Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

ΜΕ ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΡΙΖΕΣ, ΠΟΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ; («Ἐπὶ τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχαν οὔτε κράτος οὔτε σύνορα. Εἶχαν ὅμως πατρίδα. Πατρίδα γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἦταν ἡ γλώσσα τους, ἡ ἐκκλησιά τους – σῶμα λαϊκό, ἡ παράδοσή τους».)

Τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

.            Εἶναι ρεαλιστικὰ δυνατὸ νὰ ἐπιβιώνει φιλοπατρία σήμερα; Ἡ ἀπάντηση κρίνεται ἀπὸ τὰ μέτρα ρεαλισμοῦ ποὺ ἔχει ὁ καθένας μας κατακτήσει. Εἶναι κατάκτηση ὡριμότητας ἡ ἐλευθερία ἀπὸ ψευδαισθήσεις.
.            Κάποτε, σὲ ἄλλο πολιτισμικὸ «παράδειγμα» (ἄλλον «τρόπο» τοῦ βίου) ἡ πατρίδα ἦταν κάτι ἁπτό, χειροπιαστό: Ἕνα κομμάτι γῆς, ποὺ τὸ καλλιεργοῦσε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν μόχθο καὶ τὸν ἱδρώτα του – χάριζε στὴ γῆ τὴν ἐργώδη φροντίδα του καὶ ἡ γῆ τοῦ ἀντιχάριζε τὰ μέσα γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του. Πατρίδα ἦταν μία δική του «ἑστία», σπίτι χτισμένο γιὰ τὸν κάθε ξεχωριστὸ ἄνθρωπο καὶ τὶς ξεχωριστές του ἀνάγκες. Μία κοινότητα, ποὺ μοιραζόταν χαρὲς καὶ θλίψεις, γιορτὲς καὶ πένθη, ἔκανε κοινωνούμενη τὴν καθημερινότητα. Τάφοι προγόνων: συνεχιζόμενη σχέση καὶ ἀναστροφὴ μὲ οἰκείους, γνώριμους, ἀγαπημένους. «Βωμοὶ καὶ ἱερά», ἄξονας κοινοῦ «τρόπου» ζωῆς μὲ ἑόρτιους κύκλους, συμμετοχικὴ δραματουργία, πανηγύρεις, ἡ ἐκκλησία σῶμα ἀναφορᾶς τῆς προσωπικῆς εὐθύνης καὶ τῆς ἤρεμης ἐμπιστοσύνης – καμιὰ σχέση μὲ ἰδεολογήματα.
.            Σήμερα τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν λειτουργεῖ καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στὸ παρελθὸν εἶναι μόνο φυγὴ στὴν οὐτοπία, στρουθοκαμηλισμὸς ἐμμονῆς στὴν ψευδαίσθηση. Ἡ ἐπιβίωση ἢ καὶ ἡ εὐζωία ἐξασφαλίζεται μὲ ἄλλου εἴδους μόχθο, δίχως τὴν ἀμεσότητα τῆς χειρωνακτικῆς σχέσης μὲ τὴ γῆ. Ἡ «ἑστία» νοικιάζεται, εἶναι δια-μέρισμα, μεράδι ἐνοίκησης στὸν ἀέρα, φτιαγμένο γιὰ ὁποιονδήποτε, γιὰ ἐνοίκους περαστικοὺς – προσφέρεται ν ξυπηρετήσει τ χρεία, χι ν στεγάσει τ ζωή. Κοινότητα πιὰ δὲν ὑπάρχει, ἡ μετοχὴ στὰ κοινὰ εἶναι ἄγνωστη ἐμπειρία, τὰ «κοινὰ» μόνο θέαμα τηλεοπτικὸ καὶ ἡ «μετοχὴ» μόνο ἑταιρισμὸς γιὰ ἐπιδίωξη συμφερόντων. Ἀκόμα καὶ οἱ τάφοι νοικιάζονται, ἔγιναν κι αὐτοὶ «διαμερίσματα» γιὰ προσωρινοὺς ἐνοίκους – τοὺς ἀντιμάχεται καὶ μόδα τς καύσης τν νεκρν: μολογία πίστης στ -νόητο τῆς παρξης, στν μηδενισμό της π τν θάνατο. «Βωμοὶ καὶ ἱερὰ» λογαριάζονται τὰ τεμένη τῆς «ἐπικρατούσης