Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικός περίπατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσικός περίπατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Μαΐου 2017


Προτότυπη μουσική για το θεατρικό έργο "'Ασμα Ασμάτων" σε σκηνοθεσία Βαλάντη Φράγκου.
Σύνθεση - Ενορχήστρωση: Μίμης Νικολόπουλος
Οι ηχογραφήσεις έγιναν στα OrzaProject Studios.
Μix - Mastering: Petro Ammos
Εικόνα: Μαγδαληνή Στεφανάτου

Original music for the theatrical play "Asma Asmaton" (Song of Songs) directed by Valantis Frangos.
All tracks were composed and arranged by Mimis NIkolopoulos.
All recordings took place in OrzaProject Studios.
Mixed & Mastered by Petro Ammos.
Image: Magdalini Stefanatou


info
http://www.ert.gr/kozani-asma-asmaton...

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Η Συνείδηση.


Θα σας μιλήσω για την συνείδησή μου
Η οποία τα βράδια με συγχύζει
Χθες το βράδυ με τάραξε πάλι
Μετά από τόση κούραση που είχα
Μόλις έγειρα να πάρω τον ύπνο του δικαίου
Να τη αυτή ήρθε
Της λέω: Ο, τι έχεις να μου πεις
Πες το μου σε δυο λεπτά γιατί έχω να κοιμηθώ
άλλωστε τι να μου πεις;
Όλος ο κόσμος ξέρει ότι
εγώ είμαι ένα ανθρωπάκι
Ανθρωπάκι είμαι, ανθρωπάκι
Αφού δεν πειράζω κανέναν
Μόνο την δουλειά μου κοιτάω
Αλλά μόλις είπα έτσι αυτή γέλασε
Γέλασε έτσι ειρωνικά
Μου λέει: το πιστεύεις αυτό που λες;
Λέω βεβαίως το πιστεύω
Λέει έμαθα ότι στην δουλειά σου
είσαι μέγας και τρανός
Λέω δεν βαριέσαι, το κατά δύναμη
Εκεί βγάζουμε πέντε δεκάρες
Λέει τα χιλιάρικα εσύ τα λες δεκάρες;
Λέω γιατί εσύ είσαι η εφορία;
Όχι μου λέει, αλλά απλώς σου θυμίζω
που έλεγες κάποτε ότι το άτιμο το χρήμα
Δεν το θέλω δεν το υπολογίζω
Δεν το κάνω δεν το φτιάχνω
Κάτι τέτοια που έλεγες
Ε, καλά, μπορεί να έλεγα
Αλλά τώρα σε παρακαλώ
να μ' αφήσεις ήσυχο γιατί θέλω να κοιμηθώ
Λέει πριν σ' αφήσω
Θα σου κάνω δύο ερωτήσεις
Λέω ωραία ακούω την πρώτη
Λέει είσαι καλός Χριστιανός;
Λέω είμαι καλός είμαι
Λέει έχεις και πλούσια τα ελέη
ναι έχω έχω έχω
έχεις λέει, και γκαρνταρόμπα
λέω έχω
λέει ο Χριστός που είπε ο έχων δύο χιτώνες
λέω μην το παιδεύεις ξέρω που το πας
αλλά ο Χριστός μίλησε για χιτώνες
δεν μίλησε για κοστούμια
λέει έχεις φάει;
Λέω βεβαίως έχω φάει
Όλοι εμείς οι άνθρωποι
πρώτα τρώμε και μετά κοιμόμαστε
Βέβαια μπορεί να είναι κάποιος ο οποίος είναι αδιάθετος
Ή οι κυρίες που κάνουν δίαιτα για να είναι πιο σέξι
Μου λέει δεν ντρέπεσαι;
Λέω να ντραπώ που θέλουν οι κυρίες
να `ναι πιο σέξυ;
Λέει δεν ξέρεις ότι πεινάνε εκατομμύρια στον κόσμο;
Ωραία άμα πεινάνε να δουλέψουνε να φάνε
Λέει δεν ξέρεις ότι πεθαίνουνε χιλιάδες την μέρα
γιατί δεν έχουν ούτε το `να ούτε τ' άλλο
Λέω ωραία και τι θέλεις να κάνω δηλαδή
Να ταϊσω αυτά τα εκατομμύρια;
Ας ενδιαφερθούν τα κράτη
Το κάθε κράτος
Αλλά θα μου πεις, ένα κράτος
θα κοιτάξει πρώτα αυτούς του ψωμολίμηδες;
Όχι ένα κράτος θα κοιτάξει πρώτα την άμυνά του
Τανκς, αεροπλάνα, πλοία, σφαίρες και τέτοια
Γιατί, απ' τους αρχαίους καιρούς
τα κράτη εξασφαλίζουν πρώτα τους εχθρούς
Και μετά τους φίλους
Και λέει ποιος είναι ο πολιτισμός σας;
Να σκοτώνει ο ένας τον άλλον;
Γιατί όταν έχεις όπλο κάτι πρέπει ν το κάνεις

