«Προγεύομαι
τη μέρα της εξόδου μου και της νεκρωσίμου ακολουθίας στον Άγιο Αθανάσιο
(τον ναό τού κοιμητηρίου της Μονής). Περιμένω τη μεγάλη γιορτή στο
κοιμητήριο της Ιβήρων. Θα είμαι εκεί και θα απολαμβάνω. Και το κελί μου
θα βλέπω και όλους σας. Θα φύγω, αλλά θα είμαι εδώ… », έλεγε ο πατέρας
Βασίλειος κατά τις τελευταίες ημέρες της νοσηλείας του. «Να με ράψετε
ολόκληρο στον μοναχικό μανδύα, να μη φαίνεται ούτε το πρόσωπο. Ραμμένο,
ραμμένο, θέλω να είμαι ραμμένος… Ο τάφος δεν είναι πέρασμα στο θάνατο,
αλλά στη ζωή, την όντως ζωή».
Μετά από λίγο έπαυσε να μιλά, καθώς προσηλωνόταν στην έξοδο του από
τον κόσμο. Έτοιμος από πάντα να αναχωρήσει εκ του κόσμου τούτου, καθώς
ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν παρά μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου,
έχοντας εισέλθει στο αειφόρο ρεύμα της αενάου ζωής.
Ο θάνατος τεθανάτωται, ήταν μία από τις προσφιλείς εκφράσεις
του. Αυτή η υπέρβαση τού έδινε τη δύναμη της ανατροπής όλων των
σχημάτων, που χαρακτήριζε τους λόγους και τα γραπτά του. Οι συγγραφές
του μια συνεχής αναμόχλευση των ανθρωπίνων και της ανθρώπινης ύπαρξης.
Πίστευε στους αφανείς εν Χριστώ, τους κρυμμένους, τους ανύπαρκτους. Η
αιμορροούσα γυναίκα ήταν ένα παράδειγμα στο οποίο συχνά αναφερόταν. Η
γυναίκα υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε δαπανήσει στους
γιατρούς το βιός της χωρίς να δει όφελος. Πλησίασε τον Ιησού από πίσω
και άγγιξε την άκρη του ιματίου του. Ο Ιησούς, χωρίς καν να την έχει
δει, ένιωσε να φεύγει δύναμη από πάνω του, ενώ τον συνέθλιβαν τα πλήθη. Η
εμπιστοσύνη της στο πρόσωπο του Ιησού την έκανε να ξεχάσει τον φόβο
της. Αρκείται στο άγγιγμα του ιματίου του Κυρίου. Η αδυναμία της
μετατράπηκε σε δύναμη πίστεως. Εξ ου και ο λόγος που της απηύθυνε ο
Ιησούς∙ Θάρσει θύγατερ. Την αποκαλεί «θυγατέρα» και την καθιστά υγιή, αποκαθιστώντας και την πραγματική της υπόσταση.
Οι αφανείς, οι ανύπαρκτοι, είναι που συμμετέχουν για τον Βασίλειο στη
Βασιλεία των ουρανών. Οι ανύπαρκτοι και οι ελάχιστοι για τον κόσμο
είναι αυτοί που βρίσκονται κοντά στον Χριστό και ζουν μέσα στη Χάρη
του. Η σκέψη, η ζωή, η ύπαρξη του ήταν στραμμένες στον ουρανό. Ουράνιες
ελλάμψεις τον εξακόντιζαν πάνω και πέρα από τα γήινα, ώστε να ομιλεί με
μια γλώσσα που δεν διαβρωνόταν από τα εγκόσμια πράγματα. Η Χάρις του
Θεού τον στεφάνωνε, και από τη Χάρη του Θεού αντλούσε τη δύναμη να μιλά
και να γράφει. Εάν το Άγιον Όρος είναι η νοητή ναυς που πλέει μέσα στους
αιώνες χωρίς να αλλοιώνεται, ο Βασίλειος είναι ένας φάρος αλήθειας στην
τρικυμισμένη θάλασσα του κόσμου. «Είναι» όχι «ήταν», γιατί ο Βασίλειος
είναι ζωντανός, και όχι μόνο στις καρδιές μας.
Στην τελευταία τηλεφωνική μας επικοινωνία δέκα μέρες πριν από την
μοιραία πτώση του, μου είχε πει: «Δεν είμαι θεολόγος». Πράγματι, δεν
είναι θεολόγος. Ο Βασίλειος είναι κατά βάση λογοτέχνης. Αλλά τι λογής
λογοτέχνης; Την απάντηση έδωσε ο ίδιος, μιλώντας για τον αββά Ισαάκ τον
Σύρο που τόσο αγαπούσε: «Και για τη λογοτεχνία και εξομολόγησι των
λογοτεχνών; Τις ξέρει, τις καταλαβαίνει, τις γνωρίζει, τις δέχεται.
Είναι και ο ίδιος λογοτέχνης Και τόσο πολύ λογοτέχνης, που φτάνει στο
σημείο να μην είναι. Έχει ξεπεράσει τη λογοτεχνία και βρίσκεται στον
επέκεινα χώρο, όπου οδηγεί τον άνθρωπο ο αληθινός πόνος και ο καημός της
λογοτεχνίας… Έτσι, από την πολλή ανθρωπιά, την οποία πετυχαίνουν με τον
αγώνα και τον κόπο που καταβάλλουν, οι αληθινοί λογοτέχνες μπορούν να
προχωρήσουν φυσιολογικά στη θεανθρωπία. Ο λόγος και η ύπαρξι τού
λογοτέχνη εγκεντρίζεται στην αιώνια ζωή. Τρέφεται απ’ αυτήν. Τρέφεται
από τον ένα Λόγο, ‘‘δι’ ου τα πάντα εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ
εν ό γέγονεν’’ (Ιω. 1, 3). Τότε βρίσκουν αυτό που προσδοκούν. Ψηλαφούν
αυτό που υπαινίσσονται και ενσαρκώνουν αυτό που επιθυμούν. Συνεχίζουν
τον αγώνα τον λογοτεχνικό. Τους δίδεται το ανέφικτο, τους χαρίζεται
εκείνο που ‘‘επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη’’ (Α΄Κορ. 2, 9). Δεν σταματά
κάπου η πορεία, η επέκτασι, η άνοδος. Συνέχεια προχωρείς. Απεκδύεσαι
την προβολή. Εγκαταλείπεις την άμυνα. Όλα σου κάνουν καλό. Με άλλο
ασχολείσαι. Αποφεύγεις τα ανθρώπινα και βρίσκεις τους ανθρώπους. Φτάνεις
στη σιωπή. Και μιλά με άλλο τρόπο ο λόγος και η ζωή σου».*
Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει έτσι για τη λογοτεχνία αν δεν είναι
αληθινός λογοτέχνης. Ο Βασίλειος αναφέρεται πρωτίστως στον αββά Ισαάκ
αλλά αναφέρεται εξίσου και στον ίδιο, και σε όλους εκείνους που τους
κατακαίει ο καημός της λογοτεχνίας, και λαχταρούν δια της λογοτεχνίας να
γίνουν μέρος του Λόγου, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Ο καημός της λογοτεχνίας συνοψίζεται στη φράση του Ρωμανού του Μελωδού: Δος μοι λόγον Λόγε, μη σιγών παρέλθης με, συ ει εν τω πάσχειν και εν τω μη πάσχειν, συ ει θνήσκων σώζων.
Τα γραφόμενα και τα λόγια του στάθηκαν για μένα οδηγός και πηγή
έμπνευσης. H εκτεταμένη αναφορά του στον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο σε μια
συζήτησή μας στη Μονή Σταυρονικήτα, στάθηκε αφορμή για τη συγγραφή τού
βιβλίου μου Θηριομαχία. Όπως και η φράση του Νικολάου Καβάσιλα, Μετέχομεν του Ανωνύμου Ονόματος,
που μου είπε βαδίζοντας κατά την περιφορά της Παναγίας της Πορταΐτισσας
στη Μονή Ιβήρων όντας ηγούμενος, και όσα μου είπε κατά καιρούς για τον
αββά Ισαάκ και τον Ντοστογιέβσκη, γράφτηκαν στην καρδιά μου με ανεξίτηλα
γράμματα. Και ήρθε «Η Μεγάλη Ιδέα ενός Μικρού Λαού» για να ενώσει τα
διεστώτα, τον Ηράκλειτο με τη λατρεία του Μονογενούς Υιού του Θεού, και
να αναπαύσει τις ψυχές μας.
«Είμαστε μαζί, προχωράμε μαζί», μου έλεγε. Γέροντα, εσύ προχωράς, μας
αγκαλιάζεις και μας παίρνεις μαζί σου, και τώρα κοντά στον ουράνιο
Πατέρα εύχεσαι για μας, και η ολόφωτη Παρουσία σου μας συνοδεύει σε κάθε
μας βήμα.
Μετά από όλα αυτά, νομίζω, μπαίνω κατευθείαν στο θέμα.
Εάν
είχαμε περισσότερη άνεση χρόνου, θα προτιμούσα να μιλήσω προφορικά.
Επειδή, όμως, είμαστε αναγκασμένοι να τηρήσουμε τον χρόνο, έχω γράψει
ένα κείμενο, το οποίο ζητώ συγγνώμη γιατί είναι σύντομο και γραμμένο
πρόχειρα, οπότε θα το διαβάσω λίγο αργά και στη συνέχεια θα πούμε
περισσότερα στη συζήτηση. Υπάρχουν δύο παραδόσεις: Η
μία, όπου δεσπόζουν οι δεσπότες και οι άρχοντες των εθνών, και η άλλη,
όπου τιμώνται εκείνοι που ζητούν να γίνει το θέλημα του Ενός.
Στην
ελληνική παράδοση συναντούμε έναν μικρό λαό με μεγάλες απαιτήσεις. Έχει
μια παιδικότητα στην έκπληξη· τον ξαφνιάζει το μυστήριο της ζωής. Ζητά
την αλήθεια για την αλήθεια — όχι για να τη χρησιμοποιήσει σε κάτι άλλο.
Όπως τα παιδιά αγαπούν το παιχνίδι για το ίδιο το παιχνίδι, έτσι κι εκείνοι αγαπούν τη γνώση για τη γνώση.
Περιεχόμενο
της απασχόλησής τους είναι η απορία που τους γεννά η ζωή· ζητούν την
αιτία αυτού του μυστηρίου, όχι την κατάκτηση του κόσμου.
Αυτό
αποτελεί το κοινό περιεχόμενο και τον σκοπό τους. Ο Δημόκριτος θεωρεί
πιο σημαντικό να βρει μία αιτιολογία για το πρόβλημα της ζωής, παρά να
αποκτήσει τη βασιλεία των Περσών και τα πλούτη τους. Αυτό φανερώνει πού
βρίσκονται και τι ζητούν.
Αγαπούν
τη σοφία και το κάλλος· καλλιεργούν τη φιλοσοφία και τη φιλοκαλία·
ζητούν το μέτρο και την αρμονία στην τέχνη· απορρίπτουν τις υπερβολές·
τονίζουν παντού το «μηδὲν ἄγαν». Διαμορφώνουν τη γλώσσα τους με τέτοιο
τρόπο ώστε να εκφράζει με συντομία και σαφήνεια. Διατυπώνουν καθαρά τις
ερωτήσεις τους και τις απαντήσεις που βρίσκουν.
Αυτός
ο πολιτισμός απλώνεται τότε σε όλο τον γνωστό κόσμο· δεν επιβάλλεται με
την υπεροχή της δύναμης ως κατακτητής, αλλά με την έλξη του πνεύματος
ως ελευθερωτής. Δοκιμάζεται στην ειρήνη και στον πόλεμο, στη νίκη και
στην ήττα.
Φτάνει με
τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως την Ινδία, και θεωρείται
προνόμιο για τους λαούς που κατακτήθηκαν απ’ αυτόν. Υποδουλώνονται οι
Έλληνες στους Ρωμαίους και γίνονται οι φωτισμένοι δάσκαλοι των
κατακτητών. Οι Εβραίοι της Διασποράς μεταφράζουν την Παλαιά Διαθήκη στα
ελληνικά.