θρησκείας»: ἐξυπηρετοῦν «τὰς θρησκευτικὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ» ὅπως τὸ IKA ἐξυπηρετεῖ «τὰς προνοιακὰς» καὶ τὸ περίπτερο «τὰς καπνιστικάς» – σὲ περιόδους «κρίσης» ὀργανώνουν καὶ συσσίτια. Ἡ σύγκριση τοῦ σήμερα μὲ τὸ παρελθὸν δὲν θεμελιώνει νοσταλγία, ψάχνει γιὰ ρεαλιστικὸ ὁρισμὸ τῆς φιλοπατρίας. Ἄλλοτε πατρίδα ταν κάτι τόσο πολύτιμο, πο χωρς ατ ζω δν εχε νόημα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἕτοιμοι νὰ πεθάνουν, ἂν χρειαζόταν, γιὰ τὴν πατρίδα. Ὄχι ἀπὸ νταηλίκι καὶ φανατισμένη παράνοια, νὰ «τὰ δίνεις ὅλα, γιὰ τὴν “ὁμαδάρα” σου («καὶ τὰ μυαλὰ στὸ κάγκελο»). Ἀλλὰ πως πεθαίνεις γι ναν μεγάλο ρωτα, πο ν τν χάσεις, δν ξίζει πι ν ζες. Ἡ γάπη γι τν πατρίδα ταν τόσο ζωτικ σο κα νάγκη ν γαπήσεις κα ν γαπηθες. «Ὅταν ξαναεῖδα τὸ χῶμα ποὺ μὲ γέννησε, γράφει ὁ Σεφέρης, μ’ ἔκανε νὰ νιώσω πὼς ὁ ἄνθρωπος ἔχει ρίζες, κι ὅταν τὶς κόψουν πονεῖ, βιολογικά, ὅπως ὅταν τὸν ἀκρωτηριάσουν».
.            Σήμερα, ὀνομασίες ποὺ ἄλλοτε παρέπεμπαν σὲ βιώματα πατρίδας (Ἑλλάδα, Ἑλληνισμός, ἑλληνικότητα), παραπέμπουν σὲ ἐμπειρίες ἀπὸ ἕνα κράτος ποὺ ὅλοι, μὰ ὅλοι ἀπεχθανόμαστε. Τὸ ζοῦμε σὰν ἀπειλή, σὰν ἀντίπαλο, ντρεπόμαστε γι’ αὐτό, μᾶς ἀηδιάζει. Κράτος νίκανο στν κάθε παραμικρ λειτουργία του, διεφθαρμένο, τυραννικό, κράτος δυνάστης σαδιστς πο εφραίνεται ν κακουργε, ν κλέβει τν μοιβ το μόχθου μας, τν ποταμίευση το στερήματός μας, ν μς ληστεύει ν ψυχρ σν κοινς λωποδύτης, σν γκάνγκστερ.
.            Ποιός πολίτης ποὺ ἔχει τὰ λογικά του θὰ ρισκάρει τὴ ζωή του ἢ θὰ τὴν θυσιάσει γιὰ νὰ ὑπερασπίσει, σὰν δῆθεν πατρίδα, ἕνα τέτοιο κράτος; Πῶς νὰ πολεμήσει ὁ πολίτης ποὺ ξέρει ὅτι τὰ κονδύλια γιὰ τὴν ἄμυνα τὰ κατακλέβουν οἱ κυβερνήσεις γιὰ νὰ καλύπτουν τὸ ἐξωφρενικὸ κόστος τῆς προεκλογικῆς τους διαφήμισης καὶ τῆς κομματικῆς τους κουζίνας; Μὲ ποιές γνώσεις στρατηγικῆς ἢ πολεμικῆς τεχνολογίας νὰ ὀργανωθεῖ ἄμυνα, ὅταν ὁποιοσδήποτε κομματικὸς χαρτογιακὰς ἢ πανάσχετος δημοσιογράφος ὑπουργεύει στὶς Ἔνοπλες Δυνάμεις, μόνο σὰν ἀμοιβὴ γιὰ τὴ βοήθεια στὸν πρωθυπουργὸ νὰ ἀρχηγεύσει στὸ κόμμα;
.            Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπέκτησε κρατικὴ ὑπόσταση καὶ γεωγραφικὰ σύνορα μόλις πρὶν ἀπὸ 192 χρόνια. Πρὶν ἀπὸ αὐτό, ἐπὶ τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, οἱ Ἕλληνες δὲν εἶχαν οὔτε κράτος οὔτε σύνορα. Εἶχαν ὅμως πατρίδα. Κι ὅταν τὶς ἀρχαῖες κοιτίδες τοῦ ἱστορικοῦ τους βίου τὶς ὅριζαν κατακτητὲς ἀλλοεθνεῖς, πατρίδα γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἦταν ἡ γλώσσα τους, ἡ ἐκκλησιά τους – σῶμα λαϊκό, ἡ παράδοσή τους (:πείρα, εὐαισθησία, αἰσθητική, ποὺ κληροδοτοῦσε ἡ κάθε γενιὰ στὴν ἑπόμενη, προσθέτοντας θησαυρίσματα).
