Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Το βασίλειο της αγένειας: Προεκτάσεις σε επισήμανση του Οσίου Παϊσίου

Ο όσιος Παΐσιος, σε επιστολή του το 1969, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ένα φαινόμενο της χριστιανικής κοινωνίας της εποχής του, μια νοοτροπία επικίνδυνη για την ψυχική υγεία και το εκκλησιαστικό ήθος. Περιγράφει μια μερίδα ανθρώπων που ζουν μεν μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, αλλά χαρακτηρίζονται από τάσεις ασυμφωνίας και διαίρεσης.
«Είναι εκείνοι οι αδελφοί, που … α­σχολούνται με την κριτικήν ο ένας του άλλου και όχι δια το γενικώτερον καλόν του αγώνος. Παρακολουθεί δε ο ένας τον άλλον (περισσότερον από τον εαυτόν του) εις το τί θα ειπή ή τί θα γράψη, δια να τον κτυπήση κατό­πιν αλύπητα. Ενώ ο ίδιος αν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υπεστήριζε και με πολλές μάλιστα μαρτυ­ρίες της Αγίας Γραφής και των Πατέρων. Το κακό που γίνεται είναι μεγάλο, διότι αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλη­σίον του, αφ’ ετέρου δε και τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των άλλων πιστών. Πολλές φορές σπέρνει και την απιστία στις ψυχές των αδυνάτων, διότι τους σκανδαλί­ζει. Δυστυχώς, μερικοί από εμάς έχουμε παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουμε οι άλλοι να έχουν τον ίδιο με εμάς πνευματικόν χαρακτήρα…»
Διαδεδομένος στην εποχή μας, αυτός ο τύπος ανθρώπου ασχολείται μόνο με τους άλλους. Έτοιμος για άμυνα και επίθεση, βρίσκει το νόημα της ζωής του σε μια διαρκή αντιπαράθεση πού αναζητά πάντοτε ένα θέμα να διοχετευθεί: τώρα η ακρίβεια της πίστεως, τώρα η αίρεση, τώρα οι σκοτεινές δυνάμεις, αλλά ποτέ η μαύρη του η μιζέρια.

Τρέφεται από την πόλωση. Διψάει να πάρει θέση σε στρατόπεδο (ασχέτως αν σε πραγματικό πόλεμο μπορεί και να έστρεφε τα νώτα!). Κι αν ακόμη του δώσεις ένα λόγο της δικής του κατεύθυνσης και ιδεολογίας με την ετικέτα της αντίθετης, προκειμένου να τον εκτιμήσει, θα τον πολεμήσει αμείλικτα. Να εκτιμήσει δεν μπορεί, διότι πουθενά δε βλέπει το καλό, και η μυωπία αυτή τον βοηθά να εκτοξεύει ιεροπρεπώς Ιερεμιάδες. Δεν είναι σαν την μέλισσα που παίρνει το νέκταρ από τα άνθη αλλά (όπως το διατύπωσε ο όσιος Παΐσιος), σαν τη μύγα που γυρεύει τις ακαθαρσίες. Η πνευματική του ένδεια καλύπτεται από το περίβλημα του κοινωνικού ή πνευματικού αγώνα – και μη θαρρείτε πως το «πνευματικός» έχει κάποια εσωτερικότητα, το φαίνεσθαι ταυτίζεται με το είναι του.
Ο τύπος αυτός βρήκε ένα παράδεισο στο διαδίκτυο. Εδώ ο καθένας μπορεί να έχει εξίσου δημόσιο λόγο, ανεξέλεγκτο λόγο, με την πιο εντυπωσιακή πλατφόρμα, ενώ ταυτοχρόνως μπορεί εύκολα να κρύβει την ταυτότητά του και να κατασκευάζει το προφίλ που θέλει ο ίδιος (πράγμα πιο δυσχερές στην μη εικονική πραγματικότητα). Εδώ εύκολα εντάσσεται σε κάποιο στρατόπεδο και γίνεται «αγωνιστής».
Έτσι το διαδίκτυο γίνεται ένας κυκλώνας πληροφοριών, που ανακατεύει ξερά και χλωρά, σκουπίδια, μυαλά και συνειδήσεις, ευτελίζοντας ουσιαστικά την αλήθεια, αφού πλέον ο καθένας, και η κάθε ομάδα, επιδιώκει εγωιστικά, και με κάθε τρόπο, να επιβάλλει τη δική της αλήθεια, το δικό της «δίκιο», τη δική της αντίληψη και ερμηνεία. Στην διαδικασία αυτή επικρατεί η παρόρμηση και, κατ’ επέκτασιν, η προχειρολογία, η επιπολαιότητα, η προπέτεια, ακόμη και η λεκτική βία. Αυτό που συνέβαινε στο ποδόσφαιρο και στην πολιτική, βρήκε έδαφος και στον εκκλησιαστικό διαδικτυακό χώρο: πληροφορίες, ειδήσεις, γνώμες, υπηρετούν το χάος, τη σύγχυση και τα ανθρώπινα πάθη.