Πρόκειται
για μια ζωντανή και ανοιχτή κοινωνία· συνυπάρχουν με άλλους λαούς,
κρίνουν και συγκρίνουν, δίνουν και παίρνουν· ό,τι πάρουν, το καλλιεργούν
περισσότερο απ’ αυτούς που το είχαν.
Με
την εμφάνιση του Χριστιανισμού έχουμε τους πρώτους Έλληνες Χριστιανούς
στη «Γαλιλαία των Εθνών». Όταν ο Παύλος έρχεται στην Αθήνα,
εντυπωσιάζεται που βλέπει την πόλη «κατείδωλον γεμάτην ειδώλων». Χαρακτηρίζει τους Αθηναίους ως «κατά πάντα δεισιδαιμονεστέρους»· διακρίνει ότι γυρεύουν την αλήθεια.
Δεν έχουν τίποτε άλλο να κάνουν παρά να συζητούν και να ζητούν να ακούσουν ό,τι νεότερο λέγεται και προτείνεται. Έχουν θεούς με ανθρώπινες αδυναμίες και πάθη, αλλά έχουν και βωμό «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».
Από
εκεί αρχίζει το κήρυγμα του Αποστόλου. Αυτό του δίνει την αφορμή να
αναφερθεί σε γνώμες και αναζητήσεις των δικών τους ποιητών και
φιλοσόφων.
Όταν στήνεις βωμό
στον Άγνωστο Θεό, φανερώνεις ποιο είναι το επίπεδο της ζωής σου και τι
σε απασχολεί. Όταν τιμάς τον Θεό ως άγνωστο, σημαίνει ότι σέβεσαι τον
Θεό — όχι το είδωλό Του. Βρίσκεσαι σε πορεία αναζητήσεως, όχι σε
ψευδαίσθηση πληρότητας.
Η
μυσταγωγική συνάντηση της ελληνικής ψυχής με τον Αναμενόμενο
ιερουργείται από την αρχή της ιστορίας των Ελλήνων. Δεν είναι άγνωστος ο
Θεός —συντροφεύει αγνώριστος εκείνον που Τον σέβεται· όλοι θα Τον
γνωρίσουν.
Εάν
στηρίζεσαι στη δύναμη των λογισμών σου για να πετύχεις κάτι δικό σου και
να ξεπεράσεις τους άλλους, τότε κερδίζεις αυτά που χάνονται και χάνεσαι
μαζί τους. Εάν λατρεύεις τον Άγνωστο Θεό και θυσιάζεις τα πάντα χάριν
αυτού του αγνώστου, τότε ανοίγεις τον δρόμο της ζωής σου για την έκπληξη
που γεμίζει τα πάντα με φως και υψώνει τον άνθρωπο σε άλλο επίπεδο.
Η
τόλμη να ζητάς το Ένα σε βάζει σε δρόμο επικίνδυνο και ιερό. Εάν είσαι
τίμιος στην έρευνα, έρχεται ο Άγνωστος και συμπορεύεται μαζί σου.
Δεν
χαρακτηρίζονται οι άριστοι από τη δουλοπρέπεια του να φάνε για να
ζήσουν, αλλά από μια θεία μανία να βρουν την απάντηση στα μεγάλα
προβλήματα. Το λέει ξεκάθαρα ο Ηράκλειτος: «Οι άριστοι προτιμούν το ένα
αντί πάντων, ενώ οι πολλοί τρώνε αχόρταγα σαν τα κτήνη».
Αυτοί
οι τολμηροί, με τις πνευματικές απαιτήσεις, που διατυπώνουν τα μεγάλα
ερωτήματα και θυσιάζουν τη ζωή τους γι’ αυτά, είναι οι γενάρχες αυτού
του πολιτισμού — της γλώσσας, της τέχνης, του λαού. Δεν είναι οι σπερματιστές; της αλήθειας, αλλά οι μανικοί εραστές της.
Αποφεύγουν
την ύβρη και την οίηση· πιστεύουν ότι υπάρχει θείος νόμος που επιβάλλει
να υπακούμε στη θέληση του Ενός — όχι οποιουδήποτε, αλλά του Ενός και
Θείου Λόγου, του Λόγου και Θεού. Αυτός, με τη σοφία Του, κυβερνά τα πάντα.
Κι
όταν οι Έλληνες λατρεύουν τον Άγνωστο Θεό, για τον Οποίον ζουν,
φιλοσοφούν και αγωνίζονται μια ζωή, αυτό σημαίνει ότι ετοιμάζονται για
τη γνώση —και μάλλον βρίσκονται ήδη στην οδό της θεογνωσίας— εκείνου που
είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή».
Έτσι,
δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες μετεστράφησαν στον Χριστιανισμό
και εγκατέλειψαν την παράδοσή τους, αλλά —ορθότερα— ότι στο πρόσωπο του
Θεού Λόγου βρήκαν την απάντηση στα αιτήματα που, από την αρχή, βασάνιζαν
την ψυχή τους.
Η συνάντηση αυτή πραγματοποιείται στον ευρύτερο χώρο της προσωπικής τους ζωής και εκφράζεται με τον λειτουργικό ύμνο: «Ἔφλεξάς πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἤλλαξάς με τῷ θείῳ σου ἔρωτι· ἔφλεξάς με τῷ πόθῳ σου καὶ ἤλλαξάς με· σὺ δ’ οὐκ ἠλλάχθης».
Έτσι
αρχίζει και συνεχίζεται η ιστορία της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Άλλοι μιλούν για Χριστιανισμό του Ελληνισμού, και άλλοι για Εξελληνισμό
του Χριστιανισμού· όμως στην πραγματικότητα έχουμε την Καινή Κτίση, όπου
όλα τα γεννά και τα μεταμορφώνει η χάρις του Πνεύματος. Ξεπερνιούνται
όλα τα παλαιά· ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός, γιατί «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ
οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι’ ἀγάπης
ἐνεργουμένη».
Έχουμε τη
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η οποία συνεχίζεται στην εποχή της Γεννήσεως του
Χριστού, και τους διωγμούς κατά των Χριστιανών. Σταματούν οι διωγμοί·
μεταφέρεται η πρωτεύουσα από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Εξακολουθεί
να είναι Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αλλά σιγά σιγά εκδηλώνεται η Ελληνική
Ορθόδοξη ταυτότητά της. Υπάρχει το ελληνικό πνεύμα· η νοοτροπία της
αναζητήσεως.
Προχωρούμε
στη Θεία Αλλοίωση. Προσλαμβάνεται, καθαίρεται και μεταμορφώνεται ο
ελληνορωμαϊκός κόσμος. Από τη φιλοσοφία, που ήταν μελέτη του θανάτου,
προχωρούμε στη λειτουργική θεολογία, όπου έχουμε την κατάργηση του
θανάτου. Από τη μέθη και τη μανία των αρχαίων οργίων, περνούμε στη
νηφάλια μέθη και στη σώφρονα μανία των αχράντων Μυστηρίων. Από την τέχνη
που επιζητούσε να πετύχει το άκαρπο κάλλος και την αγαλλίαση των
αισθήσεων, προχωρούμε στην παράκληση του Πνεύματος, που διακονεί τη
σωτηρία του ανθρώπου.
Από
τους κλασικούς φιλοσόφους φθάνουμε στους μεγάλους Πατέρες και
Οικουμενικούς Διδασκάλους. Αυτοί, με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος,
βραδύ βήματι και με πολλή σύνεση, διέκριναν και διατύπωσαν το δόγμα της
Αληθείας. Αγωνίστηκαν για την
Ορθοδοξία της πίστεώς τους, συγκρότησαν τις Οικουμενικές Συνόδους,
καθόρισαν τους κανόνες της πνευματικής ζωής, οργάνωσαν το συνοδικό
σύστημα της Εκκλησίας. Θέσπισαν τους όρους του κοινοβιακού μοναχισμού,
δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της ερημικής ζωής και της ασκήσεως, και
εμελώθησαν ἐν μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας, μέλος ἐν ἁρμονίᾳ θεολογίας.
Δηλαδή, έσωσαν τον αυθεντισμό και το πλήρωμα της ζωής.
Αυτό που κατορθώνουν οι τολμηροί της πίστεως —όσοι δίδουν τα πάντα για
την αγάπη του Θεού— δεν είναι αποτέλεσμα ανθρωπίνου κόπου ή εξυπνάδας,
αλλά η έκπληξη της θείας δωρεάς, που καταλύει τους όρους της φθοράς και
χαρίζει το θαύμα της Θεώσεως.
Οι
μεγάλοι Πατέρες και Άγιοι της πίστεως έφτασαν έως εκεί όπου μπορεί να
φτάσει ο άνθρωπος· από εκεί και πέρα ενεργεί η χάρη του Πνεύματος. Τότε ο άνθρωπος δεν πράττει, αλλά πάσχει τα θεία.
Και
ο Απόστολος Παύλος έφτασε έως εκεί όπου γίνεται η αρπαγή· γι’ αυτό
αναφέρεται ότι «ἡρπάγη ἕως τρίτου οὐρανοῦ» — όχι με τις δικές του
δυνάμεις. Όταν φτάσεις εκεί, όλα τελειώνουν και όλα αρχίζουν από άλλη δύναμη.
Και
στην πορεία προς Εμμαούς συνέβη κάτι παρόμοιο. Όταν πλησίαζαν στην πόλη
όπου πήγαιναν, ο άγνωστος συνοδοιπόρος των δύο μαθητών προσποιήθηκε ότι
θα προχωρήσει παραπέρα. Εκείνοι όμως Τον παρακάλεσαν να μείνει μαζί
τους, «ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστί». Και τότε, στην κλάση του Άρτου — στο
τέλος της οδοιπορίας τους — Τον γνώρισαν.
Εκείνος έγινε άφαντος· δηλαδή, φανερώθηκε όντως ως Αναστημένος Κύριος. Τώρα
δεν μπορούσαν —ούτε ήθελαν— να Του ζητήσουν να μείνει μαζί τους· Τον
είχαν γνωρίσει αληθινά. Άνοιξαν τα μάτια τους· έγιναν μία αίσθηση,
μπήκαν στην Καινή Κτίση, ευφραινόμενοι μέσα στο φως του Αναστημένου,
μέσα στο οποίο και αναπαύονται.
Αν η αλήθεια σου χάνεται
όταν γίνεται άφαντη, σημαίνει πως δεν είναι αλήθεια, αλλά φαντασία. Εδώ
έλαμψε η Αλήθεια που γέμισε τα πάντα με φως. Αποκαλύφθηκε
μέσα από τα παρόντα και τα μέλλοντα, σαν να είναι σκοπός της ζωής του
ανθρώπου να φτάσει στη στιγμή εκείνη της λειτουργικής πληρότητας.
Αμέσως
θυμήθηκαν τι συνέβαινε μέσα στην καρδιά τους όταν τους εξηγούσε τις
Γραφές. Κατάλαβαν ότι έπρεπε να πάθει ο Χριστός, για να εισέλθει στη
Δόξα Του. Έπρεπε και αυτοί να περάσουν όλο τον κόπο της οδοιπορίας,
για να ανοιχθούν οι οφθαλμοί τους. Και έπρεπε να συγκεντρωθεί όλος ο
θεολογικός αγώνας της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας, για να φτάσουμε στην
ομολογία προς τον Θεάνθρωπο και στη λειτουργική αυτή, αναιμάκτως
τελούμενη, θυσία, ώστε να γεμίσουν τα πάντα από θεϊκή αγαλλίαση.
Λύθηκε
η απορία των αρχαίων. Ήρθε το φως της Αλήθειας. Τελείωσε η επίγεια
πορεία της Αυτοκρατορίας. Αρχίζει τώρα η επόμενη, ως ευλογία όλων — η
Αυτοκρατορία του Πνεύματος και της Αγάπης του Αναστημένου.
