχα....Τα σωστικά συνεργεία έσωσαν κάμποσους επιβάτες. Ανάμεσά τους και μια έγκυος γυναίκα. Περισυνέλεξαν όμως και 16 νεκρούς. Πρόσφυγες από την Συρία και το Ιράκ, Αφγανοί, Πακιστανοί. 

Ανάμεσά τους εντοπίστηκε και ένας νέος άντρας που γρήγορα αναγνωρίστηκε ως πολίτης της Τουρκίας. Είχε άλλωστε πάνω την ταυτότητά του. "Μπαρίς Γιαζγκί, ετών 22, υπηκοότητα τουρκική," έγραφε η αναφορά των αρχών. Στο χέρι του βρέθηκε περασμένη μια θηλιά από σκοινί. Στην άλλη άκρη του σκοινιού ήταν δεμένο ένα βιολί. 

«Εγώ θα πάω στο Βέλγιο, Φατίχ άμπη» είπε στον αδερφό του πριν τρεις μέρες που τον αποχαιρέτησε και άφησε το σπίτι τους στην Πόλη. «Καλά πὠς θα πας, τι σκέφτεσαι. Αφού δεν σου δίνουν βίζα Πρόσεξε» «Μη σε νοιάζει, άμπη», συνέχισε ο μικρός «Εγώ θα πάω και θα σπουδάσω βιολί, και μετά θα πάρω και εσένα εκεί, να σε ακούσουν και εσένα και να δουν τι σπουδαίος μουσικός είσαι. Θα πάρω και εσένα εκεί, ακούς. Εδώ δεν έχουμε ζωή πια.» 

Ο Φατίχ αποχαιρέτησε τον μικρό με δάκρυα στα μάτια. 

«Ποιος είναι ο άμπης και ποιος ο μικρός αδελφός, τελικά ανάμεσά μας,», σκεφτόταν καθώς τον φιλούσε στο μέτωπο «Καλή αντάμωση, αδελφέ μου, ο Θεός μαζί σου». 

Αυτή είναι η ιστορία του Μπαρίς, ενός νέου βιολιστή από την Ανατολή που ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο. Ή αυτή θα μπορούσε να είναι. Μικρή σημασία έχει. 

Συνοψίζω την είδηση παρατακτικά: 

Ο Μπαρίς Γιαζγκί ήταν ένας νέος από το Σίιρτ που αγαπούσε το βιολί. 

Ο Μπαρίς πνίγηκε στα γαλήνια νερά του Αιγαίου στην προσπάθειά του να περάσει στην Ελλάδα παράνομα. 

Ο Μπαρίς είχε σκοπό να πάει στο Βέλγιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην μουσική και στο βιολί. Αποφάσισε να μπει παράνομα στην ΕΕ καθώς δεν μπόρεσε να πάρει βίζα από τις βελγικές αρχές. 

Ο Μπαρίς ήταν μόλις 22 χρονών. Όταν τον ανέσυραν από τα παγωμένα νερά βρήκαν να έχει δεμένο στο χέρι του το βιολί του. 

Ο Μπαρίς πέρασε στο θάνατο έχοντας στην αγκαλιά του ό,τι αγάπησε περισσότερο στην σύντομη ζωή του. 

Ο Μπαρίς που το όνομά του σημαίνει Ειρήνη, είναι μία ακόμα τύψη του δικού μας πολιτισμού.

Εύχομαι να γίνει ένα αστέρι στον ουρανό, έτσι όπως έζησε στην γη, για να φωτίζει και τους δικούς μας σκοτεινούς ορίζοντες 

Καλό ταξίδι Μπαρίς. Ας πλουτίζεις τώρα με το γλυκόηχο βιολί σου την ορχήστρα του παραδείσου. 
Η είδηση από την τουρκική Τζουμχουριέτ.

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ~ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ


TheodoropoulosGermanos


Γράφει ο Ιωάννης Ελ. Σιδηράς                      Θεολόγος – Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
Η ΕΝΣΑΡΚΩΜΕΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΦΑΝΑΡΙΟΥ
«Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19)



  • Ιωβηλαίον Τεσσαρακονταπενταετούς Αρχιερωσύνης (1972-2017).

  • Το «οστράκινον σκεύος» της θείας χάριτος στη διακονία της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας.