Εδώ όλα είναι ταχύτατα και εύκολα, η πληροφορία είναι fast food. Η ταχύτητα και ευκολία αυτή καθιστά και τον επισκέπτη του ίντερνετ ανίκανο να διαβάσει ένα βιβλίο στοιχειωδών απαιτήσεων, ανίκανο να εμβαθύνει ή να ανταποκριθεί ακόμη και σε ένα μικρό συγκροτημένο κείμενο. Ο εθισμένος στην ιντερνετική προχειρότητα, βία, και λατρεία της εικόνας, που ενίοτε συνεργάζονται με τη δική του εσωτερική σύγχυση ή ανασφάλεια, αδυνατεί πλέον να διαβάσει. Θα παρασυρθεί αναγκαστικά από τον τίτλο ενός κειμένου, από το πρώτο σχόλιο, και, αν έχει λάβει εκ των προτέρων στάση άμυνας, θα κάνει ένα scanning, για να αρπάξει τις φράσεις που τον εξυπηρετούν. Έπαυσε η διαδικασία της ανάγνωσης ως συνάντησης με τον συγγραφέα, ως προσπάθεια να κατανοηθεί το δικό του μήνυμα και να επιχειρηθούν οι προεκτάσεις του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η στράτευση. Γι αυτό και συνήθως το μη στρατευμένο κείμενο ή δέχεται πυρά από τα αντίθετα στρατόπεδα ή απλά αγνοείται, αφού δεν διεγείρει.
Αλλά πού να δώσεις σημασία, όταν ο επίδοξος συγγραφέας του διαδικτύου, άσχετος, ψυχασθενής ή κομπογιαννίτης (ή επιτυχής συνδυασμός και των τριών) αναπτύσσει (καταχρηστικό το ρήμα) την όποια άποψή του με τον δυναμισμό και την πεποίθηση του προφήτη και διδασκάλου, επιχειρώντας να γίνει κι αυτός πελάτης της δημοσιότητας; Αυτός ο ανεύθυνος διαμορφωτής της κοινής γνώμης διεγείρει, συγχύζει και μακροπρόθεσμα αποθαρρύνει πάσαν ψυχήν θλιβομένην. Από πού θα τον καταλάβουμε; Το καλό κείμενο σέβεται τόσο τον αναγνώστη όσο και το θέμα που πραγματεύεται, δεν προσβάλλει, δεν κολακεύει, δεν απευθύνεται στα πάθη, αλλά επιχειρεί ταπεινά να εμβαθύνει σ’ αυτό που είναι κοινός πλούτος και του συγγραφέα και του αναγνώστη, στη φυσική προίκα που έχει δοθεί από τον Θεό και συμβάλλει στην προκοπή όλων εν αληθεία.
Δυστυχώς, στον φαύλο κύκλο του διαδικτύου η γνώση εκτοπίζεται από την ανεξέλεγκτη πληροφορία, που με τη σειρά της ανεβαίνει στον θρόνο της γνώσης, για να τυφλώσει με ψεύτικα, παραπλανητικά φώτα. Και ο «πληροφορημένος» γίνεται ο ημιμαθής και παντογνώστης.
Δικαιολογημένα στον χώρο αυτό δεν υπάρχει χρόνος και πολυτέλεια για ευγένειες. Ούτε για την κοσμική ούτε για την πνευματική ευγένεια. Αυτά θέλουν άσκηση και περιχώρηση. Πιο εύκολη, πιο άμεση, πιο διεγερτική είναι η βία, στις χονδροειδείς όσο και στις εκλεπτυσμένες μορφές της, και βρίσκει έδαφος σε ψυχές ταραγμένες.