Οι
μαθητές δεν θα είχαν φέρει τον Χριστό μαζί τους, αν είχε μείνει κοντά
τους· αφού τότε θα Τον περιόριζαν τοπικά. Τώρα, όμως, ο Χριστός,
γινόμενος άφαντος, έγινε πανταχού παρών· είναι παντού και πάντοτε με
όλους. Και η Ορθόδοξη Λειτουργική Θεολογία προσφέρεται ως ουράνια τροφή
σε όλο τον κόσμο. Η ακολουθία και η αλήθεια της Θείας Λειτουργίας
βρίσκονται στην ταπείνωση, που φέρνει τη γαλήνη του Πνεύματος σε όλους.Ο
Νικητής δεν έρχεται ως κάποιος ισχυρός για να προσβάλει εκείνους που
νικήθηκαν· αλλά η νίκη του Μεγάλου Νικητού χαρίζεται σε όλους.
Γι’ αυτό λέμε ότι η πρωτοτυπία και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας φανερώνονται σ’ αυτό: στη χάρη και την τομή της Ορθόδοξης ζωής, που εκφράζεται με λεπτότητα στη θεία Λειτουργία, στη σύζευξη ζωής και τέχνης.
Μέσα στη σιωπή ξεσπά μια κοσμογονική επανάσταση, που καταλύει τον θάνατο. Ο Βασιλεύς της Δόξης δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτής Αναστημένος, αλλά ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός στον Επιτάφιο. Έτσι,
δεν πληγώνει κανέναν πονεμένο· αλλά ανιστά όλους τους νεκρούς.
Επιβεβαιώνεται, λοιπόν, ολοφώτεινα η βεβαιότητα ότι «Ἀνέστη Χριστός, καὶ
ζωή πολιτεύεται».
Θα ήθελα
τώρα να προσθέσω κάτι ακόμη. Αρχίζουμε από μία τόλμη, μία μανία, μία
τρέλα — να τα θυσιάζουμε όλα για το Ένα. Και αυτό είναι σαφές και
προχωρεί έτσι. Ενώ στον αρχαίο ελληνισμό υπήρχαν χίλια πάθη, υπήρχαν κι εκείνοι που τα θυσίαζαν όλα για το Ένα.
Ο
Απόστολος Παύλος δεν πήγε στον Άγνωστο Θεό στη Ρώμη, αλλά στην Αθήνα·
και ένα μικρό πράγμα, ένα σημείο, χαρακτηρίζει όλον τον κόσμο: υπάρχει
ένας ηγέτης, ο οποίος τα θυσιάζει όλα για το Ένα — και παίρνει μαζί του
ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και ο Χριστός, στην Ανάσταση, δεν
παρουσιάζεται —όπως συχνά στη Δύση— ως κάποιος που καμαρώνει γιατί
νίκησε· αλλά ως Εκείνος που κατέρχεται στα βάθη, λύει τις αλυσίδες των
πεπεδημένων και τους βγάζει στο φως.
Η «μαγεία» —αυτό το ελληνικό χαρακτηριστικό— αν πάρει τον δρόμο της αυτοπεποίθησης, γίνεται καταστροφή·
αν πάρει τον δρόμο της θυσίας, για να γίνει το θέλημα του Ενός, τότε
οδηγεί σε άλλον δρόμο: σε δρόμο εκπλήξεων, σε αποδόσεις εις δόξαν. Καταλήγουμε
έτσι στο μεγαλείο της ταπεινώσεως· στην επανάσταση του να έρχεται ο
Νικητής ως Εσταυρωμένος και ήπιος Νεκρός. Αυτό αρχίζει από τη μανία των
αρχαίων Ελλήνων· εκείνων που, αν και δεν μιλούν για ταπείνωση,
καταδικάζουν την ύβρη, την υπερηφάνεια. «Και ὁ ἥλιος, ἐὰν ὑπερβῇ τὸ
μέτρον, τιμωρεῖται» λέγει ο Ηράκλειτος.
Βλέπετε,
λοιπόν, αυτό το πιστεύω, γιατί το ζούμε μέσα στην παράδοση· δεν τη
μαθαίνουμε απ’ όσους την εξέτασαν απ’ έξω, αλλά την ζούμε. Και αυτή η
παράδοση έχει κυκλοφορία αίματος· έχει τρέλα που γίνεται θεία μανία.
Οι
Πατέρες της Εκκλησίας παραλαμβάνουν τη σκυτάλη και δεν υποστέλλουν τη
σημαία της τόλμης· ούτε βάζουν νερό στο κρασί της μανίας· αλλά όλα
αλλοιώνονται, μεταμορφώνονται, καθαγιάζονται.
Η μανία
και η μέθη των αρχαίων οργίων έδειχναν μια αναζήτηση του Ενός που
ξεπερνά τα πάντα· όταν όμως αυτή η αναζήτηση έμενε ανθρώπινη, κατέληγε
στα πάθη και στα όργια. Όταν όμως φθάνουμε στην περίοδο της Χάριτος, δεν
χάνεται η δύναμη της ζωής, αλλά μεταμορφώνεται· γι’ αυτό μιλούμε για
νηφάλια μέθη και σώφρονα μανία.
Και
στο τέλος, το να φτάσεις στο Ένα σημαίνει να ξεπεράσεις την ανθρώπινη
λογική και να τιμήσεις όχι τον δυνατό που εξουθενώνει τους άλλους, αλλά τον ταπεινό που εξουθενώνει τον εαυτό του, για να σωθούν οι πάντες.
Και τότε μπορούμε να πούμε: «Νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, χαίρετε πάντες· εἰς τὸ δεῖπνον τῆς πίστεως προσέλθετε· πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς χαρᾶς».
Αυτά
δεν λέγονται πουθενά αλλού· αυτά μόνο βιώνονται— και για να τα ζήσεις
χωρίς να σκανδαλιστείς, πρέπει να περάσεις μέσα από την ταπείνωση, την
άρνηση, τη θυσία. Να διαρραγείς, να λιώσεις, να γίνεις τίποτα· να
αγαπήσεις το τίποτα, να αγαπήσεις την ταπείνωση, να αγαπήσεις τη
διαγραφή· να γίνεις ο τελευταίος των τελευταίων· και τότε
ανασταίνεσαι από μια άλλη δύναμη. Και τότε χαίρεσαι — όχι γιατί σώθηκες
εσύ, αλλά γιατί σώθηκαν όλοι, και «οὐδεὶς νεκρός ἐν τῷ μνήματι».
Αυτό
είναι το ήθος μας. Άκουσα κάποτε, λέει, κάποιον να διαβάζει ποιήματα —
του Βάρναλη. Φωνές, ένταση, ολοκληρωτισμός· θέλει να σε επιβάλει με τη
φωνή.
Φωνάζω κι εγώ,
αλλά φωνάζω για να φτάσω στη μη φωνή. Άκουσα κι έναν ιεροκήρυκα να
φωνάζει για τον Χριστό με τον ίδιο τρόπο· και σκέφτηκα: το ήθος το δικό
μας, μετά από όλες τις φωνές και τις συγχύσεις, είναι η ηρεμία, η
γαλήνη· μια γαλήνη που τα περιέχει όλα· και αυτή η γαλήνη, αφώνως,
ανασταίνει τους νεκρούς.
Και
αυτό το ήθος έχει σαρκωθεί μέσα στην ίδια τη ζωή μας. Είχα βάλει ως
τίτλο: «Ελληνορθόδοξη Παράδοση». Κάποιος μου είπε πως αισθάνεται
αλλεργία όταν ακούει για Ελληνισμό και Ορθοδοξία. Εγώ όμως του απαντώ:
είναι μεγάλο πράγμα να είσαι Έλληνας Ορθόδοξος.
Λέω
το εξής: να είσαι μη Έλληνας και μη Ορθόδοξος, να είσαι μια … ψυχή·
αλλογενής, αλλά με την τρέλα σου. Η Ορθοδοξία, με τη θεία μανία, τη
σώφρονα μανία και τη νηφάλια μέθη, σε οδηγεί στο ξεπέρασμα των πάντων. Η
θεολογία μας, με την αποφατική της διατύπωση, φτάνει σε αυτή την
ελευθερία· και η πνευματική ζωή φτάνει στην ελευθερία της ανυπαρξίας.
Λέω, βάσει αυτού, ότι ο ταπεινός είναι ο άνθρωπος που μη ερχόμενος,
«είναι»· και είναι απόλυτα ελεύθερος. Δεν ενοχλεί κανέναν, δεν
ενοχλείται από κανέναν· και σώζει όλους, γιατί σώζει με τη χάρη του
Πνεύματος.
Πήγα, λοιπόν, να
σας γράψω αυτά τα λογικά, αλλά σας λέω: στην ουσία, μια θεία τρέλα ρέει
και τελειώνει μέσα σε όλα. Και αυτή η θεία τρέλα κορυφώνεται στη Μεγάλη
Εβδομάδα, μέσα σε αυτή τη γαλήνη. Θεωρώ κορυφαία στιγμή την Ακολουθία
του Επιταφίου, όταν το σέντονο πλημμυρίζει φως, σαν τα μάτια να γεμίζουν
ουρανό.
Εκείνος ο ύμνος
που ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή και την Κυριακή των Μυροφόρων,
περικλείει τα πάντα· νοούνται όλα, σώζονται όλοι· και νεκρός οὐδεὶς ἐν
τῷ μνήματι.
Δεν λέω
τίποτε τολμηρότερο ή μαλακότερο απ’ ό,τι λέει η Εκκλησία. Αλλά, αν
κάποτε υποφέρουμε στη ζωή, αν φτάσουμε στην απόγνωση, αν διαλυθούμε και
δεν υπάρχουμε, τότε θα νιώσουμε πως έρχεται Εκείνος που μας ανιστά.
«Χριστός κατελθών εἰς άδην, μόνος ἀνῆλθε, σκυλεύσας τὴν νίκην». Μόνος
κατέβηκε στον Άδη και ανέστησε όλο τον κόσμο. Μόνος κατεβαίνει στον άδη
της δικής μας απελπισίας, της κολάσεως, και μας ανασταίνει. Θέλει να
περάσουμε πολλά βάσανα για να σωθούμε. Θα μπορούσε να μας κάνει όλους
καλούς και να μας έχει βάλει σ’ έναν παράδεισο, όπου θα ήμασταν
καλοκουρδισμένα μαριονετάκια. Αλλά αυτό θα ήταν κόλαση. Αυτό δεν το κάνει ο Χριστός — το κάνουν οι άνθρωποι.
Ο Χριστός σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό μας αφήνει να φτάσουμε στα χάλια μας. Κι αυτά τα χάλια είναι, τελικά, η προϋπόθεση της σωτηρίας μας.
Συγγνώμη που πήρα το λόγο παραπάνω· σταματώ εδώ.
[Παρεμβολή ερώτησης από το κοινό]
– Είχα διαβάσει, Γέροντα, μια φράση σας σε ένα βιβλίο, όπου λέτε: «Αν δεν με αγαπάς, στενεύει ο χώρος σου και λιγοστεύει ο χρόνος σου». Το συνέκρινα με έναν στίχο του Μισελ Τουρνιέ, που λέει: «Τα λευκά παιδιά έχουν μεγάλη καρδιά· εκεί μετατρέπεται ο χρόνος σε χώρο». Θα ήθελα να ρωτήσω: τι σπουδή χρειάζεται να κάνει ο άνθρωπος, για να φτάσει σ’ αυτό το σημείο — όπου ο χρόνος μετατρέπεται σε χώρο;
– (Παρέμβαση άλλου ακροατή) Πατέρα Βασίλειε, από τότε που “ἐκοιμήθη” ο Κύριος, έχουν περάσει δύο χιλιάδες χρόνια. Στο
διάστημα αυτό έγιναν δύο εκατομμύρια μαρτύρια, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο
κίνδυνος του πυρηνικού αφανισμού, και σήμερα βλέπουμε ένα νέο
φαινόμενο: την επιστημονική πλύση εγκεφάλου που ξεκίνησε από τον
θετικισμό και κατέληξε στη λεγόμενη «Νέα Εποχή», που κάνει το άσπρο
μαύρο.