Έτσι με βασανίζει τα βραδάκια η συνείδησή μου
Μου κάνει τέτοια παιγνιδάκια
Αλλά συνείδηση στον κόσμο
Έχουν μόνο τ' ανθρωπάκια
Πού να πάνε να την βρούνε
Την συνείδηση τα κράτη;
Δεν τα λέει μόνο σε μένα
Όταν πάω να κοιμηθώ
Τα λέει και σε εκείνον και σ' αυτήν
Μα σηκώνουμε τους ώμους
Και της λέμε δεν βαριέσαι;
Μήπως θα σώσω εγώ αυτόν τον κόσμο;
Ένα μόνο που μας νοιάζει
Είν' το πορτοφόλι
Τη συνείδησή μας στ' άλλα
ήσυχη την έχουμε όλοι



Στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος
Μουσική: Κώστας Χατζής
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Χατζής

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

"Μερα μαγιού"Ο Μάνος Χατζιδάκις με την Φλέρυ Νταντωνάκη




ΗΤΑΝ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΑΚΡΙΒΩΣ 75 ΧΡΟΝΙΑ: συγκλονισμένος από το θρήνο της μάνας ενός 25χρονου που σκότωσε η χωροφυλακή στη μαγιάτικη απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη,

ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε αμέσως ένα από τα σημαντικότερα έργα του: τον «Επιτάφιο».

Το βιβλίο απαγορεύθηκε από τη δικτατορία Μεταξά και αντίτυπά του κάηκαν μπρος στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.

Χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες για να επανεκδοθεί και το 1956 ο ποιητής το έστειλε στον Μίκη Θεοδωράκη, που σπούδαζε μουσική στο Παρίσι. Ηταν μια βροχερή μέρα του 1958 όταν ο τελευταίος διάβαζε το έργο, περιμένοντας μέσ' στο αυτοκίνητο τη γυναίκα του, Μυρτώ, να ψωνίσει στο ελληνικό μπακάλικο. Ο οίστρος όμως δεν περίμενε: και το ίδιο εκείνο απόγευμα μελοποίησε τα περισσότερα ποιήματα.

Επρεπε να περάσουν ακόμα δύο χρόνια για να ενορχηστρώσει ο Μάνος Χατζιδάκις μερικά από αυτά και να τα ηχογραφήσει στην αυγουστιάτικη Αθήνα του 1960, με τη Νάνα Μούσχουρη σε μια από τις καλύτερες στιγμές της. Ο δεκαπεντασύλλαβος της λαϊκής ποίησης παντρεύτηκε με κελαρυστές μελωδίες κρητικής, επτανησιακής αλλά και βυζαντινής καταγωγής. Ομως ο Θεοδωράκης, που είχε επιστρέψει πλέον στην Ελλάδα, αναζητούσε κάτι αδρότερο για να συνεγείρει τον λαϊκό κόσμο. Ετσι αποφάσισε την αναπάντεχη ηχογράφηση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη στην Columbia.

Η γοητευτική περιπέτεια του «Επιτάφιου» είχε πολλά ακόμα επεισόδια. Τον Οκτώβριο του 1960 στην εστία της Ενωσης Κρητών Φοιτητών, ο Θεοδωράκης υπερασπίστηκε τον «λυρικό, επιθαλάμιο» ήχο του Χατζιδάκι, που ουσιαστικά τον είχε συστήσει στο αθηναϊκό κοινό, αλλά πιο πολύ τον δικό του, που είναι «για τις αγορές και τα σοκάκια, εκεί που το παλικάρι λαχάνιασε κι αγάπησε, πριν φάει μια σφαίρα στην καρδιά». Ομως, από τη μια οι συντηρητικοί συνθέτες και κριτικοί, από την άλλη οι μονόχνοτοι κομματικοί δεν εννοούσαν να δεχτούν το έργο, που αργότερα ηχογραφήθηκε και με τη Μαίρη Λίντα.

