Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Νίκος Ξυδάκης - Χριστιανική Παράδοση και Νεοελληνικός Πολιτισμός


Ο τεχνοκριτικός, δημοσιογράφος και βουλευτής Νίκος Ξυδάκης, σε μια εξομολογητική συζήτηση με τον π. Ευάγγελο Γκανά, μιλά όχι μόνο για τα γεγονότα και τους ανθρώπους που επηρέασαν τη ζωή και το έργο του αλλά και για τη σχέση του με την ορθόδοξη στάση ζωής όπως και με τη νεοελληνική τέχνη. Προσδιορίζει το προσωπικό του στίγμα («φανερώθηκα μέσα στην ζώσα ελληνική Παράδοση») αναφέρεται στο χαμένο κέντρο της γενιάς του και την απουσία οράματος, ενώ προχωρά – μεταξύ άλλων – σε μια αντίστιξη της Ευρώπης των καλλιτεχνών και του πνεύματος προς την ευρώπη των πολιτικών-τεχνοκρατικών ελίτ. Ήταν η δεύτερη από τις τέσσερις συναντήσεις με τον γενικό τίτλο «Χριστιανική Παράδοση και Νεοελληνικός Πολιτισμός» που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2017 στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Δεν μας σκοτώνει ο Θεός…



Όχι δεν μπορώ σαν Xριστιανός να δεχθώ ότι o Θεός και η Παναγία θέλουν να πεθαίνουν οι άνθρωποι, να σκοτώνονται στις εθνικές οδούς, να σφάζονται στους πολέμους και να υποφέρουν στα ογκολογικά τμήματα των νοσοκομείων.
Ο Θεός που αποκάλυψε ο Χριστός δεν είναι ένας αιμοσταγής μανιακός δολοφόνος, εραστής του θανάτου, που χαίρετε τον κοπετό, τα δάκρυα και την οδύνη των ανθρώπων. Δεν κατασκευάζει θανάτους, δεν προκαλεί δυστυχήματα, δεν ζητά τον θάνατο του ανθρώπου. Διαλέγει να πεθάνει Εκείνος αντί για μας. Ο Σταυρός του θα παραμένει πάντα σκάνδαλο στον παραλογισμό της ανθρώπινης ιστορίας. Πειστήριο ότι ουδέποτε θέλησε τον δικό μας θάνατο, αλλά πέθανε αυτός αντί για εμάς.
«Ο Θεός των Χριστιανών είναι από τους πιο παράξενους, δεν ομοιάζει σε τίποτε με τις ανθρώπινες ιδέες περί Θεού και αυτός ο ανήκουστος χαρακτήρας καθορίζει την πνευματική ζωή....επάνω στον Σταυρό ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων έναντι της ιδίας του της θεικότητητος, πεθαίνει ο ίδιος για να ζήσει ο άνθρωπος».
Ο Θεός του Χριστού, και των Ευαγγελίων, δεν προκαλεί κακό και έπειτα στέκεται απέναντι από πενθηφόρους ανθρώπους που με ρακένδυτες και ρημαγμένες καρδιές θρηνούν την απώλεια των αγαπημένων τους. Δεν είναι απέναντι στον πόνο τους, αλλά μαζί τους, δίπλα τους, μέσα τους ως πάσχω δούλος.
Ο κόσμος αυτός δεν είναι εκείνος που θέλησε ο Θεός, αλλά εκείνος που η ανθρώπινη ελευθερία παραμόρφωσε και παραχάραξε σε μια ατελείωτη νύχτα θανάτου.
Ο Θεός στο κόσμο αυτόν πάσχει. Πάσχει κάτω από την ελευθερία μας, που τον συκοφάντησε, τον πρόδωσε, τον δίκασε, τον σταύρωσε, τον σκότωσε.
Ο Χριστός ξανασταυρώνεται κάθε φορά που η λάθος επιλογές μας και συμπεριφορές, εκείνες οι αυτοκαταστροφικές επιθυμίες μας διαμορφώνουν μια κοινωνία θανάτου.
Όχι δεν προκαλεί ο Θεός τα ατυχήματα και τις αρρώστιες. Αντιθέτως Εκείνος τις μεταμορφώνει σε Πάσχα, σε πέρασμα στην αιωνιότητα Του. Μας συμπαραστέκεται, δεν μας καταδικάζει. 

Η σιωπή του Θεού είναι τα δάκρυά Του. Η θέση του Θεού σε μια μάνα που θρηνεί το παιδί της, δεν είναι απέναντι της, αλλά δίπλα και μαζί της. Γιατί όπως λέει η Αγία Γραφή ο Θεός ουδέποτε θέλησε τον θάνατο και το κακό.
Οι πηγές του κακού είναι οι εξής: Το φυσικό κακό, το κακό που κάνουμε εμείς στους άλλους, το κακό που κάνουν οι άλλοι σε εμάς, το κακό που κάνουμε εμείς στο εαυτό μας, και ο διάβολος. Ο Θεός δεν εχει καμία σχέση με το κακό αλλα μονάχα με την ομορφιά που στο τέλος ως λεει και ο Ντοσογιέφσκυ θα σώσει τον κόσμο.
Ο Θεός δεν παράγει κακό, αλλά όπου το βρει το μεταμορφώνει. Τον θάνατο σε Πάσχα και Ανάσταση.
Ο Θεός παίρνει τα πάθη, τα λάθη και τις αστοχίες μας και τις μεταμορφώνει σε ευλογίες. Εκεί που μια ανεύθυνη και άδικη πράξη σκορπά τον θάνατο, ο Θεός απαντά με την Ανάσταση. 

π.Λ.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Από την απάτη των Christmas στη γιορτή των Χριστουγέννων


Αποτέλεσμα εικόνας για χριστουγεννα

Το τοπίο θυμίζει έντονα αυτό της Αμερικής μετά το μεγάλο οικονομικό κραχ του 1929. Η μουδιασμένη τότε και απελπισμένη κοινωνία δεχόταν ασμένως την προ τριών ετών (1926) ανακάλυψη της Coca Cola ως παυσίπονο στα δεινά της. Αναφέρομαι στον Santa Claus (τον ψευδεπίγραφο Άη Βασίλη), ο οποίος προβλήθηκε – κυρίως στα παιδιά, το καλύτερο αγοραστικό κοινό – ως η ελπίδα μέσα στις δυσκολίες, ως το αμυδρό φως μέσα στο σκοτάδι της οικονομικής κατάρρευσης με τα υλικά δωράκια που έφερνε μέσα από τις καμινάδες. Εμπόριο με ισχυρές δόσεις καπήλευσης της θρησκείας: το καλύτερο όπιο για το λαό. Πόσο δίκιο είχες, Κάρολε!!
Περνώντας τα χρόνια, η χαζοχαρούμενη φυσιογνωμία του Santa επιβλήθηκε ως σήμα κατατεθέν της εορταστικής περιόδου ακόμη και σε αυτούς που είναι αντίθετοι με τον καπιταλισμό, ακόμη και σε αυτούς που αντιτίθενται στον οδοστρωτήρα των πολυεθνικών. Βάλαμε κι άλλα εμπορικά και διανοητικά κατασκευάσματα για να «εμπλουτίσουμε» τις άγιες ημέρες. Έτσι φτάσαμε σήμερα σε μια γλυκανάλατη γιορτή, με κούφιες και μηχανικές ευχές για αγάπη, ειρήνη και υγεία. Φτάσαμε στον ωραίο μύθο περί Χριστού και στη μαγική νύχτα των Χριστουγέννων. Έτσι, η θρησκεία που φοράει «τα γιορτινά της» είναι μόνο μια ωραία ιστορία δίπλα στο τζάκι, ο Χριστούλης είναι απλά ένα ροδοκόκκινο πλαστικό μωράκι, η καρδιά μας γίνεται πρόσκαιρα γλυκιά και απλόχερη (προς φίλους και συγγενείς βέβαια…). Ως συνέπεια, το συμπέρασμα ότι οι γιορτές είναι για τα παιδιά με τη βασική έννοια ότι σε αυτά αρέσουν τα παραμυθάκια, είναι αναπόφευκτο.
Ο οίκτος μας για τα παιδάκια που πεινάνε, εύκολα παραμερίζεται μετά από δυό μπουκιές ροδοψημένη γαλοπούλα. Μπορεί να αγοράσαμε και ευχετήριες κάρτες από φιλανθρωπικούς συλλόγους ή να δώσαμε κατιτίς στον ταλαίπωρο που μας καθάρισε το τζάμι του αυτοκινήτου στο φανάρι, χωρίς βέβαια να καταφέρουμε να απωθήσουμε αρκετά βαθιά την αμφιβολία μήπως δεν έχει πραγματική ανάγκη. Ε, αυτές τις μέρες η φιλανθρωπική μας διάθεση φουντώνει, άσχετα αν λίγο πριν αναστενάξαμε όταν πληροφορηθήκαμε πόσο κοστίζει το καλάθι της νοικοκυράς. Χαρήκαμε που θα γίνουν από τους δήμους εορταστικά συσσίτια για τους απόρους και άστεγους, λες και τις άλλες ημέρες του χρόνου έχουν πού να φάνε και να μείνουν. (Ας είναι καλά κάποιες ενορίες)…
Όλα αυτά τα συναισθήματα λίγες ημέρες μετά την Πρωτοχρονιά θα τα κλείσουμε στο κουτί με τα Χριστουγεννιάτικα για να τα βάλουμε στο πατάρι ή θα τα αποθέσουμε στον κάδο απορριμμάτων μαζί με το πλαστικό δεντράκι και τις στιμμένες λεμονόκουπες για το ψητό, εφόσον του χρόνου θα αγοράσουμε καινούρια.
Δυστυχώς, αυτή τη γιορτή στην «ορθόδοξη» Ελλάδα την έχουμε καταντήσει αγνώριστη. Μια ματιά να ρίξει κανείς γύρω του, ελάχιστα θυμίζουν την παράδοσή μας και την ορθόδοξη θεολογία περί της γέννησης του Χριστού. Ακόμη και τα λόγια από τα κάλαντα αντί να γίνονται αντικείμενο προσοχής συχνά χάνονται στον αέρα, καθώς έχουμε άλλα πιο σημαντικά να κάνουμε. Αλήθεια, ποιος επιλέγει να διαβάσει τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Παπαδιαμάντη από το να δει τα «Μαγικά Χριστούγεννα» της Disney;
Προσωπικά, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα με το κοσμικό – εορταστικό περιτύλιγμα των Χριστουγέννων (που δεν είναι απαραίτητα κακό), εάν ήταν έντονη και η εκκλησιαστική και ορθόδοξη διάσταση της γιορτής. Μήπως όμως και εμείς οι «εκκλησιαστικοί» (κληρικοί, θεολόγοι, πιστός λαός) χάσκουμε αποβλακωμένοι ενώπιον των ψεύτικων λαμπιονιών που αναβοσβήνουν;
Είναι ο Χριστός ο αληθινός Θεός μας που γίνεται άνθρωπος για να διώξει το σκοτάδι της αμαρτίας και να μας οδηγήσει πάλι στη ζωή του Παραδείσου; Λέει κάτι στην προσωπική μας ζωή η γέννησή Του; Στη γέννησή Του συγκλονίζεται κανένας ή οι προετοιμασίες μας περιορίζονται στην ετοιμασία των μελομακάρονων, στην προμήθεια του άφθονου κρέατος και στην αγορά των ρούχων που θα κάνουν εντύπωση; Λίγο να προσεγγίζαμε το μυστήριο της γέννησης του Θεανθρώπου μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας θα κατανοούσαμε πόσο κενό είναι το περίφημο «πνεύμα των Χριστουγέννων» μπροστά στην αληθινά χριστουγεννιάτικη φράση ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο Θεό».
Τι έχουμε κάνει και ως διοικούσα Εκκλησία και ως χριστιανικό πλήρωμα, ώστε να προβάλουμε την προσωπικότητα, το έργο και τη διδασκαλία του ασκητή επισκόπου Μεγάλου Βασιλείου απέναντι στο χαζοχαρούμενο κατασκεύασμα των πολυεθνικών κερδοσκοπικών εταιριών; Ενοχλείται κανείς από την πλαστογράφηση του ονόματος του σπουδαίου αυτού Πατέρα της Εκκλησίας, του μεγάλου θεολόγου και σπουδαίου κοινωνικού αγωνιστή, στον οποίο αποδίδονται ιδιότητες προσβλητικές και αντιχριστιανικές;
Ρώτησαν κάποιον τι σημαίνουν γι’ αυτόν τα Χριστούγεννα. Και είπε: «Στα παιδικά μου χρόνια ένα ωραίο παραμύθι για να κοιμάμαι γλυκά, αργότερα άγχος και τρέξιμο για να προλάβω να αγοράσω, να στολίσω, να φάω και να διασκεδάσω και τώρα… τίποτα». Τελικά, μήπως να ξανακοιταχτούμε στον καθρέπτη της πίστης και να αναρωτηθούμε αν βλέπουμε πουθενά το Χριστό; Φανταστείτε στο σπίτι μας να πηγαίναμε στο παιδικό δωμάτιο, να κοιτάζαμε την κούνια και… το μωρό μας να έλειπε. Να μην βρίσκαμε τίποτα. Άραγε, τι θα κάναμε; Έχει το Χριστό μέσα η φάτνη της καρδιάς μας ή είναι άδεια; Σε λίγο η περιλάλητη «μαγεία των ημερών» θα φύγει. Ο Χριστός θα μείνει; Θα Τον ακολουθήσει κανείς μας μετά τη φάτνη ξέροντας ότι τον περιμένει σταυρός; Έχουμε κατανοήσει ότι η χριστιανική ζωή για όσους την επιλέγουν δεν είναι μια μαγική θρησκευτική υπόθεση, αλλά συνοδοιπόρευση με το Χριστό, μια σταυροαναστάσιμη πορεία; Θα φορτώσουμε πάλι στην πλάτη του Χριστού τα λάθη των Χριστιανών ώστε να έχουμε ένα ωραίο πρόσχημα για να Του κλείσουμε την πόρτα; Θα κάνουμε και τα φετινά Χριστούγεννα άλλο ένα αποπροσανατολιστικό ψυχοναρκωτικό ή θα γίνουμε πραγματικοί μαθητές Αυτού που είπε ότι η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας;
Καλά Χριστούγεννα μαζί με το Χριστό. Ας μην είναι τα Χρόνια μας Πολλά, αρκεί να είμαστε μαζί Του…

