Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Δεν προχωράς με αρνήσεις της πραγματικότητας






Εχουν περάσει τόσα χρόνια και το πολιτικό προσωπικό συνεχίζει ακόμα να μας μπλοκάρει. Με χίλιους κόπους και απώλειες καταφέραμε να φτάσουμε κάπου, ο κόσμος δειλά-δειλά προσπαθεί πάλι να ξαναφτιάξει τη ζωή του, να ξεφύγει από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Προσπαθούμε να ηρεμήσουμε, να αφήσουμε πίσω μας την περίοδο της καταστροφής, της σύγχυσης και της οργής για να συζητήσουμε πιο σοβαρά, να βάλουμε τις βάσεις για μια νέα, καλύτερη κοινωνική και οικονομική οργάνωση. Και το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να παίζει το ίδιο παιχνίδι της πόλωσης, κάθε ευκαιρία είναι ένας πόλεμος εναντίον των αντιπάλων. Ποιος έχει περισσότερη σχέση με τη ΧΑ, ποιος καθοδηγείται από το τουρκικό προξενείο, όλα τα θέματα, ακόμα και τα πιο σοβαρά, όπως οι μειονότητες, το ευρώ, η σχέση μας με την Ευρώπη, μπαίνουν και ξαναμπαίνουν στην ημερήσια διάταξη προκειμένου ο ένας ή ο άλλος να πάρουν μια μονάδα προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις.


Γιατί πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να δημιουργείται αυτή η προεκλογική ατμόσφαιρα του «νυν υπέρ πάντων αγών»; Γιατί πρέπει να πέφτουν οι κυβερνήσεις κάθε 2 χρόνια; Γιατί πουθενά στην Ευρώπη αυτές οι εκλογές δεν έχουν δημιουργήσει τέτοια αβεβαιότητα; Την ώρα που η κοινωνία χρειάζεται ένα διάστημα ηρεμίας για να ανασυγκροτηθεί, να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, ξαναπέφτουμε στην ίδια ατμόσφαιρα της τεχνητής πόλωσης και των ψεύτικων διλημμάτων.

Η ιδέα της συνεργασίας, της αναζήτησης των σωστών λύσεων, η αξιοποίηση των καλύτερων ανθρώπων, η ανάδειξη του καινούργιου, απουσιάζουν από το δημόσιο διάλογο. Όσο μικρότεροι γίνονται οι αντίπαλοι, όσο μειώνεται η εκλογική τους επιρροή, τόσο οξύνονται τα πολωτικά διλήμματα, τόσο πυροδοτείται η εμφυλιοπολεμική ρητορική, τόσο ο αγώνας γίνεται όλοι εναντίον όλων. Στη θέση της συνεργασίας, της ψυχραιμίας, οι κραυγές ξανά, οι μάχες ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, ανάμεσα στο λαό και τους προδότες, ανάμεσα στο «ανυπότακτο» αυτό έθνος και στους «γκάνγκστερ» της Ευρώπης, τη Μέρκελ, τους κατακτητές. Η πολιτική έτσι χάνει κάθε παιδευτικό χαρακτήρα, γίνεται χουλιγκάνικη, οπαδική σύγκρουση, με έπαθλο αντί για το πρωτάθλημα, το κράτος. Οι συνεχείς διαιρέσεις μειώνουν κι άλλο το πηλίκον, η καθυστέρηση να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα, τα χειροτερεύει. Το πολιτικό σύστημα κρατάει καθηλωμένες τις δυνάμεις της κοινωνίας και η συγχυσμένη, φοβισμένη, χαμηλής οικονομικής οργάνωσης κοινωνία αναπαράγει το χαμηλής ποιότητας κομματικό σύστημα που την καθηλώνει σ’ ένα συνεχή φαύλο κύκλο.

Καθώς περνούν τα χρόνια και τα γεγονότα γίνονται ιστορία, όλο και περισσότερο αντιλαμβανόμαστε πόσο κρίσιμα ήταν τα χρόνια που πέρασαν, σε τι δίνη είχε περιέλθει η Ευρώπη και ακόμα μεγαλύτερη η Ελλάδα. Τα πρόσφατα δημοσιεύματα των F.T. μαρτυρούν για άλλη μια φορά τις κρίσιμες ώρες, περιγράφουν πόσο κοντά έφτασε η χώρα μας στην πτώχευση, στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση με ανυπολόγιστες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Την ώρα που το κράτος μας είχε χρεοκοπήσει, εμείς αμέριμνοι κατηγορούσαμε τους «τοκογλύφους». Όλα θα ήταν διαφορετικά, αν εκείνες τις κρίσιμες ώρες σύσσωμο το πολιτικό σύστημα είχε απευθυνθεί στους πολίτες, αν είχε πει την αλήθεια με κάθε ειλικρίνεια και αν ζητούσε τη συνδρομή όλων για να αποφύγουμε την καταστροφή. Οι ευθύνες των πρωταγωνιστών αυτής της κρίσιμης εποχής είναι τεράστιες και ακόμα και σήμερα δεν φαίνεται να τις έχουν αντιληφθεί.

Στην παρατεταμένη σύγχυση δρουν ανενόχλητες οι δυνάμεις που μεταμφιεσμένες με δεξιές και αριστερές στολές προωθούν συνεχώς το σχέδιο της απομόνωσης, της απομάκρυνσης από διεθνείς κανόνες, της εξόδου από την Ευρώπη, αν δεν καταφέρουν να διατηρήσουν τις ολιγαρχικές δομές μέσα στο ευρώ. Τα λόμπι της δραχμής παίζουν συνέχεια τα ρέστα τους ανενόχλητα, τους κρατάνε όλους. Ξέρουμε πόσο κοντά από την καταστροφή πέρασε η Ευρώπη, η Ελλάδα. Κι ακόμα και σήμερα, στην παγκοσμιοποιημένη εποχή, κοροϊδεύουν τον κόσμο ότι μόνοι μας, απομονωμένοι, θα τα καταφέρουμε καλύτερα. Μεγάλα οικονομικά συμφέροντα μεταμφιέζονται σε «πατριωτικά», σε «αντισυστημικά». Οι πιο συντηρητικές και λούμπεν οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις έχουν επιτύχει την απόλυτη αντιστροφή της πραγματικότητας. Δεν είναι η δημοκρατική Ευρώπη ο χώρος που, παρά τις όποιες δυσκολίες και προβλήματα, είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο για να ζει κανείς σήμερα, αλλά οι δικοί τους ψεύτικοι παράδεισοι. Δεν είναι παράδοξο που, υπό αυτές τις συνθήκες, πιο «αντισυστημικός» απ’ όλους εμφανίζεται ο Μπέος που από τον Κορυδαλλό φτάνει να διεκδικεί τον Δήμο Βόλου. Η συντηρητική πολιτική, η αντιδραστική πολιτική, αμφισβητεί την πραγματικότητα, εκμεταλλεύεται τη δυσφορία και επενδύει στον ευρωσκεπτικισμό.

Σχεδόν αταβιστικά, οι πιο παρωχημένες πολιτικές δυνάμεις γοητεύονται πάντα από τον οποιονδήποτε φύλαρχο, αρκεί να είναι αντίθετος με την Ευρώπη. Λατρεύουν το πλατύ στέρνο του Πούτιν, τη δύναμη κάθε πράκτορα που ασκείται στις πολιτικές τέχνες. Η δύναμη, ο αυταρχισμός, ασκούν την ίδια γοητεία δεξιά και αριστερά, αρκεί να είναι αντίθετα με τη Δύση. Ο τριτοκοσμισμός μεταμφιέζεται σε «ριζοσπαστικότητα» και σε κινήματα «εθνικής ανεξαρτησίας». Η Ευρώπη είναι δυνάμεις κατοχής, η Γερμανία είναι Άουσβιτς και τα προβλήματα λύνονται με αναγκαστικούς εσωτερικούς δανεισμούς...





Πέρασαν 4 χρόνια και ελάχιστα συνειδητοποιήσαμε τι μας συμβαίνει. Κάθε μέρα ακόμα και σήμερα διαβάζεις στα μέσα ενημέρωσης, ακούς από πολιτικά κόμματα, φράσεις όπως αυτή: «Να καταργηθεί η λιτότητα που φέρνει ύφεση και λουκέτα». Είναι τόσο μέσα στην καθημερινή μας γλώσσα, που κανείς δεν στέκεται ένα λεπτό να σκεφτεί τι λέει αυτή η πρόταση. Να καταργηθεί το ότι δεν έχουμε λεφτά. Να καταργηθεί που δεν μπορούμε να ζούμε όπως θέλουμε. Δηλαδή; Να μας δανείζουν κι άλλο. Δεν μας δανείζουν; Γκάνγκστερ, τοκογλύφοι, δυνάμεις κατοχής, go back. Εδώ ήρθαμε. Το αντιμνημόνιο έγινε ένα αυτόνομο τέρας ανορθολογισμού που εμποδίζει κάθε προσπάθεια συνεννόησης, κάθε σύνθεση απόψεων, κάθε συνεργασία.

Η κοινωνία μας μένει καθηλωμένη γιατί αρνείται να ενηλικιωθεί, να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της. Προτιμά ακόμα να αρνείται την πραγματικότητα. Είναι δύσκολο να αντισταθείς, θέλεις πραγματικά να ουρλιάξεις από τα νεύρα, από την απελπισία. Αλλά πρέπει να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας, να γίνουμε πολίτες. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Η ελληνική αντιστροφή της πραγματικότητας δεν έχει μέλλον. Δεν προχωράς με αρνήσεις της πραγματικότητας. Μόνο με γνώση, με σχέδιο, με δουλειά. Με την καρδιά και το μυαλό. Αν κάτι ευχάριστο φάνηκε σ’ αυτά τα χρόνια της κρίσης είναι ότι η ελληνική κοινωνία έχει εφεδρείες. Έχουν περάσει 2 χρόνια από την εποχή της παράνοιας που οδήγησε στη Βουλή των τεράτων του 2012. Αντί να αναπαράγουμε την εποχή της κρίσης, οφείλουμε να επανεφεύρουμε τον εαυτό μας.
Φώτης Γεωργελές

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Η Πόλη στις προφητείες του Γέροντα Παΐσιου




Απόσπασμα από την ομιλία του Ιερομονάχου Μακάριου Μαρουδά 
«… ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.» 
στην Αλεξανδρούπολη 30/3/2014
Έχουμε την προτεσταντική «θεολογική» θεώρηση. Εφόσον ζούμε κατά το νόμο του Ευαγγελίου έχει καθήκον-ιερά υποχρέωση ο Θεός να μας ανταμείψει κοινωνικά, οικονομικά και γενικά κοσμικά. Και προχωράει η πλάνη. Επειδή είμαστε Ορθόδοξοι και δοξάζεται ο Θεός από την ορθόδοξη γραμματολογία μας όπου υπάρχει -αδρανής σήμερα- διατύπωση των ορθών δογμάτων από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, που με τη βιωτή τους, τους ιδρώτες και το αίμα τους εθέσπισαν, πρέπει ο Θεός να μας αποκαταστήσει σ’ αυτόν τον κόσμο δοξάζοντας το λαό Του τον Ορθόδοξο..! Ευελπιστούμε ότι θα μας δώσει την Αγιά Σοφιά παίρνοντάς την από τα ανόσια χέρια των εχθρών της Πίστεώς μας..! Λες και οι Τούρκοι νοιάζονται για το αν εμείς είμαστε χριστιανοί και αν η Αγιά Σοφιά ήταν χριστιανικός ναός. Αυτούς το μόνο που τους νοιάζει σήμερα είναι ότι η Αγιά Σοφιά είναι το μνημείο που κόβει παγκοσμίως τα περισσότερα εισιτήρια από τους τουρίστες-επισκέπτες. Και το χειρότερο:
βάζουνε στο στόμα του Αγίου Γέροντα Παϊσίου λόγια που ποτέ δεν είπε. Ο Γέροντας μιλώντας για την Πόλη μιλούσε πνευματικά για την επουράνια Πόλη. Εμείς σήμερα τελείως κοσμικά σκεφτόμενοι, εθνικιστικά και μικρονοϊκά βάζουμε στο στόμα του Γέροντα «προφητείες».
πηγή