Αλλά ας κλείσουμε με μια θέση. Γραφή, ανάγνωση, γνώση, απαιτούν πειθαρχία εσωτερική· συγκέντρωση των ψυχικών δυνάμεων και καταπολέμηση των παθών της ανυπομονησίας, του εγωισμού και της φιλαυτίας· προσπάθεια να κατανοήσουμε τον άλλον, και να αναζητήσουμε μαζί του, με υπομονή, τον κοινό πλούτο της φύσης και της χάρης. Αν δεν γίνει αυτό, θα περιφερόμαστε στην περιφέρεια, έχοντας χάσει το κέντρο, έτοιμοι να εκσφενδονισθούμε από τις φυγόκεντρες δυνάμεις, σαν θλιβεροί μετεωρίτες. Και το χειρότερο, θα φανταζόμαστε ότι είμαστε αστέρια που φωτίζουν τον κόσμο.
Χρυσόστομος Κουτλουμουσιανός, ιερομόναχος
πηγή

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες



            - Θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο μόνος σωστός Ορθόδοξος Χριστιανός, υπερασπιστής και μαχητής της γνήσιας πίστης; (Άντε και μερικοί άλλοι με τους οποίους συγγενεύεις πνευματικά και διανοητικά…)
- Θέλεις να αποδείξεις ότι όσοι δεν «πας» - από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το γείτονα που δεν χωνεύεις - είναι οικουμενιστές και μεταπατερικοί, άσχετα αν δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι όροι αυτοί;
Παίξε κι εσύ το «παιγνίδι» με τους ιερούς κανόνες. Υπάρχουν τρεις βασικοί όροι:
α) Επιλέγεις τους κανόνες που σε βολεύουν και αποφεύγεις έντεχνα και σιωπηρά αυτούς που δεν σε βολεύουν.
β) Αλλοιώνεις το κείμενο και το πνεύμα του κανόνα (είτε έντεχνα από σκοπιμότητα, είτε αυτονόητα από ημιμάθεια). Ίσως για να μη μπλέξεις και με πολλά, να παραθέσεις μόνο τον αριθμό του κανόνα κι ας γράφει αυτός ό,τι θέλει. Αν μάλιστα, αντί για νούμερο βάλεις γράμμα (δηλαδή αντί για 21ο κανόνα, πεις κα΄) αποκτάς καλύτερο θρησκευτικό prestige. Για παράδειγμα, σε ερώτηση για το αν η γυναίκα κατά την περίοδό της «ὀφείλει προσέρχεσθαι τοῖς μυστηρίοις», ο άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας απαντά «οὐκ ὀφείλει» που σημαίνει ότι δεν είναι υποχρεωμένη, καθώς το ρήμα ὀφείλω + απαρέμφατο = είμαι υποχρεωμένος. Πού να μπλέκεις όμως; Βάλε εσύ τον αριθμό του κανόνα (ζ’ Τιμοθέου) και πες ότι ο κανόνας ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ και είσαι μέσα…
γ) Ο τρίτος κανόνας είναι ο πολυτιμότερος και ασφαλέστερος. Αν δεις ότι δεν τα καταφέρνεις καλά, ακολουθείς πιστά τον εξίσου ημιμαθή, ξερόλα και ιεροεξεταστή μέντορά σου (κατοικοεδρεύουν πολλοί και στο ιντερνέτι) και φτιάχνετε ένα Χριστιανισμό καταγγελτικό, στυγνό, στενόμυαλο και απάνθρωπο.
Τι μπορεί όμως να σού χαλάσει το «παιγνίδι»;
Κάποιοι που ψάχνουν λίγο παραπάνω, ίσως ξέρουν και λίγα περισσότερα και δεν βαριούνται να σού απαντήσουν, αν και ξέρουν ότι μάλλον μιλάνε στον τοίχο. Αυτοί θα σού προσφέρουν το κείμενο που επικαλείσαι – το οποίο καλά μάντεψες, δεν λέει αυτά που θέλεις – και ενδεχομένως να σού προσφέρουν και άλλους κανόνες που δεν σε βολεύουν.