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Πατήρ Δημήτριος: ο αρχηγός της Ιντέλιντζενς Σέρβις στην Ελλάδα


Ήταν Άγγλος, φυσικά, και λεγόταν Ντέιβιντ Μπάλφουρ. Τις πρώτες, βασικές πληροφορίες, θα τις βρείτε εδώ (1):
http://www.mixanitouxronou.gr/patir-dimitrios-o-anglos-kataskopos-pou-litourgouse-sto-kolonaki-exomologouse-ti-vasiliki-ikogenia-ekane-agiasmous-se-aristokratika-spitia-epexe-rolo-sta-dekemvriana-ke-to-rolo-tou-apokalipse-o-ri/
και εδώ (2):
http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=164919
David Balfour _ ierom. Dimitrios (1903-1989)
(Από το αρχείο της Ι.Μ. Παντελεήμονος,
ο Μπάλφουρ όταν βρισκόταν ως μοναχός στο Άγιον Όρος)
Τον Μπάλφουρ είχε γνωρίσει ο σεβ. Ναυπάκτου Ιερόθεος, ο οποίος έγραψε ένα μακροσκελές κείμενο για τις πνευματικές του περιπέτειες με την Ορθοδοξία (3):
http://trelogiannis.blogspot.gr/2015/08/blog-post_120.html
Υπάρχει επίσης μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία – απάντηση στο κείμενο του σεβ. Ιερόθεου από τον καθηγητή θεολογίας Ταχιάο, ο οποίος είχε γνωριστεί και συνομιλήσει με τον Μπάλφουρ, στα τελευταία χρόνια της ζωής του (4):
http://www.parembasis.gr/index.php/menu-teyxos-108/2463-2005-108-16
Πέρα από τα στοιχεία για τη δράση του Μπάλφουρ υπάρχουν και οι μύθοι. Δείτε για παράδειγμα (στα σχόλια) πως η αναπόφευκτη θεωρία συνωμοσίας εμπλέκει τον Μακάριο της Κύπρου, τον Μπάλφουρ, τον ΕΔΕΣ και τους Ναζί!
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2009/07/1971974.html
Γιατί μας ενδιαφέρουν όλα αυτά;
Γιατί ως Ορθόδοξος εφημέριος στην Αθήνα εξομολογούσε ως την άνοιξη του 1940 ολόκληρη την ελίτ της πόλης, της βασιλικής οικογενείας συμπεριλαμβανομένης!

Γιατί του αποδίδεται κάποια σχέση με την αυτοκτονία Κορυζή.
Γιατί έχουμε τη μαρτυρία του Σεφέρη ότι ο Μπάλφουρ «καθοδηγούσε» την ελληνική κυβέρνηση.
Γιατί εικονίζεται στη φωτογραφία πίσω από τον Τσώρτσιλ και τον Δαμασκηνό, τις μέρες της πιο κρίσιμης φάσης του Εμφυλίου πολέμου: το Δεκέμβρη του 1944.
Γιατί ήταν (σύμφωνα με τον Καργάκο) «η γλώσσα (μεταφραστής) και το μυαλό του Σκόμπυ».
Γιατί είχε ενεργό ρόλο τις μέρες της συμφωνίας της Βάρκιζας, καθώς, όπως μαρτυρείται, είχε επισκεφθεί τον Στέφανο Σαράφη και μιλήσει με τον Ηλία Τσιριμώκο.
Γιατί η περίπτωσή του αποδεικνύει ότι τα σύνορα κατασκοπίας και υψηλής (θρησκευτικής, αλλά όχι μόνο) πνευματικότητας δεν είναι αδιαπέραστα. Και το πιο σκανδαλιστικό: μπορεί κανείς να τα περάσει για δεύτερη φορά – προς την αντίθετη κατεύθυνση!
Τέλος, γιατί υπάρχει ένα κείμενο – μαρτυρία για τον Μπάλφουρ, του Σαράντου Καργάκου, το οποίο παραθέτω στη συνέχεια.
Clipboard012
*

Ό Νίκος Σοϊλεντάκης είναι μοιραίο νά πεθάνει έντιμος. Κι ευθύ­νομαι κι εγώ γι’ αυτό! Είχε ένα θέμα «τεφαρίκι», όπως τό λένε στην τηλεοπτική αργκό, καί αντί νά τό κάνει σενάριο, τό έκανε μελέτημα ιστορικό!
Αμφιβάλλω αν υπάρχει θέμα τόσο πολύπλοκο, γριφώδες, αλγεβρικό καί συνάμα… θεολογικό, όσο αυτό πού αναφέρεται στον πατέρα Δημήτριο, τόν εφημέριο του έκκλησιδίου του Ευαγ­γελισμού πού εξομολογούσε όλες τίς κυρίες του Κολωνακίου καί έπιτηδείως αποσπούσε κρατικά μυστικά, τά όποια οι σύζυγοι ή εραστές τους (ανώτεροι κρατικοί λειτουργοί) τους τά ομολογού­σαν σέ στιγμές ερωτικού οργασμού. Οφείλω, πάντως, νά τονίσω έδώ —γιά τους μή είδότες— ότι γιά κάποιες γυναίκες η εξουσία είναι τό πιό ισχυρό… αφροδισιακό.
Ό πατήρ Δημήτριος ήταν μιά πολύπλαγκτη προσωπικότητα. Λεγόταν Νταίηβιντ Μπάλφουρ, αλλά δέν ήταν από τή γνωστή αριστοκρατική οικογένεια. Μάλλον τό όνομα τό πήρε άπό τό ομώ­νυμο περιπετειώδες ανάγνωσμα. Ήταν μιά διχασμένη προσωπικότητα. Σάν τόν Καζαντζάκη, κυνηγούσε νά βρει ένα Θεό. Μέσα του όμως υπήρχε καί τό μικρόβιο της κατασκοπείας, δηλαδή της υποκλοπής μυστικών. Όποιος κλέβει μυστικά, νιώθει πιό δυνατός. «ήταν ένας τύπος Λώρενς, αλλά χωρίς τή δική του προβολή, πα­ρόλο πού η δική του δράση ήταν πιό πολυσχιδής καί μακροχρόνια. Η κατασκοπεία, ως τό παλαιότερο —μαζί μέ τήν πορνεία— επάγ­γελμα, έχει κι αυτό μιά μυστικοπάθεια, έναν αποκρυφισμό σάν αυτόν πού διακρίνει κάποιους αυστηρούς μοναχούς. Τό «Άγιο» Όρος υπήρξε γι’ αυτόν όχι σχολή θεολογίας άλλα κατασκοπείας. Τόν δί­δαξε νά ετάζει νεφρούς, καρδίας, ψυχάς, μυαλά, κυρίως νά διαβά­ζει μυστικά καί νά τά στέλνει στους κατάλληλους αποδέκτες.
Ασφαλώς, υπάρχει δικός του δάκτυλος στην αυτοκτονία Κοριζή, κυρίως όμως στην ένταση καί στην έκταση των Δεκεμ­βριανών. Ήταν ή γλώσσα (μεταφραστής) καί τό μυαλό του Σκόμπυ. Αυτός Ίσως (ή μάλλον) οργάνωσε προτού αναχωρήσει από τή Σμύρνη τά επεισόδια τόν Σεπτέμβριο του 1955, όταν Τούρκοι «βασιβουζούκοι» ξεφτίλισαν Έλληνες αξιωματικούς καί τίς οικο­γένειες τους. Τότε ακούσαμε καί τό όνομα του ταγματάρχη Γρηγορίου Σπαντιδάκη, πού τόν γνωρίσαμε χρυσοπλουμισμένο παγόνι στή δικτατορία.
Είχα τό θλιβερό προνόμιο από παιδί νά ζήσω όλες τίς θλιβερές καταστάσεις της Κατοχής καί της μετέπειτα περιόδου της άλληλοσφαγής. Σφαζόμασταν χωρίς, κατά βάθος, νά ξέρουμε «γιατί;». Απλώς υπακούαμε καί υποκύπταμε σ’ ένα ένστικτο αυτοκατα­στροφής. Καί άνθρωποι σάν τόν Μπάλφουρ μας «χόρεψαν στό ταψί». Όχι λόγω της δικής τους δαιμονικής, τάχα, Ικανότητας, αλλά λόγω του δαίμονα καταστροφής πού μας είχε κυριεύσει. Είχα από τότε τό πάθος τής περιέργειας. Θυμάμαι τόν Βελουχιώτη, όταν κατέβηκε στή Λακωνία. Έχω μάλιστα συγκρατή­σει καί μία ομιλία του πού πρό ετών κατέγραψα στον Οικονομι­κό, επί τών ένδοξων ήμερων του Γιάννη Μαρίνου. Αργότερα, στην Αθήνα, στό γήπεδο του «Παναθηναϊκού», γαβριάς τότε πιά, γνώρισα τόν Ζαχαριάδη, πού ήταν αγκαλιά μέ τόν Σιάντο καί τόν «παντός καιρού» Μιχάλη Κύρκο. Κάποτε κάποιος συγ­γενής (ήταν θέρος του 1946) μου έδειξε πάνω σ’ ένα «τζίπ» καί κάποιον Άγγλο βαθμοφόρο. «Αυτός», μου είπε, «είναι ό Σκόμπυ». Δέν είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Θυμάμαι, όμως, πλην του οδηγού, έναν ταγματάρχη μέ κοντό παντελονάκι. Λόγω του μανιάτικου πουριτανισμού πού μέ διακατείχε, δέν πρόσεξα τό πρό­σωπο του αλλά τήν «αισχρή» — κατά τά τότε μέτρα — εμφάνιση του. Διαβάζοντας τά όσα έγραψε αρχικά στην Εστία, καί στά οσα γράφει τώρα στην παρούσα εργασία του ό Νίκος Σοϊλεντάκης, θαρρώ ότι ό «κοντοπαντελονάκιας» (λέξη τής εποχής) ήταν ό άλλοτε πατήρ Δημήτριος του Ευαγγελισμού. Καί τό πιστεύω αυτό, διότι βασική αρχή τών κατασκόπων είναι ή έξης: νά τους βλέπεις, νά παρατηρείς πάνω τους καθετί, άλλ’ όχι τό πρόσωπο τους!
Ό πατήρ Δημήτριος, ό κατά κόσμον Νταίηβιντ Μπάλφουρ, είχε πολλά πρόσωπα καί, ανάλογα μέ τό συνομιλητή του, παρουσιαζόταν μέ τό ταιριαστό γιά τήν περίπτωση πρόσωπο. Ακόμη καί του συντετριμμένου καί μετανοοΰντος χριστιανού. Ξεγέλασε πολλούς καί πολλές. ‘Αλλά ή γυναίκα πού του έκλεισε δύο φορές τήν πόρτα -καί τή δεύτερη (φορά ως ηγουμένη- είχε πιά καταλά­βει «τι κάθαρμα, τι κάλπικος παράς, μιά ολόκληρη ζωή μέσα στό ψέμα», όπως θά έλεγε ό Μανόλης Αναγνωστάκης, ήταν αυτή ή θλιβερή μορφή, πού έπαιξε θλιβερό ρόλο στην πατρίδα μας σέ μιά θλιβερή εποχή. Δέν πιστεύω ότι ή περαιτέρω στάση (εκκλησιάσματα κλ.π.) δείχνουν μεταμέλεια. Αν όντως είχε μετανοήσει, θά έπρεπε προεχόντως ν’ αυτοκτονήσει. Απλώς καί στή μετάνοια του έπαιζε θέατρο.
Τό νά πώ ότι τό βιβλίο του Νίκου Σοϊλεντάκη πρέπει νά αγο­ραστεί καί νά διαβαστεί (όχι μόνο μία φορά), θά ήταν σάν νά έλεγα ότι τό νερό – ειδικά τό θέρος- κάνει καλό. Δέν τό συνιστώ, ως ιστορικός, ως αρίστη ιστορική μελέτη, πού είναι. Τό συνιστώ γιά λόγους ιατρικούς. Είναι τό καλύτερο αντίδοτο κατά τής πολι­τικής μας βλακογνωσίας καί βλακοπραξίας. Παριστάνουμε τους πονηρούς, άλλ’ όπως έλεγε ό Έμμ. Ροΐδης «τό πονηρότερου αλλά τό μάλα έξαπατώμενον εξ όλων τών ζώων της γης είναι ό Ελλην». Ή μελέτη του βιβλίου του Νίκου Σοϊλεντάκη θά εξα­λείψει πάσα αμφιβολία περί αυτού.
Σαράντος Ί. Καργάκος Λαύριο, 7 Ιουλίου 2009
*
Τέλος, ο επίλογος από το βιβλίο του Σοϊλεντάκη, που προλογίζει ο Καργάκος:
(Πηγή: http://ermionh.blogspot.com/2010/09/blog-post_1595.html )
21. Επίλογος, – Συμπέρασμα
Ό Μπάλφουρ ενώ βασανιζόταν από παρατεταμένη ασθένεια, λίγο πρίν από τόν θάνατο του, πού επήλθε στίς 11 Όκτωβρίου 1989 είπε: « Έγώ, σάν ασύνετο γαϊδουράκι, σκέφτηκα νά τρέξω πίσω άπό δυο ισχυρά άλογα, τόν Γέροντα Σιλουανό και τόν πατέρα Σωφρόνιο». Έξ άλλου, σέ επιστολή του τόν Απρίλιο του 1988 προς τόν τότε μητροπολίτη Θυατείρων (Μεγάλης Βρετα­νίας) Μεθόδιο Φούγια, μέ τόν όποιο γνωρίσθηκε ό άλλοτε π. Δη­μήτριος κατά τήν τελευταία δεκαετία της ζωής του, γράφει: «Είμαι 85 ετών και τά τελευταία 42 χρόνια υπήρξα αντικείμενο της πιό χυδαίας συκοφαντίας, ή όποια ανθρωπίνως ειπείν, έχει καταστρέφει ανεπανόρθωτα τήν ζωή μου. Έν τούτοις, υπακούο­ντας στον πνευματικό μου πατέρα, τόν αρχιμανδρίτη Σωφρόνιο, δεν έχω ποτέ απαντήσει ή έκστομίσει μία λέξη γιά αυτοάμυνα, αλλά εχω μάθει νά παίρνω κυριολεκτικώς κατά λέξη τους λό­γους του Χρίστου: «Μακάριοι έστέ όταν όνειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού» (Ματθ. 5:11)».30 Κατά μαρτυρία του μητροπολίτου Μεθοδίου Φούγια,31 ό Μπάλφουρ του είπε ότι εάν δεν είχε άποσχηματισθεί κατά τήν Κατοχή, «τίποτε δέν τόν εμπόδιζε νά συ­νεχίσει νά προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ίντέλλιτζενς Σέρβις και νά είναι και κληρικός». Όταν θέλησε νά επανέλθει στην ενεργό διακονία, ή γυναίκα του τόν απειλούσε πώς θά αυτοκτονή­σει εαν τήν εγκατέλειπε γιά νά γίνει μοναχός. Έτσι έμεινε μετέω­ρος μέχρι του θανάτου του. Κάποια στιγμή ζήτησε από τόν ανω­τέρω μητροπολίτη νά τόν επαναφέρει στην ενεργό ίεροσύνη, αλλά εκείνος τόν παρέπεμψε στον Ρώσο μητροπολίτη Αντώνιο Βλούμ, διότι ήταν κληρικός της Ρωσικής Εκκλησίας. Ή απάντηση του τελευταίου ήταν αρνητική. Έκτος άπό τό ‘Έσσεξ, πήγαινε τακτικά στην «Οξφόρδη με τό πρόσφορο του καί τά ονόματα γιά νά μνημονευθούν στην προσκομιδή.