Πότε, λοιπόν, ήταν ευκολότερη η σωτηρία του ανθρώπου; Τότε, που δεν υπήρχαν διδακτορικά, μάστερ και υπολογιστές, ή σήμερα, που έχουμε πολλή γνώση αλλά λιγότερη πίστη; Η
σωτηρία θα έρθει “ἄνωθεν”, όπως τότε, ή υπάρχουν ακόμη δυνάμεις μέσα
στην Εκκλησία που μπορούν να βοηθήσουν στην επιστροφή του ανθρώπου;
– (Απάντηση π. Βασιλείου) Μου αρέσει μια φράση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης που λέει: «Ὁ Θεὸς ἀπαντᾷ, διότι ὁ ἄνθρωπος τοῦ ἀπανᾷ· ἀπαντᾷ ὁ Θεὸς σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἀνοίγει νὰ ἀπαντήσει». Και λέγει κάπου ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Τὸν λόγον τοῦ Κυρίου γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀκούει καὶ τὴ σιωπή Του».
Όποιος
γνωρίζει τον Λόγο του Κυρίου, ακούει και τη σιωπή Του. Όταν, λοιπόν,
λάβουμε την αίσθηση τη σωστή από την Εκκλησία, τότε ακούμε τον Λόγο του
Θεού και μέσα από τη σιωπή, αλλά και μέσα από την παραποίηση των
ανθρώπων που, με τον δικό τους τρόπο, εκφράζουν τον πόνο τους και ζητούν
το πλήρωμα της ζωής — το οποίο βρίσκεται στην Εκκλησία.
Και από την άλλη πλευρά, όπως λέγει η Παλαιά Διαθήκη: «Οὐκ ἔστιν ὅς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ». Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, που καλύπτει τα πάντα· και το τέλος είναι εκείνο που φωτίζει όλη την οδοιπορία.
Τότε ανοίχθηκαν τα μάτια των μαθητών· θυμήθηκαν
τα παλιά, την πορεία, την ερμηνεία των Γραφών, και πήραν δύναμη για το
μέλλον· και φτάνουμε στην Ανάσταση, όπου φωτίζεται ο ουρανός και μαζί
του τα καταχθόνια. Όταν φτάσει κανείς εκεί, τα βλέπει όλα διαφορετικά. Θυμάμαι τη φράση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «Στο πλήρωμα της αγάπης δεν υπάρχει κανένας χωρισμός· δεν υπάρχει διαφορά άρρενος και θήλεος, πιστού και απίστου».
Βλέπετε,
για να πει «πιστού και απίστου», έχει την αφόρητη τόλμη — όχι του
σχολαστικού θεολόγου, αλλά του Θεόπνευστου· εκείνου που δεν μιλά απλώς
για τον Ιησού, αλλά μιλά ο ίδιος ο Θεός μέσα του. Τόσο μεγάλη είναι η
αγάπη του Θεού!
Και όταν μας αφήνει να υποφέρουμε, να
πνιγόμαστε, τότε αποκαλύπτει μέσα στη ζωή μας έμπρακτα την αγάπη Του.
Δεν θέλει να μας σώσει μαγικά· θα μπορούσε. Αλλά μπορούμε να πούμε πως,
πλάθοντας τον άνθρωπο ελεύθερο, ο Θεός έβαλε και τα βάσανα στη ζωή του.
Λέμε στην ευχή: «Ὁ Κύριος ἀεί σφαγιάζεται, ἁγιάζων τοὺς μετέχοντας». Και
ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως ο Θεός «ἀγαπᾷ τὸν καθένα
ἄνθρωπο μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία ἀγαπᾷ ὅλη τὴν οἰκουμένη». Τον
καθένα άνθρωπο, κάθε ζωντανό πλάσμα, κάθε κτίσμα — αυτή είναι η αγάπη
του Θεού. Γι’ αυτό λέω: μπαίνοντας μέσα στον χώρο της Εκκλησίας,
καθυστερώντας μέσα στον Παράδεισο, παιδευόμαστε. Κάνουμε υπομονή,
περνούμε μέσα από κλάματα, απογοητεύσεις, πτώσεις — και στο τέλος
βλέπουμε ότι όλα αυτά ήταν χρήσιμα, για να φτάσουμε σε μια στιγμή που
είναι αιωνιότητα. Δεν μπορούμε να φτάσουμε εκεί, αν δεν κουραστούμε, κι
ακόμη περισσότερο — αν δεν φτάσουμε στην απόγνωση. Γι’ αυτό λέει και ο Βασίλειος ο Μέγας: «Οὐδὲν ὅπλον ἰσχυρότερον τῆς ἀπογνώσεως» — κανένα όπλο δεν είναι ισχυρότερο από την απόγνωση, όταν αυτή μεταστραφεί σε εμπιστοσύνη στο Θεό.
Όλα
αυτά τα λέω για τον εξής λόγο: μπορούμε να αρχίσουμε να συζητούμε για
πολλά θέματα, αλλά, στο τέλος, ένα είναι το θέμα για όλους.
Αρχίζουμε
από την αγάπη του Θεού και φτάνουμε στην Ανάσταση — όπου τα πάντα είναι
γεμάτα φως. Στη μέση, μπορεί να πέσουμε σε θεολογίες, σε ερμηνείες, και να χάνουμε την ουσία· το ζήτημα είναι να μην μπλέξουμε σε φανταστικούς κύκλους, αλλά
να επιμείνουμε στην πορεία. Στο τέλος, ο τελευταίος γίνεται πρώτος·
εκείνος που είναι «τίποτα», γίνεται ο φορέας του «Ενός». Όποιος φτάσει,
όπως οι μαθητές προς Εμμαούς, μετά τον κόπο της οδοιπορίας και το βάσανο
της απορίας, θα Τον δει — τον Αναστημένο. Αυτό είναι γεγονός σωτηρίας
και αληθινής έκπληξης· εκεί που νιώθεις πως δεν είσαι τίποτα, και
Εκείνος είναι το Παν, εκεί όπου σε βγάζει από τον θάνατο στη ζωή. Αυτό είναι γεγονός που συνιστά την οικουμένη.
Ας
αγωνιστούμε, λοιπόν· ας ζήσουμε τα προβλήματά μας, χωρίς να βιαζόμαστε
να δώσουμε δικές μας ερμηνείες. Στο τέλος θα αφήσουμε τον Θεό — όχι για
τις ευλογίες, όχι για την υγεία ή την επιτυχία, αλλά για τις δοκιμασίες και τα βάσανα.
Και
τότε θα είμαστε ευγνώμονες — ακόμη και στα γεγονότα και στους ανθρώπους
που μας κάνουν τη ζωή μαύρη. Θα έχουμε παράπονο όχι για όσους μας
πλήγωσαν, αλλά για όσους δεν μας διέλυσαν· γιατί από τη διάλυση αρχίζει η
Ανάσταση.
Αυτό — λέει ο Αθανάσιος και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος — είναι το ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας: η ήσυχη δύναμη της ελπίδας.
Μην απελπίζεστε· ελπίζετε, μέσα στην Εκκλησία θα δείτε πως από όλα βγαίνει κάτι καλό. Γι’ αυτό απαντώ χωρίς να απαντώ.
Η
δική μου σχέση με τον Χρήστο ήταν μια συνομιλία για το πού πάει ο τόπος
και ο κόσμος. Οι δύο μανίες μας δεν είχαν άλλο πεδίο να συναντιούνται
Συνέντευξη: Σάκης Ιωαννίδης (03.09.2024)
Χειρόγραφες
σημειώσεις στο γραφείο του Χρήστου Γιανναρά. «Ηταν πολύ καλός
συγγραφέας και χειριστής της γλώσσας. Η γλώσσα του διατηρεί την
αριστοκρατική ομορφιά της ελληνικής, κάτι που αποτυπώνεται και στον ίδιο
τον γραφικό του χαρακτήρα», λέει ο Στέλιος Ράμφος. [ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ]
Από τον χειμώνα του 1967 στο Παρίσι ξεκίνησε «μια συζήτηση», δημόσια και ιδιωτική, μεταξύ του Στέλιου Ράμφου και του Χρήστου Γιανναρά, που συνεχίστηκε για περισσότερο από μισό αιώνα. Ο Ράμφος σπούδαζε τότε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης,
ενώ ο Γιανναράς, που έφυγε από τη ζωή στα 89 του χρόνια, ετοίμαζε τη
διδακτορική του διατριβή, επίσης για τη Σορβόννη. Ο 85χρονος σήμερα
συγγραφέας είχε μόλις ξεκινήσει την ανάγνωση των πατερικών βιβλίων, ενώ ο λίγο μεγαλύτερός του θεολόγος εντρυφούσε στα Ασκητικά. «Συζητούσαμε για τη δικτατορία και την κατάσταση στη χώρα, αλλά αυτό που τον ενδιέφερε πάρα πολύ ήταν το πνευματικό πρόβλημα της Ελλάδας. Μπορούσα από τότε να δω την ορμή ενός ανθρώπου που ήταν έτοιμος να σπάσει φραγμούς».
– Ποιο ήταν το πνευματικό πρόβλημα που έβλεπε στην Ελλάδα;
–
Με κέντρο και με άξονα το εκκλησιαστικό γεγονός, προσπαθούσε να
ελευθερώσει τον Θεό της θρησκείας και της θρησκευτικότητος από μια
αντίληψη του Θεού στη Δύση και στα καθ’ ημάς, ως πρώτης αιτίας των
πραγμάτων, και περνούσε σε μία σκέψη για τον Θεό, ως πεδίο αυθυπερβάσεως του ανθρώπου, αυτό που ονόμαζε Πρόσωπο.
– Πώς αντιλαμβανόταν, δηλαδή, τον άνθρωπο;
– Ο
Γιανναράς έβλεπε τον άνθρωπο σε ένα επίπεδο σχέσεως με τον άλλο άνθρωπο
και αυτό ήταν το Πρόσωπο. Πρόσωπο – άπειρο – ο Θεός, Πρόσωπο και ο
άνθρωπος. Δηλαδή, έβλεπε το Πρόσωπο ως υπέρβαση μιας ατομικότητος
εγωκεντρικής, την οποία συνδύαζε με τη Δύση. Γι’ αυτό και έδινε πολύ
μεγάλη σημασία στην ενορία, ως συμβολικό και πραγματικό στοιχείο και
κατ’ επέκταση στην κοινότητα. Μέσα σε αυτήν την προσέγγιση υπήρχε, κατά
τη γνώμη μου, ένα κενό, το οποίο αποτελούσε πολλές φορές θέμα συζητήσεως
μεταξύ μας. Εκείνος θεωρούσε ότι η ατομικότητα και το ατομικό εγώ είναι
η αιτία όλων των κακών στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα αλλά και στη
Δύση. Σκεφτόταν το εγώ ως «κλειστότητα», όχι ως δυνατότητα ανοίξεως.
Αυτό έχει μία βάση και μία λογική, αλλά δεν παύει να προϋποθέτει έναν
άνθρωπο, μια ατομικότητα της οποίας η εσωτερική άνοιξη πρέπει να είναι
μια θεμελιώδης, υπαρξιακή δυνατότητα, κάτι το οποίο εκείνος δεν έβλεπε.[ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ; Η ΕΜΜΕΝΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΕΔΑΦΟΣ. Η ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ. Ο ΠΕΛΑΓΙΑΝΙΣΜΟΣ.Η ΑΥΤΟΘΕΟΠΟΙΗΣΗ]
– Αυτό ήταν τα κύριο σημείο της διαφωνίας σας;
– Δεν θα έλεγα η διαφωνία, ήταν η συζήτησή μας. Αργότερα ο Γιανναράς βρήκε τον Λακάν και τον ενδιέφερε πολύ η γέννηση της υποκειμενικότητας μέσα στον Λακάν.
Αυτό δείχνει ότι δεν είχε αφήσει το θέμα κλειστό και ο ίδιος το ζύμωνε
μέσα του. Αλλά η θεμελιώδης θέση του ήταν αυτή, ότι η αυθυπέρβαση
γίνεται από έναν άνθρωπο ως σχέση και ότι η ατομικότητα ήταν κάτι
καταδικασμένο.