.            Πατρίδα τῶν χωρὶς κράτος Ἑλλήνων ἦταν ἡ ἱστορική τους συνείδηση, ἡ εὐγένεια – ἀρχοντιὰ τῆς πολιτισμικῆς τους ἑτερότητας, τὸ ἑλληνικὸ ὄνομα ταυτισμένο μὲ τομὲς ἀνεξίτηλες στὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία.
.            Ἀπὸ μία τέτοια φιλοπατρία μᾶς ἀποκόβει σήμερα τὸ εἶδος ἐκεῖνο τῆς ἐγχώριας «διανόησης» ποὺ ἐπιμένει «μαζὶ μὲ τὰ ἀπονέρια τοῦ μπάνιου νὰ πετάει καὶ τὸ μωρό». Λόγιοι ἄνθρωποι, ταλαντοῦχοι, μὲ κυρίαρχη παρουσία τόσο γραπτοῦ λόγου ὅσο καὶ τηλεοπτικῶν ἐμφανίσεων. Ποὺ εἶναι τόσο θυμωμένοι, ὥστε προσπαθοῦν πεισματικά, μαζὶ μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀποτυχία καὶ ντροπὴ ποὺ τιτλοφορεῖται Κράτος Ἑλληνικό, νὰ ἀφανιστεῖ καὶ κάθε ἴχνος ἑλληνικότητας: ἡ πρώτη ὕλη γιὰ τὸν ψευδαισθητικὸ ἐξωραϊσμὸ τῆς κρατικῆς ἀθλιότητας.
.          Φτάνει στὸ σημεῖο αὐτὴ ἡ θυμωμένη «διανόηση», νὰ ἐνθουσιάζεται κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία (ἑλλαδικὴ καὶ κυπριακὴ) ὁδηγεῖται σὲ ἔσχατες ταπεινώσεις καὶ ἐξευτελισμοὺς ἀπὸ τὸν παρακμιακὸ ἐνδοτισμὸ καὶ ραγιαδισμὸ τῆς κρατικῆς της ἡγεσίας. Ἀντίθετα, ἐκνευρίζεται στὸ ἔπακρο, ἂν συμβεῖ κάποτε νὰ ἀντιδράσει ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ αὐτοσεβασμὸ ἀπέναντι σὲ γκανγκστερικοὺς ἐκβιασμοὺς ἑτερόχθονων συμφερόντων ἢ σὲ χλευασμοὺς καὶ ἐπιθετικὸ διασυρμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος. Λογαριάζεται ἀπὸ τὴ «διανόηση» ὁ αὐτοσεβασμὸς σὰν κομπασμὸς ὅτι εἴμαστε «ὁ ἐξυπνότερος λαὸς τοῦ κόσμου». Καὶ αὐτὴ ἡ ἔμπρακτη, ψυχολογικὰ θωρακισμένη ἀρνησιπατρία εἶναι ἀκόρεστη: ἀπαιτεῖ ὅλο καὶ πιὸ πειθήνια πειθάρχηση στοὺς ἐκβιαστές μας, ὅλο καὶ γλοιωδέστερη δουλοφροσύνη.
.           Κάποιοι συμπολίτες φρονοῦν, ἐπιπόλαια, ὅτι τὸ συγκεκριμένο αὐτὸ εἶδος «διανοουμένων» εἶναι συνέχεια ἢ ἐπανάληψη τοῦ φαινομένου ποὺ ὀνομάστηκε στὴν ἱστορία τῶν Ἑλλήνων «μηδισμὸς» καὶ περιγράφηκε ἀπὸ τὸν Καβάφη στὸ ποίημα «Σατραπεία». Ἀλλὰ μοιάζει μᾶλλον ἀπίθανο τὰ μεγάλα στὸν διεθνῆ στίβο συμφέροντα νὰ διαθέτουν χρῆμα γιὰ «πράκτορες» σὲ μία χώρα ποὺ ἀποτελεῖ αὐτονόητα προτεκτοράτο τους. Δὲν πρόκειται γιὰ «μηδισμό», πρόκειται γιὰ τυπικὸ σύμπτωμα θυμωμένης ξιπασιᾶς, γιὰ τὸ σύμπλεγμα τοῦ ψυχικὰ ἐπαρχιώτη ἀπέναντι στὸν «πρωτευουσιάνο» μὲ τὶς χρυσὲς καδένες.
.            Ἀκόμα καὶ ἀρνησιπατρία βλασταίνει ὁ παρακμιακὸς ἐπαρχιωτισμός.

 

ἐφημ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 31.03.13

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου