Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Ο παππούς

Ο παππούς γιόρταζε σαν σήμερα – όπως κάθε Παρασκευή της Λαμπρής

Ανοίγω το φάκελο, ξεδιπλώνω το ριγωμένο χαρτί αλληλογραφίας που πουλούσαν παλιά στα ψιλικατζίδικα, διαβάζω τις λέξεις ανορθόγραφες αγαπημένε μου εγγονέ υγείαν έχομε και το αυτό ευχόμαστε και δι εσέ, τα γράμματα σκαμμένα θαρρείς στο χαρτί με το γαλάζιο μπικ, αρχίζουν να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. Είναι μια από τις τελευταίες επιστολές του παππού, στα 1980. Εκεί που πας επιστολή να μην αλησμονήσεις, τα μαύρα μάτια που θα βρεις, γλυκά να τα φιλήσεις…

Εκείνη την τόσο μακρινή και ξεχασμένη εποχή, το χωριό μας στη Μεσσηνία δεν είχε ακόμα αυτόματο τηλεφωνικό δίκτυο. Είχε χειροκίνητο: Έπαιρνες το «κέντρο», το μπαρμπα – Θανάση δηλαδή, αν τύχαινε να τον πετύχεις στο σπίτι, αν τύχαινε να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση για να ακούσει το κουδούνισμα, αν δεν ήταν απασχολημένος με τις κατσίκες του. Έλεγες ποιος είσαι – κι αφού απαντούσες «καλά» στην ερώτηση «έλα παιδί μ’ τι κάν’τε, καλά είσαστε;» έβαζε στον αρχαίο πίνακα το βύσμα και κουδούνιζε το τηλέφωνο στο πατρικό σπίτι. Φυσικά το «παιδί», φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, τηλεφωνούσε από περίπτερο γιατί ο ένδοξος ΟΤΕ (η απόλυτη ξεφτίλα του νέο – ελληνικού κράτους, διαχρονικά, από κάθε άποψη!) το είχε πολύ δύσκολο να συνδέσει μια νέα γραμμή: έκανα αίτηση για το πρώτο μου τηλέφωνο στα 1980 και το απόχτησα στα 1990!

Τα γράφω αυτά για να πάρουν μια ιδέα οι νέοι μπλογκεράδες που γεννήθηκαν καλωδιωμένοι, τι κατάσταση επικρατούσε μόλις 25 χρόνια πριν – αλλά και για να εξηγήσω γιατί γράφαμε γράμματα, ο παππούς στον εγγονό και αντιστρόφως. Αλλά τα γράμματα ήταν μονάχα η αφορμή…

*

Γεννήθηκα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και πρόλαβα να ζήσω τις τελευταίες μέρες του ομηρικού τρόπου ζωής και παραγωγής, πριν τον εξηλεκτρισμό και τις τουαλέτες με βόθρο. Είδα τα αμπέλια και τις σταφίδες να σκάβονται με το ξινάρι, είδα τα σταροχώραφα να οργώνονται με το αλέτρι και το υνί – κι από πίσω η σβάρνα, ανεβαίναμε κιόλας απάνω… Είδα τα περιβόλια να ποτίζονται με το νερό που έβγαζε από τη δέση ένα πανάρχαιο μαγγάνι, είδα τις πλακοπαγίδες, με τις οποίες έπιαναν τα πουλιά για αιώνες. Είδα την αυτάρκεια του σπιτιού σε όλο της το απέριττο μεγαλείο: κότες, κατσίκες, χοιρινά, κουνέλια, κασόνια για την αποθήκευση του σταριού, τυροκομιό, το άλογο και ο γάιδαρος στο κατώι. Θέρισα με το δρεπάνι και έδεσα τα λιμάρια με τα στάχια (ακόμα πονάνε τα χέρια μου) και ύστερα τα κουβάλησα, φορτώνοντάς τα στα ζώα, στις θημωνιές, μαζί με τον παππού… Θυμάμαι τους ανθρώπους να δουλεύουν σκληρά, αλλά και να γελάνε πολύ, να γλεντάνε πολύ, να σκαρώνουν φάρσες ο ένας στον άλλον, να μιλάνε συνέχεια μεταξύ τους. Και ήμουν τυχερός γιατί άκουσα μερικούς καταπληκτικούς παραμυθάδες, είτε την ώρα της δουλειάς, είτε σε ώρες ξεκούρασης, πλάι στη γυμνή φωτιά του τζακιού… Λέω, αν είμαστε καλά κι αν ο χρόνος το επιτρέψει, να προσπαθήσω να ζωντανέψω αυτόν τον κόσμο, εδώ σ’ αυτή τη διαδικτυακή γωνιά – γιατί το χούι του παραμυθά το έχω κληρονομήσει κι εγώ, χρειάζομαι ακροατήριο (δεν έχει σημασία αν είναι μικρό) για ν’ αρχίσω να αφηγούμαι – κι ας μην έχουμε φιρίκια από τις μηλιές μας ή καλαμπόκια (κούκλες τα λέγαμε) και λίγο κρασάκι από τα μεγάλα ξύλινα βαρέλια της αποθήκης…