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Η εκπόμπή "Αρχονταρίκι" με τον Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού Ιγνάτιο και καλεσμένο τον Μίκη Θεοδωράκη η οποία μεταδόθηκε από την ΕΤ-1 στις 9/3/2008.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

ΤΟΥΤΟΣ Ο ΤΑΦΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑΦΟΣ


Στίχοι: Άκης Πάνου
Μουσική: Άκης Πάνου
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας (από τον δίσκο "Θέλω να τα πω")

Τούτος ο τάφος
δεν είναι τάφος
είναι παράδεισου η πόρτα
στον αναμάρτητο 

Τούτος ο τάφος
δεν είναι τάφος
είναι των παθών σου το τέλος
η απολύτρωση

Τούτος ο τάφος
δεν είναι τάφος
είναι η σωτηρία του κόσμου
και το δικαίωμα

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Eχουμε πολλές «άγνωστες λέξεις»


Η γλώσσα για να «πούμε» την Aνάσταση, να μιλήσουμε για το Πάσχα, μοιάζει ασύμβατη με τη λογική μας και την εμπειρία μας. Tέτοιες λέξεις και νοήματα τα καταχωρούμε στο πεδίο της «πίστης», και την πίστη την ταυτίζουμε με ατομικές πεποιθήσεις. Tις πεποιθήσεις τις θέλουμε για ψυχολογική κατανάλωση, δεν είναι λογική ή εμπειρική η επιλογή τους.

H παραδοχή ότι «υπάρχει Θεός» δεν είναι παράλογη. H έννοια «Θεός» ανήκει στις προϋποθετικές «σταθερές» με τις οποίες ο νους «υποδέχεται» τις παραστάσεις-εικόνες των αισθητών και τις συντάσσει λογικά, δηλαδή τις οργανώνει σε συσχετισμούς αιτίας και αποτελέσματος, αιτίας και σκοπού, αρχής και τέλους, ολότητας και μέρους, κ.λπ. Kατα-νοούνται τα υπαρκτά, επειδή λογο-ποιούνται (εντάσσονται σε λόγους-σχέσεις) από τον νου. H σύνδεση των «όντων» και των «γιγνομένων» με μιαν αρχική αιτία (τον Θεό) και έναν τελικό σκοπό, είναι μέσα στη λειτουργία κατα-νόησης της πραγματικότητας, έστω κι αν κάποια στιγμή απορρίψουμε τον συσχετισμό.

Oμως, το να κατανοούμε τον Θεό ως Aιτιώδη Aρχή της ύπαρξης και των υπαρκτών, δεν σημαίνει ότι τον γνωρίζουμε, ότι έχουμε εμπειρική πιστοποίηση της ύπαρξής του, ότι τη γνώση την προσπορίζει η αμεσότητα της «σχέσης» μας μαζί του. O Πασκάλ ξεχώριζε τον «Θεό» που είναι παράγωγο της διάνοιας (Dieu des philosophes et des savants) από τον Θεό του Aβραάμ, του Iσαάκ, του Iακώβ (τον Θεό που τον βεβαιώνει η ιστορική εμπειρία). Kαι ο Xάιντεγγερ δικαίωνε τον Nίτσε για το κήρυγμα «θανάτου του Θεού», ο οποίος ήταν απλώς ένα είδωλο της διάνοιας – «στον Θεό της νοησιαρχίας ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να τον λατρέψει».

Πώς γίνεται να γνωρίσει ο άνθρωπος τον Θεό όχι διανοητικά αλλά εμπειρικά, να έχει «σχέση» πραγματική μαζί του; H μαρτυρία των έμπειρων λέει: γίνεται, σε δυο πεδία. Oπως γίνεται να γνωρίσει κανείς τον ζωγράφο μέσα από τη ζωγραφιά του, τον μουσουργό μέσα από τη μουσική του, τον ποιητή μέσα από το ποίημα. Γνωρίζουμε τον ενεργούντα χάρη στο προσωπικό του ενέργημα, την ετερότητα του δημιουργού (το μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο της ύπαρξης και της δημιουργίας του) μέσα από τον λόγο-τρόπο των έργων του. Aκούμε ή βλέπουμε ή ακούμε το «ποίημα», και λέμε: «αυτό είναι Kαβάφης», «είναι Bαν Γκογκ», «είναι Mότσαρτ». Δεν λέμε: είναι «του» τάδε, λέμε: «είναι» ο τάδε. O ρεαλισμός της γνώσης γεννιέται από τη δυναμική της «σχέσης».

Που σημαίνει: Tο πέρασμα από τον λόγο του τεχνήματος στον λόγο - φανέρωση της υπαρκτικής μοναδικότητας του τεχνίτη δεν είναι υποχρεωτικό, δεν το κάνουν όλοι. Eίναι κατόρθωμα «σχέσης», δηλαδή ελευθερίας από τις αναγκαιότητες του ενστίκτου, τη δουλεία στον εγωκεντρισμό. O ρεαλισμός της «σχέσης» κατακτιέται (ή χαρίζεται) όπως κάθε αληθινός έρωτας – δεν αγοράζεται, δεν εκβιάζεται, δεν είναι καταναλωτικό προϊόν. O εγωκεντρικός χρήστης - καταναλωτής που ξέρει μόνο να κατέχει και όχι να μετέχει, όχι να μοιράζεται, να σχετίζεται, να κοινωνεί, δεν θα συναντήσει ποτέ στο καλλιτέχνημα τον καλλιτέχνη, δεν θα συλλαβίσει ποτέ προσωπική υπαρκτική ετερότητα στην Tέχνη. Tο ίδιο όπως και σε έναν ανέραστο συμβατικό γάμο είναι ανέφικτο να πραγματωθεί και αναδυθεί η μοναδικότητα του καθενός στην επίγνωση του άλλου της συμβίωσης.

Kατά προέκταση και ο καταιγισμός των χρωμάτων σε ένα ηλιοβασίλεμα, το θάμβος ομορφιάς και ευωδιάς στον ανθό ή στον πολύχυμο καρπό, η σταγόνα της βροχής, άκρη στο φύλλο, που η αχτίδα του ήλιου την κάνει διαμαντόπετρα, μπορεί να είναι συνάντηση προσωπική τόσο εναργής και κατακέφαλη με την ετερότητα δημιουργού Προσώπου όσο και η «εξαίφνης» αποκάλυψη του Kαβάφη, του Bαν Γκογκ ή του Mότσαρτ μέσα από το έργο τους. Aλλά είναι εξίσου πιθανό, να προσπεράσει ο άνθρωπος το θαύμα του κάλλους και την ιλιγγιώδη σοφία, όπως προσπερνάει τη μουσική για να ηδονιστεί με τον πανδαιμόνιο του πρωτογονισμού στην ντισκοτέκ. H έξοδος από την αισθητική, νοητική, ερωτική και μεταφυσική υπανάπτυξη είναι, σίγουρα, συνάρτηση ενηλικίωσης. Ωρίμασης στην ερωτική προπάντων ευαισθησία.

H λέξη «πάσχα» σημαίνει πέρασμα: διάβαση από τη θνητότητα της φύσης στην υπαρκτική ελευθερία της σχέσης. Φύση σημαίνει την προκαθορισμένη ύπαρξη, σχέση σημαίνει την ελευθερία να υπάρχεις επειδή αγαπάς. Δεν διαλέξαμε να υπάρχουμε, βρεθήκαμε να υπάρχουμε προσωρινά, εφήμερα. Oι έμπειροι του χριστιανικού ευ-αγγελίου βεβαιώνουν ότι γεννιώμαστε με φύση προκαθορισμένη, περιορισμένη, θνητή, αλλά με την ελευθερία της επιλογής: Nα επιμείνουμε στη φύση ή να αποδυθούμε στο άθλημα της σχέσης. H αγάπη στο εκκλησιαστικό ευ-αγγέλιο δεν συνιστά τρόπο συμπεριφοράς, συνιστά τρόπο ύπαρξης: Nα υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις επειδή αγαπάς. Oχι να υπάρχεις πρώτα και στη συνέχεια να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, η ύπαρξή σου να είναι έρωτας.

Aιτιώδης Aρχή της ύπαρξης και των υπαρκτών, σε αυτή την οπτική, δεν είναι ο «Θεός» (μια φύση άλλη από τη δική μας, αθάνατη, παντοδύναμη, πάνσοφη, αλλά πάντως «φύση», δηλαδή προκαθορισμένη να είναι «θεία»), είναι ο «Πατήρ»: Mια ύπαρξη που υπάρχει μόνο ως ελευθερία και η πληρέστερη ελευθερία είναι ο έρωτας. Yπάρχει «γεννώντας» τον «Yιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα»: η ύπαρξή του συνιστά ένα ερωτικό γεγονός, την πληρότητα της αγαπητικής ελευθερίας, δίχως αναγκαίους (υποχρεωτικούς) προκαθορισμούς - περιορισμούς «θεότητας».

Eλεύθερος από υπαρκτικούς περιορισμούς «ο πάντων Aίτιος», «διά την παραφοράν της ερωτικής αυτού αγαθότητος» γίνεται άνθρωπος. Oχι για να επιδείξει παντοδυναμία, αλλά για να πραγματώσει τον «τρόπο» που μπορεί να καταστήσει και τον άνθρωπο ελεύθερον να υπάρχει ως «σχέση» και όχι ως «φύση» – να υπάρχει επειδή αγαπάει. Kαι ο «τρόπος» είναι η «κένωση»: το άδειασμα από κάθε αξίωση υπαρκτικής αυτονομίας, η εκούσια αποδοχή του θανάτου. Nα γίνει ο θάνατος «σχέση», όπως γίνεται «σχέση» η «γέννηση» και η «εκπόρευση». O σταυρός πραγματώνει την ύπαρξη ως ερωτική ελευθερία, είναι γεγονός Aνάστασης.

Mοιάζει να λιγοστεύουν ραγδαία οι άνθρωποι που μπορούν να υποψιαστούν (μέσα από λέξεις όπως: Πάσχα, Σταυρός, Aνάσταση) τον «τρόπο» ελευθερίας του έρωτα, τη Γιορτή της χαράς για τη νίκη καταπάνω στη μοναξιά, στο παράλογο, στο απέραντο σήμερα φρενοκομείο της πολιτικής και της οικονομίας. Oλο και λιγοστεύουν οι υποψιασμένοι. Σημάδι ότι επιστρέφουμε στην οριστική (ορισμού) γνησιότητα. Oρισμός της Eκκλησίας είναι το «μικρό ποίμνιο», ο ασήμαντος «κόκκος σινάπεως», η «ελάχιστη ζύμη» στο νεκρό φύραμα του κόσμου.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

«Ω, Γλυκύ μου Έαρ.


Η θρηνητική μελωδικότητα του ύμνου σε συνδυασμό με το απέριττο και βαθύ ηχόχρωμα της Φλέρυς Νταντωνάκη. Η θλίψη του θανάτου, στην κορυφαία στιγμή του δράματος του Θεανθρώπου, έτσι όπως μελοποιείται από τη φωνή -και δίχως συνοδεία οργάνων- της σημαντικής Ελληνίδας ερμηνεύτριας, η οποία υπό την καθοδήγηση του Μάνου Χατζιδάκι έφτιαξε έναν ολόκληρο μύθο στο ελληνικό τραγούδι. Το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι ένα μικρό μέρος από το ντοκιμαντέρ του Βασίλη Κεσίσογλου, που γυρίστηκε το 1984 και φέρει τον τίτλο «Ω, Γλυκύ μου Έαρ.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Βιβλιοκρισία του βιβλίου «Σοκ και δέος. Ο Θεός στην μετά-Χριστόν εποχή» του Αρσενίου Μέσκου, από τον Σωτήρη Γουνελά


Αρσενίου Μέσκου, «Σοκ και δέος. Ο Θεός στην μετά-Χριστόν εποχή», Αρμός 2009, σ. 332.

«Ανευ αισθήσεως νοεράς, των θείων εν
αισθήσει την ηδονήν αδύνατον γεύσασθαι...
ο γαρ μη ορών και ακούων και αισθανόμε-
νος πνευματικώς, νεκρός εστι
»
(Γρηγορίου
Σιναΐτου, κεφ. 97, Φιλοκαλία δ' τόμ.).


Ο συγγραφέας του ηχηρού Σοκ και δέος Μάρκος Μέσκος μπορεί να διεκδι­κήσει για τον εαυτό του τα εύσημα του υβριστή, αν όχι του παραληρούντος λιβελογράφου εναντίον των κυρίων προ­σώπων της χριστιανικής ιστορίας και παράδοσης, δηλαδή του Χριστού, του Παύλου και των Πατέρων. Δεν πρόκει­ται μόνο για το τι λέει αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο συγγράφει το βιβλίο του. Συνδυάζοντας μία μίζερη και ρα­σιοναλιστική προσέγγιση με υπόγειες ανασυνθέσεις αρχαιότερων καταβολών γνωστικισμού, αρχαιοελληνισμού ή άλλων αιρετικών καταστάσεων που παρουσιάστηκαν στην πορεία της ιστορίας, στρέφεται κατά παντός υπερασπιστή της χριστιανικής Αλήθειας κατηγορώντας τον μάλιστα για εξαπάτηση των μαζών, για συστηματική απόκρυψη της Αλήθει­ας και για επίσης συστηματική και μόνι­μη προώθηση ψευδούς ιδεολογίας ή θε­ωρίας ή πίστης.

Χρειάζεται να πούμε ωστόσο, ότι εδώ και μερικά χρόνια το σκουλήκι της αμφισβήτησης έχει αρχίσει να υποσκά­πτει θεμέλια και θέσεις που παλαιότερα θεωρούνταν ακλόνητα και αδιαμφισβή­τητα. Οι αμφισβητήσεις αυτές ακολουθούν τάσεις και ρεύματα παρουσιασμέ­να κατά καιρούς στην Ευρώπη στα πλαί­σια της υπερκριτικής που ανέλυσε φύλλο και φτερό την Αγία Γραφή -τί λογής «ανάγνωση» είναι αυτή που διαβάζει τη Βίβλο σαν ένα οποιοδήποτε βιβλίο;- πά­ντα ρασιοναλιστικά, πάντα θετικιστικά, πάντα χωρίς καμιά επίγνωση του μυστη­ρίου της ζωής, χωρίς ίχνος αναρώτησης για το είδος της συνέχειας της πνευμα­τικής ιστορίας, για την πραγματικότητα πριν το Σχίσμα, για τη χιλιόχρονη παρά­δοση του Βυζαντίου - Ρωμανίας, για τις πνευματικές κορυφώσεις που έλαβαν χώρα κατά καιρούς σε μία δυσχιλιετή χρονική περίοδο, για τα έργα και τον πο­λιτισμό που παρήγαγαν οι άνθρωποι που βίωσαν αυτή την χριστιανική εμπει­ρία. Όπως καταγγέλλεται από τους φω­στήρες της Νεωτερικότητας (Μάρξ-Νίτσε-Φρόυντ) η θρησκεία -διάβαζε κάθε μορφή πνευματικής εμπειρίας μη αν­θρωποκεντρική- ως νεύρωση, ψύχωση ή απάτη, θα πρέπει κάποτε να τους επι­στραφεί η διατύπωση: η νεύρωση ή η ψύχωση ή η απάτη αφορά τους ίδιους ως προς αυτή τη διάσταση: την πνευματι­κή - εκκλησιαστική - μεταφυσική. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που δεν τολ­μούν να θέσουν σήμερα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Και εδώ γυρνώ στον Μέσκο. Με εξαιρετικά απλουστευτικό τρό­πο αναμασάει όλες τις κατηγορίες, τις κρίσεις και επικρίσεις που κατά καιρούς διατυπώθηκαν ενάντια στον χριστιανι­σμό, την Εκκλησία, τη θεολογία, την Πί­στη, την μεταφυσική Αλήθεια. Τί μας χρειάζεται η καταγγελία του όταν υπάρ­χουν αυτοί που προανέφερα και πλήθος άλλων που συχνά είναι σοβαρότεροι στην κριτική τους; Όμως, φαίνεται ενδόμυχα να σκέφτηκε πως αξίζει τον κόπο να μεταφέρει όλα αυτά μέσα στον ορθόδοξο κόσμο. Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν: Περιμένουν με ορθάνοιχτα αυτιά τόσοι και τόσοι χριστιανοί ορθό­δοξοι, αμφισβητίες και αυτοί, μη βιώσαντες πραγματικά την Πίστη και την συνακόλουθη θεολογία και εκκλησιαστικότητα. Μα γι' αυτό ακριβώς τον λόγο πέφτουν θύματα. Να τι μας λέει το Ευαγγέλιο... : «Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη από του ανθρώπου, διέρ­χεται δι' ανύδρων τόπων ζητούν ανάπαυσιν, και ουχ ευρίσκει. Τότε λέγει: εις τον οίκον μου επιστρέψω όθεν ήλθον. και ελθόν ευρίσκει σχολάζοντα σεσαρωμένον και κεκοσμημένον. Τότε πορεύε­ται και παραλαμβάνει μεθ' εαυτού επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων» (Ματθ. 12, 43-45). Όταν ο Λόγος δεν έχει φυτευτεί καλά μέσα στην καρδιά ως υπαρξιακό κέντρο και δεν με­ριμνά ο άνθρωπος για την ανακαίνισή του και δεν ενεργείται το μυστήριο της ένωσης, η κατάσταση του ανθρώπου αυτού, ακόμη κι αν έχει βαπτιστεί και έχει κάποια σχέση με την Εκκλησία, μπορεί να γυρίσει ανάποδα και να εξελι­χτεί σε αρνητή των αληθειών στις οποίες μετείχε αρχικά.

Αλλά ας δούμε κάποια συγκεκριμένα σημεία του βιβλίου.

*

Υπερηφανεύεται ο Μ. ότι πρωτοδιατύπωσε «την άποψη ότι η Πτώση δεν υπήρξε ποτέ» και εξηγεί: «Τί σημαίνει ότι δεν υπήρξε Πτώση; Ότι δεν συνέβη καμιά αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος, η οποία να συνδέεται -και ακόμη περισσότερο να εξαρτάται- από κάποιο γεγονός της ιστορίας του homo sapiens. Ο θάνατος, οι καταστρο­φικές διεργασίες, αλλά και ο τρόπος που λειτουργεί σήμερα η ζωή, δεν εμφανί­στηκαν στον πλανήτη Γη με την είσοδο στον κόσμο της αμαρτίας, μετά από κά­ποια παράβαση κάποιου ανθρώπου, αλλά είναι εγγεγραμμένα στις αφετη­ριακές προδιαγραφές του σύμπαντος. Αυτό συνεπάγεται ότι το σύνολο των θεολογικών διδασκαλιών που στηρίζονται στην Πτώση δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα΄ είναι -και αυτό είναι το χειρότερο από όλα- αποκυήμα­τα της φαντασίας των χριστιανών θεολό­γων, πρώτα του απόστολου Παύλου και στη συνέχεια όλων των άλλων, μέχρι τις μέρες μας» (σ. 165-166).

Το πρόβλημα του Μέσκου είναι απο­κλειστικά επιστημονικό, ρασιοναλιστικό και θετικιστικό. Αφού παρατηρώντας το σύμπαν η επιστήμη δεν βρίσκει με τις μεθόδους της και με τις ερμηνείες της πουθενά να... γράφει Πτώση, για να το πω έτσι, ή ότι στην αρχή της δημιουργίας έχουμε άλλη εντελώς κατάσταση του ανθρώπου από αυτήν που έχουμε μεταπτωτικά, άρα Πτώση δεν υπάρχει. Μα η επιστήμη δεν βλέπει και δεν διαβάζει πουθενά ούτε για Δημιουργία εκ Θεού, δεν βλέπει και δεν διαβάζει πουθενά όλα εκείνα που δεν συλλαμβάνονται παρά με πνευματικές αισθήσεις, όπως άλλωστε το ίδιο συμβαίνει με την ίδια την σύλληψη του Χριστού εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Επομένως η επιστήμη δεν μας επιβεβαιώνει τίποτα από όλα αυτά. Αρα κατά την κρίση του Μ. ούτε αυτά υπάρχουν!

Όμως. Μιλώντας για τη διαφορά της αρχαιοελληνικής επιστήμης και της σύγ­χρονης, ο γνωστός προτεστάντης θεολό­γος Ρούντολφ Μπούλτμαν γράφει:

«Η επιστήμη έρχεται σε σύγκρουση με την ιδέα της δημιουργίας μόνον όταν φαντάζεται ότι μπορεί να λύσει τα αινίγ­ματα του κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω των συμπερασμάτων της [...]. Η ελληνική επιστήμη δεν έκανε ποτέ αυτό το σφάλμα. Διατήρησε το πρωταρχικό μοτίβο της πίστης στη δημι­ουργία. Αλλά διατήρησε... και το δεύτε­ρο μοτίβο, την ιδέα πως η πηγή του κό­σμου, η αρχή, την οποία προσπαθούσε να κατανοήσει, δεν ήταν κάτι το παρελ­θόν αλλά μάλλον κάτι παρόν- το οποίο ακόμη και τώρα καθορίζει την ανθρώπι­νη ύπαρξη [...] δηλαδή ότι η πηγή δεν βρίσκεται πίσω μας σαν κάτι το παρωχη­μένο αλλά είναι μάλλον αιωνίως παρούσα. Η ελληνική σκέψη κατανοεί την αρχή με τη διπλή έννοια της έναρξης και της πηγής ...όπου αρχή είναι το αγαθόν (Ρ. Μπουλτμαν Ύπαρξη και πίστη, εκδ. Αρτος ζωής σσ. 274-275).

Δεύτερο απόσπασμα ενισχυτικό του αποσπάσματος του Μπούλτμαν το παρα­κάτω ενός άλλου δεινού μελετητή. Λέει:

«Στα πλαίσια της φυσικής θεωρίας, που κυριαρχεί στη σύγχρονη σκέψη από την εποχή του Γαλιλαίου και του Ντεκάρτ, το αντικείμενο της επιστήμης ορί­ζεται με αυστηρά μαθηματικούς ή ποσο­τικούς όρους [...]. Οι νόμοι του σύμπα­ντος είναι μηχανιστικοί ή αφηρημένοι, χωρίς την οποιαδήποτε ομοιότητα με το συγκεκριμένο πρότυπο της προσωπικής μας ύπαρξης και της κοινωνικής μας ζωής. Αντίθετα, η αρχαιοελληνική θεώρηση συγκεντρώνει την προσοχή της στην περιοχή των ζωντανών όντων, ο κό­σμος της συντίθεται από ποιοτικές δυνά­μεις (όπως λ.χ., το θερμό και το ψυχρό, το ξηρό και το υγρό), που είναι πέρα για πέρα οικείες στην καθημερινή μας εμπειρία, ενώ η ενιαία δομή του λαβαί­νει τη μορφή μιας αρμονικής κοινότητας αντίπαλων οντοτήτων, που συμβιώνουν υπό το καθεστώς ενός κοινού νόμου. Η ελληνική αντίληψη για τον κόσμο διαφυ­λάσσει λοιπόν την έννοια του συνδέσμου μεταξύ ανθρώπου, κοινωνίας και φύ­σης- έννοια που κείται στην καρδιά των αρχαίων μύθων». (Charles Kahn, Ανα­ξίμανδρος και οι απαρχές της ελληνικής κοσμολογίας, Αθήνα 1982, εκδ. Πολύτυπο, σειρά Φιλόσοφος λόγος, σ. 287-288 κλπ.). Για να μην γίνονται παρεξηγή­σεις προσθέτω ότι οι σύγχρονες θεωρίες της φυσικής (θεωρία της σχετικότητας, κβαντομηχανική κλπ.) δεν αίρουν τη ση­μασία και την αξία του αποσπάσματος.

Ας δούμε τώρα μια άλλη πλευρά των πραγμάτων. Στους αντίποδες των όσων λέει ο Α.Μ. και υποστηρίζουν λαοί που η νοοτροπία τους εδράζεται πάνω σε αναγεννησιακές θεωρήσεις και πεποιθή­σεις, εμείς δεν μπορούμε να υιοθετούμε τρόπο ζωής που αφορά λαούς με πολύ μικρότερη χρονικά ιστορία και εξ αυτού και ιστορική μνήμη, τη στιγμή που και μόνη η πλατωνική φιλοσοφία στηρίζει όλη της την ανάπτυξη στην ανάμνηση και μάλιστα ανάμνηση κατά κάποιο τρό­πο της παραδεισιακής αίσθησης της ζωής, όπως μπορούσαν να τη συλλάβουν πριν την Ενανθρώπηση. Κάθε αγαθή πρόθεση του ανθρώπου, κάθε ανύψωσή του από τη μιζέρια και τη χαμέρπεια, κά­θε προσπάθεια υπέρβασης έχει την πηγή της στην αναθύμηση μέσα στην ψυχή της θείας καταγωγής της και του αρχικού της ουράνιου τόπου, από τον οποίο έπεσε μέσα στο σώμα. Ο Σωκράτης έχει αίσθηση πτώσης, όπως και στη Γένεση. Το γεγονός ότι την διατυπώνει με άλλο τρόπο και μάλιστα διαπιστώνοντας διάρρηξη ψυχής και σώματος, αυτό οφείλεται στο γεγονός της πτώσης που συνιστά ακριβώς διάσπαση της ενότητας του δημιουργημένου ανθρώπου. Ο Σω­κράτης δεν μπορεί να πάει πέρα από ένα ορισμένο σημείο που του επιτρέπεται άνωθεν, δεν του αποκαλύπτεται η πλή­ρης Αλήθεια, αυτό θα γίνει με την Ενανθρώπηση του Λόγου.

Αν τώρα θέλουμε να συνδέσουμε ακόμη περισσότερο αυτά τα προχριστιανικά ελληνικά με τη χριστιανική πραγμα­τικότητα χρειάζεται να σταθούμε σε μία άλλη διάσταση, αυτήν του μέτρου και του ορίου μολονότι θαρρείς ότι οι νεοέλ­ληνες την αγνοούν παντελώς. Στους προσωκρατικούς αλλά και στον Σωκράτη-Πλάτωνα ο υπερβατικός λόγος ρυθμίζει την τάξη του κόσμου και τη ζωή των θνητών. Τα πράγματα δηλαδή είναι διο­ρισμένα,   έχουν ενδεδειγμένο τρόπο ύπαρξης ή συντέλεσής τους. Αυτό δεν αφορά φυσικά μονάχα τον ελληνικό λό­γο αλλά όλες τις ανατολικές παραδόσεις. Γι' αυτό άλλωστε η Δίκη παρακολουθεί την τήρηση της τάξης και επαναφέρει όσους εκτρέπονται του καθορισμένου από το Θεό δρόμου. Ο Κόμφορτ ένας σπουδαίος ελληνιστής αναφέρει ότι η σημασία της λέξης "δίκη" «είναι πολύ συγγενική με εκείνη της κινεζικής λέξης Ταό, που δηλώνει επίσης τον ενδεδειγμέ­νο τρόπο ή δρόμο - την καθημερινή και την ετήσια κίνηση των ουρανίων σωμά­των, καθώς και την κανονική εναλλαγή των δυνάμεων του φωτός και του σκό­τους, της ημέρας και της νύχτας, του θέ­ρους και του χειμώνα του θερμού και του ψυχρού» (βλ. Ν. Γιανναδάκη, Κείμε­να, έπ. Μ. Κοπιδάκη, έκδ. Βικελαίας Βι­βλιοθήκης, σ. 33). Η κυκλική εξέλιξη σε όλα τα όντα αναφέρεται και στην Πα­λαιά Διαθήκη με τη διευκρίνηση ότι εκεί η σχέση με τον Θεό δημιουργό είναι προσωπική και ο άνθρωπος πλασμένος κατ' εικόνα: έχει δηλαδή κληθεί σε υπέρ­βαση φύσης και ξεχωρίζει εξ' ορισμού από τα άλλα όντα. Μπορούμε να σκεφτούμε ότι στο βάθος όλα αυτά περί δί­κης και αδικίας που κατοικούν τον λόγο του Ηράκλειτου, του Αναξίμανδρου και αργότερα του Σωκράτη αποτελούν αποσπασματικές συλλήψεις της αρχέγο­νης Πτώσης, της εξόδου από τον Παρά­δεισο κατά την βιβλική διατύπωση. Αυτό που έχει διαπράξει ο άνθρωπος και που αυτοί το συλλαμβάνουν μέσα από ένα «εδιζησάμην εμεωυτόν» ή «με σπερματικό λόγο» κατά την άποψη του φιλόσοφου και μάρτυρα Ιουστίνου (2ος αιώνας), εγγράφεται στα κύτταρά του, όπως θα λέγαμε σήμερα, και οι φιλόσο­φοι αυτοί, μύστες και ποιητές συλλαμ­βάνουν ακριβώς το σφράγισμα των κυτ­τάρων από την διαπραχθείσα αδικία, την παράβαση της εντολής κατά την βι­βλική πάλι έκφραση.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Μ. έχεις την αίσθηση ότι όλα τα εδάφια και χωρία του Ευαγγελίου ή της Γραφής αυτός τα διαβάζει κατά γράμμα, με αποτέλε­σμα να απαιτεί και την κυριολεκτική και κατά γράμμα αντίκρουσή τους με βάση τα σύγχρονα πορίσματα της επιστήμης. Όταν λόγου χάρη σημειώνει ότι «Όλον τον 19ο αιώνα ήταν γνωστό ότι ο θάνατος κυριαρχούσε πάνω στη γη από την πρώ­τη στιγμή που εμφανίστηκε η ζωή» μιλά για τον φυσικό θάνατο, μιλά για τη διά­σταση της υλικής, οργανικής φθοράς, δεν καταλαβαίνει τον πνευματικό θάνα­το για τον οποίο κάνουν λόγο οι Γραφές, χριστιανικές, εβραϊκές ή αρχαιοελληνι­κές, από όπου και η σύλληψη της αρχέ­γονης Πτώσης και η σημασία του προ­πατορικού αμαρτήματος. Αυτό το προ­πατορικό αμάρτημα δεν μπορούμε να το διαβάζουμε με τις παραμορφώσεις και παρερμηνείες που σώρευσε η ιστορία των Νεωτέρων χρόνων -ο άκρατος δη­λαδή ανθρωποκεντρισμός- αλλά ξανα­βρίσκοντας τις αποκαλυπτικές, εικονο­λογικές, μεταφυσικές και θεολογικές συλλήψεις όσων έχουν την εμπειρία του πράγματος.

Και έρχομαι στο άλλο μεγάλο θέμα του βιβλίου - αλλά και της ίδιας της εκκλησιαστικής και θεολογικής παράδοσης - την ελευθερία. Είχα επιχειρήσει στο βιβλίο μου Παγκόσμιο και ελληνικό γίγνεσθαι να θέσω διάφορα ζητήματα γύρω από αυτό, καθώς βλέπω από χρό­νια μεγάλες παρερμηνείες. Πρώτα-πρώτα δεν υπάρχει καμιά σχέση ανάμε­σα στο "αυτεξούσιον" της αρχικής δημι­ουργίας, στο άτομο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στον ελεύθερο κατά χά­ριν άνθρωπο, τον ανακαινισμένο, και αγιασμένο, το "πρόσωπο", ή τον τείνο­ντα προς τα εκεί. Γιατί αν ο πρωτάνθρωπος φέρει την εικόνα του Λόγου δεν την αποκάλυψε, ούτε την λάμπρυνε, αλλά κατά κάποιο τρόπο την απώλεσε καθ' οδόν. Φιλάνθρωπα η ορθόδοξη θεολο­γία λέει ότι δεν την απώλεσε πλήρως. Και ο Χριστός σαρκώνεται για να την αποκα­ταστήσει. Εδώ μπαίνει το θέμα της ελευθερίας. Αυτός που απώλεσε με την Πτώ­ση το αρχικό «αυτεξούσιον» απώλεσε και την Ελευθερία όπως του την φύτεψε ο Θεός. Τίθεται επομένως θέμα εκ νέου απόκτησης της ελευθερίας δια Ιησού Χριστού, του Λόγου του και των εκκλη­σιαστικών μυστηρίων. Καθώς δηλαδή ανακαινίζεται ο άνθρωπος αποκτάται και η πλήρης ελευθερία σε άλλο επίπεδο και διαφορετικά στον καθένα, ανάλογα με την ιδιαιτερότητά του. Το πώς και πό­σο θα ενεργοποιήσει αυτή την ελευθερία ο άνθρωπος είναι θέμα δικό του. Γιατί τίθεται πάντα ένα ζήτημα τί κάνει ο άνθρωπος με αυτά που του παρείξε ή του παρέχει ο Θεός. Εάν ο άνθρωπος επιλέγει ότι πρέπει να καταστεί "αυτόνο­μος" γιατί αλλιώς δεν φτάνει σε ωριμό­τητα, κατά την διατύπωση του Καντ, εάν βρίσκει με τον συλλογισμό τις απαντή­σεις στα διάφορα ζητήματα μεταφυσικά και φυσικά, δεν είναι επόμενο ότι διαστρεβλώνει τις αλήθειες της Εκκλησίας και το είδος της αρχικής ελευθερίας αλλά και της άλλης που λαμβάνει μέσω της ανακαίνισής του; Και τί λογής ανα­καίνιση υπάρχει (και όσον αφορά την ελευθερία του) όταν ο άνθρωπος ενεργεί ρασιοναλιστικά, αυτονομούμενος από κάθε πνευματική παράδοση και Αλή­θεια;

Μα δεν αρκούν αυτά. Οι περισσότεροι άνθρωποι, χριστιανοί ή μη, αντιλαμβά­νονται την ελευθερία εντελώς φυσικά, πολιτικά και κοινωνικά, για να μην πω και οικονομικά. Έτσι άλλωστε την αντι­λαμβάνονταν και οι Εβραίοι της εποχής του Χριστού εξ' ού και η στιχομυθία που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο: όταν ο Χριστός εκφέρει την περίφημη φράση "γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώση υμάς" η απάντηση του πλή­θους είναι «σπέρμα Αβραάμ εσμέν και ουδενί δεδουλεύκαμεν πώποτε· πώς σύ λέγεις ότι ελεύθεροι γενήσεσθε;» (Ιω. 8, 32-34). Ο Χριστός βέβαια αναφερόταν στην υποδούλωση του ανθρώπου στα πάθη και τις αμαρτίες, πράγματα που κατά την απίθανη ανάπτυξη που περιέ­χει το βιβλίο του Μ. είναι όλα... βιολο­γικά προϊόντα. Πώς δεν πρόσεξε ότι το βιβλίο του πάσχει από αυτή την τρομερή μονομέρεια της παροχής εξηγήσεων που είναι βιολογικής, επιστημονικής ή χη­μικής τάξης. Αν τουλάχιστον ήταν φιλοσοφικής, χωρίς εννοιολογήσεις και στραμπουλήγματα γερμανικής προέλευ­σης, θα ήταν καλύτερα. Ο Μ. δεν εννοεί να καταλάβει ότι ο άνθρωπος είναι δι­φυής για να μην πω και ο κόσμος, και αυτό δεν ακολουθεί τον αρχαιοελληνικό δυαλισμό, αλλά την κατάστασή μας ως κτισμάτων. Δεν είμαστε άκτιστοι αλλά κτιστοί, επομένως έχουμε και το υλικό, το φθαρτό, το πρόσκαιρο, το χρονικό και το χωρικό και από την άλλη το άκτιστο που μας παρέχει ο Δημιουργός Πατέρας και ο σωτήρας Χριστός με τη χάρη, το άκτιστο στοιχείο, αφού στο Πρόσωπο του Χριστού έχουμε ένωση κτιστού-ακτίστου με σκοπό την λύτρωση του ανθρώπου, την απελευθέρωσή του δη­λαδή από την καταδυνάστευση της φύ­σης, της πτώσης, της προσκόλλησης στα επίγεια, την αγιοποίησή μας και την ανύψωσή μας σε άλλο επίπεδο ζωής. Απελ­πισμένος ίσως από την κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο, από τον χρηματι­σμό, από την εκκοσμίκευση, από την μικροψυχία, από το πλήθος των ακατήχητων ανθρώπων, από την άγνοια για τα θεολογικά ζητήματα, από τον κονφορμισμό, τα βάζει με τη διδασκαλία της Εκ­κλησίας και δεν καταλαβαίνει ότι δεν γί­νεται τόσους αιώνες να τρώμε όλοι... κουτόχορτο και να έρχεται σήμερα αυτός (...και ο Ράμφος καταπώς λέει στη σ. 287) να αποκαταστήσουν την αλήθεια ή τις αλήθειες. Μα δεν διάβασε ποτέ του στο Ευαγγέλιο την φοβερής προφητικότητας ρήση του Χριστού «πλην ο Υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;» (Λουκ. 18, 8);

Στην πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Ζ. Λορεντζάτου ανάμεσα στα μύρια σπουδαία που διαβάζουμε εκεί ο συγ­γραφέας σημειώνει τούτα τα λόγια του Γέροντα Παϊσίου: «εάν θέλεις να βοηθή­σεις την Εκκλησία, διόρθωσε τον εαυτό σου, κι αμέσως διορθώνεται ένα κομμα­τάκι της Εκκλησίας. Εάν φυσικά αυτό το έκαναν όλοι, η Εκκλησία θα ήταν διορθωμένη» (Collectanea, επιμ. Στ. Ζουμπουλάκη, Δόμος 2009). Μα υπάρχουν και κάποια άλλα σημειώματα του Ζ.Λ. στο βιβλίο που αναφέρονται στη σχέση θρησκείας και επιστήμης. Είναι ένα θέμα που απασχολούσε πολύ τον συγγραφέα και για τούτο έχει σημασία να παραθέσω ένα-δυο αποσπάσματά του: «Η επιστήμη -και αναφέρομαι στις θετικές επιστήμες (όλες οι άλλες αποτε­λούν μεγαλύτερες ή μικρότερες προσεγ­γίσεις στο φυσικομαθηματικό πρότυ­πο)- η επιστήμη, λοιπόν, για να μιλήσω μεταφορικά, δεν είναι γλώσσα, είναι με­τάφραση, μια από αμέτρητες άλλες μετα­φράσεις. Αν η πραγματικότητα έχει και μιλάει τη γλώσσα της, η επιστήμη μετα­φράζει τη γλώσσα της πραγματικότητας στη γλώσσα της επιστήμης.... Το τελικό Ε=mc2 της φυσικομαθηματικής επιστή­μης... είναι ο φυσικομαθηματικός τύπος της ενέργειας, μια μετάφραση. Η γλώσσα της πραγματικότητας -συνεχίζω τη μεταφορά- είναι η ζωή και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν, να το πούμε έτσι, μια γλώσσα που μιλιέται ή που τη μιλάμε μοναχά ζώ­ντας και έστοντας. Και όχι μοναχά εμείς, αλλά που τη μιλούν και οι πλανήτες και τα σκουλήκια και η αστρόσκονη που στροβιλίζεται μέσα στο απέραντον διά­στημα του Κάλβου, γλώσσα που τη μι­λούν όλα τα πάντα, που τη μιλούν πώς: ζώντας και έστοντας... .Όποιος παίρνει τη μετάφραση για γλώσσα της πραγματι­κότητας και στα συμπεράσματά τής επι­στήμης, δε διαβάζει μετάφραση, αλλά (φαντάζεται πως διαβάζει) το πρωτότυ­πο, δεν ξέρει πούθε παν τα τέσσερα, ας πάει να ξέρει όσες επιστήμες θέλει και, αργά ή γρήγορα, το τέλος της αναζήτησής του θα απομείνει για κλάματα και θα είναι ο νους του έρμος κόσμος που χα­λιέται (Σολωμός)» (Coll. 684).

Και το δεύτερο απόσπασμα: «Το να μάθω πως το νερό είναι Η2Ο δεν με μα­θαίνει τίποτα για το νερό την ώρα του βαφτίσματος. Και το να μάθω για το νερό την ώρα του βαφτίσματος, δε με μαθαίνει τίποτα για την ανάλυση του νε­ρού σε δυο μέρη υδρογόνου και ένα οξυγόνου (Η2Ο).
Και τα δύο συνυπάρχουν ωστόσο. Υποκατάσταση της μιας περιοχής από την άλλη και παρέμβαση στα δικά της μέτρα και σταθμά, καταλήγει σε σύγχυ­ση φρενών και σε απονενοημένα συμπε­ράσματα (απονοέομαι= χάνω το νου). Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην. Εκείνοι από τους θεολό­γους που παίρνουν κατά γράμμα το βι­βλίο της Γένεσης - «οι τα φαιά φορούντες και περί ηθικής λαλούντες» -υπολογίζουν τα χρόνια του ουρανού και της γης σε μερικές χιλιάδες και αναθεμα­τίζουν (με ανάθεμα) τους γεωλόγους που τα υπολογίζουν σε μερικά δισεκα­τομμύρια χρόνια.... Εκείνοι πάλι από τους γεωλόγους που "διαβάζουν Εμονίδην" -ντιπ γραμματισμένοι, αυτοί- ανα­θεματίζουν τη Γένεση (χωρίς ανάθεμα) ή τη βγάζουν άχρηστη ολότελα, παραμύ­θια για μικρά παιδιά. Και οι δύο πέ­φτουν έξω. Και αυτό δε θα πείραζε πο­λύ, αλλά, οι ευλογημένοι, παίρνουν και πολύ κόσμο (τον περισσότερο) στο λαιμό τους» (Coll 501).

Θα άνοιγα πολύ μεγαλύτερη συζήτηση αν παρέπεμπα και στον θαυμάσιο Κυριαζόπουλο και τη διατύπωσή του ότι η επιστήμη πειράζει τη φύση. Μπορεί μία άλλη φορά. Προτού όμως τελειώσω θέ­λω να προσθέσω μία φράση από ένα βι­βλίο που επανεκδόθηκε τελευταία και που δεν προέρχεται από χριστιανό του τύπου που απαρέσκει στον Αρσένιο. Είναι μία διατύπωση που αφορά πολύ ευρύτερη περιοχή από αυτήν της "θρη­σκείας και επιστήμης" κατά τον Ζ.Λ. ή "Εκκλησίας, θεολογίας και επιστήμης" κατά τον Α.Μ. Μια φράση που αφορά το μυστήριο της ζωής και το βαθύτερο άγγιγμά του, άγγιγμα έρωτα ή αγάπης, άγγιγμα με το οποίο τελικά ταιριάζει να πλησιάζουμε τον κόσμο της Γραφής και της Πίστης: «Και ακριβώς επειδή αφέ­θηκαν στην ωκεάνεια κίνηση των εσωτε­ρικών τους σκιρτημάτων, η Ελοΐζα στα γράμματά της και ο Σταντάλ σε μερικές αθάνατες σελίδες του, καθώς και ο Συ­μεών ο νέος θεολόγος στους ερωτικούς του ύμνους προς το Θεό, είπαν αυθεντι­κότερα πράγματα για τον έρωτα απ’ ό,τι ολόκληρος ο επιστημονικός περί έρωτος λόγος του Φρόυντ «κατά τον ίδιο τρόπο που ο Προυστ είπε πολύ πιο λεπταίσθητα πράγματα για την ερωτική ζήλεια απ' ό,τι ο Ν. Λαγκάς στην ογκωδέστατη όσο και αξιόλογη μονογραφία του γι' αυτήν» (Γ.Μ. Καλιόρη, Παρεμβάσεις, β' έκδ., Αρμός 2009, σ. 28).

πηγή

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Τροπάριο της Κασσιανής


20140415-063934.jpg
«Κύριε η εν πολλαίς αµαρτίαις περιπεσούσα
γυνή τη σην αισθοµένη θεότητα
µυροφόρου αναλαβούσα τάξιν
οδυροµένη, µύρα σοι προ του ενταφιασµού σου κοµίζει.
Οίµοι λέγουσα ότι νυξ µοι υπάρχει,
οίστρος ακολασίας,
Ζοφώδης Τε και ασέληνος έρως
της αµαρτίας
∆έξαι µου τας πηγάς των δακρύων
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ, κάµθητι µοι προς τους
στεναγµούς της
καρδίας
ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει
καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας αποσµήξω τούτους δε πάλιν
τοις της κεφαλής µου βοστρύχοις
Ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν Κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα τω φόβω
εκρύβη,
Αµαρτιών µου τα πλήθη
και κριµµάτων µου αβύσσους ης εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ µου.
Μη µε την σην δούλην παρίδης ο αµέτρητον έχων το έλεος.»

Μεταγραφή του Φώτη Κόντογλου:
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.

Τροπάριο της Κασσιανής στη ∆ηµοτική Γλώσσα
(Απόδοση Κωστής Παλαµάς)

« Κύριε,
Η γυναίκα που έπεσε, σε τόσες αµαρτίες, σαν άκουσε, σαν ένοιωσε τη θεϊκή σου
Χάρη σαν µυροφόρας ένδυµα, στα κλάµατα πνιγµένη µύρα προ του θανάτου Σου,
εντάφια σου φέρνει, και ωιµέ, στενάζει, κλαίει και θρηνεί πολλή µε δέρνει νύχτα
ασέληνη και σκοτεινή έρως της αµαρτίας νύχτα που φλέγει και κεντά πόθους
ακολασίας.
∆έξου Χριστέ, τα δάκρυα τα πύρινα που χύνω Συ, που στα σύννεφα τραβάς της
θάλασσας το κύµα.
Γύρισε την συµπόνια Σου, στους στεναγµούς µου,
Συ πώγυρες τους ουρανούς στην θεία γέννησή Σου.
Τα πόδια σου τα άγια, άφησε να φιλήσω και να σκουπίσω άφησε µε τα ξανθά µαλλιά
µου
Τα πόδια, που σαν άκουσε τον κρότο τους
η Εύα το δειλινό µεσ” στην Εδέµ κρύφθηκε από φόβο
Τις τόσες αµαρτίες µου και τη βαθιά Σου κρίση ποιος να µετρήσει ηµπορεί
Χριστέ µου, ψυχοσώστη
Μη µε αφήνεις έρηµη και ταπεινή σου δούλη Σου, όπου έχεις, ως Θεός άπειρη
καλοσύνη».