– Πολεμήθηκε ο Γιανναράς από θρησκευτικούς κύκλους για τις θέσεις του;
–
Πολεμήθηκε, αλλά και αγαπήθηκε από πάρα πολύ κόσμο. Γιατί πολλοί
άνθρωποι έβρισκαν μια ανάσα σ’ αυτά που έγραφε. Υπήρξε μια δυσκολία στη
σχέση του με εκκλησιαστικές οργανώσεις, όπως η Ζωή, στην οποία ανήκε και
ο ίδιος μέχρι μια ορισμένη στιγμή. Για τα βιώματα εκείνης της εποχής
είχε γράψει το «Καταφύγιο Ιδεών», ένα βιβλίο με πολλά πραγματικά
στοιχεία, αλλά φορτισμένο ακόμη με πολεμικά συναισθήματα.
«Οι
φήμες έλεγαν ότι ήμασταν φοβεροί εχθροί, ασυμφιλίωτοι. Οχι…», λέει ο
Στέλιος Ράμφος για τη σχέση του με τον Χρήστο Γιανναρά. «Η μεταξύ μας
σχέση ήταν ο δεσμός δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν αρκετά ο ένας τον
άλλον», προσθέτει. [ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ]
– Ποιο θεωρείτε το πιο σημαντικό έργο του; Ποιο ξεχωρίζετε;
–
Κατ’ αρχάς δεν μιλάμε για ένα βιβλίο. Δεν υπάρχει καλύτερο βιβλίο του,
αλλά δέσμη βιβλίων όπου τα θέματά του διασταυρώνονται συμπληρωματικά. Ας
πούμε: «Οντολογία του Προσώπου», «Ορθοδοξία και Δύση στη νεότερη
Ελλάδα», «Το πρόσωπο και ο έρως», «Ελευθερία του ήθους», «Αλφαβητάρι της
πίστης», «Ενάντια στη θρησκεία». Ο Γιανναράς ήταν πολύ καλός συγγραφέας
και χειριστής της γλώσσας. Η γλώσσα του διατηρεί την αριστοκρατική
ομορφιά της ελληνικής, κάτι που αποτυπώνεται και στον ίδιο τον γραφικό
του χαρακτήρα.
Εν πάση περιπτώσει, ο Γιανναράς, ακόμη και όταν θεωρούσε την Ελλάδα τελειωμένη υπόθεση, μετείχε στην προσπάθεια εθνικής αυτογνωσίας για να ξανασταθεί η χώρα στα πόδια της, μια προσπάθεια που αρχίζει τον 18ο αιώνα και συνεχίζεται με σκαμπανεβάσματα έως σήμερα.
– Πολλοί τον κατηγορούν για επαναληπτικότητα.
–
Οι επαναλήψεις και οι υπερβολές στο έργο του δείχνουν ότι εκείνο που
κρατούσε στα χέρια του με τον καιρό άρχισε να ανακυκλώνεται. Καθώς ο
χώρος Ανατολή – Δύση ήταν πολύ ισχυρότερος στη σκέψη του από τον χρόνο
Ανατολή – Δύση. Υπ’ αυτήν την έννοια, δεν
μπορούμε να κρίνουμε το έργο του ως μια σειρά βιβλίων. Είναι μια διαρκής
προσπάθεια. Ολόκληρη η εργασία του είχε στόχο στρατηγικό, τον οποίο
υπηρετούσε με πολύ θάρρος. Σε αυτό το πλαίσιο, είχε μια σταθερή
αναφορά σε κομβικά στοιχεία του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, διότι πίστευε
ότι η αδιάκοπη, αναστοχαστική, σχέση με τον πολιτισμό αποτελεί
προϋπόθεση όχι μόνον απλής επιβιώσεως, αλλά και ανανεώσεως. Ελεγε ότι
έχουμε τελειώσει και εμείς και η Ευρώπη, αλλά ταυτοχρόνως τόνιζε: «Ναι,
αλλά για την Ιστορία δεν μπορείς να πεις οριστικά πράγματα». Γι’ αυτό
και έγραφε βιβλία.
– Είχε την αίσθηση μιας αποστολής;
–
Είχε την αίσθηση ότι υπηρετούσε αυτή την ιδέα και νομίζω ότι την
υπηρέτησε με συνέπεια. Ισως γνωρίζετε ότι ετοιμαζόταν για το
Πολυτεχνείο, αλλά την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και προς κατάπληξη
μεγάλη της οικογενείας του, είπε «θέλω να πάω στη Θεολογική».
Ο συναισθηματισμός του, δηλαδή η αγάπη για το υψηλό, τον έσπρωχνε κάπου
αλλού και δικαιώθηκε στο τέλος. Η επιμονή του στο υψηλό δεν ήταν
αντιδημοκρατική επιλογή, αλλά ζωτικής σημασίας διάκριση μεταξύ ισότητος
και ανομοιότητος. Είμαστε πολιτικά ίσοι, αλλά ταυτόχρονα ανόμοιοι μεταξύ
μας. Αυτό όμως τον υποχρέωσε να προχωρήσει και να κάνει έναν
συγκερασμό, να συνδυάσει τη θεολογία με τη φιλοσοφία. Επομένως, η
προσχώρησή του στη θεολογία είχε και κάτι παραπάνω.
Από τα κεντρικά βιβλία του είναι νομίζω «Η Ελευθερία του Ηθους».
Είναι το σημείο που δείχνει καθαρά το στίγμα της αποστολής του. Πριν
από αυτό είχε ανακαλύψει τον Χάιντεγκερ και του έδειχνε μια προσήλωση
για ένα πολύ μεγάλο διάστημα της ζωής του. Τον τελευταίο καιρό, όμως,
δεν επέμενε ιδιαίτερα. Το πιο
ενδιαφέρον είναι ότι όλη η σκέψη του Γιανναρά ήταν για τη ζωή, ενώ ο
Χάιντεγκερ είναι στοχαστής του θανάτου. Είναι κάτι το οποίο δεν ήθελε να
προσέξει ο Γιανναράς ή του διέφυγε.
– Πολλοί έχουν εντάξει τον Γιανναρά και εσάς σε ένα κίνημα που ονομάστηκε νεοορθοδοξία. Συμφωνείτε εσείς με αυτόν τον τίτλο;
–
Αυτός ο τίτλος είναι δημιούργημα ενός δημοσιογράφου και παλιού
συμφοιτητή, του Πέτρου Μακρή, ο οποίος έκανε ένα ρεπορτάζ στη
μεταδικτατορική «Ελευθεροτυπία» και έπλασε τη λέξη για να περιγράψει μια
κίνηση ανθρώπων που έχουν αγάπη για την παράδοση και εξίσου αγάπη για
τη ζωή. Η λέξη παρέμεινε, αλλά το σχήμα με σάρκα και οστά δεν υπήρχε.
Δηλαδή, οι αποκαλούμενοι νεοορθόδοξοι, ο Γιανναράς, ο Ζουράρις, ο
Σαββόπουλος, ο Μοσκώφ, εγώ, δεν είχαμε πιει όλοι μαζί ούτε καφέ. Ο ένας
ήξερε τον άλλον, αλλά δεν είχαμε καμία οργάνωση. Αν υπήρχε οργάνωση, θα
είχε πεθάνει εξαρχής. Υπήρχε όμως ένα πνεύμα αλλαγής την περίοδο της
μεταπολιτεύσεως, που διαπέρασε σαν ρεύμα την κοινωνία και αυτό
παρέμεινε.
– Υπήρχε κάτι που προετοίμασε τη σκέψη του Γιανναρά;
– Προϋπήρχε η νεοπατερική θεολογία του ’60, όπως και η θεολογική παρουσία του καθηγητή Νίκου Νησιώτη,
ο οποίος προσπάθησε να φέρει κοντά την ορθόδοξη βιωματική εμπειρία και
τον υπαρξισμό, ένας πολύ συμπαθής άνθρωπος που διακονούσε τη θεολογία
και προπονούσε τον Πανελλήνιο στο μπάσκετ. Από αυτήν την ανησυχία
βγαίνουν ο Χρήστος Γιανναράς, ο Ιωάννης Ζηζιούλας και άλλοι. Εβαλε τη
σφραγίδα της στη νεότερη ορθόδοξη θεολογία με έντονο το περσοναλιστικό
στοιχείο, μια φιλοσοφία που είχε στον
πυρήνα της την προσωπική σχέση ανθρώπου και Θεού. Στην προσωπική αυτή
σχέση τα πάντα ανάγονται σε αξία. Η έννοια της σχέσης έχει να κάνει με
την εμπειρία ανοίξεως και προσφοράς του ανθρώπου προς τον άπειρο θεό.
Εκεί μπορεί να αναζητήσει κανείς την έννοια του Προσώπου – σχέσεως στην
οποία πατάει και η φιλοσοφική έννοια του έρωτος στον Γιανναρά. Με μία διαφορά, ότι ο Ερως είναι άνοιξη του εγώ στο άπειρο φως και με κλειστό εγώ είτε χωρίς εγώ, έρως δεν μπορεί να υφίσταται.
– Πολλοί ξεχωρίζουν τα βιβλία του Χρήστου Γιανναρά σε σχέση με τις επιφυλλίδες του. Εσείς παρακολουθούσατε την αρθρογραφία του;
–
Το γεγονός ότι στις επιφυλλίδες του επανέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, στα
ίδια θέματα έχει να κάνει με προτεραιότητες συγκυριακές. Ομως, όπως
είπαμε και προηγουμένως, δεν ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων των
οποίων τα βιβλία διαβάζονται ως ξεχωριστά πονήματα. Εχει μια στρατηγική
σκέψη που μπορεί να περιοριστεί σε μια επιφυλλίδα ή να αναλυθεί σε
τόμους. Και στις επιφυλλίδες του, πάντως,
έχει μια χροιά φιλοσοφική, όταν έβλεπε τη φθορά των πραγμάτων που
οφείλονταν, κατά την άποψή του, σε μια προϊούσα ακατανοησία των
συστατικών αληθειών ενός πολιτισμού. Οι επιφυλλίδες ήταν ένα κομμάτι της
προσωπικότητάς του, καθώς τον αφορούσε και τον ενδιέφερε πάρα πολύ το
καθημερινό, το εμπειρικό, όπως έλεγε ο ίδιος.
– Υπάρχει μια μυθολογία γύρω από τη σχέση σας όλα αυτά τα χρόνια. Πώς ήταν πραγματικά; Είχατε επαφές;
–
Ηταν φιλικά αμφίθυμη. Η τελευταία μας επικοινωνία ήταν πριν από κανένα
μήνα, όταν μου τηλεφώνησε για ένα βιβλίο μου που τον ενδιέφερε, ένα
βιβλίο που περιελάμβανε τα άρθρα μου στην «Καθημερινή» για τα 200 χρόνια
από το 1821. Η τελευταία φορά που είχαμε ανταμώσει και φάγαμε παρέα
ήταν πριν από αρκετά χρόνια, στο Ιντεάλ. Οπως τρώγαμε, πέρασε κάποιος
από δίπλα μας και κατάπληκτος είπε: «Εσείς οι δυο μαζί;». Και γυρίζει ο Χρήστος και του απαντάει: «Ποιος είναι ο κακός;».
Οι φήμες έλεγαν ότι ήμασταν φοβεροί εχθροί, ασυμφιλίωτοι. Οχι, ο
καθένας αντιμετώπιζε με τον τρόπο του τα πράγματα, αλλά η μεταξύ μας
σχέση ήταν ο δεσμός δύο ανθρώπων που καταλαβαίνουν αρκετά ο ένας τον
άλλο.
– Πολλοί
αναρωτιούνται ποιος είναι ο σωστός τρόπος να μιλάμε για δημόσια πρόσωπα
όταν φεύγουν από τη ζωή. Να κρίνουμε ή όχι το έργο τους; Θα μπορούσαμε
να μιλήσουμε με άλλον τρόπο για τον Γιανναρά;
– Μιλάμε για κάποιον όπως τον γνωρίσαμε όταν ζούσαμε μαζί του.