Ο «Επιτάφιος» παραμένει ζωντανός, γνωρίζοντας νεότερες διασκευές, όπως τη διασκευή του Σταύρου Ξαρχάκου αλλά και τις κιθαριστικές του Τζον Ουίλιαμς, του Ιάκωβου Κολανιάν και, μόλις πρόσφατα, του Μίλος Καραντάγκλιτς από το Μαυροβούνιο. Οσο για τις πρώτες, ιστορικές, εκτελέσεις, αλληλοσυμπληρώνονται, εκπροσωπώντας διαφορετικές αλλ' αυθεντικές πλευρές της ελληνικής κοινωνίας.

Τα λέει καλά ο Φώτης Απέργης. Ας μου επιτρέψει να συμπληρώσω δύο ακόμα ερμηνείες του Επιταφίου, για φωνή και πιάνο. Η πρώτη εκδόθηκε σε ψηφιακό δίσκο τον Δεκέμβριο του 2002. Ερμηνεύει η Νένα Βενετσάνου και στο πιάνο ο Σαράντης Κασσάρας, που έκανε και την προσαρμογή για πιάνο.

Η δεύτερη είναι μαγική και ανέκδοτη. Τυχαία βρήκα στο youtube ένα δείγμα, το οποίο και δημοσιεύω εδώ. Ο Μάνος Χατζιδάκις με την Φλέρυ Νταντωνάκη. Από τις δοκιμές που έκαναν οι δυό τους στο σπίτι του Χατζιδάκι στη Νέα Υόρκη το 1970. Ξέραμε Τα Λειτουργικά από εκείνες τις μυθικές δοκιμές της Αμερικής. Τώρα μαθαίνουμε πως υπάρχει και ο Επιτάφιος!

Δέκα ακριβώς χρόνια μετά την ιστορική πρώτη ηχογράφηση του έργου με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη και την ενορχήστρωση του Μάνου Χατζιδάκι. Αυτή τη φορά η προσέγγιση είναι πολύ λιτότερη, καθώς στηρίζεται αποκλειστικά στη φωνή της Φλέρυς και τη διακριτική, μα συγκλονιστική, συνοδεία του Χατζιδάκι στο πιάνο. Ας ελπίσουμε ότι σιγά σιγά θα έλθουν στο φως όλα τα τραγούδια του Επιταφίου με την Φλέρυ και τον Μάνο। Για να μεθύσουμε από αυθεντικές ερμηνείες που δύσκολα θα ξανακούσουμε...

Φώτης Απέργης

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

5+1 καλλιτέχνες που ροκάρουν εναλλακτικά

Έξι από τους αγαπημένους μας (α)συνήθεις μουσικούς υπόπτους Έξι καλλιτέχνες που μας απασχόλησαν ευχάριστα τα τελευταία χρόνια για μελωδικούς μόνο λόγους। Γνώρισαν εμπορική επιτυχία χωρίς να επηρεαστούν από τις σειρήνες της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Αντίθετα, πρόσφεραν κάτι σε αυτή. Διαβάστε και –κυρίως- ακούστε.


The Killers – Brandon Flowers
Εμφανίστηκαν στα μέσα περίπου των ‘00s και έκαναν όλον τον κόσμο να μάθει ότι η κοπέλα του τραγουδιστή «είχε έναν γκόμενο που έμοιαζε με μια πρώην του». Το «Somebody told me» ήταν η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, ενώ ακολούθησαν πολλές ακόμη, όπως το «All these things that I have done», «Mr Brightside», «When You Were Young» και το πιο πρόσφατο «Human». Η μουσική τους αναβίωσε στοιχεία της ‘80s rock παράδοσης, ενώ θεωρούνται εκπρόσωποι του post punk ρεύματος της σκηνής του Vegas. Πολλοί τους συνδέουν με την βρετανική σκηνή, με την οποία το ύφος τους ομολογουμένως ταιριάζει περισσότερο.