Παρεξηγηµένη Αγία
∆υστυχώς µερικοί τα λόγια του Τροπαρίου τα αποδίδουν στην ίδια την Κασσιανή, που δήθεν ήταν αµαρτωλή µε περιπετειώδεις και αµαρτωλούς έρωτες µε τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο. ∆ιάφορoι µυθιστοριογράφοι, ανίκανοι να συλλάβουν το µεγαλείο της και τυφλωµένοι από τη µέθη των παθών τους, προσπάθησαν να παραχαράξουν την αλήθεια και να δηµιουργήσουν ένα µύθο, που δυστυχώς στάθηκε ικανός να ξεγελάσει πολλούς. «Την ωραία, αγνή, σοφή παρθένο, τη φιλοσοφούσα και τω Θεώ µόνω ζώσα», όπως γράφει Βυζαντινός χρονογράφος της εποχής της,παρουσίασαν µε σκανδαλώδεις περιπέτειες και αµαρτωλή.
Σύγχρονοι και νεώτεροι χρονογράφoι, όπως ο Γλυκάς, Πτωχοπρόδροµος, Κωδινός, Γεώργιος Αµαρτωλός, Ζωναράς κ.λπ. που έγραψαν για τη ζωή της Κασσιανής, αναφέρουν ότι ήταν απλώς µια υποψήφια νύφη για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο.
Τίποτε δεν υπήρξε περισσότερο µεταξύ Κασσιανής και Θεόφιλου ούτε πριν, ούτε µετά τη στιγµή που το χρυσό µήλο δόθηκε στη συνυποψήφιά της νύφη Θεοδώρα. Έτσι η σπουδαία αυτή µορφή της Οσίας Κασσιανής για πολύ κόσµο είναι παρεξηγηµένη και αδικηµένη, όπως και η άλλη µεγάλη Αγία Μαρία Μαγδαληνή, που ενώ δεν υπήρξε τίποτε το αµαρτωλό στη ζωή και της µιας και της άλλης από πολλούς (είτε από άγνοια, είτε από κακή προαίρεση), παρουσιάζονται σαν αµαρτωλές – πόρνες γυναίκες µε φανταστικές και βλάσφηµες ιστορίες…
Αρχιµανδρίτης Παρθένιος Ηγούµενος Ι. Μ. Ο∆ΗΓΗΤΡΙΑΣ

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Θες αλήθεια να Τον συναντήσεις;



  παπα-Λίβυος 
Πολλές φορές στα χείλη μας σαρκώνεται ένα έντονο παράπονο για την απουσία του Θεού από την ζωή μας.
-Μα που είναι ο Θεός; Γιατί δεν μας ακούει;
Ενώ το ερώτημα αυτό είναι λογικοφανές και στηρίζετε πάνω στην οδύνη του ανθρώπου, τα πάθη και τους καημούς του, δεν είναι πάντοτε και για όλες τις περιπτώσεις απόλυτα αληθινό.
Δηλαδή διερωτώμαι και πρώτα για τον εαυτό μου, είναι σίγουρο ότι το γλωσσικό αίτημα μας, είναι και καρδιακό; Ότι η αρθρωμένη και πολλές φορές νάρκισση επιθυμία μας είναι και πραγματική ανάγκη μας, που της δίνουμε πρωτεύοντα λόγο;
Λέμε ¨που είναι ο Θεός¨, είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε πραγματικά να το συναντήσουμε; Γιατί η οποιαδήποτε συνάντηση έχει μέσα ένα κόστος. Είμαστε διατεθειμένοι να το αναλάβουμε; Θέλουμε ειλικρινά να σχετιστούμε με τον Θεό; Γιατί η πίστη ή η συνάντηση με τον Θεό είναι σχέση με ένα πρόσωπο, που ρεαλιστικά σημαίνει, κόστος, ρίσκο, ηρεμία αλλά και ένταση, στιγμές παρουσίας και στιγμές απουσίας, ανάταση αλλά και πτώση, χαρά και θλίψη, έρωτας και «μίσος» μα και οτιδήποτε άλλο συνεπάγεται μια ουσιαστική σχέση.
Μήπως τελικά δεν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε την παρουσία του Θεού  στην ζωή μας γιατί αυτό θα μας δέσμευε ή θα μας έβαζε μπροστά σε σημαντικά υπαρξιακά διλλήματα και αποφάσεις; Άραγε θέλουμε να αναλάβουμε τις ευθύνες που δημιουργεί αυτή η συνάντηση μαζί Του; Είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε συνήθεις παγιωμένες και αυτοκαταστροφικές νοοτροπίες ; Θέσεις και ρόλους μέσα από τους οποίους έχουμε παιδιόθεν εκπαιδευτεί να επιβιώνουμε. π.χ το παιγνίδι του «ισχυρού» που απειλεί και τρομοκρατεί τους άλλους για να παίρνει δύναμη επιβολής και να έρθουμε στην ταπείνωση του Χριστού; Μπορούμε να εγκαταλείψουμε τον ρόλο π.χ. του «θύματος» μέσα από το οποίο κερδίζουμε συμπάθειες και βλέμματα; Να αφήσουμε ίσως την θέση του «παιδιού» και να ενηλικιωθούμε, άρα να αναλάβουμε τις ευθύνες της ζωής μας εγκαταλείποντας την θέση του προστατευόμενου που οι πάντες τον υπηρετούν και τον προσέχουν;
Ίσως λοιπόν σε βαθύτερο επίπεδο πέραν των λεκτικών κορόνων και των συναισθηματισμών να μην είμαστε έτοιμοι για μια τέτοια συνάντηση. Το χειρότερο; τελικά στην πραγματικότητα να επιζητούμε την συνάντηση με ένα Θεό κατά εικόνα και καθ ομοιωσιν μας που θα ικανοποιεί απόλυτα τις αυτοκαταστροφικές και εγωτικές μας ψευδοανάγκες, μα όχι τον Θεό Πατέρα που μας αποκάλυψε ο Χριστός.
 Το λέω αυτό, γιατί πολλές φορές δεν είμαστε έτοιμοι και ειλικρινείς για αυτή την συνάντηση για αυτή την ουσιαστική σχέση. Και τότε ενεργοποιούνται άμυνες που δεν μας αφήνουν ούτε να δούμε μα ούτε και να ακούσουμε την λεπτή σαν αύρα φωνή του Θεού.

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Η Συνείδηση.


Θα σας μιλήσω για την συνείδησή μου
Η οποία τα βράδια με συγχύζει
Χθες το βράδυ με τάραξε πάλι
Μετά από τόση κούραση που είχα
Μόλις έγειρα να πάρω τον ύπνο του δικαίου
Να τη αυτή ήρθε
Της λέω: Ο, τι έχεις να μου πεις
Πες το μου σε δυο λεπτά γιατί έχω να κοιμηθώ
άλλωστε τι να μου πεις;
Όλος ο κόσμος ξέρει ότι
εγώ είμαι ένα ανθρωπάκι
Ανθρωπάκι είμαι, ανθρωπάκι
Αφού δεν πειράζω κανέναν
Μόνο την δουλειά μου κοιτάω
Αλλά μόλις είπα έτσι αυτή γέλασε
Γέλασε έτσι ειρωνικά
Μου λέει: το πιστεύεις αυτό που λες;
Λέω βεβαίως το πιστεύω
Λέει έμαθα ότι στην δουλειά σου
είσαι μέγας και τρανός
Λέω δεν βαριέσαι, το κατά δύναμη
Εκεί βγάζουμε πέντε δεκάρες
Λέει τα χιλιάρικα εσύ τα λες δεκάρες;
Λέω γιατί εσύ είσαι η εφορία;
Όχι μου λέει, αλλά απλώς σου θυμίζω
που έλεγες κάποτε ότι το άτιμο το χρήμα
Δεν το θέλω δεν το υπολογίζω
Δεν το κάνω δεν το φτιάχνω
Κάτι τέτοια που έλεγες
Ε, καλά, μπορεί να έλεγα
Αλλά τώρα σε παρακαλώ
να μ' αφήσεις ήσυχο γιατί θέλω να κοιμηθώ
Λέει πριν σ' αφήσω
Θα σου κάνω δύο ερωτήσεις
Λέω ωραία ακούω την πρώτη
Λέει είσαι καλός Χριστιανός;
Λέω είμαι καλός είμαι
Λέει έχεις και πλούσια τα ελέη
ναι έχω έχω έχω
έχεις λέει, και γκαρνταρόμπα
λέω έχω
λέει ο Χριστός που είπε ο έχων δύο χιτώνες
λέω μην το παιδεύεις ξέρω που το πας
αλλά ο Χριστός μίλησε για χιτώνες
δεν μίλησε για κοστούμια
λέει έχεις φάει;
Λέω βεβαίως έχω φάει
Όλοι εμείς οι άνθρωποι
πρώτα τρώμε και μετά κοιμόμαστε
Βέβαια μπορεί να είναι κάποιος ο οποίος είναι αδιάθετος
Ή οι κυρίες που κάνουν δίαιτα για να είναι πιο σέξι
Μου λέει δεν ντρέπεσαι;
Λέω να ντραπώ που θέλουν οι κυρίες
να `ναι πιο σέξυ;
Λέει δεν ξέρεις ότι πεινάνε εκατομμύρια στον κόσμο;
Ωραία άμα πεινάνε να δουλέψουνε να φάνε
Λέει δεν ξέρεις ότι πεθαίνουνε χιλιάδες την μέρα
γιατί δεν έχουν ούτε το `να ούτε τ' άλλο
Λέω ωραία και τι θέλεις να κάνω δηλαδή
Να ταϊσω αυτά τα εκατομμύρια;
Ας ενδιαφερθούν τα κράτη
Το κάθε κράτος
Αλλά θα μου πεις, ένα κράτος
θα κοιτάξει πρώτα αυτούς του ψωμολίμηδες;
Όχι ένα κράτος θα κοιτάξει πρώτα την άμυνά του
Τανκς, αεροπλάνα, πλοία, σφαίρες και τέτοια
Γιατί, απ' τους αρχαίους καιρούς
τα κράτη εξασφαλίζουν πρώτα τους εχθρούς
Και μετά τους φίλους
Και λέει ποιος είναι ο πολιτισμός σας;
Να σκοτώνει ο ένας τον άλλον;
Γιατί όταν έχεις όπλο κάτι πρέπει ν το κάνεις

Έτσι με βασανίζει τα βραδάκια η συνείδησή μου
Μου κάνει τέτοια παιγνιδάκια
Αλλά συνείδηση στον κόσμο
Έχουν μόνο τ' ανθρωπάκια
Πού να πάνε να την βρούνε
Την συνείδηση τα κράτη;
Δεν τα λέει μόνο σε μένα
Όταν πάω να κοιμηθώ
Τα λέει και σε εκείνον και σ' αυτήν
Μα σηκώνουμε τους ώμους
Και της λέμε δεν βαριέσαι;
Μήπως θα σώσω εγώ αυτόν τον κόσμο;
Ένα μόνο που μας νοιάζει
Είν' το πορτοφόλι
Τη συνείδησή μας στ' άλλα
ήσυχη την έχουμε όλοι



Στίχοι: Ηλίας Λυμπερόπουλος
Μουσική: Κώστας Χατζής
Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Χατζής

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2014

«Κάνατε ατόπημα κύριε Δήμου»

Αγανάκτησε και ο Ηλίας Μαμαλάκης με το άρθρο του Νίκου Δήμου για το 1821: «Μάλλον έχετε ξεχάσει τι θα πει παιδί»
«Σκεφτείτε να είχατε ένα παιδί και να πήγαινε στο σχολείο και ο δάσκαλος να του έλεγε ότι κατάγεται από ένα βρομερό γένος, από κλέφτες, δοσίλογους, άρπαγες, πλιατσικολόγους και να του διηγείτο αυτά τα περιστατικά που αναφέρετε.» Κάπως έτσι επιχειρηματολογεί ο γνωστός σεφ Ηλίας Μαμαλάκης σε άρθρο του με το οποίο εκφράζει την αγανάκτησή του για το κείμενο του Νίκου Δήμου που αποδομούσε τον αγώνα του 1821...

Γράφει χαρακτηριστικά στο protagon υπό τον τίτλο «Κάνατε ατόπημα κύριε Δήμου»:
«Όλα όσα γράφετε είναι αληθή και υπάρχουν ακόμα πιο πικρές αλήθειες για τους πολέμους της πατρίδας μας, αλλά και του πλανήτη ολόκληρου που δεν είναι διόλου κολακευτικές για τον λαό μας και τους λαούς του πλανήτη. Μάλλον όμως έχετε ξεχάσει τι θα πει παιδί και πώς πρέπει να το μεγαλώσουμε. Δεν γνωρίζω, αλλά κατά πάσα πιθανότητα δεν έχετε παιδιά. Σκεφτείτε να είχατε ένα παιδί και να πήγαινε στο σχολείο και ο δάσκαλος να του έλεγε ότι κατάγεται από ένα βρομερό γένος, από κλέφτες, δοσίλογους, άρπαγες, πλιατσικολόγους και να του διηγείτο αυτά τα περιστατικά που αναφέρετε. Και θα γύριζε ο υποτιθέμενος γιος σας από το σχολείο και για να πάει το βράδυ να ανοίξει μια σαμπάνια  σε ένα μπαράκι για να κάνει φιγούρα να σας έπαιρνε τα λεφτά από το παντελόνι, να σας έδινε δυο χαστούκια και να σας έλεγε «Βρε παλιόγερε, από γένος κλεφτών είμαστε, τι ήθελες να κάνω, να δουλεύω;».
Επιπλέον αυτού, θα πρέπει να ξέρετε ότι τα ιστορικά γεγονότα δεν αναλύονται με το σημερινό κοινωνικό περιβάλλον, αλλά πρέπει να αναγάγουμε την κρίση μας και τη σκέψη μας στο κοινωνικό περιβάλλον της εποχής εκείνης, που ξέρετε πόσο διαφορετικό ήταν, σχεδόν αναρχία. Επίσης η ιστορία αλλάζει πρόσωπο ανάλογα την πολιτική θέση, το ήθος και τη γνώση του ιστορικού. Το ίδιο ιστορικό γεγονός αλλιώς το τοποθετεί ο Βουρνάς, αλλιώς ο Τρικούπης, αλλιώς ο Παπαρηγόπουλος και αλλιώς ο Κολοκοτρώνης στη βιογραφία του.
Αντικειμενικά η ιστορία παρουσιάζεται με τρία διαφορετικά πρόσωπα.
1. Η ηρωική, που είναι αυτή που πρέπει να μαθαίνουν τα παιδιά, για να είναι υπερήφανα για την πατρίδα τους και να πορευθούν εν ειρήνη, μέχρι να φτάσουν σε ηλικία που από μόνα τους θα διερευνήσουν τα γεγονότα, όπως εσείς και εγώ.
2. Η αντικειμενική ιστορία, η οποία πιθανόν να διδάσκεται στα πανεπιστήμια, όπου πάλι επιβάλλεται η γνώμη του καθηγητή και που δεν είναι πάντα αντικειμενική.
3. Η τεκμηριωμένη ιστορία, που βασίζεται στις ανασκαφές της αρχαιολογίας, στα εν γένει ευρήματα και στα γραπτά της εποχής.
Συμπαθήστε με αγαπητέ κύριε Δήμου, αλλά όταν πριν από πάρα πολλά χρόνια αποσυρθήκατε από την έντονη ζωή της καθημερινότητας για να αφιερωθείτε στο γράψιμο πιθανόν να σας ξέφυγε κάτι. Ούτε και εγώ έχω παιδιά, μα θέλω τα παιδιά όλου του κόσμου να πατήσουν καλά τα πόδια τους στη γη και να προχωρήσουν μπροστά. Να μην γίνουν ούτε κλεφτρόνια, ούτε ψευτρόνια.
Και θέλω να σας θυμίσω ότι αντικειμενικά τα γεγονότα που αναφέρετε, όπως ότι η εκκλησία δεν στήριξε την επανάσταση, πρέπει να αναλυθούν και με πολιτικά κριτήρια της εποχής. Φαίνεται ότι ο Γρηγόριος ο Ε' αφόρισε καπεταναίους. Διερωτηθήκατε ποτέ γιατί ;
Μια ματιά να ρίξετε στο Google θα μάθετε πολλά. Αφήστε που στο τέλος ο Σουλτάνος, έχοντας καταλάβει τους πολιτικούς του ελιγμούς, και τον σκότωσε και τον έσυρε στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης για να τον πετάξει στην θάλασσα.
Θυμηθείτε τον τίτλο του παλιού σας βιβλίου... «Τα εν οίκω μη εν δήμω» και μην ξεχνάτε ότι όλοι θέλουμε να γλιτώσουμε από τους αρματολούς του σήμερα. 
Με μέτρια αγανάκτηση και περίσσια συμπάθεια
Ηλίας Μαμαλάκης»


Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο "γνωρίζω" κ. Νανόπουλε

Γιάννης Δ. Ιωαννίδης

Το αντίθετο της αλήθειας είναι η διαύγεια, Νιλς Μπορ

Παρακολούθησα προχτές μια τηλεοπτική συζήτηση στη ΝΕΤ μεταξύ τού Επιστήμονος κου Νανόπουλου και τής "ηδυμιγούς χαμούρας" (Κώστας Ζουράρις) κας Φλέσσα. Ο Επιστήμων επαναλάμβανε τις γνωστές πεποιθήσεις του: τα πάντα στον άνθρωπο είναι ηλεκτροχημικές διεργασίες και εξηγούνται πλήρως μέσω αυτών` η πίστη είναι ίδιον τών ανασφαλών` οι "έξυπνοι" δεν πιστεύουν σε τίποτε (και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι "εξυπνοι")`
χάρη στα φωτόνια γνωρίζουμε πλέον την ιστορία τού σύμπαντος από τα 380.000 χρόνια τής εμφανίσεώς του κι έπειτα` αλλά χάρη στα βαρυόνια και τα νετρίνα θα σπάσουμε αυτό το φράγμα και θα φτάσουμε έως το σημείο "μηδέν"` η κοινωνία αμοίβει τούς επιστήμονες για να ερευνούν και να λένε πάντα την αλήθεια, κ.τ.τ.

Ως συνήθως, ο Επιστήμων στήριζε και υποστήριζε το ασφαλές και το αληθές τών λόγων του στην αναγωγική εξήγηση: τα δάκρυα εξηγούνται αναγόμενα στις τάδε ηλεκτροχημικές διεργασίες` η θλίψη εξηγείται αναγόμενη στις δείνα φυσικοχημικές διεργασίες, κ.ο.κ.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να αρνηθώ την ύπαρξη όλων αυτών τών ηλεκτροχημικών ή άλλων ανάλογων διεργασιών, που εντοπίζει η Επιστήμη. Εκείνο που, όχι μόνο προτίθεμαι να αρνηθώ αλλά και απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα ορισμένων επιστημόνων, όπως ο κ. Νανόπουλος, να μπερδεύουν την αναγωγική εξήγηση με την κατανόηση και τη γνώση. Εκείνο που απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα αυτών τών επιστημόνων να φαντάζονται οτι κατανοούν και γνωρίζουν π.χ. τι εστί θλίψη ανάγοντάς την στις ηλεκτροχημικές εξηγήσεις.

Η εξήγηση γενικά, και η αναγωγική εξήγηση ειδικά, αποτελούν ένα μέρος τού γνωρίζειν. Η κατανόηση αποτελεί ένα άλλο μέρος του. Όποιος τα μπερδεύει, νομίζοντας οτι έχει κατανοήσει και γνωρίζει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο (πόσο μάλλον τα ανθρώπινα) επειδή μπορεί να παραθέσει μια σειρά αναγωγικών εξηγήσεων επ' αυτού, σφάλλει οικτρά. Κι όταν αυτός είναι Επιστήμων, δηλαδή ερευνητής τής επιστημονικής αλήθειας, τότε απλώς επιβεβαιώνει τον Νιλς Μπορ: κέρδισε τις αλήθειες του χάνοντας σε διαύγεια.

Ας αφήσω όμως εδώ να μιλήσει ο Άσγκερ Γιόρν:

Καθαρή γνώση είναι η εξακρίβωση ενός γεγονότος μαζί με την ερμηνεία αυτού του γεγονότος ως μοναδικού σκοπού. Οι ερμηνείες είναι διακρίσεις, αφαιρέσεις. Απεναντίας η κατανόηση ενός γεγονότος είναι υπόρρητη, συνθετική. Δεν είναι μόνο μια αντίληψη αλλά η προσαρμογή του εγώ σε μια νέα κατάσταση. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πριν μπορέσουμε να εξηγήσουμε. «Εξηγώ» σημαίνει «φτύνω μια μπουκιά». «Κατανοώ» σημαίνει την «καταπίνω». Υπάρχουν μπουκιές που τις φτύνουμε πριν τις καταπιούμε, αφού απλά τις γλεντήσουμε. Υπάρχουν μπουκιές που μπορούμε να τις χωνέψουμε, που μεταμορφώνουν το είναι μας, άλλες που απλώς τις κατεβάζουμε, κι άλλες που μάς σκοτώνουν [...] Η κατανόηση είναι μια πράξη ισχύος. Η εξήγηση είναι μια πράξη απόρριψης. ΄Ετσι η κατανόηση είναι μια ικανότητα, μια τέχνη. Κατανοώ σημαίνει, εμπεριέχω, υποκειμενοποιώ - εφόσον μιλάμε για την ικανότητα περιεκτικότητας του πνεύματος, του εγκεφάλου, που είναι τα σπλάχνα τής σκέψης (Περί Μορφής.Σκιαγραφία μιάς μεθοδολογίας τών τεχνών,1953-1957, στα ελληνικά εκδόσεις Νησίδες, 2002).

Με άλλα λόγια, η γνώση δεν εξαντλείται ούτε στην κατανόηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τού "βιώματος") ούτε στην εξήγηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τής "επιστήμης"). Γνώση είναι το παιχνίδι τής συμπληρωματικής αντίθεσης μεταξύ κατανόησης και εξήγησης. Το συναμφότερον κατανόησης και εξήγησης.