Κατηγορήθηκε από τήν ελληνική δημοσιογραφία ότι κατα­σκόπευε καί καθοδηγούσε τόν βασιλιά Γεώργιο Β’. Όμως ο Μπάλφουρ σέ συνομιλία μέ τόν καθηγητή Άντ.- Αιμ. Ταχιάο πα­ρατήρησε ότι δεν χρειαζόταν νά κατασκοπεύει τόν Γεώργιο Β’, διότι ό βασιλεύς συζούσε μέ τήν Αγγλίδα ερωμένη του. Όντως, ό Γεώργιος Β’ κατά τή διάρκεια της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1935) διέμενε στό Λονδίνο, οπού συνδέθηκε μέ τήν Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς, ή οποία τόν ακολούθησε στην Αθήνα. Τό 1941, προτού καταφύγει ό βασιλιάς στην Κρήτη, προηγήθηκε ή κ. Τζόυς μαζί μέ τόν πρίγκιπα Γεώργιο (τόν άλλοτε Αρμοστή στην Κρήτη) καί τή σύζυγο του Μαρία Βοναπάρτη, ή οποία τή φρόντισε, όσο ήταν μακριά από τόν βασιλέα. Μεταπολεμικά επανήλθε στην Ελλάδα μέ τόν Γεώργιο καί μετά τόν θάνατο του (1η Απριλίου 1947) παντρεύτηκε τον συνταγματάρχη Έντι Μπόξχωλ.33 Βρετανοί θεωρούν ότι ή Τζόυς ήταν άπό τίς ελάχιστες βασιλικές ερωμέ­νες στην ιστορία γιά τήν οποία μόνο καλά λόγια έχουν ειπωθεί καί τήν περιγράφουν34 ώς ιδανική σύζυγο στρατιωτικού, απόλυ­τα λογική, μηδέποτε άναμειχθεισα σέ ραδιουργίες καί μέ ορθή αντίδραση σέ περίοδο κρίσεων. Ό πρώτος σύζυγος της, δεινός πότης, ήταν υπασπιστής του άντιβασιλέως των Ινδιών. Όταν ό Γεώργιος Β’ επισκέφθηκε προπολεμικά τήν Ινδία, τή γνώρισε καί σύντομα δημιουργήθηκε στενή σχέση. Ή ένταξη της στό έδώ βασιλικό περιβάλλον καλύφθηκε υπό τήν ιδιότητα της κυ­ρίας των τιμών της Φρειδερίκης, συζύγου του τότε διαδόχου Παύλου. Ό βασιλιάς Γεώργιος, μέ τά ήθη της εποχής, γιά νά νυμφευθεί τήν κοινή θνητή Τζόυς Μπρίτταιν-Τζόουνς έπρεπε νά παραιτηθεί άπό τόν θρόνο του, όπως έπραξε τό 1936 ό βασιλιάς Εδουάρδος Η’ της Αγγλίας, πού νυμφεύθηκε τήν Ούώλλις Σίμσον
Ό ιεροδιάκονος Νικόλαος, εγγονός αδελφού του γ. Σωφρονίου, σημειώνει ότι πολλοί πιστεύουν ότι ό Μπάλφουρ έζησε χρησιμοποιώντας υποκριτικά τήν Όρθοδοξία. Άποψη πού στηρίζεται στίς πα­λινωδίες του καί στην περιπετειώδη ζωή του.35 Κατά τόν Σ. Καργάκο, ώς καλός υποκριτής ήθελε μία υστεροφημία. Τήν πέτυχε. Ήταν ό αρχιτέκτων του Εμφυλίου. Ή ενασχόληση του μέ τό έργο του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών ήταν γιά τή σω­τηρία της ψυχής του, αφού έστειλε τόσες ψυχές στον Αδη. Κατά τήν αντίθετη άποψη πού εκφράζει ό καθηγητής Άντ.- Αιμ. Ταχιάος, ό Μπάλφουρ «ήταν πιστό τέκνο της Όρθοδόξου Εκκλη­σίας, τέτοιο πού δέν μπορεί νά είναι ένας υποκριτής ή κάποιος πού απλώς, ψυχρά καί μελετημένα εκτελεί μιαν αποστολή κατασκό­που, όπως τόν ερμήνευσαν άνθρωποι πού έστω καί στοιχειωδώς δέν μπορούν νά κατανοήσουν τίς παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης καί ταραγμένης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία καί μετάνοια. Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δέν χρειαζόταν, γιά νά εκτελέσει τήν αποστολή του στην Αθήνα, νά σπουδάσει χρόνια θεολογία στή Ρώμη, νά γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, αντί νά τόν υποδυ­θεί, στή συνέχεια νά γίνει ορθόδοξος μοναχός καί ιερέας, νά ζήσει στά απόκρημνα βράχια του «Άγιου» Όρους, τή στιγμή, πού στά σαλόνια του Κολωνακίου καί στίς δεξιώσεις τών διπλωματών στην Αθήνα, οι πληροφορίες πού ενδιέφεραν τήν αρμόδια βρετανι­κή υπηρεσία κυκλοφορούσαν εν αφθονία».36 Έξ άλλου, στή δεκαετία του 1930-1940, ό άρμενοκαθολικός επίσκοπος Γιοχάννες Γκαμσαραγιάν ήταν επικεφαλής ενός άπό τά δίκτυα της γερμανικής κα­τασκοπείας στην Ελλάδα. Είχε εγκαταστήσει στον δεύτερο Ορο­φο του μεγάρου Γιάνναρου, στή συμβολή τών οδών Όθωνος καί Φιλελλήνων στό Σύνταγμα, μυστική σχολή δολιοφθορέων πού έδρασαν στά χρόνια του πολέμου στή Μέση Ανατολή.37 Στά άνωτέρω επιχειρήματα μπορεί νά αντιπαρατεθεί ότι καί τό νά γίνει κάποιος κατάσκοπος είναι μία μορφή αναχωρητισμού. Είναι ένας άλλου τύπου μοναχισμός. Ό κατάσκοπος απαιτείται νά έχει ισχυ­ρή μυστικοπαθή ιδιοσυγκρασία. Ό Μπάλφουρ απλώς ράγισε καί έζησε σάν ραγισμένο γυαλί.
Στερούμενοι θεολογικών γνώσεων, νομίζουμε ότι ό Μπάλφουρ ακολούθησε τή γνωστή φράση τών Βενετών: «Είμαστε πρώτα Βε­νετοί καί κατόπιν χριστιανοί» . Προσχώρησε ειλικρινά στην Όρθοδοξία, αλλά δέν απαρνήθη­κε, καί ορθώς, τήν εθνικότητα του. Στην Αθήνα βρέθηκε καθ’ όδόν προς τά Ιεροσόλυμα. Ένθουσιασθείς από τά στελέχη καί τό έργο της «Ζωής», παρέμεινε στην Αθήνα γιά νά εκπληρώσει τήν επιθυ­μία του νά σπουδάσει στή θεολογική Σχολή. Ιερέας στό θεραπευ­τήριο του Ευαγγελισμού βρέθηκε σέ εποχή κατά τήν οποία τά σύν­νεφα του πολέμου ήσαν βαριά καί θά ξεσπούσε ό Β’ Παγκόσμιος πό­λεμος, στην έλευση του οποίου εθελοτυφλούσαν οι Μεγάλοι. Έτσι, κατά τήν κρίσιμη αυτή περίοδο, ή εδώ αγγλική πρεσβεία τόν στρά­τευσε στην υπηρεσία της πατρίδος του, ώς κατασκόπου. Άλλωστε ή κατασκοπεία είναι πάντοτε προπομπός της πολιτικής ή της στρα­τιωτικής δράσεως, διαπιστευμένοι δέ κατάσκοποι είναι όλοι οί πρε­σβευτές καί οί στρατιωτικοί ακόλουθοι. Καί τούτο, διότι τά καθήκο­ντα του διπλωμάτη συνοψίζονται στό διαπραγματεύεσθαι, παρατηρείν καί προστατεύειν. Όπως διδάσκεται ό διπλωμάτης, παρατηρεί, άρύεται πληροφορίες καί αναφέρει κάθε ζήτημα πού ενδιαφέρει τή χώρα του, προωθώντας τά συμφέροντα της.
Ό Μπάλφουρ, μετά τή φυγή του στην Αίγυπτο, αποστάτησε, άλλα επανεντάχθηκε σταδιακά σέ αυτήν μεταπολεμικά καί πλή­ρωσε τό κοινό χρέος, ώς πιστό μέλος της.
Σημειώσεις
1.
26 Ιανουαρίου 1947. Ο Ριζοσπάστης κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο τίτλο «Δαυίδ Μπαλφούρ ή ο Πάτερ Δημήτριος». Η κεντρική φωτογραφία του πρωτοσέλιδου ήταν χωρισμένη στα δύο. Στη μια πλευρά απεικονίζονταν ένας παπάς και στην άλλη ένας μεγαλόσωμος μεσήλικας καλοντυμένος κύριος. Το αποκαλυπτικό κείμενο – καταπέλτης για τον ρόλο αυτού του άνδρα, υπέγραφε η ιστορική μορφή του ΚΚΕ και διευθυντής του Ριζοσπάστη εκείνη την εποχή, Κωνσταντίνος Καραγιώργης. Ο παπά Δημήτρης και ο Ντέιβιντ Μπαλφούρ ήταν το ίδιο πρόσωπο, που είχε μόνο μια αποστολή. Να συλλέξει πληροφορίες για λογαριασμό της βρετανικής Ιντέλιτζεντ Σέρβις, της οποίας εκτελούσε χρέη σταθμάρχη στην Αθήνα.
Η στρατολόγηση του Μπαλφούρ
Ο Ντέιβιντ Μπαλφούρ γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1903. Καταγόταν από καλή οικογένεια και είχε άριστη ανατροφή. Είχε σπουδάσει στα πανεπιστήμια της Πράγας, του Σάλτσμπουργκ, της Ρώμης και μετέπειτα των Αθηνών. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά και ελληνικά και αργότερα έμαθε και τουρκικά. Ήταν ο ιδανικός νέος για στρατολόγηση στις μυστικές υπηρεσίες.
Το πέρασμα του κατασκόπου από το Άγιο Όρος
Η ταραγμένη δεκαετία του ’20, έκανε πολλές χώρες της Ευρώπης να αναδιοργανωθούν και να ενισχυθούν με νέο αίμα. Στα τέλη της ο Μπαλφούρ έγινε δόκιμος μοναχός στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Όταν γνώρισε την Ορθόδοξη Θεολογία, έφυγε από το μοναστήρι. Ασπάσθηκε την Ορθοδοξία στη Λιθουανία και το 1932 πήγε στο Άγιο Όρος και έμεινε στο Ρωσικό Μοναστήρι και στα Καντουνάκια. Έλαβε το όνομα Δημήτριος και εξέφρασε την επιθυμία να εγγραφεί στη Θεολογική Σχολή Αθηνών. Πέρασε ένα εξάμηνο αυστηρής απομόνωσης στο Άγιον Όρος. Οι μοναχοί όμως ουδέποτε τον είδαν με καλό μάτι. Τότε συνδέθηκε με τον Ρώσο λόγιο καλόγερο Σωφρόνιο. Δεν είναι λίγοι αυτοί που συνδέουν το όνομα του Σωφρόνιου με μυστικές υπηρεσίες, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχθεί κάτι σχετικό. Το 1936, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και άλλοι επιφανείς κληρικοί φρόντισαν να εγγραφεί ο Άγγλος στη Θεολογική Σχολή, στην Αθήνα. Όταν έφτασε στην πόλη, υπηρέτησε στο μοναχικό τάγμα του τέως Καρυστίας, Παντελεήμονα. «Είναι αυτός που είπε το περιβόητο καλύτερα σαράντα χρόνια με τους γερμανούς, παρά μια ώρα με το ΕΑΜ», έγραφε ο Καραγιώργης. Ο Παντελεήμων χειροτόνησε αρχιμανδρίτη τον Ντέιβιντ Μπαλφούρ και πλέον τον προσφωνούσαν Πάτερ Δημήτριο.
Ο εξομολογητής των μεγαλοαστών
Από την πρώτη στιγμή που έφτασε στην Αθήνα ο πατήρ Δημήτριος, ήταν περιζήτητος στα μεγάλα σαλόνια της πόλης. Με την ιδιότητα του αρχιμανδρίτη γράφτηκε ως αδερφός στη Μονή Πεντέλης και συνέχισε τη φοίτησή του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κανείς δεν ξέρει αν ήρθε στην Ελλάδα στρατολογημένος από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ή αυτό συνέβη κατά την παραμονή του στην πρωτεύουσα. Τα ελληνικά του πάντως, είχαν τελειοποιηθεί, ακόμη και στις ψαλμωδίες. Κυκλοφορούσε στο Κολωνάκι και συχνά τον καλούσαν μεγαλοαστοί για εξομολογήσεις. Έκανε αγιασμούς σε μέγαρα και ευκατάστατα σπίτια, μεταξύ των οποίων και του στρατηγού Παπάγου. Επίσης είχε γνωριστεί και είχε σχέσεις με τον μετέπειτα πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή, που διαδέχθηκε τον Μεταξά και αυτοκτόνησε λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Ο βρετανός ιερέας, δίδασκε στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών και παρέδιδε μαθήματα αγγλικών σε γόνους «μεγάλων τζακιών». Σύντομα ανέπτυξε σχέσεις με την αδελφότητα θεολόγων «H Ζωή» και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Με τις γνωριμίες αυτές ορίστηκε εύκολα, εφημέριος στο παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού. Πλέον κατοικούσε μέσα στο χώρο του νοσοκομείου. Το αρχηγείο του όμως το είχε στήσει στην οδό Πλουτάρχου 2, στο Κολωνάκι. Το κτήριο έγραφε ο Καραγιώργης, «ανήκε στην αγγλική πρεσβεία και στους τηλεφωνικούς καταλόγους εμφανιζόταν ως έδρα της Γραμματείας του Πολιτικού Τμήματος του σερ Νόρτον». Από το 1937 ως το 1939, ο Άγγλος κατάσκοπος με τα ράσα και τη διχαλωτή μακριά γενειάδα, ανέλαβε εκκλησιαστικά χρέη κοντά στη βασιλική οικογένεια. Οι σχέσεις του με τον βασιλέα Γεώργιο B´, τον διάδοχό Παύλο και την τότε πριγκίπισσα Φρειδερίκη, ήταν πολύ στενές. Έτσι μπορούσε να μπαινοβγαίνει άνετα στο παλάτι και να γίνεται αποδέκτης πολλών πληροφοριών. Οι Βρετανοί είχαν χτυπήσει διάνα. Γνώριζαν από πρώτο χέρι πολλά περισσότερα στοιχεία, ακόμη και για τα προσωπικά της βασιλικής οικογένειας. Πολλά μέλη της εξομολογούνταν συχνά στον αγαπημένο ιερέα. Παράλληλα, ο Μπαλφούρ «μεγάλωνε» τον κύκλο των σημαντικών γνωριμιών του με υψηλόβαθμους στρατιωτικούς και πολιτικούς, με τις ευλογίες του παλατιού.
Ο παπάς που ξύρισε τα γένια του και έβαλε τα χακί
Το 1941 όλα έδειχναν ότι οι Γερμανοί θα κήρυτταν τον πόλεμο στην Ελλάδα. Στο βιβλίο του «Η αφελής Ελλάς», ο Νικόλαος Σοϊλεντάκης γράφει ότι ο Μπάλφουρ έπαιξε ρόλο, στην αυτοκτονία του πρωθυπουργού Κορυζή το 1941. Ο Άγγλος πάντως πριν από την είσοδο των Γερμανών, πέταξε τα ράσα, ξυρίστηκε, έβαλε την στρατιωτική του στολή και αναχώρησε με το προσωπικό της βρετανικής πρεσβείας, από την Αθήνα για το Κάιρο. Εκεί, με την νέα ιδιότητά του πλέον, συνέχισε να έχει σχέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια και τους πρώην πρωθυπουργούς Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Γεώργιο Παπανδρέου.
Η νέα αποστολή στην Αθήνα
Μετά την απελευθέρωση, ο ταγματάρχης Ντέιβιντ Μπαλφούρ, έφτασε και πάλι στην Αθήνα, ως στέλεχος της Βρετανικής Πρεσβείας. Πολλοί μελετητές και ερευνητές της περιόδου, εκτιμούν ότι ο Μπαλφούρ βοήθησε στην τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού, στη θέση του Αντιβασιλιά. Ο γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, δεν έλειψε από τα Δεκεμβριανά, ούτε από τη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου του 1945. «Ήταν η γλώσσα (μεταφραστής) και το μυαλό του Σκόμπυ», σύμφωνα με τον ιστορικό και συγγραφέα Σαράντο Καργάκο. Μέχρι και την ώρα της υπογραφής, ο Μπαλφούρ δεν σταμάτησε να συζητάει με όλους τους πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών. Η εμφάνιση του με πολιτικά ή στρατιωτικά ρούχα, εξόργισε πολλούς επιφανείς Αθηναίους που τον εμπιστεύθηκαν ως ιερέα, και τον υπερασπίστηκαν όταν τον κατηγορούσαν ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Ο θεολόγος πράκτορας 25 Ιανουαρίου 1947. Μόλις είχε σχηματιστεί κυβέρνηση συνασπισμού, υπό τον άλλοτε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Δημήτρη Μάξιμο. Ο Ριζοσπάστης στο πρωτοσέλιδο εκείνης της ημέρας, έγραφε για «κυβέρνηση Μπαλφούρ». Και πάλι ο Καραγιώργης αποκάλυπτε τον ύποπτο ρόλο που έπαιξε στο σχηματισμό της κυβέρνησης μαζί με τον Παναγιώτη Πιπινέλη. Μετά το δεύτερο «ξεμπρόστιασμα» του Ντέιβιντ Μπαλφούρ από τις πολύ καλά πληροφορημένες πηγές του Ριζοσπάστη, είχε φτάσει η ώρα να φύγει και πάλι από την Αθήνα. Συνέχισε την καριέρα του ως διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη και αλλού. Αργότερα, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. Μέχρι το 1989 που πέθανε, έγραψε πολλές μελέτες για την Ορθόδοξη Θεολογία και ιδιαίτερα για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Άγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης…
2.
Ο λόρδος Ντέιβιντ Μπάλφουρ γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1903 και καταγόταν απο μια οικογένεια που προσέφερε πρωθυπουργούς, υπουργούς, ναυάρχους και στρατηγούς στη Βρετανία. H Γηραιά Ηπειρος τη δεκαετία του ’20 βρίσκεται σε οριακά σημεία. Ο A´ Παγκόσμιος Πόλεμος ανατρέπει πολλά δεδομένα. Οι υπηρεσίες πληροφοριών ενισχύονται καθημερινά. Αναζητούν ικανά στελέχη για να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες των καιρών. Οι αποφάσεις των Γερμανών, των Βρετανών, των Ρώσων, των Γάλλων και των Τούρκων έχουν τεράστια σημασία. Ολοι πρέπει να προβλέπουν τις κινήσεις των εχθρών, των αντιπάλων, αλλά και των συμμάχων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει και ο ρωμαιοκαθολικός στο δόγμα Βρετανός Ντέιβιντ Μπάλφουρ ο οποίος προσελκύει το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του. Είναι ένας άνθρωπος με σπουδές στα πανεπιστήμια της Πράγας, του Σάλτσμπουργκ, της Ρώμης και αργότερα των Αθηνών. Γνωρίζει εκτός απο τη μητρική του γλώσσα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρωσικά, πολωνικά και ελληνικά και αργότερα θα μάθει και τουρκικά.
* Μοναχός
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο Μπάλφουρ γίνεται ρωμαιοκαθολικός μοναχός και εντάσσεται στο τάγμα των Βενεδικτίνων. Υπηρετεί στη Μονή του Τάγματος στο Chevetogne του Βελγίου. Πρόκειται για μοναστήρι με ξεχωριστή δράση καθώς όλοι οι μοναχοί εξειδικεύονται στην Ορθόδοξη Θεολογία και Δογματική. Μάλιστα προσπαθούν να βοηθήσουν την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών η οποία αποτελούσε αδιανόητο γεγονός την εποχή εκείνη. Το έργο του Μοναστηριού και του ηγουμένου της Lambert Beauouin καταστρέφεται με απόφαση του Βατικανού όταν τρεις μοναχοί, ο Μπάλφουρ, ο Lev Gilet και ο Alexis van der Mensbrughe, εγκαταλείπουν τον Ρωμαιοκαθολικισμό για χάρη της Ορθοδοξίας. Τότε ο Μπάλφουρ με τη βοήθεια των ρώσων κληρικών της διασποράς παίρνει το ορθόδοξο σχήμα και ονομάζεται Δημήτριος.
Το 1932 ο Μπάλφουρ εμφανίζεται στο Αγιον Ορος και εγκαταβιοί αρχικά στο λεγόμενο Ρωσικό Μοναστήρι και στη συνέχεια στα Καντουνάκια. Οπως λέει στο «Βήμα» ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, ακαδημαϊκός κ. Αντώνιος – Αιμίλιος Ταχιάος, «όταν ο Μπάλφουρ ήρθε στον Αθω ήταν ακόμη ανώριμος για να μονάσει εκεί.Εζησε ως ερημίτης και ασκητής». Στο Περιβόλι της Παναγιάς ο παπα-Δημήτρης δεν αναπτύσσει ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις, ίσως επειδή οι μοναχοί της εποχής δεν διαθέτουν τη δική του μόρφωση και γνώση. Ωστόσο τότε γνωρίζει τον μετέπειτα Αγιο Σιλουανό και τον λευκορώσο πρίγκιπα πατέρα Σωφρόνιο, έναν διακεκριμένο και μορφωμένο μοναχό ο οποίος αργότερα θα ιδρύσει το Μοναστήρι του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Εσεξ της Βρετανίας. H αλληλογραφία που ανέπτυξε ο Μπάλφουρ με τον πατέρα Σωφρόνιο ακόμη και για θεολογικά ζητήματα μπήκε πολλές φορές στο μικροσκόπιο. Μάλιστα ορισμένοι άφηναν να εννοηθεί ότι και ο πατήρ Σωφρόνιος είχε σχέσεις με τις μυστικές υπηρεσίες. Πρόκειται για ψιθύρους, λένε πολλοί, που προκαλεί η ανθρώπινη ζήλια.
H ακριβής χρονολογία στρατολόγησης του Μπάλφουρ στην Intelligence Service δεν είναι γνωστή. Πάντως το 1936 ο παπα-Δημήτρης εμφανίζεται στην Αθήνα και μεταβάλλεται σε μαγνήτη για την ελληνική αστική τάξη. Ορίζεται εφημέριος του Ναού του «Ευαγγελισμού» και καταφέρνει γρήγορα να ελιχθεί. Διαθέτει σχέσεις με την αδελφότητα θεολόγων «H Ζωή» και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο (Φιλιππίδη) και φτάνει να υπηρετήσει ακόμη και στον Ναό των Ανακτόρων. Οι σχέσεις του με τον βασιλέα Γεώργιο B´, τον διάδοχό του Παύλο και ιδιαίτερα με την τότε πριγκίπισσα Φρειδερίκη ήταν πολύ στενές. Πολλοί λένε ότι ο Μπάλφουρ «ήταν το μάτι και το αυτί» των Βρετανών στο Παλάτι. Ωστόσο ο καθηγητής κ. Ταχιάος δηλώνει σήμερα ότι έχοντας με τον Μπάλφουρ μια μακροχρόνια φιλική σχέση απέκτησε το θάρρος να προχωρήσει και σε πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής του. «Τόλμησα» τονίζει «να υπαινιχθώ αυτά για τα οποία τον κατηγορούσαν. Τότε μου απάντησε ευθαρσώς:«Γιατί θα ‘πρεπε εγώ να κατασκοπεύω και να καθοδηγώ τον βασιλέα Γεώργιο B΄, τη στιγμή που αυτός συζούσε με βρετανίδα ερωμένη;»».
* Ταγματάρχης
Το 1941, λίγο προτού οι Γερμανοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα, ο Μπάλφουρ αναχωρεί για το Κάιρο. Και είναι χαρακτηριστικό ότι δεν βρίσκεται στον Ναό του Ευαγγελισμού την 25η Μαρτίου του 1941, λίγες ημέρες δηλαδή πριν από τη γερμανική εισβολή. Στο Κάιρο έχει άμεσες σχέσεις με την ελληνική βασιλική οικογένεια και τους πρώην πρωθυπουργούςΠαναγιώτη Κανελλόπουλο και Γεώργιο Παπανδρέου. Επιστρέφει στην Ελλάδα με τη νίκη των συμμάχων ως ταγματάρχης του Βρετανικού Στρατού και μέλος της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αθήνα. Σε αυτόν αποδίδουν ορισμένοι την τοποθέτηση του Αρχιεπισκόπου ΑθηνώνΔαμασκηνού (Παπανδρέου) σε θέση αντιβασιλέως και ήταν σίγουρα, όπως λέγεται, ο σύνδεσμος των Βρετανών με τον αντιβασιλέα Δαμασκηνό. Καθοριστικός φαίνεται ότι είναι και ο ρόλος του στη Συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945. Χαρακτηριστική ήταν η επίσκεψη που έκανε, σύμφωνα με μαρτυρίες, στο σπίτι του Στρατηγού του ΕΛΑΣΣτέφανου Σαράφη στου Μακρυγιάννη την παραμονή της υπογραφής της Συμφωνίας. Ακόμη, είχε σχέσεις και με τον Ηλία Τσιριμώκο.
* Βιβλιοθηκάριος
Ο Μπάλφουρ αποχώρησε από την Ελλάδα όταν καταγγέλθηκε ως πράκτορας με δημοσίευμα της εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Στη συνέχεια ως διπλωματικός υπάλληλος της βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών υπηρέτησε στο Ισραήλ, στο Προξενείο της Σμύρνης, στην Γενεύη και αλλού. Ακόμη, εργάστηκε στη βιβλιοθήκη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Πέθανε τον Οκτώβριο του 1989, αφού εκπόνησε πλήθος μελετών για την Ορθόδοξη Θεολογία και ιδιαίτερα για τον Αγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τον Αγιο Συμεών, Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης. Οπως επισημαίνει ο ακαδημαϊκός κ. Ταχιάος, «ο Μπάλφουρ ήταν πραγματικός θεολόγος, είχε καθαρή θεολογική σκέψη και βαθιά πνευματικά κριτήρια για τη ζωή. […] Δεν μπορεί να είναι ένας υποκριτής ή κάποιος που απλώς, ψυχρά και μελετημένα,εκτελεί μια αποστολή κατασκόπου, όπως τον ερμήνευσαν άνθρωποι που δεν μπορούν να κατανοήσουν τις παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης ψυχής, ούτε τι είναι αμαρτία και μετάνοια.Ενας στρατολογημένος κατάσκοπος δεν χρειαζόταν, για να εκτελέσει την αποστολή του στην Αθήνα, να σπουδάσει χρόνια Θεολογία στη Ρώμη, να γίνει ρωμαιοκαθολικός μοναχός, στη συνέχεια να γίνει ορθόδοξος μοναχός, ιερέας, και να ζήσει στα απόκρημνα βράχια του Αγίου Ορους».
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος γνώρισε τον Ντέιβιντ ή Δημήτριο Μπάλφουρ το 1978 στο Εσεξ. «Είδα» λέει στην εφημερίδα της Μητρόπολής του «έναν μεγαλόσωμο Αγγλο στον ναό. Οταν ήρθε η ώρα κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας να διαβαστεί το Σύμβολο της Πίστεως, έκπληκτος άκουγα ότι αυτός ο μεγαλόσωμος Αγγλος ανέγνωσε το «Πιστεύω» με τη βροντερή φωνή του σε τέλεια ελληνικά, με προφορά που δεν διέκρινες αν ήταν ξένος ή Ελληνας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας έκλαιγε»
ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ Ο Γιοχάνες, ο Αλέξιος και ο Φιλάρετος