Περισσότερες συστάσεις είναι περιττές. Φτάνει μόνο να πούμε πως το παραπάνω κομμάτι, «Mr Brightside», ψηφίστηκε στην Βρετανία ως το καλύτερο τραγούδι της δεκαετίας που μόλις μας άφησε. Πλέον, μετά από ένα διάστημα «διαλείμματος», το 2011 αναμένονται να ξαναβάλουν μπροστά για το τέταρτο album τους. Μέχρι τότε, η «δολοφονική» τους φωνή, ο frontman του group, Brandon Flowers δεν μας άφησε παραπονεμένους και κυκλοφόρησε το solo ντεμπούτο του, που μας γέμισε μέσα στο 2010 με την «φωτεινή» pop του. Απολαύστε στο παρακάτω video το «Crossfire»


Marina and the Diamonds
Όχι, δεν είναι group. Είναι η «δική μας» -έτσι δεν συνηθίζεται να αποκαλείται όποιος έχει ελληνικές ρίζες, αναγνωρίσιμες όμως μόνο όταν γνωρίζει διεθνή επιτυχία;- Μαρίνα Διαμαντή. Η Ουαλο-ελληνίδα που επανεφηύρε την «γυναικεία» βρετανική pop, άφησε την Lady Gaga να ασχολείται με την εμπορική ευρηματικότητα, ενώ εκείνη έχτιζε αργά αλλά σταθερά την εναλλακτική μουσική της πρόταση.

Όμορφες μελωδίες, ψαγμένοι στίχοι –τους οποίους γράφει μόνη της- και μία φωνή τόσο περίεργα ιδιαίτερη που έχει παρομοιαστεί από τον βρετανικό τύπο με αυτήν της Kate Bush, είναι τα συστατικά που έφεραν πριν έναν χρόνο το debut album της Μαρίνας στην κορυφή των charts της Ευρώπης, ενώ η φήμη της άρχισε να ξεπερνά τα όρια του Ατλαντικού. Παραδόξως, παρά την τεράστια επιτυχία τραγουδιών όπως τα «Mowgli’s road», «Hollywood» και «Oh No», τα ελληνικά media ακόμη τηρούν σιγή ιχθύος, σνομπάροντας την «Μαρίνα και τα διαμάντια της», -όνομα προερχόμενο από το ελληνικό επώνυμό της. Εμείς δηλώνουμε fans της «διαμαντένιας μουσικής» της. Ακούστε παρακάτω το «Obsessions», μία από τις καλύτερες μπαλάντες των τελευταίων ετών, «αμπαλαρισμένη» σε ένα εξίσου όμορφο videoclip.



Arctic Monkeys
Οι «μαϊμούδες» που κατέλαβαν μουσικά το Ηνωμένο Βασίλειο στο δεύτερο μισό της περασμένης δεκαετίας θα μείνουν στην ιστορία ως το πρώτο group που έκανε επιτυχία μέσω MySpace. Η «κοινωνική δικτύωση» είναι πλέον καθημερινότητα στην μουσική βιομηχανία, αλλά το βρετανικό group ήταν αυτό που κατόρθωσε πρώτο να εκμεταλλευτεί κατάλληλα την δύναμη των social networks του διαδικτύου και σε συνδυασμό με φρέσκες ιδέες και μουσική «τρέλα» στα τραγούδια του, απέκτησε φανατικό κοινό. Μέσα στο 2011 αναμένεται νέα κυκλοφορία τους, αλλά ανεξάρτητα από αυτό, τα Αρκτικά Πιθήκια πρόσφεραν ήδη την καινοτομία τους στο μουσικό σκηνικό. Προσπάθειες όπως το ελληνικό Jumping Fish το αποδεικνύουν.


Kings of Leon
Οι «βασιλιάδες» από το Tennessee μπορεί να μετρούν δώδεκα χρόνια ως group, αλλά την παγκόσμια επιτυχία γνώρισαν πριν από δύο χρόνια με τα εμβληματικά τραγούδια του arena rock ήχου τους «Use Somebody» και «Sex On Fire». Το προηγούμενο album τους, «Only by the night» έφυγε πέρυσι από τα Grammys με την στάμπα του καλύτερου ροκ δίσκου της χρονιάς, συνοδευόμενο από άλλα δύο χρυσά γραμμόφωνα για το καλύτερο single και την καλύτερη performance του 2010. Οι ίδιοι περιγράφουν την μουσική τους σαν μια εναλλαγή ανάμεσα στο gospel, το post punk, την country και ακόμη και το 50s style doo-wop. Ό,τι κι αν είναι, ακούγεται ωραίο:


Keane
Έκαναν το «μπαμ» πριν από έξι περίπου χρόνια με το ντεμπούτο τους «Hopes & Fears». Τι τους έκανε να διαφέρουν; Σκέφτηκαν, «τι δεν χρειαζόμαστε στον ροκ ήχο μας;» και η απάντηση ήταν… οι κιθάρες. Γίνεται ροκ χωρίς κιθάρες; Οι Keane το κατάφεραν και ξεχώρισαν στο σύγχρονο Britpop κύμα με την χαρακτηριστική piano rock τους που ξεχειλίζει από μελωδίες και συναίσθημα. Μετά το δεύτερο album τους βέβαια, η κιθάρα έκανε την εμφάνισή της, πάντα σε δεύτερο ρόλο, αλλά η «baby voice» -κατά το baby face- του frontman Tom Chaplin συνεχίζει να είναι το όχημα ενός πιο «ηλεκτρισμένου» ήχου. Αγαπημένα μας κομμάτια, το «This is the last time», «Somewhere Only We Know», «Crystal Ball» και το αγαπημένο του ελληνικού ραδιοφώνου «Everybody’s Changing». Στις 3 Φεβρουαρίου από το επίσημο site του group ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση του group, καθώς σε αυτό προστέθηκε ο μπασίστας Jesse Quin, και όλοι μαζί δουλεύουν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν νέες μελωδίες που αναμένεται να μας… μελαγχολήσουν με τον καλύτερο τρόπο.


Μόνικα
Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο, όταν μας συστηνόταν μουσικά το 2008, να την περάσουμε για κάποιο ανερχόμενο αστέρι από το εξωτερικό. Όμως, η ιδιαίτερη folk rock μουσική της Μόνικας Χριστοδούλου είναι ελληνικότατη και προέρχεται από την πιο μουσική οικογένεια της νέας γενιάς. Με «οδηγό» τον αδερφό της, που μας χαρίζει τις υπέροχες μελωδίες του ως Lumiere Brother, η Μόνικα μυήθηκε στον κόσμο της μουσικής και άρχισε να σκαρώνει τα πρώτα της τραγούδια, που διαδόθηκαν σαν ίωση μέσα από το MySpace και το YouTube. Το «Over the Hill» ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία και γρήγορα τα Μέσα έκαναν λόγο για την ελληνίδα PJ Harvey. Η ολοκληρωμένη όσο λίγες καλλιτέχνιδα –παίζει κιθάρα, σαξόφωνο, ακορντεόν, τύμπανα και φυσαρμόνικα, ενώ συνθέτει η ίδια τα τραγούδια της- κυκλοφόρησε το 2010 τον δεύτερο δίσκο της με τίτλο «Exit» και συνεχίζει να εμπλουτίζει με τις live εμφανίσεις της μία σκηνή που γεννά συνεχώς φρέσκα ταλέντα.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης

Το Δεκέμβρη του ’73 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής. Έμενα στα Εξάρχεια, σ’ ένα ημιυπόγειο, μ΄ άλλους δυο Ηπειρώτες – δηλαδή συγχωριανούς μου, από το Τσεπέλοβο. Αυτοί ήτανε του Πολυτεχνείου και τριγυρνούσαν άσκοπα, γιατί μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη, τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη.

Απενταρίες… αλλά, ας ήμουν πάλι δεκαεννιά χρονών… Με το μαλλί ακούρευτο, να φτάνει ως τους ώμους, μούσι όσο φύτρωνε, τα πουκάμισα με κείνους τους τεράστιους γιακάδες, τα τζην παντελόνια με τις καμπάνες της Αγια- Σοφιάς… Κάθε που νύχτωνε χτενιζόμουν επιμελώς κι έβγαινα στην πλατεία. Κι αν είχα και κανένα πενηντάρικο στην τσέπη, ήμουν θεός!

Εκείνη τη μέρα δεν είχα, γιατί την προηγούμενη έμπλεξα με κάτι Κρητικούς σε πόκα και έμεινα πανί με πανί. Και το χειρότερο, είμαστε μαζί οι τρεις Τσεπελοβίτες – και οι τρεις φύγαμε μαδημένοι. «Ελάτε, μωρέ κοπέλια, ετσά είν’ η τράπουλα, μαθές: δανείζει, δε χαρίζει! Ζι’ αυτό, μη στεναχωράστε!». Μας υποχρέωσες, Ζαχαριουδάκη!

Το κακό ήταν πως ο μήνας είχε φτάσει μόλις στις έντεκα. Έπρεπε να μην ψοφήσουμε της πείνας ως τις παραμονές των Χριστουγέννων – και να βρούμε και τα ναύλα να πάμε στα σπίτια μας. Που σημαίνει ότι έπρεπε να βρούμε επειγόντως δουλειά! Τον περασμένο Μάιο κάναμε κάμποσα μεροκάματα στην οικοδομή, αλλά τώρα ήταν κακός Δεκέμβρης – δε κουνιόταν φύλλο.

Καθόμαστε λοιπόν οι τρεις σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να μιλάμε, περιμένοντας να γίνει κάτι. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας, ψευτογελάγαμε και φασκελωνόμαστε. Ώσπου κάποια στιγμή, ο Χρίστος μουρμούρισε: «Ο Ζαχαριουδάκης έρχεται!». Ο Βαγγέλης κι εγώ στραφήκαμε και τον είδαμε, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Κι όμως, εμάς ζητούσε! Ήρθε και στάθηκε μπροστά στο παγκάκι μας, ένας ευτραφής, πολύχρωμος χίπης.

«Ακούστε, μωρέ κοπέλια. Εγώ κατέχετε πως δουλεύω γκαρσόνι, δηλαδή τώρα πια κάνω κουμάντο… Το λοιπό, σήμερα 11, τη μεθαυριανή 13 του Δεκέμπρη, ξεκινάει ένα καινούρζιο πρόγραμμα, σ’ ένα καινούρζιο μαγαζί στην Πλάκα». Ο Ζαχαριουδάκης έσκυψε προς το μέρος μας, για να μη μας ακούσει κανένα πονηρό αυτί. «Τους εδικούς μου τους έχουνε μαζέψει, άλλους τους επήρανε φαντάρους, άλλοι είναι στη φυλάκα, εξέμεινα μαθές και ψάχνω και σας εθυμήθηκα. Είσαστε;». Άκου ερώτηση. Είμαστε για να μην είμαστε;

*

Ήταν το ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σ’ ένα στενάκι της Πλάκας. Ήταν ένας συνθέτης που δεν τον είχαμε ακουστά, ένας Μάνος Χατζιδάκις – και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά, λέει, έναν κύκλο τραγουδιών σε θεατρική μορφή.

Δεν είχαμε ξαναμπεί σε τέτοιο μαγαζί, ούτε είχαμε ξανακούσει τέτοια τραγούδια. Ξέραμε τα ηπειρώτικά μας και τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο – ειδικά τις Κυριακές δε χάναμε τις εκπομπές των Εταιρειών.

Η Παρασκευή 12 του μηνός είχε από τα ξημερώματα καθαριότητες, την άλλη μέρα ήταν η πρεμιέρα. Τρίψαμε και ξεσκονίσαμε τα πάντα, πλύναμε όλα τα ποτήρια, τακτοποιήσαμε τα καφάσια με τα αναψυκτικά και τα μπουκάλια με το κονιάκ, το βερμούτ και το ουΐσκι. Βολέψαμε τα μαύρα μεταλλικά τραπεζάκια και τις ψάθινες καρέκλες και τις καρέκλες των μουσικών, υπό τις οδηγίες του αφεντικού. Το αφεντικό έδωσε από δυο κατοστάρικα σ’ εμάς τους ηπειρώτες, να πάμε λέει αύριο πρωί στην Αθηνάς και να ψωνίσουμε μαύρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα.

Μόλις σουρούπωσε, είχαμε τελειώσει, όλα ήταν στην τρίχα. Εκείνη την ώρα άρχισαν να φτάνουν οι μουσικοί, κουβαλώντας τα όργανα στις θήκες. Σε μια άκρη του παταριού υπήρχε κιόλας ένα πιάνο. Αν και ήμουν κουρασμένος, δεν ήθελα να φύγω, ήθελα ν’ ακούσω και να δω. «Κάτσε» μου είπε τ’ αφεντικό, «και έχε το νου σου, ό,τι ζητήσουν οι μουσικοί και ο κύριος Χατζιδάκις…». Με εντυπωσίασε το κοντραμπάσσο’ «τι βιολάρα είν΄ αυτή;» ρώτησα το Ζαχαριουδάκη, που γέλασε πολύ και μετά μου έδειξε τον κύριο Ανδρέα Ροδουσάκη, που αναζητούσε σταχτοδοχείο. Έτρεξα και ταχτοποίησα μερικά στη σκηνή. Μετά ο Ζαχαριουδάκης μου έλεγε ποιος είναι ποιος, αλλά δε θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Για κάμποση ώρα γινόταν χάβρα: άλλος κάπνιζε, άλλος κούρδιζε, άλλος έλεγε ανέκδοτα. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ψίθυρος «ο Μάνος, ο Μάνος!» και έγινε απόλυτη ησυχία. Στο μαγαζί είχαν μπει δυο – ένας γεμάτος κι ένας κάπως πιο ψηλός, αδύνατος σα στέκα. Πλησίασαν τους μουσικούς (τα τσιγάρα είχαν σβήσει) και ο γεμάτος, που έτρωγε κάπως το ρο, είπε «καλησπέρα παιδιά, να σας συστήσω το Μάνο». Χαιρέτησαν όλοι. Ο Μάνος έψαξε με το μάτι το χώρο και κάθισε στο διπλανό μας τραπέζι. «Τι να σας φέρω, κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησα και ξαφνιάστηκα καθώς είδα το Ζαχαριουδάκη να διπλώνεται απ’ τα γέλια, προσπαθώντας να μην ακουστεί. «Φέρε μια μπύρα, παρακαλώ» είπε ο ευγενέστατος τρανταπεντάρης – τόσο τον έκοψα.
Όταν γύρισα στο τραπεζάκι, ο Ζαχαριουδάκης ξέσπασε σε καινούριο χάχανο. «Κατέχεις μωρέ ποιος είναι αυτός;» «Ο Μάνος Χατζιδάκις!» είπα με σιγουριά. «Χωρζιό, ε χωρζιό… Αυτός είναι ο Μάνος ο Ελευθερίου μαθές, έσει γράψει τα μισά τραγούδγια του έργου! Ο Μάνος ο Χατζιδάκις είναι ετσείνος ο χοντρουλός, στην ορσήστρα!»

Έσβησαν όλα τα φώτα και άναψε ένας προβολέας πάνω στον συνθέτη. Εκείνος, κοιτάζοντας προς το μέρος των θεατών, είπε:

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει.


Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.



Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.

Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
-το θυμάμαι και πονώ -
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.

Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.

«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.

Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:

Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε – και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.

Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.

«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.

Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:

Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.



Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:

Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος
Θα…χα…θώ…

Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου. Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ. Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου. «Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε. «Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια. «Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;» Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια: «τίποτα…» Γέλασαν όλοι – κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα. «Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.

Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.

*

Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974, σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

Τραγουδούν ο Γιάννης Δημητράς (Η μπαλλάντα του οδοιπόρου, Κρίση – στίχοι Μάνος Ελευθερίου), η Μαρία Κάτηρα (Τα σπασμένα ποδήλατα, Στα νερά του Ιορδάνη – στίχοι Μάνος Ελευθερίου). Οι στίχοι στα τραγούδια του δεύτερου μέρους ανήκουν στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ευτύχιος Χατζητοφής τραγουδά Το μεθυσμένο κορίτσι, τον τρελό κόσμο και τον φόβο. Η Βερενίκη Βαλαρή τραγουδά την επέτειο – και μαζί με την Εύα Καναβαράκη τον Αλκιβιάδη και τα οράματα. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη. Παίζουν οι καλύτεροι μουσικοί εκείνης της εποχής: Βράσκος, Δεσποτίδης, Καψάλης, Ροδουσάκης, Φάμπας, Τενίδης, Μανωλιδάκης, Κριθάρη, Κατσικάκης, Ψωμιάδης, Καρακατσάνης, Γκίνος, Ρέγγιος, Φάρου, Νίκος και Γιώργος Λαβράνος, Διακογιώργης, Ζουγανέλης, Πολυκανδριώτης, Τόμπρας, Παναγοπούλου. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ηχολήπτες ήταν ο Γιαννακόπουλος και ο Σμυρναίος.

Όσα υποτίθεται ότι λέει ο Μάνος Χατζιδάκις στην έναρξη της παράστασης, είναι δικό του κείμενο, παρμένο από το δίσκο ακτίνας (ΝΟΤΟS / LYRA). Από εκεί προέρχεται και η φωτογραφία.


πηγή