Η δική μου σχέση με τον Χρήστο ήταν μια σχέση και μια συνομιλία για το
πού πάει ο τόπος και ο κόσμος. Δεν είχαμε μιλήσει ποτέ για πράγματα
ιδιωτικά. Πάντα η κουβέντα μας, όποτε τύχαινε να ανταμώσουμε, να
μιλήσουμε, ήταν αυτά τα θέματα. Επομένως, πολύ λίγα πράγματα θα είχα να
θυμηθώ από προσωπικές κουβέντες, όπως ήταν η πρώτη μας συνάντηση στο
δωμάτιό μου στο Παρίσι χάρη σε έναν κοινό αγαπημένο φίλο, τον Γιάννη
Καλεώδη. Είμαι και εγώ μανιακός με ορισμένα πράγματα και άρα οι δύο
μανίες μας δεν είχαν άλλο πεδίο να συναντιούνται. Εξ ου και δεν θεωρώ
αυτή τη συνέντευξη επίλογο, αλλά διάλειμμα ενός διαλόγου.
[Μια μικρή συνεισφορά, ως αντίδωρο αγάπης στην προσφορά του πατρός Βασιλείου]
Βασικές βιογραφικές πληροφορίες για τα πρώτα χρόνια
του π. Βασιλείου.Θα ήθελα να παραθέσω κι εγώ κάποια στοιχεία που αφορούν την
πρώτη του επαφή με το Άγιον Όρος και τα πρώτα χρόνια ως μοναχού και
ηγουμένου της μονής Σταυρονικήτα.
Την πρώτη του επίσκεψη στο Όρος την έχει περιγράψει κατά καιρούς ο ίδιος σε ομιλίες του[1].
Το 1958 ο θεολόγος της «Ζωής» Αθανάσιος Φραγκόπουλος διοργάνωσε εκδρομή
για φοιτητές ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο νεαρός τότε Μιχαήλ, ο
οποίος από την πρώτη αυτή επίσκεψη «δέθηκε» όπως έλεγε ο ίδιος με το
Όρος.
Ο Φραγκόπουλος πρόσφυγας από τις Κυδωνιές της Μ. Ασίας, εργάστηκε ως
ιεροκήρυκας και κατηχητής αρχικά στη Νάουσα και στα Ιωάννινα, ενώ
αργότερα στα Χανιά και το Ηράκλειο της Κρήτης. Κατά τη διάρκεια της
Κατοχής στη Θεσσαλονίκη συμβάλει στην λειτουργία των εκεί συσσιτίων, θα
γίνει διευθυντής του Φοιτητικού Οικοτροφείου ‘Απόστολος Παύλος’, ενώ από
το 1956 θα επιστρέψει στην Αθήνα[2].
Ενδεικτική της αγάπης του Φραγκόπουλου για το Άγιο Όρος είναι η
μαρτυρία του π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλου, για αντίστοιχη προσκυνηματική
επίσκεψη, όπου συμμετείχαν θεολόγοι, κατηχητές και φοιτητές, το 1954:
«[…] δεν είχα επισκεφθεί το Όρος μέχρι
τότε και διότι δεν συνηθίζονταν συχνά τέτοια προσκυνήματα. Ήταν ένα από
τα πρώτα παρόμοια ιερά ταξίδια, όπως και το άλλο που έγινε εκείνα τα
χρόνια με την Θεολογική Σχολή Αθηνών και επικεφαλής τον Καθηγητή Π.
Τρεμπέλα».
Κατά την επίσκεψη μάλιστα αυτή, ο π. Ηλίας θα συναντήσει και θα γνωρίσει στη Νέα Σκήτη τον άγιο Ιωσήφ τον Ησυχαστή[3].
Θεολόγος αργότερα και νεαρό μέλος της αδελφότητας «Ζωή», ο π.
Βασίλειος θα αποτελέσει ένα από τα πνευματικά παιδιά του Δημήτρη
Κουτρουμπή. Ύστερα από τη διάσπαση της αδελφότητας θα επιλέξει τον δρόμο
του μοναχισμού στον Άγιον Όρος. Περιγράφει ο ίδιος σε εκδήλωση για τα
40 χρόνια των Εκδόσεων «Δόμος» στη 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου
Θεσσαλονίκης. τον Μάιο του 2018[4]:
«- Θα θέλω να πω εξομολογητικά, το ότι
βρίσκομαι στο Άγιο Όρος οφείλεται και στον Κουτρουμπή. Ο Κουτρουμπής
ήταν μια επανάσταση –ήρεμη– για μας. Αυτός που μας οδήγησε στον
Κουτρουμπή ήταν ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος. Ο Κουτρουμπής είναι ένας
άνθρωπος σταλμένος από τον Θεό, όπως στέλνονται κάποιοι άνθρωποι
–μεγάλοι, οι οποίοι δρουν μυστικά.
- Πηγαίναμε λοιπόν κάτω στην Βουλιαγμένη,
Κυριακή το απόγευμα και μας έκανε ανάλυση των δογματικών θεοτοκίων της
Παρακλητικής, μας μίλαγε για την θεία Λειτουργία. Μαζευόμαστε τρεις,
τέσσερεις, πέντε, καμιά δεκαριά. Παρακολουθούσε τον καθένα, έλεγε ο
καθένας μας μια απλή κουβέντα –ή μια αρλούμπα– αυτός τη σεβότανε, της
έδινε υπόσταση, έκανε από όλα αυτά που άκουγε μια παναρμόνια σύνθεση,
που παρουσίαζε τη σημασία της ορθοδόξου εκκλησίας, της θείας
Λειτουργίας, και έμπαζε στο στόμα σου ότι εμείς τα είπαμε αυτά –ενώ
αυτός τα έκανε.
- Ενώ αυτός δεν είχε να φάει, ένα κομμάτι
ψωμί, όταν πήγαινε ο καθένας μας δινότανε στο πρόβλημά του, και
γινότανε ένα με το δικό μας το πρόβλημα. Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος είναι
αυτός ο οποίος υπηρέτησε μέχρι τελευταία στιγμή τον άνθρωπο ο οποίος
βοήθησε όλο τον κόσμο χωρίς να ζητά τίποτα από κανέναν.
- Πόσες διαλέξεις, πόσες διατριβές, πόσες
δουλειές έχουν πίσω τους τον Κουτρουμπή. Και ο Κουτρουμπής δεν
παρουσιάζεται πουθενά. Αυτό που ήθελε ο Κουτρουμπής ήτανε να ζήσει ο
κόσμος.
- Όταν πήγα στο Άγιο Όρος, αυθόρμητα είπα
σε κάποιον ότι βοηθήθηκα πολύ από ένα θεολόγο, τον Δημήτρη τον
Κουτρουμπή, και μου λέει αυτός «μα πώς, ένας κοσμικός μπορεί να σε
βοηθήσει;!». Εγώ σταμάτησα λίγο. Τώρα πέρασαν τα χρόνια και νιώθω ότι η
ιεροσύνη, η άσκηση, η αλήθεια κυκλοφορεί ελεύθερα, όπου θέλει πάει και
βρίσκεται στους ταπεινούς. Όλοι οι άλλοι, οι επίσημοι, μετέχομε στην
ανοησία, είμαστε ανύπαρκτοι, είμαστε ενοχλητικοί. Ο άρχοντας είναι ο
ανύπαρκτος, που δίνει κουράγιο μυστικά σ’ όλο τον κόσμο. Κι ενώ αυτός
φεύγει, τότε η παρουσία του γίνεται αισθητότερη […] Και τέτοιοι
ανύπαρκτοι, μεγάλοι, κρύβονται στη ζωή, στο Άγιο Όρος, στον κόσμο».
Την εποχή εκείνη, αρχές της δεκαετίας του 60’ εξετάζει το ενδεχόμενο της μοναστικής αφιέρωσης, όπως περιγράφει ο ίδιος:
«Πόσων χρονών είσαι;»
«Είκοσι πέντε».
«Στη βράση κολλά το σίδερο. Ή να
παντρευτείς, όπως ευλογεί η Εκκλησία‧ ή να έλθεις εδώ και να γίνεις
καλόγερος σωστός. Όχι σαν και εμένα, που κοιμάμαι ολόρθος, σαν το
μουλάρι. Αλλά ό,τι και να κάνεις, να είσαι ντόμπρος, να είσαι αληθινός
άνθρωπος». Μου έσφιγγε το χέρι. Το άφησε δακρυσμένος και πήρε το
ανηφορικό μονοπάτι δεξιά για το κελλί των Αγίων Αρχαγγέλων, που ήταν το
κελλί του.
Αυτή ήταν η πρώτη συζήτηση που είχα στη Σκήτη των Ιβήρων τον Αύγουστο
του 1961, με τον π. Ευμένιο, ενώ προχωρούσα για την καλύβη του Αγίου
Αντωνίου.
Εκεί βρήκα τον γέρο-Γαβριήλ. Καθήσαμε στην απλωταριά. Ήμασταν μέσα
στην καρδιά της μεγάλης λαγκαδιάς περιβαλλόμενοι από τις κατάφυτες
πλαγιές. Μια στιγμή ο Γέροντας με έκπληξη γεμάτη κατάνυξη μου λέει: «Τι
έκαμα και με έφερε ο Θεός στον παράδεισο; Να, μέσα σε ένα μπουκέτο περνά
η ζωή μας».
Όταν μετά από τέσσερα χρόνια, τον Αύγουστο του 1965, πήγα με το σκοπό
να μείνω στη Σκήτη, ο π. Ευμένιος και ο π. Γαβριήλ είχαν φύγει για την
άλλη ζωή.
[…]
Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Δεν ζει πια κανείς στη Σκήτη απ’
αυτούς που ζούσαν εκεί το 1965. Το 1966 ήλθε η πρώτη φιάλη υγραερίου. Το
1967 ακούστηκε να ουρλιάζει το πρώτο αλυσοπρίονο, ξαφνιάζοντας όλους
στο δάσος της Σκήτης. Την ίδια χρονιά ήλθαν τα «ραμποτέ» σανίδια. Τώρα
έχει πάει μπουλντόζα. Περνούν καμιόνια…
Τα αναφέρω αυτά, γιατί υπάρχουν […][5]».
Μαζί με τους, επίσης θεολόγους με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία,
και πρώην μέλη της Ζωής, Γρηγόριο Χατζηεμμανουήλ και Παναγιώτη Νέλλα, θα
εγκατασταθούν το χειμώνα του 1966 στη Σκήτη των Ιβήρων, κοντά στον
γέροντα Παΐσιο. Βασίλειος και Γρηγόριος έχουν γίνει ήδη κληρικοί, ενώ ο
Νέλλας, παραμένοντας λαϊκός, θα παραμείνει μαζί τους για μια μαθητεία
στην ασκητική πνευματικότητα[6].
Τον γέροντα Παΐσιο τον είχε γνωρίσει ο Νέλλας σε ένα μοναστήρι στην Κόνιτσα[7],
όπου είχε εγκατασταθεί για ένα διάστημα, από τον Αύγουστο του 1958.
Σχετική μαρτυρία έχουμε από τον πρώην Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό, ο
οποίος περιγράφει την πρώτη τους συνάντηση με τον γέροντα Παΐσιο, μέσω
του Νέλλα το 1962[8].
Εκεί ο Δαμιανός, διάκονος τότε στη μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά,
θα προσκαλέσει τον Παΐσιο να τους επισκεφθεί και να μείνει μαζί τους. Ο
γέροντας θα δεχθεί και θα παραμείνει στο Σινά από το Σεπτέμβριο του
1962 έως τον Μάιο του 1964, όμως η επιδείνωση των προβλημάτων υγείας που
είχε θα τον αναγκάσει να επιστρέψει στο Άγιο Όρος και να εγκατασταθεί
στη Σκήτη των Ιβήρων στην καλύβα των Αγίων Αρχαγγέλων[9].
Οι δύο νεαροί μοναχοί θα γίνουν υποτακτικοί του γέροντα και θα τον
συνοδεύσουν μάλιστα όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη και έκανε εγχείρηση για
την αφαίρεση τμήματος του πνεύμονα το 1966. Ο Νέλλας θα παραμείνει μαζί
τους για κάποιους μήνες και ύστερα, με προτροπή του γέροντα θα
επιστρέψει στον κόσμο[10].