Την ίδια περίοδο με τον Ντέιβιντ Μπάλφουρ στην Αθήνα δρα ένας ακόμη κληρικός γνωστός πράκτορας. Πρόκειται για τον αρμενοκαθολικό επίσκοπο Ελλάδος Γιοχάνες Γκαμσαραγιάν ο οποίος δούλευε για τις μυστικές υπηρεσίες της Γερμανίας και είχε φτάσει να δημιουργήσει στην καρδιά της Αθήνας, στην Πλατεία Συντάγματος, μυστική σχολή σαμποτέρ. Από αυτή τη σχολή βγήκαν τουλάχιστον 300 σαμποτέρ που έδρασαν στα χρόνια του πολέμου σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Τη δεκαετία του ’90 «έκπληκτοι» οι ορθόδοξοι κληρικοί όλων των βαθμίδων διάβαζαν στις ξένες εφημερίδες τους επί πολλά έτη δικούς του ψιθύρους. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, πολλοί κληρικοί του Πατριαρχείου Ρωσίας και των άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών των πρώην ανατολικών χωρών εργάστηκαν για τις μυστικές υπηρεσίες. Ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Αλέξιος ποτέ δεν αποδέχθηκε όσα του καταλόγισε ο διεθνής Τύπος, σύμφωνα με τα οποία ήταν ο «Αδάμας» της KGB. Ανάλογη στάση τήρησε και ο άλλοτε Μητροπολίτης Κιέβου του Πατριαρχείου Ρωσίας και σήμερα σχισματικός κ. Φιλάρετος, ο οποίος φέρεται ότι υπηρέτησε στην KGB έχοντας τον κωδικό «κρίκος αλυσίδας».
Βεβαίως ψίθυροι μεταξύ των ορθοδόξων κληρικών υπήρχαν και για έλληνες κληρικούς που έζησαν και ζουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ορισμένοι από αυτούς φέρονται πράκτορες της KGB, άλλοι της CIA και άλλοι της ΕΥΠ ή της ΚΥΠ, όπως ονομαζόταν παλαιότερα…
3.
(απόσπασμα)
Σε κάποια επιστολή διασώζεται –μοναδικό γεγονός μεγάλου ενδιαφέροντος– ο διάλογος του Γέροντος Σωφρονίου με τον άγιο Σιλουανό για θέμα που αφορούσε τον Μπάλφουρ. Στον αποκαλυπτικό αυτόν διάλογο θαυμάζουμε τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο άγιος Σιλουανός, το πώς δηλαδή, ανελάμβανε την πνευματική καθοδήγηση, ο τρόπος με τον οποίο την εξασκούσε, αλλά και το “πνεύμα” της εν Χριστώ ελευθερίας το οποίο τον διέκρινε. Πολύ σημαντικός ο λόγος του αγίου Σιλουανού: “Αλήθεια, είναι σαν μικρό παιδί. Εγώ σαν «νταντά» τον συγκρατούσα από τη συμφορά, για να μη σπάσει το κεφάλι του. Αλλά ας ζήσει στην Ελλάδα. Αυτό θα είναι ενδιαφέρον ακόμη και από πλευράς εμπειρίας… Συγκρίνει λοιπόν τις προσευχές με μαντείο; Τότε φθηνά μας εκτίμησε… Εμείς δεν σφετεριζόμαστε την ελευθερία του… έχασε την πίστη, και χωρίς πίστη δεν θα υπάρξει όφελος… Για ποιόν λόγο να ερίζουμε. Γράψτε του ότι εμείς δεν θα τον μεταπείσουμε… Είδα ότι, αν του φερθούμε αυστηρά, τότε θα αγανακτήσει”.
4.
(απόσπασμα)
Τον Δαβίδ Μπάλφουρ τον γνώρισα δύο χρόνια προ της εκδημίας του, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Λόγω των επαφών του με τον αείμνηστο διαπρεπή πατρολόγο καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου και τη συνεργασία του με το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών είχε έρθει επανειλημμένως στην πόλη μας. Γευματίσαμε επανειλημμένως μαζί, και καθώς γνώριζα πρόσωπα και γεγονότα της περασμένης του ζωής, ανοιχθήκαμε σε πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Ίσως σ’ αυτό συνετέλεσε και το γεγονός ότι προκάτοχός του στη θέση του προξένου στη Σμύρνη υπήρξε ο παλαιός διπλωμάτης Charles Greig, σύζυγος εξαδέλφης μου. Από τις εκτενείς συζητήσεις μας διεπίστωσα ότι ο Μπάλφουρ ήταν πραγματικός θεολόγος, είχε καθαρά θεολογική σκέψη και βαθιά πνευματικά κριτήρια για τη ζωή. Ήταν πιστό τέκνο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τέτοιο που δεν μπορεί να είναι ένας υποκριτής ή κάποιος που απλώς, ψυχρά και μελετημένα εκτελεί μια αποστολή κατασκόπου, όπως τον ερμήνευσαν άνθρωποι που έστω και στοιχειωδώς δεν μπορούν να κατανοήσουν τις παλινδρομήσεις μιας ανήσυχης και ταραγμένης ψυχής, ούτε τί είναι αμαρτία και μετάνοια.
Ένας στρατολογημένος κατάσκοπος δεν χρειαζόταν, για να εκτελέση την αποστολή του στην Αθήνα, να σπουδάση χρόνια θεολογία στη Ρώμη να γίνη ρωμαιοκαθολικός μοναχός, στη συνέχεια να γίνη ορθόδοξος μοναχός και ιερέας και να ζήση στα απόκρημνα βράχια του Αγίου Όρους, τη στιγμή που στα σαλόνια του Κολωνακίου και στις δεξιώσεις των διπλωματών στην Αθήνα οι πληροφορίες που ενδιέφεραν την αρμόδια βρετανική υπηρεσία κυκλοφορούσαν σε αφθονία. Η περίοδος 1941-1945 ήταν για τον Μπάλφουρ μία περίοδος άκρως ταραχώδης. Απέβαλε το σχήμα και εντάχθηκε στον βρετανικό στρατό. Η μετάταξή του όμως στη συνέχεια στο διπλωματικό σώμα της Μεγάλης Βρετανίας του άνοιξε τον δρόμο για μία νέα απομόνωση και περισυλλογή. Η θητεία του ως γενικού προξένου στη Σμύρνη ήταν περίοδος βαθιάς περισυλλογής και επιστροφής όχι μόνο στα θεολογικά γράμματα αλλά και στην με συνέπεια τήρηση των αρχών της ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Έχοντας αποκτήσει το θάρρος να προχωρήσω σε πιο ιδιωτικές πτυχές της ζωής του τόλμησα να υπαινιχθώ αυτά για τα οποία η ελληνική δημοσιογραφία τον κατηγορούσε. Μου απάντησε ευθαρσώς: Γιατί θα έπρεπε εγώ να κατασκοπεύω και να καθοδηγώ τον βασιλέα Γεώργιο Β’, τη στιγμή που αυτός συζούσε με Αγγλίδα ερωμένη;
Πηγή