Για παράδειγμα, τι χειρότερο για ένα δικομανή επίσκοπο που ζητά αποζημειώσεις και χτίζει το προφίλ του ανά την επικράτεια, να του θυμίσεις τον ιδ΄ Αποστολικό κανόνα και τον κα΄ Αντιοχείας περί απαγόρευσης μεταθετού, τον ε΄ κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου περί μη αφορισμού κληρικού ή λαϊκού λόγω μικροψυχίας και εμπάθειας του επισκόπου, τον κ΄ κανόνα της Πενθέκτης που απαγορεύει σε επίσκοπο να διδάσκει έξω από τα όρια της περιοχής του, τον ι’ κανόνα της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση εκζήτησης τόκων και τον δ΄ κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να μην επινοεί ο επίσκοπος προφάσεις και «αφορισμούς» για να αποκτά χρηματικό κέρδος;
Τι χειρότερο για έναν υπερ-ορθόδοξο κληρικό, αμόλυντο καταγγέλτη, έτοιμο να βγει από το τείχος, να του θυμίσεις τους νε’, νστ’ και νζ’ Αποστολικούς κανόνες για απαγόρευση εξύβρισης επισκόπου, άλλου κληρικού ή ανθρώπου με αναπηρία, τους κβ’ και κγ’ κανόνες της Πενθέκτης για απαγόρευση σιμωνίας (εκζήτηση χρημάτων για την τέλεση των μυστηρίων), τους κδ’ και να’ για απαγόρευση σε κληρικούς να παρακολουθούν θεατρικά θεάματα, ορχήστρες και χορούς, μονομαχίες και ιππόδρομο (βλ. και γήπεδο ή …Survivor), τον ν’ της ίδιας Συνόδου για απαγόρευση τυχερών παιγνίων και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Τι χειρότερο για έναν υπερφίαλο λαϊκό που τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση του ιεροεξεταστή και του σωτήρα της Εκκλησίας, να του θυμίσεις τον ξστ’ Αποστολικό κανόνα για απαγόρευση νηστείας το Σάββατο και την Κυριακή, τον ξθ’ κανόνα της Πενθέκτης για απαγόρευση εισόδου των λαϊκών στο ιερό χωρίς ειδική ευχή, τον ξ’ κανόνα για απαγόρευση προσποίησης κατοχής από πονηρό πνεύμα, τον ν’ για απαγόρευση τυχερών παιγνίων, τον ρ’ για απαγόρευση χρήσης ζωγραφικών πινάκων με άσεμνο περιεχόμενο σε σπίτια, τον κ΄ της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και τον 90ο της Πενθέκτης για απαγόρευση γονυκλισίας την Κυριακή, τον 96ο της Πενθέκτης για απαγόρευση περιποίησης μαλλιών και αρκετούς άλλους κανόνες για ηθικά ζητήματα;
Οδηγεί κάπου αυτό το «παιγνίδι» ένθεν κακείθεν; Ίσως κάποιοι ακόμη να θυμάστε τον περιβόητο «Οδηγό Εξομολόγησης» που ήταν η πεμπτουσία του ανακριτικού, ευσεβιστικού, ηθικιστικού και εξουθενωτικού πνεύματος.
Οι ιεροί κανόνες που υπάρχουν στη ζωή της Εκκλησίας, είτε Πατέρων είτε Συνόδων (τοπικών και Οικουμενικών) είναι για να διδάσκουν και να διαφυλάσσουν τη δογματική παράδοση της Εκκλησίας και για να εκκλησιαστικοποιούν την καθημερινότητα. Γι᾿ αυτό το λόγο, οι κανόνες με καθαρά ποιμαντικό και πρακτικό χαρακτήρα υπόκεινται σε ανανοηματοδότηση, βελτίωση, ακόμη και κατάργηση από το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας που εκφράζει την εκκλησιαστική ζωή, ενταγμένη στις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες της εποχής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, που ανά εποχές θέσπισαν κανόνες, σίγουρα δεν είχαν στο μυαλό τους την πιθανότητα να τους χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα για να εξοντώνουμε και να «δαγκώνουμε» ο ένας τον άλλον, να κλείνουμε την πόρτα της Εκκλησίας και να προβάλουμε το Χριστιανισμό ως κλειστό club για όσους νομίζουν ότι είναι εξ ορισμού άξιοι, άσπιλοι και αμόλυντοι. Οι Πατέρες άφησαν κανόνες, όχι κανόνια.
Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο και το ευαγγελικό μήνυμα της ελευθερίας, της χαράς και της αγάπης είναι για να μάς απαλλάξει από το φορτίο και από τη δουλεία του Νόμου.
Η αλήθεια είναι ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα αποτελεσματικό φονικό όπλο. Τον κρατάς γερά από τη μεγάλη του άκρη και με τις άλλες τρεις ανοίγεις κεφάλια και εξολοθρεύεις τους «απίστους» για τη σωτηρία της ψυχής τους. Έλα όμως που δεν τον άφησε για αυτή τη δουλειά ο Χριστός στον κόσμο…
Υ.Γ.: Προφανώς, φίλε αναγνώστη, κατάλαβες ότι το άρθρο αναφέρεται στην κατάχρηση και παράχρηση και όχι στη χρήση των κανόνων...
Παναγιώτης Ασημακόπουλος

Θεολόγος καθηγητής