Κατά την παραμονή τους στην Σκήτη των Ιβήρων θα τους επισκεφθούν παλιοί
τους φίλοι από τη συντροφιά του περιοδικού Σύνορο και τον κύκλο του
Κουτρουμπή. Καταγραφή μιας τέτοιας συνάντησης έχουμε από τον Τάσο Ρωμανό
(ψευδώνυμο του Τάσου Ζαννή[11]),
σε άρθρο με τίτλο «Συναντήσεις στο Άγιο Όρος», στο τελευταίο τεύχος του
Συνόρου, όπου μεταξύ συναντήσεων με άλλους μοναστές περιγράφει:
«Βασίλειος.
Ένας γερός ανήφορος μας βγάζει σ’ ένα λαγκάδι. Καμμιά δεκαριά
σπιτάκια κι εξωκκλήσια είναι σκορπισμένα και στις δυο πλαγιές. Σε ποιο
να μένει ο π. Βασίλειος; Χτυπάμε τις πόρτες στη σειρά. Καμμιά απόκριση:
όλα τα σπιτάκια στην πλαγιά που βρισκόμαστε είναι ακατοίκητα. Πέρα στην
απέναντι πλαγιά διακρίνουμε έναν άνθρωπο. Του φωνάζουμε πως ζητάμε τον
π. Βασίλειο. Σ’ έναν εξώστη λίγο πιο κει προβάλλει μια ρασοφορεμένη
σιλουέττα. «Ποιος είναι;» φωνάζει. Γνωρίζω τη φωνή, είναι ο Βασίλειος.
Λέω τ’ όνομά μου. «Πάρτε το μονοπάτι», φωνάζει και κατεβαίνει να μας
υποδεχτεί.
Ανεβαίνουμε στο σπιτάκι από μια πρόχειρη ανεμόσκαλα, φτιαγμένη με
χοντρά κλαδιά. Το κελλί είναι μικροσκοπικό. Πλάι στο παράθυρο ένα
τραπέζι με σύνεργα ζωγραφικής. Στο μικρό καβαλέττο μια μισοτελειωμένη
αντιγραφή ενός θαυμάσιου βυζαντινού Χριστού. Σ’ ένα ράφι μια σειρά
βιβλία. Ένα σκαμνί. Στον απέναντι τοίχο ένα σανιδένιο ντιβάνι σκεπασμένο
με μια κουρελού. Ο π. Βασίλειος μας προσφέρει ρακί και γλυκό. «Βοήθειά
μας η Κυρία Θεοτόκος», είναι η συνηθισμένη πρόποση. […]
Τον ρωτάμε από πότε άρχισε να ζωγραφίζει.
- «Πήρα μερικά μαθήματα απ’ τον Ουσπένσκη, όταν ήμουν στο Παρίσι…» μας λέει.
Περιμένουμε ανυπόμονα ν’ ακούσουμε την εμπειρία του ανήσυχου φίλου,
που έφτασε ως εδώ, αναζητώντας με πάθος «το εν». Ο π. Βασίλειος
σωπαίνει.
-«Δεν θα μας πήτε τίποτε πάτερ;»
Γελάει.
- «Έ, εμένα με γνωρίζετε κι απ’ την Αθήνα», λέει, «ό,τι λέγαμε εκεί θα πούμε κι εδώ…»
-«Πάτερ», επιμένουμε, «είστε ένας από τη γενιά μας και είδατε το Όρος
με τα μάτια σας, που είναι όμοια με τα δικά μας μάτια. Γι’ αυτό η
εμπειρία σας θα μας ήταν πολύτιμη…» Έτσι ανοίγει η συζήτηση.
Μας μιλά για την πορεία του, που αρχίζει με τη θητεία του στις
χριστιανικές κινήσεις, συνεχίζεται με τη μαθητεία του κοντά στους ρώσους
Ορθοδόξους του Παρισιού και, μετά από αγωνιώδη αναζήτηση, φτάνει σ’
αυτό το λαγκάδι του Αγίου όρους. Στη Σκήτη αυτή, γέροντα έχει τον π.
Παΐσιο, μελέτη τον Άγιο Ισαάκ, και «εργόχειρο» τη βυζαντινή αγιογραφία.
Τον βεβαιώνουμε πως δεν πάψαμε να τον θεωρούμε σαν μέλος της
συντροφιάς μας, και πως αυτή ακριβώς η «έξοδός» του από τον κόσμο μας
κάνει να βλέπουμε τη δική μας ζωή μέσα στον κόσμο μ’ ένα μάτι πιο
φωτισμένο»[12].
Από αριστερά: Ευθύμιος μον. Καρακαλλινός, αρχιμ. Βασίλειος, Ιεζεκιήλ
αρχιεπ. Αυστραλίας, Σταύρος Παπαδάτος Πολιτικός Διοικητής, Κωνσταντίνος
προηγ. ΛαυριώτηςΤο 1968 η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους θα ζητήσει από
τους ιερομονάχους Βασίλειο και Γρηγόριο, να αναλάβουν την ευθύνη της Ι.
Μ. Σταυρονικήτα, που ήταν στα πρόθυρα να κλείσει λόγω έλλειψης μοναχών[13]. Την ίδια χρονιά, θα εγκατασταθούν στην Σταυρονικήτα, ηγούμενος της οποίας θα γίνει ο π. Βασίλειος[14],
ενώ ο γέροντας Παΐσιος θα τους βοηθήσει, καθοδηγώντας πνευματικά τη νέα
κοινότητα, διαμένοντας στο κοντινό κελί του Τίμιου Σταυρού. Σε λίγα
χρόνια, η κοινοβιακή πλέον Σταυρονικήτα θα επανδρωθεί θεαματικά και θα
αποτελέσει πόλο έλξης για τον αυξανόμενο αριθμό, νέων κυρίως ανθρώπων
που επισκέπτονται πλέον το Άγιο Όρος[15].
Ο π. Γρηγόριος, τα επόμενα χρόνια θα εγκατασταθεί στο Ι.
Κουτλουμουσιανό Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου έκτοτε θα
επιδοθεί σε ένα αξιόλογο συγγραφικό έργο, ιδίως με βιβλία σχετικά με τη
θεία Λειτουργία. Ο π. Βασίλειος, θα παραμείνει ηγούμενος έως το 1990,
χρονιά κατά την οποία θα αναλάβει την ηγουμενία της Ι.Μ.Ιβήρων.
Η πολυσχιδής συγγραφική του δραστηριότητα και οι πολλαπλές ομιλίες
του στην Ελλάδα και το εξωτερικό, θα τον καταστήσουν μια από τις
σημαντικότερες πνευματικές μορφές του σύγχρονου αγιορείτικου μοναχισμού.
Ο π. Βασίλειος θα συνδεθεί με στενή φιλία με τον Ν.Γ. Πεντζίκη[16]
και θα του γνωρίσει και τον π. Συμεών ντε λα Χάρα, τότε μοναχό
Γρηγοριάτη. Ενδεικτική της πνευματικής φιλίας με τον Πεντζίκη, είναι η
βιβλιοκριτική του π. Βασιλείου για τα Ομιλήματα του πρώτου, το 1973 στο
περιοδικό Ευθύνη[17].
Αθησαύριστο ίσως, κάνει φανερό ωστόσο, πόσο έχει επηρεάσει ο ένας τον
άλλον, στην γραφή και την «σαλότητα». Το παραθέτω ολόκληρο:
«Η «των σαλευομένων μετάθεσις» (Εβρ.12,27) αποκαλύπτει των αιωνίων το άπτωτο, ακίνητο και αεικίνητο.
Όλη η εξωτερική ασυναρτησία την οποία
μπορεί κανείς στην αρχή να βρή, στον παρά μέσα χώρο βλέπει να υπάρχει σα
ζωή εχεφροσύνης με μια άριστη περιχώρησι και κυκλοφορία του αίματος.
Ο αυτοεξευτελισμός και αυτοδιασυρμός που
επίμονα γίνεται από τον συγγραφέα δεν τον ρίχνει στα μάτια του
αναγνώστη, τον εξαφανίζει, τον θανατώνει. Και τον κάνει να παρουσιάζεται
«ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» μπροστά μας ως εκ νεκρών ζων.
Το ανίλεο χτύπημα που γίνεται από τον
ίδιο είναι κάτι σκληρό που χτυπά άσκημα σ’ έναν που βασανίζεται μάταια
να σώσει την «αξιοπρέπειά» του. Στο τέλος-τέλος όμως βλέπει κανείς πως
όλα τα άσχετα έχουν σχέσι. Όλα τα ανισόρροπα μιλούν έλλογα και
εναρμόνια. Όσα φαίνονται υπέρμετρα και σκληρά, ενσταλάζουν ρανίδες
αληθινής παρακλήσεως, βαθειάς παρηγοριάς στα έγκατα του ανθρώπου.
Το κακό είναι ότι πολυσυνηθίσαμε να ζούμε
έξω από την Εκκλησία, στον άκαμπτο χώρο του «ορθού λόγου» που μας έφερε
στο απαγχονίζον παράλογο.
Πάψαμε να χτίζουμε εκκλησίες όπως οι
Βυζαντινοί, σεβόμενοι τον κόσμο της καθεμιάς πέτρας. Χάσαμε την αίσθηση
που μας έδειχνε τον πλούτο που κρύβει η προτροπή του Παληού Αββά:
«Προσπάθησε να καταφρονηθής αναφανδόν υπό πάντων των ανθρώπων».
Κάναμε το βίο αβίωτο. Φέραμε τον εαυτό
μας σε χώρο κλειστό, ανήλιο και ανάερο. Γι’ αυτό και τα κείμενα αυτά τα
«παρεμφερή, βρίσκονται σε γραφή αδιάβαστη. Είναι γραμμένα σ’ άλλη εποχή,
σ’ άλλο χώρο: σ’ αυτό τον βαθειά ανθρώπινο και εφετό, από τον οποίο
όμως εκούσια ή ακούσια εκπατριστήκαμε, και ρίξαμε τον εαυτό μας σε τούτη
την αλλοδαπή χώρα της μηχανής και της μηχανικότητος, όπου όταν κάτι
τσαλακωθεί παύει να υπάρχει.
Ενώ ο άνθρωπος υπάρχει μέσα σ’ όλες τις
μεταβολές. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι απειλές του γίνονται ευλογίες. Οι
κατάρες, ευχές. Οι πόνοι, παρηγοριά. Και ο θάνατος, ζωή. Και δεν είναι
τίποτε άλλο το μυστήριο της εν Χριστώ ζωής, της κοινωνίας μας με τη Ζωή
που θανάτω θάνατον πάτησε.
Η ζωή, η υπόστασή μας δεν είναι το
άθροισμα «των καυσουμένων στοιχείων», (Β΄Πέτρ. 3,10) ούτε η
αρχιτεκτονική των σαλευομένων. Μετά από το χώνεμα των καυσουμένων και
από των «σαλευομένων την μετάθεσιν» υπάρχει ο άνθρωπος, χάρι στον
άφθαρτο και άραφο χιτώνα που ενδύεται στο Βάφτισμα αναδυόμενος από τα
ύδατα του θανάτου.
Αυτή η αιώνια ύπαρξι του ανθρώπου, η πέρα της φθοράς, αυτή η άκτιστη χάρη, δίνει νόημα στο εφήμερο και ανόητο.
Μέσα από τα ερείπια, «τους λίθους και
κέραμους» φωτίζει η άφθαρτη μορφή του ανθρώπου με μια αντοχή ακατάβλητη.
Ανήκει στον άλλο κόσμο γι’ αυτό και σε τούτο κινείται άνετα. Πέρα από
τη μετάθεσι μας φέρνει το χαρούμενο μήνυμα (ευαγγέλιο) πως υπάρχει κάτι
το αμετάθετο. Και αυτό το αμετάθετο, μετατίθεται ακατάπαυστα, όπου θέλει
πνει, ζωογονώντας τα πάντα.