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Αντικληρικαλιστές, οι καλύτεροι φίλοι της Εκκλησίας...

A Greek Orthodox priest speaks with a woman in a church in central Athens, Greece July 8, 2015. Euro zone members have given Greece until the end of the week to come up with a proposal for sweeping reforms in return for loans that will keep the country from crashing out of Europe's currency bloc and into economic ruin. REUTERS/Jean-Paul Pelissier

Γράφει ο Σωτήρης Μητραλέξης*
Αντίβαρο

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος σύμμαχος της Εκκλησίας όσον αφορά στα θεσμικά κεκτημένα της από τους σκληρούς αντικληρικαλιστές. Αυτό δεν είναι τρόπος του λέγειν ή ρητορικό πυροτέχνημα: για τους λόγους που θα εξηγήσω εδώ, στην πράξη η αποκλειστική και μόνη δύναμη πλήρους υποστήριξης του status quo δεν προέρχεται από την διοικούσα εκκλησία, τους πιστούς, τους θεολόγους ή τους ειδικούς, αλλά από τους μαχητικούς αντικληρικαλιστές, ακριβώς λόγω του μαξιμαλισμού τους.
Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η έλλειψη επαφής του ελλαδικού αντικληρικαλιστικού λόγου με τα πραγματολογικά δεδομένα–νομικά, οικονομικά, περιουσιακά, οτιδήποτε. Οπότε, όταν έρθει η ώρα να «μετρηθεί» η αντικληρικαλιστική πολιτική θέση ως προς την εφαρμοσιμότητά της και την επαφή της με την πραγματικότητα, αυτή καταρρέει στις αντιφάσεις της–και, ελλείψει κάποιου μετριοπαθέστερου Plan B, έχοντας αδειάσει αφήνει την αποκλειστικότητα του πεδίου συζήτησης και του δημόσιου λόγου στην υποστήριξη του status quo από τους ανθιστάμενους στους αντικληρικαλιστές. Όταν η «αντίθεση» αποδεικνύεται προβληματική, αυτό που τελικά δικαιώνεται είναι η «θέση»…

Το θέμα των σχέσεων εκκλησίας-κράτους στην Ελλάδα και το ενδεχόμενο χωρισμού τους αποτελεί ένα ζήτημα στο οποίο περισσεύουν οι φωνές και η πλειοδοσία σε υπερβολές, όχι όμως και τα στοιχεία, η επίγνωση και εποπτεία της κατάστασης της κατάστασης. Συστηματικά εγείρεται από ό,τι για την οικονομία της συζήτησης ονομάζουμε αντικληρικαλιστικό μπλοκ ένας λόγος, ο οποίος:
Πρώτον, θεωρεί αυτονόητο πως στην Ελλάδα υπάρχει μία σκανδαλώδης σχέση εκκλησίας-κράτους, με ακόμα σκανδαλωδέστερα προνόμια, τα οποία η εκκλησία λαμβάνει από το κράτος αφ’ ενός χωρίς ανταπόκριση και αφ’ ετέρου χωρίς καμία σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Δεύτερον, θεωρεί πως η μισθοδοσία του κλήρου από το κράτος είναι απλώς και μόνον ένα μονομερές δώρο, το οποίο παρέχει το κράτος στην εκκλησία είτε ούτως ώστε να την έχει ως ιδεολογικό σύμμαχο είτε λόγω της ψηφοφορικής δυνάμεως που αυτή διαθέτει. Αυτό το «δώρο» δωρεάν δόθηκε, δωρεάν μπορεί και να ανακληθεί, όπως θεωρούν αυτονόητο.
Τρίτον, θεωρεί πως αυτή τη στιγμή «η εκκλησία» (υπονοείται ένας ανύπαρκτος κεντρικός φορέας χωρίς κανένα αυτοδιοίκητο και ανεξαρτησία για κανένα συνιστών μέρος του) διαθέτει μία κεντρικά ελέγξιμη ή ελεγχόμενη ουρανομήκη, κτηνώδη, απερινόητη περιουσία, η οποία είτε ήδη γίνεται είτε δύναται να γίνει αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης με ασύλληπτα κέρδη.
Τέταρτον, θεωρεί πως η εκκλησία απολαμβάνει φορολογική ασυλία. Δηλαδή είτε πως δε φορολογείται επαρκώς είτε, όπως οι πραγματικά αφελέστεροι τον αντικληρικαλιστών πιστεύουν, ότι δεν φορολογείται καθόλου!
(Όποιος ενδιαφέρεται για τα στοιχεία, μπορεί να δει αυτό, αυτό, αυτό, και αυτό, ενώ ετοιμάζεται μελέτη για το ζήτημα της μισθοδοσίας.)