   Ο ενθέου σοφίας πεπληρωμένος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συχνά διέκρινε την έννοια του «Δεσπότου» (Dominus = Δεσπότης, Κυρίαρχος) από εκείνες του «Επισκόπου» και «Πατρός», επειδή ακριβώς κάποιος δύναται ευκολότερα για τον εαυτό του να είναι και να συμπεριφέρεται ως «Δεσπότης» παρά ως «Επίσκοπος» και «Πατέρας», που είναι όντως μέγα, επώδυνο και δυσχερές πνευματικό πάλαισμα. Κι αν πάλι ο ίδιος αισθάνεται αυτάρκης ως «Δεσπότης» εν τη αυταρεσκεία και φιλαυτία του, καθίσταται έτι περισσότερο δυσχερές να αποβάλει το του «Δεσπότου φρόνημα», ήτοι τον «Δεσποτισμόν», και να γίνει «όλος καθ’ όλα Επίσκοπος και Πατήρ».
   Η λέξη ή ο όρος «Δεσπότης» δεν συνάδει προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου Θεοδωρουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την τεσσαρακονταπενταετή αρχιερατική διακονία του (1972-2017) είναι και παραμένει με όλη τη σημασία των λέξεων «Επίσκοπος» και «Πατέρας». Ίσως για ορισμένους να θεωρηθεί η γραφή τούτη ως «λόγος καθ’ υπερβολήν» – αλλά δεν είναι – επειδή όντως στο αγιοπνευματικό και γνησίως ασκητικό και όλο αγάπη και ταπείνωση πρόσωπο του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού  οι όροι «Επίσκοπος» και «Πατήρ» της του Χριστού Μητρός Αγίας Μεγάλης Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας αποκτούν σε απόλυτο βαθμό την αληθή σημασία, πληρότητα και αξία τους. Ακόμη και αν κάποιος επιθυμήσει να προσεγγίσει τον Επίσκοπο και Πατέρα Γερμανό ως Δεσπότη, θα αντιληφθεί τάχιστα ότι πίπτει τραγικά έξω στους υπολογισμούς του ευρισκόμενος ενώπιον ενός αληθούς Επισκόπου, ο οποίος λαλεί «εν σιωπή» και «φαίνει τοις πάσι φως Χριστού» εν τη αφανεία του.
   Στο πρόσωπο του Φαναριώτου αυτού Ιεράρχου επαληθεύεται περίτρανα ότι υπάρχουν πρόσωπα στον αμπελώνα του Κυρίου, στο θαυμασίως θαυμαστό γεώργιον της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα οποία μας καθηλώνουν και μόνο με το νηπτικό, απαθές και καθάριο βλέμμα τους και μας σαγηνεύουν με την φωνή τους όσο ισχνή και να είναι. Πολλώ δε μάλλον με την «μυστική σιωπή» της φυσικής παρουσίας τους τελεσιουργούν στο εσώτατο «ταμείον της ψυχής» μας την εν Χριστώ θαυμαστή αλλοίωση, η οποία είναι έγερση, αφύπνιση, σεισμός και συνειδητοποίηση της αναξιότητός μας. Όταν τα βλέμματα των συγχρόνων ανθρώπων συναντούν το βλέμμα, το ουράνιο εκείνο βλέμμα, του αγίου αυτού Αρχιερέως μιά σκέψη γεννάται αυθορμήτως σε όλους, ότι δηλαδή στο πρόσωπό του ευρίσκει την απόλυτη εφαρμογή και επαλήθευσή του, το του Ευαγγελίου: «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19).
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
   Ένα τέτοιο πρόσωπο μέσα στη ζάλη των πολλών εκατομμυρίων της Κωνσταντινουπόλεως είναι ο Άγιος Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, ο οποίος σφραγίζει με την παρουσία και σήμερα πια με την σιωπή του, ένεκα ασθενείας, την «ετέρα όψη», την μυστική και αγιοπνευματική, του Ιερού Κέντρου ως της Πρωτευθύνου Καθέδρας των Πανορθοδόξων, ήτοι του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το «εν ετέρα μορφή» πρόσωπό του είναι ωσάν να εξήλθε από κάποιο εικονοστάσιο της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και ήλθε μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο της πολίτικης Ρωμηοσύνης και της Ορθοδοξίας να γίνει πυξίδα και οδοδείκτης κατά τους εσχάτους χρόνους. Σχεδόν ακατανίκητη η μορφή, η οσιακή όψη, του προσώπου του εντυπώνεται στα εσώτατα της μνήμης και της καρδίας των ανθρώπων, εάν έστω και για μία φορά είχαν και έχουν την από Θεού ευλογημένη ευκαιρία ή συγκυρία, να τον συναντήσουν και να λάβουν την ευχή του, παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, επειδή πάντοτε με ευγενικό τρόπο αρνείται να δεχθεί χειροφίλημα του προσερχομένου, λέγοντας με την γλυκεία φωνή του: «παρακαλώ… παρακαλώ» και κρύπτει το ασκητικό χέρι του μέσα στο ράσο.
   Στα στενά πολίτικα σοκάκια και στα φαναριώτικα καλντερίμια, στα πνιγμένα από κόσμο πεζοδρόμια και στις πολύβοες οδούς, στα πονεμένα κοιμητήρια των Ρωμηών και στην άγρυπνη και επισκοπούσα Μπαλουκλιώτισσα Παναγιά, στα Αγιάσματα και στον Πατριαρχικό οίκο και ναό προβάλλει η σχεδόν «αποκαλυπτική», αέρινη μορφή του μελανοφόρου Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αίρει στους κατ’ άνθρωπον ασθενικούς ώμους του, εν μυστική σιωπή, μετά πολλής προσευχής και βαθείας πίστεως, το «μυστικό σώμα της Ορθοδοξίας, του φαναριώτικου ιδεώδους και της πολίτικης Ρωμιοσύνης». Ένας Αββάς των εσχάτων χρόνων, ως άλλος κοσμοκαλόγερος ή ασκητικός αναχωρητής «εν τω κόσμω», αλλ’ «ουκ εκ του κόσμου τούτου», ο μυσταγωγός αυτός της αυτοταπεινώσεως θραύει τα γήινα και ερεθίζει τις ανθρώπινες αισθήσεις του σύγχρονου κοσμικού προσκυνητού της πονεμένης και «αεί ζώσης» Παναγιοσκεπάστου Κωνσταντινουπόλεως και του μαρτυρικώς καθαγιασμένου Πρωτοθρόνου Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τούτο πιστοποιείται όταν ο τυχαίος προσκυνητής  ή επισκέπτης καθορά, ακούει, συνομιλεί και «βάζει μετάνοια» στον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ - Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Η ευλαβής επετειακή ταύτη ιχνηλασία στα περί του βίου του Επισκόπου Γερμανού μάς οδηγεί ογδόντα επτά έτη πίσω στην ιστορία και στο πολύφημο Μακροχώρι όπου την 17η Σεπτεμβρίου του 1930 εγεννήθη ο Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός (Αθανασιάδης) και μάλιστα ουδόλως τυχαία κατά την ημέρα της εορτής της μάρτυρος Μητρός Αγίας Σοφίας μετά των τριών μαρτύρων θυγατέρων αυτής, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης των οποίων τα ονόματα είναι δηλωτικά των θειοειδών αρετών του πολιού Φαναριώτου Ιεράρχου, ο οποίος αποτελεί την «ενσαρκωμένη Σοφία, Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη» του εσταυρωμένου Φαναρίου και της εσταυρωμένης πολίτικης Ρωμηοσύνης.
   Φιλομαθής και μετά ζήλου ευρυμαθής εφοίτησε αρχικώς στην εκτατάξια αστική σχολή της κοινότητος Μακροχωρίου, στο Γυμνάσιο της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής και εν συνεχεία στο γυμνασιακό και λυκειακό τμήμα της εν Χάλκη Ιεράς Θεολογικής Σχολής εκ της οποίας απεφοίτησε το έτος 1954 μετά από τετραετείς επιτυχείς σπουδές. Εχειροτονήθη Πρεσβύτερος την 15η Αυγούστου 1966 και επροχειρίσθη Αρχιμανδρίτης διορισθείς μάλιστα και Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων υπό του Γέροντός του, αοιδίμου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (Παπαπαϊσίου), κατά την 29η Οκτωβρίου 1966. Εξελέγη Επίσκοπος Αριανζού την 11η Ιανουαρίου 1972 και παρέμεινε ως Βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Δέρκων μέχρι την 5η Φεβρουαρίου 1987, οπότε ονομάσθηκε Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως προαχθείς σε ενεργεία Μητροπολίτη την 2α Οκτωβρίου 1990. Υπό του αοιδίμου Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου (1972-1991) την 10η Ιανουαρίου 1991 ετοποθετήθη Ηγούμενος της κατά Χάλκη Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος και την 21η Δεκεμβρίου 1995 ανετέθη σε αυτόν υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως και των παρακειμένων Ιερών Μητροπόλεων.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Η πορεία της ζωής και της λευϊτικής και αυτοθυσιαστικής διακονίας του Επισκόπου Γερμανού ως Φαναριώτου Ιεράρχου είναι τιμή και δόξα, βακτηρία και ελπίδα, τροφή και ύδωρ επιβιώσεως, σταυραναστάσιμον έλαιον για την «ακοίμητη κανδήλα» της εσταυρωμένης και «αεί ζώσης» Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Στο ασκητικό πρόσωπο και την Χριστομίμητη διακονία του Επισκόπου και Πατρός Γερμανού ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα γραφόμενα του φιλόμουσου και μουσοστεφούς Φαναριώτου Μητροπολίτου Πέργης Ευάγγελου (Γαλάνη) για τους «ευγενείς ρασοφόρους και φωτισμένους Φαναριώτες Αρχιερείς», υπό τον τίτλο: «Αθλούντες Γενειάτες», ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Οι Φαναριώτες Αρχιερείς και ο τύπος τους. Κράμα δύο παραγόντων. Του τοπικού και του εκκλησιαστικού. Του μυστικοπαθούς περιβάλλοντος και του μυσταγωγικού θεσμού τους. Της Πόλης και τους Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η νοηματική τους αναπαλαίωση από το πρώτο. Ο Φαναριωτισμός τους από τον δεύτερο. Από τους δύο, ο ιδιώνυμος τύπος τους. Ο τύπος του Φαναριώτη Αρχιερέα. Υπόσταση, ανάμεσα σε ιδιότυπη ασκητικότητα και συνείδηση του βιουμένου μυστηρίου. Ο Φαναριώτης Ιεράρχης είναι ο λάτρης του θεσμού του. Ο υπηρέτης του θαύματος που λέγεται Οικουμενικό Πατριαρχείο. Έχει διακίνηση ιδεών στο νού και λειτουργικότητα στις ενέργειές του… οπός πολυχρόνιας ζύμης ξεχύνεται μπροστά στον Φαναριώτη Αρχιερέα. Χυμός γνώσεως και ευσεβείας. Μ’ αυτόν τρέφει και κατευθύνει τις ροές της διακονίας του, στην πηγή των λύσεων. Έχει ευθύνη έναντι της ευθύνης. Από την «ακρίβεια» του λόγου του μέχρι την «οικονομία» του. Έχει και έγκυψη βαθεία στο ρίγος του χώρου του. Στο λόγο του χώρου του…
Σχετική εικόνα
   Οι Αρχιερείς του Φαναρίου! Συμπορεύονται με τον Πατριάρχη τους. Τρέχουν «οι δύο ομού». Και τρέμουν μαζί με τον Πατριάρχη τους. Μαζί και στην εκκίνηση και στο τέρμα. Στην τριβή πάνω στο μυστήριο της Μεγάλης Εκκλησίας. Όπου κοινωνούν και απολύονται μαζί. Από τη θεία χάρη. Και με ίδιο πάθος. Φοβούνται το Θεό. Συνομιλούν με την ιστορία. Συμβουλεύονται τη μαρτυρία των Πατέρων τους».
   Όσο κι αν οι αφ’ υψηλού κρίνοντες τα πρόσωπα και με κοσμικό φρόνημα διατυπώνουν άφρονα λόγο κατηγοριοποιώντας τους ανθρώπους ανάλογα με τις περγαμηνές και τους παπύρους που έχουν αποκτήσει ή την κάλπικη και υποκριτική «διπλωματία» που κενόδοξα και ματαιόδοξα προβάλλουν ως «αρετή και χάρισμα», εντούτοις στο γνήσιο και αληθές πρόσωπο του Επισκόπου Γερμανού παντά τα ως άνω κίβδηλα, μάταια και ψευδή καταρρίπτονται. Ο πολιός αυτός Ιεράρχης της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ως «η ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου», αν και φαντάζει στα όμματα των κοσμικών κριτών ως «εύθραυστον οστράκινον σκεύος» χωρίς βαρύγδουπους τίτλους και διπλώματα της «κατά κόσμον» αναγνωρίσεως, εντούτοις είναι τω όντι όντως «άθραυστον ιερώτατον δοχείον θείας χάριτος και εμπνεύσεως», στο οποίο μυστικά εμπερικλείονται τα του Παρακλήτου χαρίσματα της κατά Θεόν σοφίας και γνώσεως και της εν Χριστώ αληθείας που κονιορτοποιούν τα προσωπεία της δήθεν διπλωματικότητος και της ασόφου σοφίας του κόσμου τούτου.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου-Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Επειδή ο ίδιος μετέχει οντολογικά (υπαρξιακά) στο «μυστήριον της ευσεβείας» εν τη Εκκλησία και μάλιστα ως ιεροφάντης και μύστης ιερώτατος στην κενωτική διακονία της σταυραναστασίμου Μεγάλης Εκκλησίας βιώνοντας το του Αποστόλου των Εθνών Παύλου: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20), και φέροντας επί των ώμων και των τιμίων χειρών αυτού και της όλης αφανούς βιοτής του «ως εν λιτανεία» τον σταυρό και την ανάσταση του Θεανθρώπου Χριστού, θα μπορούσε να ειπωθεί και να γραφεί ότι ο συγκεκριμένος μεγάλος εν σιωπή Ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου είναι ο του Χριστού αληθέστατος και γνησιότατος Επίσκοπος και Πατήρ, στον οποίο ενσαρκώνονται και υποστασιοποιούνται τα «Τέσσερα Άλφα», ήτοι οι κατά Χριστόν αρετές της «Ανεξικακίας, Αφιλαργυρίας, Αυτοταπεινώσεως και Ανεπιτηδεύτου βιοτής». Ίσως ακούγεται παράδοξο ότι ο γράφων αποκαλεί τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό ως τον Επίσκοπο των «Τεσσάρων Άλφα», αλλ’ όμως δεν είναι αβάσιμο και ψευδές, επειδή ακριβώς η όλη περπατησιά του, η εν Χριστώ ζωή και διακονία του αποδεικνύουν περίτρανα του λόγου το αληθές και αψευδές.
   Ναι! Ο Επίσκοπος των «Τεσσάρων Άλφα», Μητροπολίτης Θεοδωρουπόλεως Γερμανός ως «έμφλογο θυμιατήριον» αγάπης παρά τις κατ’ άνθρωπον πίκρες και δοκιμασίες του ουδέποτε έδωκε χώρο στα αρετοκτόνα πάθη της κακίας, του μίσους, του φθόνου, της καταλαλιάς ή της εκδικητικότητος. Παραμένει η «ενσαρκωμένη εν Χριστώ αγάπη» της πονεμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Ακόμη και με την σιωπή του, το κατά τους νηπτικούς Πατέρες «απαθές βλέμμα» του λαλεί ως «εύλαλον αντίφωνον» ότι ο «Θεός αγάπη εστί» (Α΄ Ιω. 4, 16) και ο ίδιος ως πιστός τηρητής των του Κυρίου εντολών ενσαρκώνει έργοις και λόγοις την προς «τον πλησίον αγάπη», γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κάθε κληρικό και λαϊκό, για πάντα άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνοφυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικής αναφοράς.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Σύμφωνα με την περί ανεξικακίας και ενθέου αγάπης του Επισκόπου Γερμανού προς Χριστιανούς και Μουσουλμάνους της Πόλεως, ζώσα μαρτυρία του Κωνσταντινουπολίτη, κατοίκου σήμερα Κομοτηνής, Παναγιώτη Καρακάση, υιού του αειμνήστου Ηλία Καρακάση, στενού φίλου του Ιεράρχου, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ως αληθής άνθρωπος Θεού, Επίσκοπος και Πατέρας, έχαιρε εκ νεότητος της εκτιμήσεως, του σεβασμού και της αγάπης όχι μόνον των Χριστιανών αλλά και των Μουσουλμάνων, επειδή και οι ίδιοι βίωναν την «δι’ έργων ενεργουμένη αγάπη» του και προς αυτούς. Γι’ αυτό ο γείτονας και φίλος του Ηλία Καρακάση, μουσουλμάνος φαρμακοποιός της κοινής τους γειτονιάς, κάθε φορά που έβλεπε να διαβαίνει ο Επίσκοπος Γερμανός την γειτονιά, έλεγε και ξανάλεγε στον Ηλία: «Ηλία, αυτός ο άνθρωπος είναι αγιασμένος από τον Θεό, είναι όντως άγιος».
   Είναι πλέον παροιμιώδης η αφιλαργυρία και αφιλοχρηματία του Επισκόπου Γερμανού καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του κατά την οποία ο Χριστός και ο άνθρωπος αποτελούν το «συναμφότερον» της υπάρξεώς του και όχι ο εφήμερος πλούτος και τα φθαρτά κτιστά υλικά αγαθά. Διά τούτο και ουχί καθ’ υπερβολήν θα τον ονομάζαμε «Γερμανός ο Ανάργυρος». Καθώς μάλιστα γράφονται αυτές οι αράδες ως κατάθεση και δώρημα ψυχής, ανακαλούνται με έντονη συγκινησιακή φόρτιση στη μνήμη μας, σχεδόν αυτομάτως, τα όσα ο κ. Παναγιώτης Καρακάσης και ο Γ.Μ., κάτοικος Βόλου, ο οποίος ευρέθη κάποτε εξομολογούμενος υπό το πετραχείλι του, μάς μετέφεραν προ πολλών ετών διηγούμενοι τα της θαυμαστής αφιλοχρηματίας, της υποδειγματικής αφιλαργυρίας του Επισκόπου Γερμανού, ο οποίος σε όλη την ζωή του δεν κράτησε ποτέ χρήματα στα χέρια του και οι τσέπες του, κατά το «κοινώς λεγόμενον», ήταν «τρύπιες», επειδή πάντοτε και αδιαλείπτως προσέφερε όλα τα χρήματά του προς πάντα έχοντα ανάγκη άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκείας ή εθνοφυλετικής καταγωγής.

   Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα μαρτυρούν τα δύο ως άνω πρόσωπα: «όταν κάποτε ο Επίσκοπος Γερμανός έπεσε θύμα κλοπής, επειδή κάποιος του είχε αφαιρέσει το πορτοφόλι στο δρόμο ή σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς με το οποίο μετεκινείτο, εκείνος αντιληφθείς αργότερα το γεγονός και με απόλυτη αταραξία και γαλήνη είπε προς τους σχολιάζοντες το συμβάν ότι δεν τον ενόχλησε η κλοπή του πορτοφολιού διότι εκείνος που το έκλεψε, θα είχε μεγαλύτερη ανάγκη από τον ίδιο, αλλά αισθανόταν λύπη, επειδή, δυστυχώς, στο πορτοφόλι του δεν υπήρχαν καθόλου χρήματα και ο κλέφτης δεν θα ελάμβανε την βοήθεια που τόσο επιποθούσε». Τα πλείονα σχόλια νομίζουμε πως είναι περιττά…, αλλά εν προκειμένω προσήκει τω όντι μόνο μία φράση: «Ω της μακροθυμίας και συγχωρετικότητος…».
   Ο Επίσκοπος Γερμανός ενεδύθη το τιμημένο ράσο και ενετάχθη στον ιερό άγαμο κλήρο για να υπηρετήσει: «εξ όλης ψυχής, καρδίας και διανοίας», εξ άκρας αυτοθυσιαστικής αυταπαρνήσεως και εν Χριστώ κενωτικής αγάπης, την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και δη την εσταυρωμένη Μητέρα Αγία Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και τον ευσεβή και φιλόχριστο λαό του Θεού, και όχι έχοντας ως αυτοσκοπό την επισκοποποίησή του, την οποία ουδέποτε επεδίωξε ή διεκδίκησε με μεθοδεύσεις ή λοιπές ανοίκειες πρακτικές, φαινόμενο θλιβερό άλλωστε στις ημέρες μας, ουχί σπάνιο ή άγνωστο…
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Με την προσευχητική σιωπή και την ως ελευθέρα επιλογή νηπτική, αφανή και άνευ κενοδόξων επιδείξεων και ματαιοδόξων τυμπανοκρουσιών δράση του στην όλη ιερατική διακονία του ήταν ο «μονίμως απαρατήρητος» ή ο μη «υπολογίσιμος» στα όμματα των ρηχών ανθρώπων, αλλά ο «ευαρεστών αδιαλείπτως Κυρίω τω Θεώ» και «αναπαύων λόγοις και έργοις τον φιλοθέον λαόν», που επιθυμούσε δικαίως την επισκοποποίησή του, η οποία ήλθε ολίγους μήνες προ της κοιμήσεως του Πατριάρχου Αθηναγόρου Α΄ (1948-1972), κατόπιν των αόκνων και ανυστάκτων προσπαθειών του Γέροντός του, αοιδίμου και αξίου Μητροπολίτου Δέρκων Ιακώβου (1950-1977), του από Ίμβρου και Τενέδου, ο οποίος όταν συχνάκις εγίγνετο δέκτης της αγάπης που έτρεφε ο λαός και οι επιφανείς Πολίτες προς το πρόσωπο του τότε Αρχιμ. Γερμανού, καθώς και της επιμόνου απαιτήσεώς τους να «λάβει μίτρα», εκείνος απαντούσε με χαμόγελο: «ουκ επέστη καιρός». Όταν όμως επέτυχε την εκλογή και ανάδειξή του στο Επισκοπικό αξίωμα, παρά το γεγονός ότι ο αοίδιμος και αυστηρός Πατριάρχης Αθηναγόρας ήταν φειδωλός στις επισκοποποιήσεις αλλά και πολλοί αρχιερείς ίσως δεν επίστευαν ότι θα μπορούσε ο «αφανής Γερμανός» να εκλεγεί Αρχιερεύς, εκείνος ο σοφός Μητροπολίτης Δέρκων εδήλωσε περιχαρής και συγκινημένος προς τους φίλους του τότε Πρωτοσυγκέλλου Γερμανού, ότι: «νυν επέστη καιρός».
   Ως Επίσκοπος Αριανζού ο Γερμανός δεν παρεφρόνησε λόγω του ύψους του Αρχιερατικού αξιώματος ούτε και μετήλλαξε το ύφος και το ήθος, τον λόγο, την εν τω κόσμω περπατησιά και την νηπτική βιοτή του, αλλά έτι περισσότερο επεπόθησε την αυτοταπείνωση και το ανεπιτήδευτο στην όλη βιοτή και πολιτεία του. Υποδειγματικός στα αρχιερατικά και πνευματικά καθήκοντά του εν τη Εκκλησία και υπέρ του λαού του Θεού, ανήλθε την ασκητική κλίμακα γενόμενος «τύπος και υπογραμμός» για κληρικούς και λαϊκούς. Η δε φήμη του για την οποία ουδέποτε εργάσθηκε, επειδή ακριβώς ηνάλωσε την όλη ύπαρξή του για την δόξα του ονόματος του Θεού, της Μητρός Εκκλησίας και την ωφέλεια των ανθρώπων, ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινουπόλεως και κατέστη γνωστή τοις πάσι, «τοις εγγύς και τοις μακράν».
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδυτου κ.κ. Στεφάνου
   Ουδέποτε απέκτησε πλούτο, αυτοκίνητο, πολυτελή οικήματα, βαρύτιμες στολές, εγκόλπια και τόσα άλλα που είναι ο έρως ενίων, αλλά με τα ολίγα επορεύθη και με σεμνότητα, εγκράτεια, αυτάρκεια και λιτή ζωή επεβίωσε. Έδινε και δεν λάμβανε. Προσέφερε και δεν ζητούσε, ούτε κατά διάνοιαν απαιτούσε ή διεκδικούσε ουδέν. Εφρόντιζε με αγάπη και στοργή την μητέρα του μέχρι της κοιμήσεώς της και ο πιστότερος φίλος του ήταν οι ιερές ακολουθίες και η εν γένει μυστηριακή και λειτουργική – λατρευτική ζωή της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, η μελέτη των Αγίων Γραφών και της Πατερικής και ασκητικο-νηπτικής θεολογίας, η προσευχή και η νηστεία. Πόσες και πόσες ψυχές ως εξομολόγος δεν οδήγησε «εις νομάς σωτηρίους» με τον λόγο, την σιωπή του, τις κινήσεις και την ευγένειά του, το χαμόγελο και το βλέμμα του, την ασκητική βιοτή και την ταπείνωσή του, εν άλλαις λέξεσι, με το οσιακό παράδειγμά του.
   Ακόμη ενθυμούμαι ωσάν να ήταν χθες τα όσα συγκινημένος μου διηγήθηκε προ πολλών ετών ο Γ.Μ. από τον Βόλο, όταν ευρέθη στην Ιερά Μονή της Μπαλουκλιώτισσας Παναγίας για να βρει, όπως του είχαν πει οι εξ Ελλάδος κληρικοί, τον «Άγιο Δεσπότη» , τον Θεοδωρουπόλεως Γερμανό και να εξομολογηθεί. Ήταν σαράντα ετών άντρας και ουδέποτε είχε βρεθεί κάτω από πετραχείλι. Τον έπνιγαν οι λογισμοί και ο αόρατος πόλεμος του αντιδίκου ήταν κραταιός. Εφοβείτο και εδίσταζε να εξομολογηθεί και μάλιστα σε Φαναριώτη Αρχιερέα. Όταν όμως το βλέμμα του αντίκρισε το πρόσωπο και κυρίως τα μάτια του Επισκόπου Γερμανού και στην κίνησή του να φιλήσει το χέρι του, άκουσε εκείνη την αγγελομίμητη ισχνή φωνή: «παρακαλώ… παρακαλώ…», καθώς ο Γέρων Επίσκοπος έκρυπτε το ασκητικό αγιασμένο χέρι του μέσα στο ράσο, ποταμοί και ωκεανοί δακρύων επλημμύρισαν τα μάτια του και με λυγμούς έκλινε τον αυχένα και εξομολογήθηκε. Διελύθησαν πάραυτα και οι φόβοι και οι δισταγμοί και οι ποικίλοι λογισμοί. Εκεί που υπήρχε σκότος, ήλθε φως. Εκεί που η ασφυξία κυριαρχούσε μέσα του και τον κατέπνιγε, εφύσηξε αέρας δροσερός, πνοή ζώσα. Εκεί που το πυρ της συνειδήσεως κατέκαιε τα πάντα, εδόθη η ζωογόνος δρόσος και τα δάκρυα ως ουράνιος λουτήρ και λουτρόν παλιγγενεσίας μετεμόρφωσαν τον χοϊκό άνθρωπο. Μία φράση ως ιερά παρακαταθήκη φυλάττει ο Γ.Μ. από τα χείλη του Επισκόπου Γερμανού: «Κανείς άλλος δεν σε αγαπά, όπως και όσο ο Χριστός. Μη το λησμονείς ποτέ». Και μετά σιωπή… ο παράκλητος έπνευσε. Στο καθαγιασμένο λοιπόν πρόσωπο του αφανεστάτου αυτού Φαναριώτου Αρχιερέως φαίνεται πως εκπληρούται ο λόγος του Αποστόλου των εθνών Παύλου: «τοιούτος γαρ ημίν έπρεπεν αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος…» (Εβρ. 7, 26).
Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
   Εσπέρας Μεγάλης Πέμπτης στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου και μετά την ανάγνωση του Α΄ Ευαγγελίου από τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, οι Αρχιερείς του Θρόνου, κατά την τάξη της Μεγάλης Εκκλησίας, με Ωμόφορο και Πετραχείλι, αναγιγνώσκουν από την Ωραία Πύλη, κατά σειρά έκαστος και από ένα εκ των Δώδεκα Ιερών Ευαγγελίων. Έρχεται και η σειρά του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού για την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου, η οποία δεν είναι μία απλή ανάγνωση, αλλά μία μυσταγωγία καθώς η «ενσαρκωμένη ταπείνωση του Φαναρίου» μυσταγωγεί τα του Κυρίου σεπτά Πάθη και την «άκρα ταπείνωση» της μακροθυμίας Του. Αυτά δεν γράφονται, αλλά μόνο βιώνονται έως μυελού οστέων. Βιώνονται εν σιωπή… απολύτω σιωπή… και εν νηπτική κατανύξει…
   Ο Επίσκοπος Γερμανός ως Αρχιερεύς της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας από το 1972 και μέχρι σήμερα εστάθη αληθής και γνήσιος, υποδειγματικός και άξιος συγκυρηναίος ενώπιον τριών Οικουμενικών Πατριαρχών, ήτοι των Αθηναγόρου, Δημητρίου και Βαρθολομαίου του πολλαπλώς και ποικιλοτρόπως τιμώντος τον πολιό Φαναριώτη Ιεράρχη. Τοιουτοτρόπως ανεδείχθη σε «τύπο και υπογραμμό Φαναριώτου Ιεράρχου», στο πρόσωπο του οποίου ευρίσκει εφαρμογή η μνημονευομένη υπό του αοιδίμου σοφού Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου (1914-1986) ρήση του μάκαρος Οικουμενικού Πατριάρχου Βενιαμίν Α΄ (1936-1946), ο οποίος συνήθιζε να λέγει για τους Φαναριώτες Ιεράρχες: «Είναι ο όρκος μας για την συνέπεια και την συνέχεια».
   Στην χορεία αυτή των του Φαναρίου Ιεραρχών, εν οις και ο Θεοδωρουπόλεως Γερμανός, αναφερόμενος με «δέος και θάμβος» ο Μητροπολίτης Πέργης Ευάγγελος γράφει: «Ασίγητοι μπροστά στο θάμβος του μυστηρίου της Εκκλησίας τους. Και πιστοί στον όρκο της συμπαθείας τους με τη ρωμηοσύνη. Αυτή είναι η συνέπεια της υπογραφής τους στους κώδικες των Συνοδικών. Και του «μικρού», όπου τους βλέπει κατά μόνας ο Θεός. Και του «Μεγάλου», όπου τους θεωρεί ο κόσμος. Από τα δύο αυτά Συνοδικά παίρνουν την ειδημοσύνη τους, που με τον καιρό τούς ιδιοποιεί. Μέχρι που γίνονται μεγαλοσχήμονες της καρτερίας. Ισοβίτες άγγελοι της εγρηγόρσεως του γένους. Και φανολίδες αυγές που εκφαίνουν την καθημερινότητα της μαρτυρίας. Οι Φαναριώτες Αρχιερείς είναι πνεύματα που απεργάζονται την εκφαντορία του τριπτύχου μυστηρίου της ζωής μας. Της Πόλης, της Εκκλησίας, της Ρωμηοσύνης.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ-ΘΕΟΔΩΡΟΥΠΟΛΕΩΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΣ Αρχειο Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου κ.κ. Στέφανου
   Τύπος κατεστημένος αυτός του Φαναριώτη Ιεράρχη. Από στοιχεία βιωματικά. Με τη μνημονευτική τους θητεία μέσα στους ιστορικούς ιδιασμούς των προκατόχων τους. Με τη μυστική θεωρία παλαίτυπων μορφωμάτων της πατερικής και θεολογικής αχραντωσύνης τους. Όλα, μέσα σε μιά σύμμιξη στην κοινή πάθηση. Εκεί όπου βρίσκεται αποτυπωμένη ολόκληρη η χαριστική θυσία αυτών «των ευγενών ρασοφόρων» της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Η μορφή του πυρακτώνεται από την κρίση της κάθε ώρας, ή από την λάμψη της αλήθειας. Από την αιθρία της ημέρας ή από τον κλύδωνα των περιοϊάσεων.
   Ο Φαναριώτης Αρχιερέας είναι τύπος. Έτσι τον έκανε ο χωροχρόνος του. Να μη μοιάζει με κανένα, και να μοιάζει μόνο με το Φανάρι. Να εμπεριέρχεται στο μυστήριό του και στο μυστήριο της Πόλης. Με την αρχαιοφάνεια και τη θεογνωσία του. Κι ο λόγος του να περνάει στα κατάστιχα του Θρόνου. Και νάναι ο Θρόνος ο Πατριάρχης της καρδιάς του. Με συνέπεια και με συνέχεια. Από το χθες στο σήμερα. Κι από το σήμερα στο αύριο».
   Όταν προ καιρού έλαβον υπό του φιλίστορος και ιστοριοδίφου Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλλιουπόλεως και Μαδύτου, Πρωτοσυγκελλεύοντος των Πατριαρχείων, κ. Στεφάνου το δημοσιευμένο πόνημα του Τάσου Μιχάλα, υπό τον τίτλο: «Στην Πόλη. Στην Αγιά Σοφιά» (Αθήνα 1984), ευρέθην ενώπιον ενός πνευματικού θησαυρού που δεν είναι άλλος από την καταγεγραμμένη συνέντευξη του τότε Βοηθού Επισκόπου Αριανζού Γερμανού, ο οποίος τοποθετείται για όλα τα ζητήματα του εν γένει κοινωνικού, πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.
   Από δε το σύνολο της πολυτίμου εκείνης συνεντεύξεως παραθέτουμε τρία αποσπάσματα. Το πρώτο εξ αυτών αναφέρεται στην διακονία του ως Φαναριώτου Ιεράρχου υπέρ της Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και του ευσεβούς Ρωμαίηκου Γένους ημών στην Θεοτοκοσκέπαστη Κωνσταντινούπολη, επισημαίνοντας τα εξής: «Η ελπίδα να υπηρετήσουμε το λαό του Θεού για να μείνει μία ρίζα. Η ελπίδα πως θάρθουν καλύτεροι καιροί και θα υπάρξει συνεργασία ανάμεσα στους γειτονικούς λαούς. Αγωνιζόμαστε να βοηθήσουμε τους Χριστιανούς μας να σηκώσουν το σταυρό τους. Βέβαια, όλες οι μέρες είναι του Θεού και γι’ αυτό είναι καλές. Χρειάζεται μόνο εγρήγορση. Σήμερα διαβάσαμε στην προηγιασμένη τον πολύαθλο Ιώβ. Ο διάβολος πίστεψε πως με τις δυσκολίες του θα τον αφανίσει, όμως στη ζωή του Ιώβ δεν μπόρεσε να θριαμβεύσει ο σατανάς…».

   Για τον τότε Επίσκοπο Αριανζού ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού, κληρικού ή λαϊκού, είναι sine qua non όρος και προϋπόθεση για την εν Χριστώ σωτηρία. Ο ίδιος υπογραμμίζει σχετικά ότι: «Η σωτηρία του ανθρώπου είναι μυστήριο. Θα κοπιάσεις, θα δουλέψεις, θα αγωνιστείς, αλλά τελικά ο Θεός θα σου δώσει το έπαθλο. Μεταξύ καλού και κακού μάς χωρίζει μιά τρίχα. Το μέλλον δεν το γνωρίζουμε. Εδώ έχουμε έγγαμους κληρικούς με υπέροχες οικογένειες και άγαμους που αγωνίζονται να δώσουν καλή μαρτυρία. Δεν υπάρχει ξεχωριστή ηθική για τους άγαμους κληρικούς, ξεχωριστή για τους εγγάμους και διαφορετική για τους λαϊκούς. Όλοι οφείλουμε να βαδίσουμε τη στενή και τεθλιμμένη οδό της αρετής».
   Ιδιαίτερα σημαντικές για τη σύγχρονη εποχή είναι οι διδαχές του σοφού Ιεράρχου για τον θεσμό της οικογενείας και της τεκνογονίας, ο οποίος αναφέρει τα εξής διδακτικά και νουθετήρια: «Όπως ο άγαμος, έτσι και ο έγγαμος, θα πρέπει να βλέπει τον κόσμο με το μάτι του Θεού. Όχι μόνο ο άγαμος, αλλά και ο έγγαμος επιβάλλεται να ασκείται στην εγκράτεια. Η τεκνογονία είναι προσωπικό θέμα των συζύγων και ανήκει στη σφαίρα της προσωπικής τους ευθύνης. Ένας Χριστιανός δεν μπορεί ποτέ να φθάσει σε ανταρσία κατά του θελήματος του Θεού, που είναι η διαιώνιση του είδους και η συνέχιση της ζωής. Είναι καλό πράγμα οι Χριστιανικές οικογένειες να έχουν ένα, δύο, το πολύ τρία παιδιά. Να αρκούνται σ’ αυτά, γιατί τα πολλά παιδιά έχουν και ανάλογες φροντίδες και οικονομικά βάρη και απαιτούν πολλή σωματική αντοχή. Όμως, όταν υπάρχει οικονομική άνεση, αντί να έχουμε δέκα σκυλιά ή γατάκια, ας μη διστάζουμε να προχωράμε και στα τέσσερα και στα πέντε παιδιά. Η μεγάλη οικογένεια είναι και αυτή δώρο Θεού, βέβαια υπό τον όρο ότι οι γονείς μπορούν με υπευθυνότητα και επιμέλεια να φροντίζουν για την υλική και πνευματική προκοπή των παιδιών τους
   Ναι στα παιδιά, υπό τον όρο βεβαίως, ότι θα παρεμβάλλουν στη ζωή των συζύγων ευτυχία… και όχι φθορά… ο πατέρας μου είχε έξι αδέλφια και το ένα ήταν καλύτερο απ’ το άλλο. Εμείς θα ήμασταν πέντε παιδιά, αλλά τα δύο τα δώσαμε στους ουρανούς».
   Στο ερώτημα του Τάσου Μιχάλα: «Τί γνώμη έχετε για τον τούρκικο λαό;», ο άγιος αυτός άνθρωπος ως του Θεού άνθρωπος και αληθής Επίσκοπος απαντά απερίφραστα μετ’ αγάπης και ανεξικακίας, ότι: «Είναι καλός. Εμείς που κάναμε στην Μ. Ασία και στην Καλλίπολη τη στρατιωτική μας θητεία, γνωρίσαμε πολλές υπηρεσίες από το λαό. Αλλά και εδώ οι γείτονες μάς εκτιμούν και τους εκτιμάμε. Δεν έχουμε προβλήματα. Μάλιστα, σε δύσκολες περιπτώσεις συνεργαζόμαστε στενά. Εδώ απ’ έξω υπάρχει ένα ρυάκι που πολλές φορές το χειμώνα η στάθμη του ανέρχεται ενάμισυ ως δύο μέτρα. Τότε αγωνιζόμαστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο. Επίσης, πολλοί Τούρκοι δημογέροντες της περιφερείας μας βοηθάνε Έλληνες που έχουν ανάγκη να πάρουν απ’ την κυβέρνηση οικονομική ενίσχυση. Οι λαοί έχουμε όλοι καλές καταβολές. Είναι οι πονηρές επιδιώξεις των κατά καιρούς κυβερνήσεων που δημιουργούν εχθροπάθεια».
   Τέλος, η τοποθέτηση του σοφού Επισκόπου Γερμανού για την πορεία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο αποτελεί ιερά παρακαταθήκη για όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, που πολλές φορές διατυπώνουμε ρηχό και άκριτο λόγο στο πλαίσιο ενός ψευδοδιλήμματος περί εκσυγχρονισμού ή οπισθοδρομήσεως, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία μας είναι απόλυτα εκσυγχρονισμένη. Πάντοτε προχωράει κρατώντας την ουσία και θέλοντας να βοηθήσει τον άνθρωπο με όλα τα σύγχρονα μέσα, ώστε να γίνει η ζωή του πιο άνετη και ευτυχισμένη. Το μόνο που θέλει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να χρησιμοποιηθούν τούτα τα μέσα για το καλό και την πρόοδο του ανθρώπου και για την πνευματική του αφύπνιση. Γιατί, πολλά από τα σύγχρονα μέσα είναι μαχαίρι δίκοπο».
   Στον αφανή «άγιο της διπλανής πόρτας», αληθή εν Χριστώ Επίσκοπο και φιλόστοργο Πνευματικό Πατέρα, ασθενούντα κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα, πολιό γέροντα Μητροπολίτη Θεοδωρουπόλεως Γερμανό, επί τη συμπληρώσει της ευκλεούς και κατά Θεόν τετιμημένης Αρχιερατείας αυτού στον μαρτυρικώς καθαγιασμένο αμπελώνα της Πρωτοθρόνου και Πρωτευθύνου εσταυρωμένης Μητρός Αγίας Μεγάλης του Χριστού Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας, αρμόζει και προσήκει «εδαφιαία η μετάνοια», διάπυρη και ουρανομήκης η ευχή και προσευχή πάντων και πασών, των εγγύς και μακράν της κλίνης του, προς τον Μέγα Αρχιερέα Χριστό: «Κύριε, φύλαττε αυτόν εις πολλά έτη». Γένοιτο!
πηγή