Ο παππούς είναι ένα κυρίαρχο πρόσωπο αυτού του κόσμου, τον οποίο ανακάλυπτα γωνιά γωνιά στην αυλή με το χαγιάτι και τον ψηλό πέτρινο τοίχο της, το λιθάρι που τρίβαν οι γυναίκες το χοντρό αλάτι του μονοπωλίου και τη λεμονιά που κουβαλήσαμε και μεταφυτέψαμε «μαζί», στους δρόμους τους γεμάτους λάσπες και κοφτερές πέτρες, στις γειτονιές και στα πέριξ – το Βελεβούνι, το Χάνι, το Πέρα Χωριό… Οι γενιές ζούσαν ακόμα κάτω από την ίδια στέγη, τα εγγόνια δεν συναντούσαν τους ανιόντες στη χάση και στη φέξη: η αγροτική μας κοινωνία διατηρούσε το χαρακτήρα που είχε η οικογένεια, για πολλούς αιώνες. Και τα μικρά παιδιά (και τα μεγαλύτερα, δηλαδή) χαιρόντουσαν καθημερινά την αγάπη, τα παραμύθια και την αγκαλιά των παππούδων και των γιαγιάδων.

*

Ο παππούς ήταν βαρύς και σοβαρός άντρας. Γεννήθηκε στα 1904 και αφού πήρε μέρος στην ιλαροτραγική επέλαση του ελληνικού στρατού στο Βουλγαρικό έδαφος, περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, έχοντας αποκτήσει την ειδικότητα του τσαγκάρη, επέστρεψε εις τα ίδια και άρχισε να στήνει το σπιτικό του.

Του έτυχε (ποτέ δεν έμαθα πως ακριβώς συνέβη) μια όμορφη και καλή γυναίκα, η οποία στάθηκε στο πλάι του πάνω από μισό αιώνα. Δεν είχαν σπουδαία περιουσία από τα γονικά τους, αλλά ο παππούς έχτισε (με τα χέρια του, κατά κύριο λόγο) το σπίτι τους – εκεί που γεννήθηκαν έξι παιδιά, για να ζήσουν τα τέσσερα. Κάθε χρόνο, αγόραζαν κι ένα καινούριο χωράφι – γιατί έπρεπε να ζήσουν, οι άνθρωποι και τα ζωντανά, σπέρνοντας στάρι, κριθάρι και βρώμη σε κάθε σπιθαμή της πετρώδους γης που ήταν διαθέσιμη.

Τα παιδιά έμπαιναν αμέσως στη δουλειά, από μια σταλιά – δεν περίμεναν να …τριανταρίσουν, όπως συνηθίζεται σήμερα. Το κρέας, το γάλα, το τυρί, τα αυγά, το κρασί, τα ζαρζαβατικά, τα σιτηρά – όλα τα παρήγαγε η οικογένεια και μάλιστα σε περίσσεια, για να μπορεί πουλώντας τη να προμηθεύεται ό,τι άλλο της χρειαζόταν: λάδι, κυρίως, αλλά και όσα είδη οικιακού εξοπλισμού και ρουχισμού δε μπορούσε να εξασφαλίσει η χειροτεχνία και ο σπιτικός αργαλιός. Και την προίκα των κοριτσιών…

Έτσι κατάφεραν οι άνθρωποι του παλιού χωριού να επιβιώσουν σχετικά άνετα, όλη τη δύσκολη δεκαετία της κατοχής και του εμφυλίου – και την επίσης δύσκολη δεκαετία του ’50, που ακολούθησε, με τη μεγάλη φτώχεια . Το Ρωμύρι εξακολουθούσε να βρίσκεται στην ομηρική εποχή, όταν σιγά σιγά οι κάτοικοί του άρχισαν να το εγκαταλείπουν, για να κατεβούν στον κοντινό Μεσοπόταμο, μιάμιση ώρα δρόμο με τα πόδια. Οι τελευταίοι έφυγαν όλοι μαζί και κατοίκισαν σε σπίτια που τους έφτιαξε δωρεάν το κράτος (η χούντα), αλλά οι πρώτοι, και η οικογένεια του παππού, είχαν ήδη εγκατασταθεί εκεί με το τέλος της δεκαετίας του ΄50.

Αφήνω για άλλη φορά τα υπόλοιπα, για να μιλήσω, επιτέλους, για τον παππού. Δυο παιδιά του είχαν φύγει για Αυστραλία, η κόρη που έμεινε παντρεύτηκε, το ίδιο και ο πρωτότοκος γιος – στον οποίο ο παππούς παρέδωσε το κουμάντο και βρήκε την ησυχία του. Φυσικά δεν εγκατέλειψε, ως το τέλος της ζωής του, τη δουλειά – αλλά είχε χρόνο και ξεγνοιασιά, για να ασχολείται με τα εγγόνια. Πρώτα με εμένα που σας τα αφηγούμαι όλα αυτά, καθώς είδα πρώτος το φως.

*

Καβαλούσαμε αυτός το άλογο κι εγώ το γαϊδαράκο και κάναμε περιοδεία στα χωράφια του παλιού χωριού. Ήθελε άλλοτε να ελέγξει τις μάντρες και τις μπασιές, άλλοτε να κρεμάσει στις συκιές «αρσενικά» σύκα, για να ευνοηθεί η γονιμοποίηση των ήμερων δέντρων, άλλοτε να δούμε αν κοντεύει το μάζεμα των καρυδιών. Και κάθε φορά, μου εξηγούσε:

«Εδώ, στην Κατοχή, βάζαμε ντομάτες και κάναμε πελτέ… Υπήρχε νερολόγος και κανόνιζε πότε θα έρθει σε μας το νερό για πότισμα… Έμενε ο πατέρας σου τη νύχτα και καρτερούσε, είχε φτιάξει και καλύβα στα σταυρώματα αυτής της καρυδιάς, ανέβαινε πάνω και κοιμόταν… αλλά όταν ξεκινούσε το πότισμα πήγαινε στο κάτω μέρος του μπαξέ και κοιμόταν με το πόδι στο αυλάκι… όταν έφτανε το νερό, τον ξυπνούσε!»

Γελούσαμε και οι δύο, σα να ήταν το πιο αστείο πράγμα του κόσμου. Μετά, συνέχιζε την αφήγησή του:

«Φτιάχναμε λοιπόν όσο μπορούσαμε και τον πηγαίναμε στο Πεταλίδι. Αυτοί δεν είχαν μποστάνια, αλλά είχαν ελιές, που εμείς δεν είχαμε… Μια οκά λάδι, μια οκά πελτέ!»

«Αφού έχουμε ελιές, παππού…»

«Έχουμε τώρα, που τις φυτέψαμε τις περισσότερες με τον πατέρα σου και μεγάλωσαν…»

Μου έδειχνε τα σύνορα, εκεί που δεν υπήρχαν μάντρες.

«Να θυμάσαι, αυτή η πέτρα η μεγάλη και ίσια σ’ εκείνη τη γκορτσιά…»

«Τρώγονται τ’ αγκόρτσα;»

«Άμα σε σφίξει η πείνα, τρώγονται και τα βελανίδια…»

Του άρεσε να μου αφηγείται ιστορίες από την Κατοχή, όπως τότε που τον κατέδωσε ένας συγγενής ότι έχει όπλο στο σπίτι (σιγά μην παράδινε το κυνηγετικό του, αλλά και σιγά μην το κρατούσε στο σπίτι…) και τον πήραν οι Ιταλοί για ανάκριση και ήταν έτοιμοι να τον αρχίσουν στο ξύλο, αλλά θες ότι τους έπεισε για την αθωότητά του, θες η γιαγιά που κατέφθασε θρηνοκοπώντας, τη γλίτωσε τότε. («Μη βρέχεις, μη βρέχεις – δηλαδή μην κλαις, μου έλεγε ένας Ιταλός παιδάκι μου…», αφηγιόταν η γιαγιά, στη δική της εξιστόρηση της κρίσιμης ώρας) Και μετά, καιρό πολύ, κοιμόταν τα βράδια σε κρυψώνες έξω από το σπίτι, γιατί οι αντάρτες ήθελαν να τον επιστρατεύσουν, όχι σε εθελοντική βάση…

Μου έδειχνε τις φωλιές των πουλιών στα κλήματα, γιατί εκεί είμαστε τις περισσότερες φορές, οι δουλειές της σταφίδας τελειωμό δεν είχαν…

«Έλα να δεις, έχει και αυγά μέσα!»

Άνοιγα τα μάτια μου και γέμιζαν με τα θαύματα του κόσμου. Κι ο παππούς από δίπλα, με το ψαλίδι του κλαδέματος, με τη φαλτσέτα για το χαράκωμα, με το κοφίνι για τον τρύγο, σιγοτραγουδούσε:

«Να ‘ταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία…»

Αργότερα, παρόλο που είχε κάπως μεγαλώσει, ήταν αυτός που άπλωνε τα σταφύλια στ΄ αλώνια, να λιαστούν. Και με μάλωνε, κάθε φορά που δεν άδειαζα προσεχτικά το κοφίνι, να μη σπάνε οι ρόγες.

«Σιγά, λέμε… Από χαμηλά! Τι το αδειάζεις από κει πάνω, είσαι και δυο μέτρα!»

«Εντάξει, παππού»

«Δεν πετάγεσαι να βγάλεις νερό; Κορακιάσαμε…»

Πήγαινα ως το πηγάδι του κτήματος (που το είχε ανοίξει ο ίδιος…) και τραβούσα νερό με τον κουβά και το μαγγάνι. Κρύο, πεντακάθαρο, πεντανόστιμο. Ο παππούς άδειαζε την κούπα και δεν παρέλειπε να πει:

«Αχ… τη δροσιά του να ‘χεις!»

(«Τη δροσιά του να ‘χεις το Γενάρη…» διόρθωνε ο πατέρας, μεγάλο πειραχτήρι, που κατέφθανε με το δικό του κοφίνι και έπινε κι αυτός)

Όταν δεν είχα σχολείο, ακολουθούσα τον παππού. Μια μέρα τον ψήσαμε, με τον αδερφό μου, να μας οδηγήσει στην κορυφή του βουνού μας, του Λυκόδημου. Ξεκινήσαμε πριν χαράξει, αφήσαμε το γάιδαρο στη μέση της διαδρομής, στο Ρωμύρι, και συνεχίσαμε προς τα πάνω. Ο παππούς μας έδειχνε τα χωράφια του.

«Τούτο είναι το αλώνι… εδώ αλωνίζαμε, με τα βόδια γύρω γύρω και μετά λιχνίζαμε με το δεκριάνι, όταν φυσούσε… έπεφτε το στάρι, έφευγε το άχερο… μη κοιτάτε τώρα που τα κουβαλάμε και μας τα αλωνίζουν οι μηχανές… μεγάλη ευκολία!»

Και λίγο παραπάνω, κοντοστεκόταν

«Ε, να βλέπατε σ’ αυτή την ανοιχτωσιά… Πιανόντουσαν τα κορίτσια και χορεύανε…»

Όπως πάντα, δεν προχωρούσε σε λεπτομερέστερη αφήγηση περί των κοριτσιών – μας άφηνε με την περιέργεια.

Φτάσαμε στην κορυφή, είδαμε τη Μεσσηνία από ψηλά – κι όταν γυρίσαμε το μεσημεράκι στο χωριό μάθαμε και τα νέα της ημέρας: είχε γίνει το πραξικόπημα του Σαμψών στην Κύπρο – ήταν δηλαδή 15 Ιουλίου 1974.

Ο παππούς κάποια στιγμή αρρώστησε, από δύσκολη αρρώστια. Το πάλεψε μερικούς μήνες, έφτασε στο τέλος. Λες και περίμενε, όμως, έφυγε ένα βράδυ παραμονές Χριστουγέννων, όταν είχα επιστρέψει κι εγώ από τη Θεσσαλονίκη για τις γιορτές. Νύχτα βαθειά έγινε – και νωρίς το απογεματάκι το ξόδι. Οι γυναίκες τον θρήνησαν κατά τη τάξη, το χωριό τον αποχαιρέτησε (και πολλοί από τα γειτονοχώρια).

Όταν τελείωσαν όλα, επιστρέψαμε στο σπίτι, όπου μας περίμενε το δείπνο: Χοιρινό βραστό και φέτες (πραγματικό) ψωμί. Καμιά δεκαριά εγγόνια και νεότεροι μπαρμπάδες καθίσαμε πλάι στα βαρέλια και αρχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε, ώσπου (παραλίγο) να πιάναμε και το τραγούδι…

*

Αυτά και άλλα πολλά μου ήρθαν στο μυαλό καθώς άνοιγα τα παλιά γράμματα. Αυτά για σήμερα, τα άλλα, μιαν άλλη φορά…

*

Ζέρβας Πάνος

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Πάσχα ρωμέικο, 1891

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

O μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Oσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων.

Eίχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Kερκύρα. όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Kέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Aούστριας. Eνθυμείτο αμυδρώς τον Mουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Eίχε γνωρίσει καλώς τον Mάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Kερκύρας Aθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Tο τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Bράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter). Eίχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς,

απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Eισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

O μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Eίχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Eμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Aπετροπιάζετο τους φαύλους. «Iλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Eνίοτε πάλι εμαλάττετο κ’ εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Oυδ’η γης αναμάρτητος -άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Kαι ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Tας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Tα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ… ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Aλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος… ως ενάντιος υψίστοις!»

Eν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου…

Tην εσπέραν του Mεγάλου Σαββάτου του έτους 188… περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Aθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Eφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον.

O γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του

σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ’ έκαμνεν οικονομίαν.

Aλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Aνάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Eκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Aθήνας. Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Xριστός Aνέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ ευφρανθή η ψυχή του. Kαι όμως ήτο… δυτικός!

O μπάρμπα-Πύπης, Iταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Eλληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Eλληνικής. Eκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Nαπολέοντος A’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Kαι όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις:

«Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί. Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Pώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Pωμαιοκαθολικούς των Iονίων νήσων τινά των εις τους Oυνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Aρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος τα λοιπά είναι αδιάφορα.

O μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Aγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Eπίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Bενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε.

Aφού ευρίσκετο μακράν της Kερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους. Tην εσπέραν λοιπόν εκείνην του Mεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Aνάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Eύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ’

Εκάπνιζεν ηδονικώς.

Eκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. O δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου. Eκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Aιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. H σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Eκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν

τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

O μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Xωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ’ έκραξεν εναγωνίως.

-Φίλος! Kαλός! μη ρίχνεις…

O άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Tι θέλω; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Kάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Kαι δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Hύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Kαι γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Tι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράμματα μέσα. Mόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Eγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του. O μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Aνάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

O χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Aϊ-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;

-Aπ’ την Aθήνα.

-Aπ’ την Aθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν’ ακούσης Aνάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης

O χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Nα φχαριστάς, καϋμένε…

Kαι τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Nα φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Tράβα τώρα!

O γέρων Kερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Kάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε… δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Eγώ είμαι διαβάτης, κ’ επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε…

Kαι ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ’ έγινεν άφαντος. O γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του. Tο συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο. Eφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω

εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.__

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών ,θανατω θάνατον πατήσας ,και τοις εν τοίς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος


ΑΡΧΩΝ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟΣ ΤΗΣ Μ. τ. Χ. Ε.


- Χριστός Ανέστη εκ νεκρών... [ 3΄ 04΄΄]
Απολυτίκιον της Αναστάσεως. Μέλος αργόν εις ήχον πλ. α΄.

- Αναστάσεως ημέρα... [ 1΄ 00΄΄]
Καταβασία. Ειρμός α΄ Ωδής, εις ήχον α΄.

- Ο Άγγελος εβόα... Φωτίζου... [ 1΄ 39΄΄]
Καταβασία, μέλος ειρμολογικόν. Ειρμός θ΄ Ωδής, εις ήχον α΄.

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



Κατηχητικός λόγος του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου σχετικά με τη σημασία της θυσίας του Ιησού Χριστού, για την ζωή του ανθρώπου.


«Ο Κύριος Ιησούς και Θεός μας χωρίς να φταίει σε τίποτε ραπίσθηκε, ώστε οι αμαρτωλοί που θα τον μιμηθούν, όχι μόνον να λάβουν άφεση των αμαρτιών τους, αλλά και να γίνουν συγκοινωνοί στη θεότητά του με την υπακοή τους.

Εκείνος ήταν Θεός κι έγινε για μας άνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύστηκε και σταυρώθηκε, και με όσα έπαθε ο απαθής κατά τη θεότητα είναι σαν να μας διδάσκει και να λέει στον καθένα μας:

«Αν θέλεις, άνθρωπε, να γίνεις Θεός, να κερδίσεις την αιώνια ζωή και να ζήσεις μαζί μου, πράγμα που ο προπάτοράς σου, επειδή το επεδίωξε με κακό τρόπο, δεν το πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι εγώ για σένα– απόφυγε την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του δαιμονικού φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, υπόμεινέ τα μέχρι θανάτου και μην ντραπείς.

Αν όμως εσύ ντραπείς να πάθεις κάτι χάρη των εντολών μου, καθώς εγώ ο Θεός έπαθα για σένα, θα θεωρήσω κι εγώ ντροπή μου το να είσαι μαζί μου κατά την ένδοξη έλευσή μου και θα πω στους αγγέλους μου:

Αυτός κατά την ταπείνωσή μου ντράπηκε να με ομολογήσει και δεν καταδέχθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει όμοιός μου. Τώρα λοιπόν που απογυμνώθηκε από τη φθαρτή δόξα του Πατέρα μου, θεωρώ ντροπή μου ακόμη και να τον βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν έξω: «αρθήτω ο ασεβής, ίνα μή ίδη τήν δόξαν Κυρίου» (Ησ. 26:10) (διώξτε τον ασεβή για να μη δει τη δόξα του Κυρίου).

Φρίξετε, άνθρωποι, και τρομάξετε, και υπομείνετε με χαρά τις ύβρεις που ο Θεός υπέμεινε για τη σωτηρία μας... Ο Θεός ραπίζεται από έναν τιποτένιο δούλο... και εσύ δεν καταδέχεσαι να το πάθεις αυτό από τον ομοιοπαθή σου άνθρωπο; Ντρέπεσαι να γίνεις μιμητής του Θεού, και πώς θα συμβασιλεύσεις μ’ αυτόν και θα συνδοξασθείς στη βασιλεία των ουρανών, αν δεν υπομείνεις τον αδελφό σου; Αν και ’κείνος δεν καταδεχόταν να γίνει άνθρωπος για σένα και σ’ άφηνε να κείτεσαι μέχρι τώρα στην πτώση της παραβάσεως, δεν θα βρισκόσουν τώρα στον πυθμένα του Άδη, άθλιε, με τους άπιστους και τους ασεβείς;

Αλλά τί θα πούμε προς αυτούς πού δήθεν εγκατέλειψαν τα πάντα κι έγιναν φτωχοί για την βασιλεία των ουρανών;

— Αδελφέ, φτώχυνες και μιμήθηκες το Δεσπότη Χριστό και Θεό σου. Βλέπεις λοιπόν ότι τώρα ζει και συναναστρέφεται μαζί σου, αυτός που βρίσκεται υπεράνω όλων των ουρανών. Να, βαδίζετε τώρα οι δυο μαζί– κάποιος σας συναντάει στο δρόμο της ζωής, δίνει ράπισμα στον Δεσπότη σου, δίνει και σε σένα. Ο Δεσπότης δεν αντιλέγει και συ αντεπιτίθεσαι; «Ναι», λέει, γιατί είπε σε εκείνον που τον ράπισε: «ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού– ει δε καλώς, τί με δέρεις;» (Ιω. 18,23). (Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν– αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;)».

Αυτό όμως δεν το είπε αντιμιλώντας, όπως φαντάστηκες, αλλά επειδή εκείνος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού» (δεν έκανε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του).

Και για να μη νομισθεί, ότι, επειδή τάχα αμάρτησε, δίκαια τον χτύπησε ο δούλος λέγοντάς του: «ούτως αποκρίνει τω αρχιερεί;» (Ιω. 18,22)– (έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;), για να αποδείξει λοιπόν ανεύθυνο τον εαυτό του, είπε τον παραπάνω λόγο. Δεν είμαστε όμως όμοιοί του εμείς οι υπεύθυνοι για πολλές αμαρτίες.

Έπειτα, μολονότι υπέμεινε πολύ χειρότερα απ’ αυτό, δεν μίλησε καθόλου, αλλά μάλλον προσευχήθηκε για τους σταυρωτές Του.

Εκείνος, αν και τον περιέπαιζαν, δεν αγανακτούσε, και σε γογγύζεις;

Εκείνος ανέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα και φραγγελώσεις, και σε δεν ανέχεσαι ούτε ένα σκληρό λόγο;

Εκείνος δέχεται σταυρό και την οδύνη των καρφιών κι ατιμωτικό θάνατο, και συ δεν καταδέχεσαι να εκτελέσεις τα ταπεινά διακονήματα;

Πώς λοιπόν θα γίνεις συγκοινωνός στη δόξα, αφού δεν καταδέχεσαι να γίνεις συγκοινωνός στον ατιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ’ αλήθεια εγκατέλειψες τον πλούτο, αφού δεν δέχθηκες να σηκώσεις τον σταυρό, δηλ. να υπομείνεις πρόθυμα την επίθεση όλων των πειρασμών – έτσι απόμεινες μόνος στον δρόμο της ζωής και χωρίσθηκες δυστυχώς από τον γλυκύτατο Δεσπότη και Θεό σου!»

(από το βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα», έκδοσις Ι.Μ. Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου)





πηγή

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Η ποινή της σταύρωσης ως μέσο βασανισμού

Το δράμα του Γολγοθά, η σταύρωση του Ιησού Χριστού, ήταν μεν μια από τις πολλές σταυρώσεις της εποχής Του, ήταν όμως αυτή που είχε μοναδική σημασία για την ανθρώπινη Ιστορία σε νόημα και συνέπειες. Η εκούσια θυσία Του στο σταυρό πρόσφερε τη σωτηρία στον αμαρτωλό άνθρωπο και άνοιξε το δρόμο προς τον Πατέρα.

Αν και έχουν περάσει από το γεγονός της θυσίας Του τόσοι αιώνες, δεν έχει ακόμα εξαντληθεί το ενδιαφέρον των Χριστιανών για την εξακρίβωση των λεπτομερειών της σταύρωσης του Χριστού. Το ενδιαφέρον αυτό δεν βρίσκει επαρκή και πλήρη ικανοποίηση στη λακωνική συντομία των Ευαγγελίων. Οι πληροφορίες τους για τη σταύρωση Του Ιησού και των ληστών που σταυρώθηκαν μαζί Του είναι λιγοστές, πιθανώς επειδή η διαδικασία αυτή ήταν γνωστή στους συγχρόνους τους, προς τους οποίους και απευθύνονταν τα Ευαγγέλια. Η λακωνικότητα των πληροφοριών αφήνει πάρα πολλά κενά και δεν προσφέρει σαφή και πλήρη εικόνα της σταύρωσης. Για παράδειγμα, μόνον η αφήγηση του Ιωάννη γι’ αυτά που ειπώθηκαν μεταξύ του αναστημένου Ιησού και του Θωμά που δυσπιστούσε, η οποία αναφέρει για τον «τύπο των ήλων», μας δίνει την πληροφορία της «καθήλωσης», της σταύρωσης δηλαδή με το κάρφωμα των χεριών και των ποδιών Του, αν και μερικοί αμφισβητούν την καθήλωση των ποδιών. Με τον ίδιο τρόπο και η πράξη του βουλευτή από την Αριμαθαία αποκτά την έννοια της «αποκαθήλωσης».