Εδώ έχουν σημασία και τα εξής: αφ’ ενός η πεποίθηση πως η εκκλησία είναι ένας ενιαίος οργανισμός και θεσμός με ενιαία την οικονομική, αλλά ακόμα και νομική, διαχείρισή της, καθώς και το ότι η περιουσία της είναι κάτι το οποίο το κράτος μπορεί να ρυθμίσει κατά το δοκούν, χωρίς η εκκλησία, δηλαδή τα περίπου 6700 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα, να κατοχυρώνεται από το καθεστώς κατοχυρώσεως του δικαιώματος στην περιουσία το οποίο αφορά όλα τα νομικά και φυσικά πρόσωπα στην Ελλάδα αλλά και, εν τέλει, οπουδήποτε.

Πρώτα απ’ όλα, μόνο το κεντρικό ΝΠΔΔ της Εκκλησίας πλήρωσε πέρυσι 3.436.438 ευρώ φόρους, εκ των οποίων για πληρωμή του ΕΝΦΙΑ 2.756.992,39 ευρώ–μιλάμε μόνο για ένα από τα περίπου 6700 ΝΠΔΔ της Εκκλησίας, ενώ μόνον ο συνολικός ΕΝΦΙΑ όλων των εκκλ. νομικών προσώπων εκτιμάται υπερβαίνων τα 10.000.000 Ευρώ.
Το πρόβλημα με όλα αυτά τα επιχειρήματα και όλες αυτές τις θέσεις είναι ότι πως τυγχάνουν απολύτως λανθασμένες, μη ανταποκρινόμενες στην πραγματικότητα. «Απολύτως» εδώ δεν σημαίνει πως τους λείπουν κάποιες καίριες πληροφορίες ή λεπτομέρειες νομικών και οικονομικών στοιχείων. «Απολύτως» σημαίνει πως δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα!

Αυτό, βέβαια, τελικά είναι ένα πρόβλημα που λειτουργεί ως μπούμερανγκ. Διότι όταν έρθει η ώρα μιας όχι πλέον απλώς ρητορικής και δημοσιογραφικής σύγκρουσης αντικληρικαλιστών και status quo, αλλά μιας δημόσιας συζήτησης που σχετίζεται με ένα πρακτικό πολιτικό διά ταύτα, τότε το έωλο των ισχυρισμών του αντικληρικαλιστικού μπλοκ σημαίνει και την ήττα του, την νίκη του status quo, αφ’ ης στιγμής τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών θα μετρηθούν όχι ως προς το πάθος τους, αλλά αφ’ ενός ως προς την ορθότητα τους και αφ’ ετέρου ως προς την εφαρμοσιμότητα των λύσεων που προτείνουν.
Για παράδειγμα, ας ρίξουμε μια ματιά στην πιο πρόσφατη από τις αφορμές αυτού του σημειώματος, το άρθρο του κ. Προδρόμου Νικολαΐδη, πολιτικού επιστήμονος-επικοινωνιολόγου, με τον εύγλωττο τίτλο Κάποιος επιτέλους να βάλει την Εκκλησία στη θέση της, γεμάτο με πυροτεχνήματα τύπου «Η Εκκλησία της Ελλάδος λειτουργεί σαν Ανώνυμη Εταιρία».

Σταχυολογώ: ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος προβαίνει στον κτηνώδους αγνοίας ισχυρισμό ότι «Σήμερα, η συνολική εκκλησιαστική περιουσία ανέρχεται στο αστρονομικό ποσό του 1,3 εκατομμυρίου στρεμμάτων, για τα οποία προφανώς δε φορολογείται». Πρώτα απ’ όλα, μόνο το κεντρικό ΝΠΔΔ της Εκκλησίας πλήρωσε πέρυσι 3.436.438 ευρώ φόρους, εκ των οποίων για πληρωμή του ΕΝΦΙΑ 2.756.992,39 ευρώ–μιλάμε μόνο για ένα από τα περίπου 6700 ΝΠΔΔ της Εκκλησίας, ενώ μόνον ο συνολικός ΕΝΦΙΑ όλων των εκκλ. νομικών προσώπων εκτιμάται υπερβαίνων τα 10.000.000 Ευρώ. Όμως, ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος μας ενημερώνει πως για την εκκλησιαστική περιουσία η Εκκλησία «προφανώς δε φορολογείται». Τι σημασία έχουν τα στοιχεία, όταν υπάρχει το συναίσθημα;
Πέρυσι το κεντρικό ΝΠΔΔ της Εκκλησίας είχε ζημία/χρέος περίπου 2.000.000 Ευρώ (ΔΙΣ 2015). Όποιος θεωρεί ότι αυτό δεν μετακυλίεται στο φιλανθρωπικό έργο, είναι αφελής. Αλλά δε βαριέσαι; Αφού έχουν μίτρες με κλωστή χρυσωπού χρώματος, άρα έχουν λεφτά…
(Πέραν τούτου, εμφανίζεται ένας αριθμός, 1,3 εκ. στρέμματα. Τι είναι αυτό;Άθροισμα όλων των εκτάσεων όλων των εκκλ. ΝΠΔΔ; Που ανήκουν ακόμα στα εκκλ. ΝΠΔΔ; Εν τοις πράγμασι ή μόνο στα χαρτιά; Συμπεριλαμβάνονται άραγε στον αριθμό εκτάσεις που έχουν de facto, αν όχι και de jure, παραχωρηθεί στο Δημόσιο; Είναι όλες οι εκτάσεις εκμεταλλεύσιμες, ή μήπως πολλές έχουν καταστεί νομικά μη αξιοποιήσιμες με οποιονδήποτε τρόπο, απλά ονόματα σε χαρτιά; Και λοιπά, και λοιπά. Πετάμε αριθμούς στον γάμο του καραγκιόζη, και ό,τι γίνει.)
Πιο κάτω μας λέει ότι «τόσο η δευτεροβάθμια όσο και η Τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθοδηγούμενες από τα προστάγματα της Εκκλησίας της Ελλάδος, έχουν μείνει εξαιρετικά πίσω και αρκούνται στη θρησκευτική προπαγάνδα υπέρ της ορθοδοξίας». Με ποιόν τρόπο η τριτοβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή τα Πανεπιστήμια, «αρκούνται στη θρησκευτική προπαγάνδα υπέρ της ορθοδοξίας»;!;!; [Αν ο πολιτικός επιστήμων-επικοινωνιολόγος αναφέρεται στις δύο ομολογιακές θεολογικές σχολές, τέτοιες υπάρχουν σε κάθε χώρα της Ευρώπης, χώρια που στην Ελλάδα τις ίδρυσε το κράτοςσε σύγκρουση με την Εκκλησία (αφού ελέγχονταν και ελέγχονται από εκείνο)].

Ο αρθρογράφος αποφαίνεται: «Η Εκκλησία μάλιστα, αναλογουμένης της τεράστιας περιουσίας της, κάνει πολύ λιγότερα από όσα θα έπρεπε να κάνει.» Ποια και που είναι αυτή η περιουσία, η οποία βέβαια (α) να μην έχει εκχωρηθεί ήδη στο κράτος ή στους πολίτες, όπως έχει συμβεί με το 96% της εκκλ. περιουσίας από ιδρύσεως του ελλ. κράτους, (β) να μη χρησιμοποιείται ήδη ως δημόσιος χώρος/περιουσία καίτοι στα χαρτιά προσμετράται ακόμα ως εκκλησιαστική (νοσοκομεία, σχολεία, πλατείες κλπ), (γ) να μην εμποδίζει το κράτος συνειδητά και συστηματικά τη δυνατότητα εκμετάλλευσής της και (δ) να μην ανήκει σε κάποιο από τα περίπου 6700 μη-κεντρικά εκκλησιαστικά ΝΠΔΔ (ενορία τάδε που έχει ένα διαμέρισμα, με τα έσοδα του ενοικίου του οποίου πληρώνει το 1/3 του μηνιαίου ρεύματος του ναού, μονή δείνα που έχει δυο χωράφια και είναι το μόνο οικονομικό εισόδημά της, κλπ.) ή σε νομικά πρόσωπα που «η Εκκλησία» (δηλαδή η Αρχιεπισκοπή Αθηνών) δεν ελέγχει και δεν θα μπορούσε να ελέγξει με κανέναν νομικό, πολιτικό, οικονομικό ή εκκλησιαστικό τρόπο, όπως π.χ. τα χιλιετή μοναστήρια του Αγίου Όρους που έχουν το αυτοδιοίκητο και τέλος πάντων δεν ανήκουν στην Εκκλησία της Ελλάδος επ’ ουδενί τρόπω.
« Η Κυβέρνηση […] οφείλει να μετατρέψει το μάθημα των θρησκευτικών σε θρησκειολογία, όχι του χρόνου και αν, αλλά χθες» Αμιγές μάθημα «θρησκειολογίας» δεν υπάρχει πουθενά στην Ευρώπη, ενώ το νέο μάθημα, για το οποίο και ο καυγάς, είναι σαφώς ομολογιακό, όχι θρησκειολογικό. Άμα (άμα!) γνωρίζουμε το περιεχόμενο των λέξεων, τι ακριβώς προτείνεται εδώ και δη ως αυτονόητο, και με ποιά σοβαρότητα ή έλλειψη αυτής;
Ο κ. Νικολαΐδης γράφει, προς επίρρωσιν της στάσης του, πως «είναι συνειδητοποιημένα Χριστιανός Ορθόδοξος» (sic), δεν είναι όμως εξ ίσου συνειδητοποιημένος (δεν δείχνει την ίδια ευαισθησία) όσον αφορά στα πραγματολογικά στοιχεία–αυτό που εν συνόψει ονομάζουμε «πραγματικότητα». Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένας-ένας οι ισχυρισμοί βασίζονται σε σκανδαλώδη άγνοια της κατάστασης, κάτι το σύνηθες σε άρθρα αυτού του κλίματος. Όσο τα άρθρα υφίστανται για να εξάπτουν τα πάθη και τα πλήθη, αυτό δεν βγαίνει στην επιφάνεια και απλώς «δημιουργείται κλίμα». Όταν όμως έρθει η ώρα να εφαρμοστούν, εμφανίζεται το αδιέξοδο: ότι όλα αυτά που λέγαμε ήταν αυτοσχεδιασμοί.

Ένα παράδειγμα που φέρνω συχνά είναι ο ισχυρισμός του κατέχοντος τότε υπουργική θέση Τάσου Κουράκη στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», ότι στην Γερμανία μόνον οι πιστοί χρηματοδοτούν μέσω εκκλησιαστικού φόρου την εκκλησία τους και έτσι οι θρησκευτικές κοινότητες χρηματοδοτούνται μόνον από τους πιστούς και όχι από οποιονδήποτε φορολογούμενο, δηλαδή επί παραδείγματι τους αθέους ή τους ανήκοντες σε διαφορετική θρησκεία. Η πραγματικότητα βέβαια διαφέρει από αυτήν που ακούσαμε εξ υπουργικών χειλέων: ναι μεν υπάρχει ένας τέτοιος εκκλησιαστικός φόρος στη Γερμανία (Kirchensteuer), όμως αυτός είναι μόνο μία από τις παροχές που λαμβάνει η εκκλησία (στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ρωμαιοκαθολική και ευαγγελική εκκλησία) από το κράτος, αφού τεράστια ποσά δίνονται με διάφορες αφορμές και για διάφορους λόγους στις εκκλησίες από τον κεντρικό κορβανά όλων των φορολογουμένων, και όχι μόνο των θρησκευόμενων–μόνο το κεντρικό ομοσπονδιακό κράτος της Γερμανίας δίνει περίπου πεντακόσια εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο στους ρωμαιοκαθολικούς και στους ευαγγελικούς, χώρια όλα τα υπόλοιπα. Και εκεί, βέβαια, αυτό λαμβάνει χώρα εν πολλοίς λόγω παρελθουσών απαλλοτριώσεων και γενικότερων υποχρεώσεων του κράτους προς την εκάστοτε εκκλησία και όχι, βέβαια, ως ένα δώρο κράτους προς την εκκλησία… Οπότε, όλοι οι φορολογούμενοι πληρώνουν, απλώς πέραν αυτών των παροχών υφίσταται και μια παραπάνω φορολογική παροχή μόνον από τους πιστούς.