Έτσι η πράξη του Συγγραφέα να μιλά με τον
τρόπο που μιλά είναι μια επίσκεψη ξένη∙ μια άνωθεν άφιξη εν τοις καθ’
ημάς. Κάτι το άλλο. Ένας ασπασμός του πέραν, του επέκεινα και χρυσώνει
το τώρα, το περαστικό, που έτσι και το ζούμε συχνά μας απογοητεύει σαν
ξένο και αποξενωτικό.
Τα «Ομιλήματα» είναι μια εξομολόγηση που
δεν τολμά κανείς να κάνει στον πνευματικό του, και αυτός την κάνει όχι
δημόσια, μα καταγράφοντάς την τρισδιάστατα και προσυπογράφοντάς την
ξεκάθαρα, μ’ όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς του για να μη χωρά καμιά
παρεξήγησι. Δεν μας δείχνει έτσι μόνο ένα νέο τρόπο γραψίματος, αλλά μας
θυμίζει και τον καινό τρόπο ζωής. Είναι μια νεκρανάσταση. Και είναι
αλήθεια πως δεν μπορεί να βιωθή τούτη η ζωή παρά αφού πεθάνει κανείς.
Γι’ αυτό η Εκκλησία βαφτίζοντάς μας στο θάνατο μας ντύνει στη ζωή την
αθάνατη. Και ο Παύλος ζητά να «παραστήσωμεν εαυτούς τω Θεώ ως εκ νεκρών
ζώντας (Ρωμ. 6,13).
Ποιός πράγματι μας κόλλησε αυτή τη μανία
να σώσουμε το καταδικασμένο, να λατρέψωμε την κτίσι; Και πνιγόμαστε
άδικα. Ενώ πέρα από το θάνατο του θνητού, τη φθορά του φθαρτού, υπάρχει
χάριτι Κυριου η αθανασία και αφθαρσία που διαπερνά από τώρα το είναι
μας, τα πάντα. Και καταπίνεται το θνητό, από τη ζωή, και το φθαρτόν
ενδύεται αφθαρσίαν.
Ο Ν.Γ.Πεντζίκης παρουσιάζεται ως ο
τολμηρός που πεθαίνει και παραδίνεται σ’ άλλα χέρια. Και δε μας πέφτει
λόγος να πούμε τίποτα. Αλλά και αν πούμε –εκείνο ή το άλλο– τα χέρια
αυτά δρουν ασχέτως ημών.
Μόνα αυτά πλάθουν τον άγνωστο Παράδεισο,
τον ητοιμασμένον προ καταβολής κόσμου, για μας όλους τους καθημερινούς.
Αυτά πλάσανε τον άγνωστο εαυτό μας και έως άρτι εργάζονται πάνω μας.
«Ο αποθανών δεδικαίωται».
Ένας που κάνει τον εαυτό του κουρέλι.
Ένας που καταφέρει στον ίδιο εαυτό του τέτοια θανατηφόρα για την
κοινωνική του ευπρέπεια πλήγματα, έχει την άδεια και δυνατότητα να
προχωρεί ελεύθερα κεκλεισμένων των θυρών.
Δεν ενοχλεί κανένα γιατί κανενός δεν
παίρνει τη θέσι. Κανέναν δεν πάει να προσπεράσει, να παραγκωνίσει. Έχει
θέσι που κανείς δεν την υποβλέπει. Ποιός στ’ αλήθεια θα επιθυμούσε το
διασυρμό, τη διαγραφή, την απώλεια;
Είναι κάτω από τον καθένα. (Πέρα από τις
επιδιώξεις μας). Είναι μέσα σ’ όλους. Είναι ακίνδυνος για όλους, όπως ο
νεκρός που κοίτεται μπροστά μας ακίνητος. Έτσι ακούμε με ανοιχτά αυτιά
ό,τι μας λέει. Και μπορούμε άνετα να πούμε και γι’ αυτόν ένα καλό λόγο.
Έτσι σώζεται μέσα στην καρδιά μας και
ανασταίνεται στη ζωή μας. Και κυκλοφορεί στο είναι μας. Αυτός είναι οι
άλλοι, και μείς είμαστε αυτός.
Τότε βλέπομε ότι μέσα στην Εκκλησία
υπάρχει χώρος για όλους. Όλοι βρίσκονται μέσα μας. Και ολόκληρος ο
άνθρωπος «μεταβαίνει εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5,24) μπαίνοντας
στην Εκκλησία.
†Β. Σταυρ.»[18]
Το 1974 θα εκδοθεί το πρώτο βιβλίο του π. Βασιλείου, με τον
χαρακτηριστικό τίτλο «Εισοδικόν». Βιβλιοκριτική του συναντάμε στο
αγιορείτικο περιοδικό «Αθωνικοί Διάλογοι», που εξέδιδε ο μοναχός
Θεόκλητος Διονυσιάτης, στην οποία, χαρακτηρίζεται μάλιστα ως
«νεοπατερική φωνή». Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμά ενδεικτικό της
εποχής που περιγράφουμε:
«Συγγραφεύς του μετά χείρας πονήματος
είναι ο Καθηγούμενος της εν Αγίω Όρει Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης, γνωστός ευρύτατα εν Ελλάδι και εις
το εξωτερικόν ως μια των πλέον φωτεινών μορφών του σύγχρονου
αγιορείτικου μοναχισμού. Παρά ταύτα, η αγαθή φήμη του ανδρός τούτου
ουδεμίαν μέχρι τούδε είχε σχέσιν με συγγραφικήν δράσιν. Μετά τας εν
Αθήναις και εν Παρισίοις λαμπράς σπουδάς εγκατεβίωσεν εις την Σκήτην του
Αγίου Προδρόμου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, ένθα υπό την πνευματικήν
καθοδήγησιν του Γέροντός του Μοναχού Παϊσίου, επεδόθη εις την κατά Θεόν
ησυχίαν. Και θα παρέμενεν ασφαλώς ακόμη κρυπτόμενος υπό την σκιάν του
Γέροντος Παϊσίου, εάν ανάγκη επιτακτική ανασυγκροτήσεως της προς καιρόν
χειμασθείσης Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα δεν επέβαλεν εις την Εκκλησίαν
όπως τοποθετήση τούτον Ηγούμενον της εν λόγω Μονής, από ιδιορρύθμου εις
κοινόβιον μετατραπείσης. Δεν συνεπληρώθη ακόμη πενταετία από της αλλαγής
ταύτης και ήδη η Μονή Σταυρονικήτα έχει καταλάβει προ πολλού εις τα
ψυχάς των ευλαβών επισκεπτών του Όρους θέσιν νοσταλγικού προσκυνήματος. Ο
γόνιμος διάλογος και η κατανυκτική λατρεία είναι τα χαρακτηριστικώτερα
γνωρίσματα της πνευματικής ταύτης εστίας. Ο Γέρων Παΐσιος όμως όστις
εξακολουθεί να είναι ο Πνευματικός τόσο του Ηγουμένου όσον και ολοκλήρου
της εκλεκτής αδελφότητος, δεν ακούει ευχαρίστως όσα περί αυτών λέγονται
και γράφονται κατά καιρούς αγαθά, διότι φοβείται τον έπαινον του
κόσμου. Θεμελιώδες αξίωμα της πνευματικής ζωής θεωρεί το ότι «ο μοναχός
κρύπτει εαυτόν και μόνον η χάρις του Θεού τον προδίδει». Κατ’ επανάληψιν
ηκούσθη διαμαρτυρόμενος προς επαινούντας το εν Σταυρονικήτα έργον:
«Αφήσατε τους ανθρώπους να αγωνισθούν τον αγώνα των. Δεν τους κάμνετε
καλόν επαινούντες. Είναι ωσάν να επισημαίνετε εις τον εχθρόν τον στόχον,
προς τον οποίον πρέπει να στρέψη τα πυρά του. Το Όρος άλλωστε είναι
πάντοτε ανεξάντλητον εις τιμίους αγωνιστάς του πνευματικού στίβου,
ασχέτως εάν τους γνωρίζει ή όχι ο κόσμος. Δεν είναι δίκαιον να επαινήται
μια μόνον εστία. Τούτο καταντά βλασφημία δια το Άγιον Όρος» […] «Είθε η
εκ του Αγιωνύμου Όρους προερχομένη αύτη νεοπατερική φωνή να τύχη της
δεούσης προσοχής υπό των εχόντων ακόμη παρ’ ημίν ώτα ακούειν»[19].
Το Νοέμβριο του 1974 ο π. Βασίλειος θα κάνει μια εισήγηση, «ποὺ
ἀναγνώσθηκε γαλλικὰ» στο Συνέδριο Ορθοδόξων Νέων Δυτικής Ευρώπης τον
Νοέμβριο στην Ντιζόν της Γαλλίας. Η εισήγηση με τίτλο «Η υπέρβαση του
θανάτου στη μοναχική ζωή» θα δημοσιευτεί το 1976 στο περιοδικό της Ι.
Μονής Γρηγορίου ‘Ο Όσιος Γρηγόριος’[20].
Εκεί θα δούμε διαμορφωμένο πιά τόσο το γνώριμό του ύφος όσο και αρκετές
από τις βασικές θεματικές που θα τον απασχολήσουν κατά τη μακρόχρονη κα
πλούσια συγγραφική του πορεία. Αντιγράφω ως κατακλείδα, ένα μικρό,
χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Ένας μοναχός έγραφε:
«Δεν είναι η δουλειά μου να χτίζω σπίτια και να ασπρίζω.
Ούτε ακόμη είναι να διαβάζω και να γράφω.
Ποια είναι η αποστολή μου;
Είναι -αν είναι δυνατόν- να πεθάνω εν τω Θεώ. Τότε ζω και κινούμαι από άλλη Δύναμη.
‘Έτσι ελεύθερα μπορώ να τα κάνω όλα (και
να σκάβω και να διοργανώνω και να διαβάζω και να γράφω), χωρίς να
δένωμαι με τίποτα. Άπ’ όλα μπορώ να περάσω, οφείλω να περάσω κυνηγώντας.
πάντα ήρεμα το ένα και μοναδικό. ‘Όλα, όλους τους «μετεωρισμούς» να
άφήσω ελεύθερα δι’ εμού να διέλθουν περιμένοντας το ένα που καταξιώνει
τα πάντα.
Όταν χτίζης για να χτίζης, φτιάχνεις τον τάφο σου.
Όταν γράφης για να γράφης, πλέκεις τα σάβανά σου.
Όταν ζης, αναπνέεις ζητώντας το έλεος του
Θεού, τότε γύρω σου υφαίνεται καταστολή αφθαρσίας και μέσα σου
αναδεύεται γλυκασμός ουράνιας παρακλήσεως. Το αν χτίζης η αν γράφης,
είναι πολύ δευτερεύον[21]».
[17] Τα Ομιλήματα του Πεντζίκη,
Ευθύνη, τ. 15, Μάρτιος 1973, σ. 139-140. Η δεύτερη έκδοση των
Ομιλημάτων στις εκδόσεις Ακρίτα το 1992, θα συνοδευτεί από πρόλογο του
π. Βασιλείου.
[18] Τα «Ομιλήματα» του Πεντζίκη, Ευθύνη, τ. 15, Μάρτιος 1973, σ. 139-140.
[19] †Μ.Μ.Σ., Αρχιμ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, ΕΙΣΟΔΙΚΟΝ (στοιχεία λειτουργικής βιώσεως του μυστηρίου της ενότητος μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία),
Άγ. Όρος 1974., Αθωνικοί Διάλογοι, τ.25-26, Ιαν,-Φεβ.1975, σ.28-30.
Είχε προηγηθεί μια ακόμη παρουσίαση του βιβλίου στο τεύχος 23
(Μάιος-Ιούλιος 1974), σελ 30.
[20] αρχιμ. Βασιλείου, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα, «Η υπέρβαση του θανάτου στην μοναχική ζωή», περιοδικό «Ο Όσιος Γρηγόριος», Τεύχος 1ο, Έκδοση Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 1976, σ. 18-26, https://www.imgrigoriou.gr/pdf%20files/Periodiko_teyxi/01-1976.pdf