Οι αναγωγικές εξηγήσεις τού κ. Νανόπουλου λοιπόν, και τών επιστημόνων αυτού τού είδους, δεν συνιστούν γνώση. Και ό,τι κέρδος μάς προσκομίζουν στο επίπεδο τών επιστημονικών αληθειών, συνιστά απώλεια σε ό,τι αφορά τη διαύγεια. Μια τραγική απώλεια στην περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κανείς το παιχνίδι τής γνώσης!

*

Η απώλεια αυτή γίνεται ακόμη τραγικότερη όταν το έδαφος και η μεθοδολογία τού εξηγητικού λόγου είναι, όπως στην περίπτωση τού κ. Νανόπουλου (και τού Μαρξ!), ο αναγωγισμός.

Τι εστί αναγωγισμός; Είναι η τάση, η οποία συνίσταται στην εξαγωγή τού ανώτερου από το κατώτερο, τού πλέον σύνθετου από το απλούστερο, θεωρώντας ως πραγματικά και θεμελιωδέστερα μόνο τα απλούστερα συστατικά. Για παράδειγμα, τα φαινόμενα τής συνείδησης ανάγονται στις ηλεκτροχημικές διεργασίες τού εγκεφάλου (Νανόπουλος), τα κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα ανάγονται στην ικανοποίηση τών υλικών αναγκών τού ανθρώπου (Μαρξ).

Ας αφήσω εδώ να μιλήσει ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ:

Ο αναγωγισμός δικαιολογείται πλήρως στις επιστήμες της φύσης αλλά δεν δικαιολογείται καθόλου σε ό,τι αφορά τη μελέτη της ίδιας της ανθρωπότητας. Οι επιστήμες της φύσης δεν θα υπήρχαν χωρίς τον αναγωγισμό. Δεν θα υπήρχε καμιά εφαρμογή τους, ούτε ο ηλεκτρισμός, ούτε η ατομική βόμβα, ούτε οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλπ. Μπορούμε να πούμε πως ο αναγωγισμός είναι η αξιωματική Αρχή αυτών των επιστημών. Η απάντηση του Λαπλάς στον Ναπολέοντα («ο Θεός είναι μια άχρηστη υπόθεση») το αποδεικνύει περίτρανα. Δεν μπορούμε όμως να βγάλουμε από τη μέση το Θεό όταν ισχυριζόμαστε πως μελετάμε την ίδια την ανθρωπότητα και όχι απλώς τη μηχανική των ουρανίων σωμάτων (Ο σκοπός μου στη ζωή).

H πεποίθηση τού κ. Νανόπουλου οτι η πίστη γενικώς εξηγείται, και μάλιστα πλήρως, σαν ψυχολογικό αποτέλεσμα τού φόβου τών πρωτόγονων ανθρώπων λ.χ. για τούς κεραυνούς -- δηλαδή ως ένα έλλειμα αναγωγικής εξήγησης (από το οποίο βέβαια πρέπει να πάσχουν, κατά τον Επιστήμονα, όλοι οι μη-"έξυπνοι" άνθρωποι από καταβολής κόσμου έως και σήμερα) -- δεν είναι καθόλου καινοφανής. Το ίδιο πίστευε και ο, αναγωγιστής επίσης, Καρλ Μαρξ. Το ίδιο πίστεψαν, πριν από αυτούς, οι Διαφωτιστές και θεωρούν χρέος και κλέος τους να πιστεύουν πάντα όλοι οι "έξυπνοι" επίγονοί τους. Αλλά η πεποίθηση αυτή προέρχεται, η ίδια, από μια τραγική έλλειψη κατανόησης και τελικά γνώσης: τής κατανόησης τής σημασίας τού Νοήματος για την ανθρωπότητα.

Η εφαρμογή, ήδη από τούς Διαφωτιστές, τού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας συντέλεσε μια πρώτη πράξη απονοημάτωσης: τα νοήματα και γενικώς το Νόημα παραμερίστηκαν για να αναχθούν και να εξηγηθούν από απλούστερα συστατικά. Σήμερα, η απονοημάτωση έχει πλέον συντελεσθεί: η αναζήτηση Νοήματος, δηλαδή Πίστης, δηλαδή Εμπιστοσύνης, δηλαδή Ελπίδας, δηλαδή τής "τών ελπιζομένων υπόσταση", θεωρούνται πάραυτα και ανεξέταστα χαρακτηριστικό "ανασφάλειας", "άγνοιας", "έλλειψης αναγωγικών εξηγήσεων" και, οριακά, "εθελοτυφλίας" και "φανατισμού". Απ' όπου άλλωστε και η διαλαλούμενη, και μονίμως αποτυχημένη, ανθρωπιστική πατέντα: "Δώστε ψωμί και γνώσεις στον κοσμάκη για να πάψουν να πιστεύουν και να γίνουν πολιτισμένοι" -- εν ολίγοις, "ικανοποιείστε τις υλικές ανάγκες και τον αναγωγισμό κι όλα θα λυθούν". Λες και στον Κεραύνιο Δία πίστεψαν ορδές πεινασμένων και μη-"έξυπνων" Αθηναίων μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. Ή λες και οι χορτασμένοι επιστήμονες και λοιποί "έξυπνοι" ζουν οπωσδήποτε μια ζωή γεμάτη Νόημα.

Να πώς η αλήθεια είναι το αντίθετο τής διαύγειας!

*
Για το τεράστιο σφάλμα τής απόπειρας εφαρμογής τού εξηγητικού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας μίλησε διεξοδικά, μεταξύ άλλων, ο ανθρωπολόγος Marshall Sahlins ήδη από το 1976: το βιβλίο του Πολιτισμός και Πρακτικός Λόγος (εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου, 2004) αρκεί προς το παρόν για όποιον θα ήθελε να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς να χάνει σε διαύγεια. Δεν θα πω λοιπόν αυτή τη στιγμή τίποτε περισσότερο επ' αυτού.

Ωστόσο, πριν κλείσω, θέλω να υπογραμμίσω κάτι που είχα επισημάνει παλιότερα. Οτι στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης απονοημάτωσης τής ζωής, σαν μόνος "έγκυρος" φορέας που καλείται να παράσχει πίστη κι ελπίδα στην χειμαζόμενη ανθρωπότητα προβάλλει η Επιστήμη. Κι αυτή, μέσω εκπροσώπων της που αδυνατούν να καταλάβουν το παιχνίδι τής Γνώσης και τού Νοήματος, ορμάει πλέον στο προσκήνιο με όλη την επαρμένη αισιοδοξία τού μαθητευόμενου μάγου. Λες και δεν έχει μετάσχει η ίδια, με τον εξηγητικό αναγωγισμό της, στην απονοημάτωση αυτή, την οποία καλείται τώρα αν όχι να λύσει πάντως να ανασχέσει δια τής αναλγητικής οδού τών "τεχνολογικών θαυμάτων".

Ας προσέξουμε όμως τι είναι αυτό που μάς καλούν να κατανοήσουμε, δηλαδή να καταπιούμε, εξηγητικοί τού παντός λόγοι όπως αυτός τού κ. Νανόπουλου. Ας προσέξουμε σε τι μάς καλούν να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας, να γίνουμε αυτοί οι λόγοι, προκειμένου να τούς βάλουμε μέσα μας και να τούς χωνέψουμε.

Ο άνθρωπος που "κατανοεί", δηλαδή "καταπίνει", δηλαδή "βάζει μέσα του", την ιδέα οτι λ.χ. οι θλίψεις του και οι χαρές του δεν είναι παρά εφέ ηλεκτροχημικών διεργασιών, είναι ο άνθρωπος-βιορομπότ.

Κι αν η "μετα"νεωτερική εποχή τής Νέας Τάξης Πραγμάτων δεν βλέπει άλλο τρόπο να διαιωνιστεί παρά μετατρέποντας τον άνθρωπο σε βιορομπότ, εμείς οφείλουμε να σκεφτούμε: αυτό θέλουμε να κατανοήσουμε, να καταπιούμε, να προσαρμόσουμε ως εαυτό μας, να βάλουμε μέσα μας, να χωνέψουμε και να γίνουμε;


πηγή

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Η Προσευχή του Διάκου την παραμονή της μάχης της Αλαμάνας


                        Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


                   
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, οι λαγκαδιές, τα δένδρα,
οι βρύσες, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι,
στέκουν βουβά ν' ακούσουνε την προσευχή του Διάκου.
« Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα,
Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια
καί μώλεγε να δεηθώ για κειούς, που το χειμώνα
σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά με χιόνια, μ' αγριοκαίρια,
για να μη ζούνε στο ζυγό, ένιωθα τη φωνή μου
να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου,
μου ετρέμανε τα γόνατα, σα νά 'θελε η ψυχή μου
να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.
Ύστερα μούλεγε κρυφά να Σου ζητώ τη χάρη
και να μ'αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω
και να μην έρθη ο θάνατος να μ'εύρη να με πάρη,
πρίν πολεμήσω ελεύθερος, για Σέ πριν το ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε, άκουσες την ευχή μου•
μου φύτεψες μέσ' στην καρδιά αγάπη, πίστη, ελπίδα,
έδωκες μια αχτίδα Σου αθέρα στο σπαθί μου
και μού'πες: Τώρα πέθανε για Με, για την Πατρίδα.
Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα
και σβηώνται τ' άστρα Σου για με. Για με θα σκοτειδιάση
τ' όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστή το στόμα,
που εκελαηδούσε στα βουνά, στη ρεματιά, στη βρύση•  

                             
θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα,
που μου ήταν αδερφοποιητή κι όπου μ' εμέ στη φτέρη
αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα
καί στ' άψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.
Όλα τ' αφήνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω.
Και τό'χω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα
αυτήν την έρμη την ποριά με το κορμί να φράξω.
Ευχαριστώ Σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα
και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου.
Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση
και στοίχειωσε κάθε σπειρί από τα χώματα μου,
να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.
Θέ μου! ξημέρωσέ τηνε την αυριανή τη μέρα!
Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώ' η ζήλεια.
Θα χλιμιντράνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα
με τ' άγρια τα χνώτα τους γκέκικα καριοφίλια,
θα γίνουν πάλι τα Θερμιά λαίμαργη καταβόθρα.
Χιλιάδες ήρθαν θερισταί και Χάρος οργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πως δε θα μείνη λώθρα
σ' αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.
Κι εμείς θα πάμε με χαρά σ' αυτόν τον καταρράχτη.
Επάνωθέ μας θά'σαι Σύ, και τα πατήματα μας
θα νά'χουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη,
πώμεινε σπίθ'ακοίμητη βαθιά στα σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση,
πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση
τώρα με τα Μαγιάπριλα ή δουλωμένη χώρα.
Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη
κι εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα.
Έβραζε μέσα του η καρδιά και στα ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ...
Χαρά στο χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση.
Πλαγιάζει ο λεονταρόψυχος! Τα νιάτα, η θωριά του,
τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφήνουν
κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει
στον κόρφο της η άνοιξη, σα νά'τανε παιδί της•
Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπο του.
χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη
ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα,
γλυκαίνει το χαμαίδρυο, στου χαμαιλειού τη ρίζα
αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι,
που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του
αλλού στυλώνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση
στ'ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν
στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λιονταρόψυχος! Του ύπνου του οι ώραις
όσο κι'αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν
ν'αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα
του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην την ρανίδα
πώσταξ' από τα μάτια του θα ξεπλυθή η μαυράδα,
που ελέρωνε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι.
Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη,
σαν αητός μες στη φωλιά, ολάκερο ένα γένος
έκλωθ' εκείνην την βραδιά. Όταν προβάλ'η μέρα,
θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια,
με θεριεμμένα τα φτερά, ν'αρχίσουν το κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους,
πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, στα δουλωμένα πλάγια
να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!