Το ζήτημα εδώ είναι πως μόλις μελετηθεί εγγύτερα το επιχείρημα ενός Τάσου Κουράκη, ενός υπουργού, μιας κυβέρνησης, ότι δήθεν στη Γερμανία μόνο οι πιστοί πληρώνουν τη θρησκευτική τους κοινότητα και όχι ο άσχετος με αυτήν φορολογούμενος, άρα μπορούμε να το πράξουμε και εδώ, το επιχείρημα καταρρέει και η ίδια η θέση, η οποία συνιστά εν ταυτώ και αντιπρόταση, καταρρέει μαζί του. Προσέρχονται λοιπόν οι αντικληρικαλιστές στον δημόσιο λόγο πάνοπλοι με σωρεία επιχειρημάτων, που όταν έρθει η ώρα να μετρηθούν αποδεικνύονται όχι λειψά, αλλά εντελώς ανυπόστατα–μισές αλήθειες, δηλαδή ολόκληρα ψεύδη.
Το μόνο αποτέλεσμα που έχει κάτι τέτοιο είναι ότι η συζήτηση που προσπαθούν να ανοίξουν δε γίνεται να προχωρήσει, πόσω δε μάλλον να τελεσφορήσει. Ο μόνος που ζημιώνεται είναι τα προτάγματα του αντικληρικαλιστικού μπλοκ. Το ίδιο συμβαίνει και όταν μια πολιτική ομάδα που εμφορείται από τέτοιες αντιλήψεις καταλαμβάνει την εξουσία. Με εντελώς αφελή σχήματα στις αποσκευές της, άσχετα με την πραγματικότητα, διαπιστώνει την πολυπλοκότητα αυτής και υπαναχωρεί πλήρως, μη έχοντας κάποιο πιο μετριοπαθές plan B. Τα μαξιμαλιστικά προτάγματα καταλήγουν να σημαίνουν στην πράξη την εξάλειψη κάθε πιθανού προτάγματος.

Ας μη θεωρήσει ο αναγνώστης πως η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ (δεν) κάνει ό,τι (δεν) κάνει στις σχέσεις εκκλησίας-κράτους είτε λόγω της συμμαχίας της με τους ΑΝΕΛ είτε λόγω του φόβου των ψήφων. Εντελώς απλά, οι άνθρωποι είχαν ένα σχήμα στο μυαλό τους, το οποίο αποδεικνύεται σιγά-σιγά ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όσοι έχουν ευήκοα ώτα για το τι συμβαίνει πίσω από τις κουρτίνες, θα έχουν σίγουρα διαπιστώσει τη βολιδοσκόπηση που επιχειρεί κατά καιρούς ο Αλέξης Τσίπρας για το ζήτημα της μισθοδοσίας του κλήρου, η οποία κάθε φορά προσκρούει όλο και βιαιότερα στην πολυπλοκότητα της οικονομικής και νομικής πραγματικότητας.
Έτσι, ο ισχυρότερος υπερασπιστής του status quo των σχέσων εκκλησίας-κράτους στο δημόσιο λόγο δεν είναι η διοικούσα εκκλησία, ούτε οι θρήσκοι, ούτε καν οι θεολόγοι ή οι ειδικοί επί των ζητημάτων. Αλλά το αντικληρικαλιστικό μπλοκ, το οποίο ηγεμονεύοντας στον δημόσιο λόγο με μαξιμαλιστικά επιχειρήματα και αιτούμενα καταλήγει, όταν έρθει η ώρα να μετρηθούμε, αρκούντως άδειο.
«Όλα αυτά ισχύουν για τον μαξιμαλιστικό, φωνακλάδικο αντικληρικαλισμό. Τι γίνεται με τις φωνές μεταρρύθμισης, οι οποίες λαμβάνουν υπ’ όψη τους τα στοιχεία και την πραγματικότητα;» Ως ξεχωριστή «φυλή» στον δημόσιο λόγο και τις διεκδικήσεις του, δηλαδή όχι απλώς ως μεμονωμένα πρόσωπα, απλώς δεν υφίστανται! Ο λόγος είναι μάλλον προφανής: ο αντικληρικαλισμός είναι ένας φαντασιώδης αγώνας χειραφέτησης και αντίστασης βασισμένος στην αφήγηση μιας παντοδύναμης, σκοταδιστικής, σκανδαλωδώς προνομοιούχου ορθόδοξης Εκκλησίας. Εάν αυτή τελικά τυγχάνει δυνατή, αλλά όχι παντοδύναμη, συντηρητική, αλλά όχι σκοταδιστική, με ιδιαίτερη σχέση συνεργασίας, αλλά όχι σκανδαλωδώς προνομιούχος, τότε η όλη ιστορία χάνει το ενδιαφέρον της. Ο καημός είναι το μετάλλιο του αγωνιστή και το μεγαλείο της αντίστασης, οπότε αν αυτό εκλείπει ή εάν η ενασχόληση προϋποθέτει μελέτη και κάματο, πάμε γι’ άλλα… Κάθε φορά που ακούγεται η κραυγή «Γίναμε Ιράν, είμαστε Τεχεράνη!», το status quo μπορεί να κοιμάται ήσυχο ότι κανείς δεν θα το προκαλέσει σε σοβαρή, άρα και επικίνδυνη, μονομαχία.

Εν κατακλείδι: αν ο Πειραιώς Σεραφείμ, ο Καλαβρύτων Αμβρόσιος και ο Θεσσαλονίκης Άνθιμος είχαν χιούμορ, θα εθέσπιζαν ένα ετήσιο βραβείο για τον πιο φωνακλά αντικληρικαλιστή της χρονιάς. Αυτός είναι, άλλωστε, που τελικά και στην πράξη–δηλαδή, εκεί που μετράει– προωθεί μεθοδικά την ατζέντα τους…
* Ο Σωτήρης Μητραλέξης έχει επιμεληθεί το μελέτημα για τις σχέσεις εκκλησίας κράτους «Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος: οι σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και η μελλοντική μετεξέλιξή τους» (Αθήνα: Manifesto 2015 - δείτε εδώ), δημοσίευσε συγκριτική μελέτη για τα θρησκευτικά στην Ευρώπη και ετοιμάζει εκτενή μελέτη για τη μισθοδοσία του κλήρου στην Ελλάδα.
Πρώτη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στον Ελεύθερο Τύπο.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

“…Κι ύστερα πέρασε ο καιρός κι η ιστορία πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά…”


Πέρασε και όλας ένας ολάκερος χρόνος. Που ο αδελφός μου ο παπά-Στρατής έπιασε βάρδια στα σκαλοπάτια της παραδείσου. Με το μισοσβησμένο τσιγάρο, το βροντερό του γέλιο και την θεόρατη αγκαλιά που χώραγε τον κόσμο όλο, να υποδέχεται σκουπίζοντας με το μπαλωμένο ράσο του τα δάκρυα τους, όλους τους άδικοπνιγμένους της Μεσογείου.
Όλους εκείνους που αναζητώντας τη Συμπόνια, συνάντησαν τη Λησμονιά.
Και εγώ –έτσι στη μνήμη του- να ξαναθυμάμαι απόψε εκείνη την φορά που μαθαίνοντας για την αρρώστια του τον συνάντησα
“…Φίλος καρδιακός και αδερφός ο παπά-Στρατής, πως μπορούσα να μην έρθω να τον δώ, εδώ στη Λέσβο. Απείθαρχος και ξεροκέφαλος ασθενής. Άλλοι στη θέση του θα είχαν πέσει στα ανάσκελα στο κρεβάτι αγκομαχώντας και γκρινιάζοντας. Αλλά αυτός εκεί πεισματάρης να τρέχει να ταΐζει, να ντύνει και να γιατροπορεύει τους φτωχούς του Αλλά αυτή τη φορά είχα στα αλήθεια ανησυχήσει με το σοβαρό πρόβλημα υγείας του που έχει επιδεινωθεί.
"Μιλά του, εσένα σε αγαπάει και θα σε ακούσει" μου είχαν πει οι δικοί του. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τον μαλώσω η να τον παρηγορήσω.
Πήρα λοιπόν το δασκαλίστικο και σοβαρό ύφος και ξεκίνησα για το Κεράμι στην Καλλονή. Με περίμενε εκεί που πάντα συναντιόμαστε στο ησυχαστηριό του στον κήπο στην πίσω αυλή του Αι Γιάννη. Δίπλα στη μεγάλη λεμονιά που κάθε φορά κάνουμε τις ατελείωτες θεολογικές συζητήσεις. Εκεί που ένας σε σύγχυση και αμφιβολία από τα πολλά διαβάσματα αγνωστικιστής σαν την αφεντιά μου μετατράπηκε σε έναν βαθιά θεοσεβούμενο άθεο, και επιτέλους κατάλαβε η μάλλον ένοιωσε, χάρη σε έναν λαϊκό "αντάρτη" παπά, πως ο "Θεός αγάπη εστί".
Περίμενα να βρω έναν αδύναμο άνθρωπο και συνάντησα ένα "θεριό ανήμερο". Ποιός να παρηγορήσει ποιόν!
Τον άκουγα να μου μιλάει με πραγματική αγάπη για τους αδύναμους και απροστάτευτους ανθρώπους που του χτυπάνε την πόρτα, με πάθος για τα σχέδια του να βοηθήσει πιο πολύ πιο πολλούς, με συγκίνηση για τους Σύριους πρόσφυγες που του θυμίζουν τους μικρασιάτες παππούδες, με σεβασμό για τους καταφρονεμένους, τον είδα όση ώρα έκατσα να μοιράζει χωρίς ούτε ένα βαρυγκώμιασμα και το τελευταίο ευρώ που είχε στην τσέπη του σε τσακισμένους ανθρώπους που έφταναν να τον δουν, να γεμίζει σακούλες με ψυχοπονέματα, λίγο ρύζι, μακαρόνια, λάδι, φρούτα, ότι κατάφερε να μαζέψει γυρνώντας με το σαράβαλο του όλη μέρα.
"Και για σένα;" Τον ρώτησα σιγανά. "Εσύ μωρέ ρωτάς;" μου απάντησε χαμογελώντας
Να δεις πως το έγραφε ο Τάσος Λειβαδίτης
" ...δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος... "
υ.γ. Τη φωτογραφία αυτή την έχω στη βιβλιοθήκη, δίπλα σε κείνη του πατέρα μου. Την είχα τραβήξει πριν από δυό χρόνια όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά οι δύο τους στη Γενική Συνέλευση μας. Ο παπαΑντωνης του Μόντε στην Ουγκάντα , και ο παπαΣτρατης από το Κεράμι της Καλονής. Δυό μέλη των Γιατρών του Κόσμου, δυο τόσο όμορφοι άνθρωποι, που αν και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά μεταξύ τους, η κάρδια τους είναι τόσο κοντά. Καθισμένοι σε ένα πεζούλι, άνοιγε η καρδιά σου να βλέπεις δυό πρόσωπα καλοσυνάτα να γελάνε.
Ο ένας αγαπούσε πολύ τον άλλο και ξέρω πως επικοινωνούσανε. “…. Αυτός είναι πραγματικός παπάς μου’λεγε κάθε φορά στο τηλέφωνο ο παπαΣτρατής. Μωρέ να γιάνω λίγο, και να κατέβω να βάλω και εγώ ένα χέρι…”
"...ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με..." Ξέρω πως απόψε ένα κεράκι θα μένει αναμμένο σε μια ταπεινή εκκλησιά στην Αφρική για τον μπαμπαΝουρ- τον "πατέρα από φώς" στα αραβικά- όπως τον φώναζαν οι Σύριοι.
Καλή αντάμωση αδελφέ…

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΠΑΝΑΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΛΥΤΗ


Επιμέλεια: Π.Α. Ανδριόπουλος

- Η Παναγιά το πέλαγο
κρατούσε στην ποδιά της
Τη Σίκινο, την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της.
Τα τζιτζίκια (από Τα Ρω του Έρωτα)

- Στην αγκαλιά της Παναγιάς έβαλα λουλούδια και στων Αγίων, κοπέλες και πουλιά.
“Πρώτα πρώτα...”, Ανοιχτά Χαρτιά

- Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα Χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!

Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω απ’ τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων

Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν απ’ την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη, ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!
Προσανατολισμοί

Η «Κυρία των Αγγέλων» είναι ένας εικονογραφικός τύπος, γνωστός από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, που τον συναντάμε σε όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης. Η Παναγία εικονίζεται κατενώπιον, καθισμένη σε θρόνο, με τον Χριστό στα χέρια της. Στις επάνω γωνίες της εικόνας, σε στηθάρια οι μορφές των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ ή, σε άλλες παραστάσεις, οι Αρχάγγελοι ολόσωμοι δεξιά και αριστερά της Παναγίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης σε μια επίσκεψή του στη Ζάκυνθο (Μάϊος 1980), φωτογραφήθηκε μπροστά στην ιστορική εκκλησία της «Κυρίας των Αγγέλων». Άρα, η χρήση από τον ποιητή του συγκεκριμένου όρου δεν είναι καθόλου τυχαία, καθώς προϋποθέτει γνώση και ευαισθησία.


Από τα ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ
Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ
(απόσπασμα [2.])
...
ἀλλὰ τότε ἀκόμα ὑπήρχανε
τριανταφυλλιὲς μὲ σημασία θρησκευτικὴ
ἀλληλούια
ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων
μὲ χρυσὸ ἀλεξίπτωτο
κατέβαινε ὣς τὸ μαξιλάρι σου
...
η φωτό της Κυρίας των Αγγέλων του Porfyris


Ήταν το 1990 όταν πρωτάκουσα μελοποιημένα αποσπάσματα από τον Μικρό Ναυτίλο του Οδυσσέα Ελύτη (1985).
Τα ερμήνευσε – σε μια συναυλία στο ΠΑΛΛΑΣ - η Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τον Μάνο Χατζιδάκι, ο οποίος είχε παραγγείλει το σχετικό μουσικό υλικό στον συνθέτη Γιώργο Κουρουπό.
Το κομμάτι που μου έκανε εντύπωση ήταν αυτό με τα ονόματα της Παναγίας. Τραγουδούσε, νομίζω, η σοπράνο Μυρσίνη Κατσιναβάκη.
Έτσι, παραθέτω εδώ αυτό το απόσπασμα από τον Μικρό Ναυτίλο, που υμνεί τις Παναγιές του Αιγαίου, τις Παναγιές της Ελλάδος, κατά Ελύτη πάντα.
Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
Τα ονόματα της Παναγίας και θα δεις
Ε ε Χρυσομαλλούσα
Ε ε Χρυσοσκαλίτισσα
Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ' άσπρο σπίτι στην πλαγιά
Τ' άλογο με τα δύο φτερά
Και η άγρια φράουλα της θάλασσας

Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπορτιανή μου

Θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται
μέσα στ' αραποσίτια
Τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ' αλυσιδάκι στο λαιμό

Ε Παναγιά Τα Μάγκανα
Ε Παναγιά Τόσο Νερό


Να βλαστημάει και ν' ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του
Τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά
Το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα

Καρυστιανή κι Ακλειδιανή
Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα

Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
Κι απ' τ' αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς

Έι Κρουσταλλένια έι Δροσιανή
Έι Παναγιά του Νίκους
Να σχίζεται στα δύο τ' ουρανού το καταπέτασμα

Κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ
Να κατεβαίνει- κοίτα:
Στα κύματα μ' ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει

Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίτρα μου έι!
Κολάζ, Η Παναγιά τα Πέλαγα του Οδυσσέα Ελύτη




O Μιχάλης Τρανουδάκης μελοποίησε Οδυσσέα Ελύτη, από ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, πριν  χρόνια! Με αφορμή την επανέκδοση του δίσκου διαβάζω στα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ.
Τα τραγούδια της Ποδηλάτισσας γράφτηκαν το χειμώνα 1973-74 και πρωτοπαρουσιάστηκαν σε συναυλία το 1975 στο Σπόρτινγκ με τον Γιάννη Δημητρά και τη Μαρία Κάτηρα. Το 1974 ο Μάνος Χατζιδάκις προτείνει να τα εκδώσει από την ετικέτα Πολύτροπον της Lyra που είχε ιδρύσει, αλλά σύντομα η εταιρεία σταματάει να λειτουργεί. Τελικά εκδόθηκαν το χειμώνα του 1979 από τη Lyra του Αλέκου Πατσιφά, με την Αφροδίτη Μάνου στο τραγούδι και ενορχήστρωση Τάσου Καρακατσάνη.
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στο studio Action το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς και πήραν μέρος μερικοί από τους καλύτερους μουσικούς της εποχής που δυστυχώς δεν αναγράφονται στο εξώφυλλο. Κιθάρες: Στέλλα Κυπραίου και Γεράσιμος Πυλαρινός, τζουράς: Θανάσης Πολυκανδριώτης, πνευστά: Φίλιππος Τσεμπερούλης, βιολί: Παντελής Δεσποτίδης, σαντούρι και μαρίμπα: Τάσος Διακογιώργης, ακορντεόν: Κίμων Βασιλάς.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε με την απονομή του βραβείου Νόμπελ στον Οδυσσέα Ελύτη. Ο ίδιος ο ποιητής επιμελήθηκε το εξώφυλλο και μάλιστα ο δίσκος κυκλοφόρησε αρχικά με άλλο εξώφυλλο (το γνωστό κολάζ με τον ηνίοχο ανάμεσα στα τριαντάφυλλα). Ο Ελύτης άλλαξε γνώμη και στην επανέκδοση άλλαξε και το εξώφυλλο (το κολάζ με το ποδήλατο που κυκλοφορεί μέχρι σήμερα). Ο ποιητής ήταν εξαιρετικά προσεκτικός με την εργασία του. Έτσι υποχρέωσε την εταιρεία να ξαναηχογραφηθεί και να ξανατυπωθεί η μία πλευρά του δίσκου, επειδή στο επώνυμο τραγούδι η Μάνου πρόφερε το πενdάλι της, αντί το πεdάλι της. Από τα δεκατρία τραγούδια του κύκλου, επελέγησαν να συμπεριληφθούν τα έντεκα. Τα άλλα δύο, η Τελετή και Το σπίτι το ακατοίκητο εκδόθηκαν αργότερα με τη Σοφία Μιχαηλίδου στο δίσκο του Μιχάλη Τρανουδάκη Σύννεφο, σύννεφο που πάς. Ο δίσκος αποτελεί πλέον ορόσημο της έντεχνης ελληνικής μουσικής στην τωρινή του επανέκδοση (2009) με κλασικά πλέον τραγούδια όπως το Κοχύλι, την Παναγία των Κοιμητηρίων και το Σου το’ πα για τα σύννεφα.
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ' όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα 'κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ' άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ' αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.




Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου

Δεν θεωρώ τυχαίο ότι ο Οδυσσέας Ελύτης γνώριζε την Παναγία την Παντοχαρά των Στροφάδων και μια άλλη Παντοχαρά από τα Επτάνησα και θέλησε να αφιερώσει το ξωκλήσι – τάμα του στη Σίκινο σ' αυτήν. Ο ποιητής γνώριζε πολλά, αλλά όχι ξερά γνωσιολογικά. Μετασχημάτιζε την πληροφορία ή την εικόνα σε βίωμα και ενόραση. Και τελικά σε ποίηση.
Ας δούμε, λοιπόν, ποια τελικά είναι αυτή η εικόνα που κέντρισε το ενδιαφέρον του ποιητή. Η αρχαιολόγος Ζωή Μυλωνά γράφει στον Κατάλογο του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου, που εξέδωσε η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος (2011, σ. 27-29):
“Η εικόνα της Παναγίας της Παντοχαράς (15ος αι.) ήταν τοποθετημένη ως δεσποτική στο τέμπλο του καθολικού της Μονής Στροφάδων. Η Παναγία εικονίζεται έως κάτω από τη μέση, γυρισμένη δεξιά προς το μικρό Χριστό, που κάθεται άνετα στο αριστερό της χέρι. Γέρνει την κεφαλή και ακουμπάει τρυφερά το πρόσωπό της στο δικό του... Ο Χριστός ακουμπάει το αριστερό χέρι του στην παλάμη της μητέρας του, ενώ με το δεξί ευλογεί. Τα πόδια του είναι σταυρωμένα και από το ανεστραμμένο αριστερό του πέλμα κρέμεται το λυτό σανδάλι του. Και τα δύο πρόσωπα κοιτάζουν τον προσκυνητή. Στο επάνω μέρος της εικόνας δύο άγγελοι σε προτομή στρέφονται προς τη Θεοτόκο, έχοντας τα χέρια καλυμμένα από το ιμάτιό τους, σε ένδειξη σεβασμού. Στο χρυσό κάμπο με κόκκινο κιννάβαρι είναι γραμμένα τα συμπιλήματα ΜΗΡ ΘΥ και ΙC XC, καθώς και η επωνυμία Η ΠΑΝΤΩΝ ΧΑΡΑ. Στην εφέστια εικόνα της μονής Στροφάδων, ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Βρεφοκρατούσας ακολουθεί το βυζαντινό πρότυπο της Ελεούσας ή το μεταβυζαντινό της Γλυκοφιλούσας. Στη σύνθεση αυτή αποτυπώνεται η σχέση της Παναγίας με το Θείο Πάθος, όπως εκφράστηκε στην υμνολογία και στις ομιλίες που συνοδεύουν τις ακολουθίες των Παθών. Χαρακτηρίζεται από την τρυφερή, αλλά και μελαγχολική προσέγγιση των προσώπων της μητέρας και του παιδιού. Η σύνθεση της εικόνας μας ανήκει στην παραλλαγή του τύπου της Παναγίας Γλυκοφιλούσας με το χέρι του παιδιού στο χέρι της μητέρας του, στοιχείο που σχετίζεται νοηματικά με το εικονογραφικό σχήμα της Αποκαθήλωσης”.


Δύο ακόμα στοιχεία της εικόνας αναλύει η Ζωή Μυλωνά:
Το ανάστροφο πέλμα του παιδιού, από το οποίο κρέμεται το λυμένο σανδάλι του. Το εικονογραφικό αυτό στοιχείο συνδέεται με το μελλοντικό Πάθος του Χριστού και ειδικότερα με τον πτερνισμό του από την προδοσία του Ιούδα.
Την χειρονομία του Χριστού σε νεύμα ευλογίας, που εμφανίζεται σε λίγες εικόνες, όπως στην εικόνα της Παναγίας Θαλασσομαχούσας.

Η εικόνα της Παντοχαράς είχε μια πολύ ενδιαφέρουσα περιπέτεια που συνδέει τα Στροφάδια με την Πάτμο, αγαπημένο νησί του Ελύτη. Το 1717 οι Τούρκοι έκαναν πειρατική επιδρομή και άρπαξαν πολλά κειμήλια τα οποία πούλησαν κατόπιν. Τότε μεταφέρθηκε και το λείψανο του Αγίου Διονυσίου στη Ζάκυνθο. Την Παντοχαρά αγόρασαν οι Πατμιώτες άρχοντες Ηλίας και Θεόδωρος Κοκκινάκης. Κατά την παραμονή της εικόνας στην Πάτμο φαίνεται πως φιλοτεχνήθηκε μια τοιχογραφία – αντίγραφό της στον Άγιο Βασίλειο Πάτμου (1722). Τελικά η εικόνα επεστράφη στη μονή των Στροφάδων μετά την πάροδο ικανού χρόνου, με τη μεσολάβηση του ζακυνθινού επισκόπου πρώην Καρυουπόλεως Αγαθαγγέλου Λατίνου, ο οποίος εκείνη την εποχή μόναζε στην Πάτμο.

Η Θεοτόκος η Πάντων Χαρά είχε και αργυρή επένδυση, περί της οποίας γράφει τα δέοντα η Ζωή Μυλωνά στον Κατάλογο που προμνημονεύσαμε.


Ο αγιογράφος Α. Σκαλιώτης που ιστόρησε την Παντοχαρά, το ξωκλήσι – τάμα του Ελύτη στη Σίκινο, αγιογράφησε δύο εικόνες της Παντοχαράς. Η μία στο τέμπλο, δίπλα ακριβώς από την Παναγία Παραμυθία, εκεί δηλαδή που το εικονογραφικό πρόγραμμα απαιτεί την εικόνα του Αγίου προς τιμήν του οποίου είναι αφιερωμένος ο ναός. Επελέγη εδώ ένας εμφαντικός πλεονασμός: Δυό Παναγίες μαζί στο τέμπλο (διαβάστε εδώ το εύστοχο σχόλιο του φιλολόγου Δημήτρη Χριστόπουλου για την Παραμυθία ως προϋπόθεση της "των Πάντων Χαράς").
Όπως και οι υπόλοιπες εικόνες του τέμπλου και η Παντοχαρά ολόσωμη! Κρατώντας βέβαια τα βασικά στοιχεία της εικόνας των Στροφάδων. Και ιστορήθηκε και μια φορητή εικόνα της Παντοχαράς, αντίγραφο, επίσης, αυτής των Στροφάδων, με άλλη, όμως, χρωματολογική άποψη. Πιο ανάλαφρη, πιο προσιτή, αλλά με την σοβαρότητα στα πρόσωπα αμείωτη! Ο Ελύτης, θαρρώ, πως έβλεπε το παράδοξο της εικόνας και του άρεσε: Η Παντοχαρά δεν αποπνέει χαρά, με την τρέχουσα έννοια, αλλά μια μελαγχολία που είναι απέραντα ευγενική. Απ΄αυτή την Παναγία πηγάζει η όντως χαρά, δηλαδή η εσωτερική και αληθινή, η διαρκής και μόνιμη, που συνδέεται με μια πνευματικότητα η οποία δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.


Το απολυτίκιο για την Παντοχαρά, που συνέθεσε κατόπιν παρακλήσεώς μου, ο φίλος ποιητής π. Παναγιώτης Καποδίστριας, ο οποίος διακονεί στη Ζάκυνθο και άρα είχε λόγο να το κάνει και ως εραστής της Ελυτικής ποίησης, τελειώνει με την φράση: “χαίροις, ωραιότης έλλογος, θεοπερίχυτη”.
Όταν το ψάλλαμε στα θυρανοίξια στη Σίκινο, με πλησίασε ένας σοβαρός άνθρωπος ενθουσιασμένος από το κείμενο, και μου είπε: “Αν δεν λεγόταν Παντοχαρά θα 'πρεπε να ονομαστεί Θεοπερίχυτη αυτή η Παναγιά του Ελύτη”. Κι εγώ σκέφτηκα αμέσως: “Παντοχαρά η θεοπερίχυτη”!
Πάντοτε υπό την σκέπη της να 'μαστε!


πηγή