Η προ-ρωμαϊκή προέλευση και εξέλιξη του σταυρού και της σταύρωσης

1) Οι αρχαίοι Έλληνες, από τον Όμηρο και πέρα, ονόμαζαν σταυρούς τους ξύλινους πασσάλους, τους οποίους έμπηγαν στο έδαφος και χρησίμευαν για περίφραξη (σταύρωση, σταύρωμα) διαφόρων χώρων (οικιών, αυλών, στρατοπέδων, κτημάτων, κήπων, στάβλων ή ναυστάθμων). Οι Έλληνες δεν είχαν όρο που να αποδίδει τον σύνθετο δίξυλο σταυρό. Η πήξη των πασσάλων αυτών κι η περιχαράκωση αποδιδόταν με το ρήμα «σταυρόω», η περίφραξη λεγόταν «σταύρωση» και το περίφραγμα «σταύρωμα». Οι σταυροί ή πάσσαλοι, με την παραπάνω έννοια, ήταν κλαδιά και κορμοί δένδρων. Οι έννοιες «σταυρός» και «δένδρο» ήταν συγγενείς κι αλληλοεξαρτώμενες, πριν ακόμα συνδεθούν με την ποινική τιμωρία. Κατά μια άποψη η λέξη «σταυρός» προέρχεται από τη ρίζα «σταF» του ρήματος «ίστημι». Αντίστοιχη είναι στην ινδική σανσκριτική η ρίζα stav- στη λέξη stavaras (σταθερός) και στο γλωσσικό ιδίωμα Zend των Ιρανών στη λέξη stavra (σταθερός, άτεγκτος, αυστηρός, δυνατός). Επίσης στις λατινικές λέξεις stiva και instauro και στη γοτθική sturjan (ιστάναι, μεταφορικά: διαβεβαιώνω).

Σχεδόν ταυτόσημες έγιναν οι έννοιες σταυρός – δένδρο, όταν η ανθρωπότητα, από την πρώιμη κιόλας ιστορία της, χρησιμοποίησε το δένδρο για κάποιου είδους μαρτύριο, του οποίου ο σκοπός ήταν να συνδυάζει όσο το δυνατόν σφοδρότερους πόνους με τον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό. Το μαρτύριο αυτό ήταν η ανάρτηση προς βαθμιαία θανάτωση. Το πιο πρόχειρο μέσο γι’ αυτό ήταν το δένδρο, ο αρχαίος σταυρός. Σταύρωση από τότε ονομάστηκε η ανάρτηση πάνω σε κορμό δένδρου προς βαθμιαία θανάτωση. Έτσι, ο κορμός του δένδρου είναι το πιο αρχαίο σχήμα του σταυρού σαν θανατικού οργάνου, η σύνδεση δε σταυρού και δένδρου μεταφυτεύθηκε στην ποινική πρακτική των λαών.

Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, στερέωναν στο έδαφος ξύλα υψηλά, όμοια με κορμούς δένδρων, και τέτοιοι «σταυροί» (μονόξυλα ικριώματα) εξυπηρετούσαν πιο πρόχειρες λύσεις και η σταύρωση πάνω σ’ αυτούς (η δια αναρτήσεως θανάτωση) γινόταν σε ομαδικές σταυρώσεις, γιατί ήταν πιο απλή διαδικασία κι απαιτούσε λιγότερο χρόνο. Τέτοιου είδους σταυροί χρησιμοποιούνταν όπου δεν υπήρχαν δενδρόφυτες εκτάσεις, ακόμα και σε εποχές που το σχήμα του σταυρού είχε εξελιχτεί.

Έτσι, ο Δαρείος μετά την κατάκτηση της Βαβυλώνας «ανασκολόπισε (κάρφωσε, παλούκωσε, σταύρωσε) τρεις χιλιάδες άνδρες, τους κορυφαίους από τους Βαβυλωνίους»[1] (Ηρόδοτος, Γ,159). Ο Αλέξανδρος ο Ιαννέας ή Ιανναίος, βασιλιάς και αρχιερέας των Ιουδαίων (103-76 π.Χ.), μετά την κατάκτηση της Βεθόμης, «ανασταυρώσαι πρόσταξε αυτών ως οκτακόσιους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 13,14,2). Ο Γκουιντίλιους Βάρους, ανθύπατος της Συρίας, «ανεσταύρωσε περί δισχιλίους» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 2,5,2). Ο Τίτος για πολλούς μήνες πάνω από 500 αιχμαλώτους καθημερινά, έξω από την Ιερουσαλήμ, «μαστιγούμενοι δε και προβασανιζόμενοι του θανάτου πάσαν αικίαν, ανεσταυρούντο του τείχους αντίκρυ» (Ιώσηπος, Ιουδαϊκοί Πόλεμοι 5,11,1).

Για το σχήμα του σταυρού, σαν αυτό που εμείς σήμερα εννοούμε με τη λέξη αυτή, αποτελούμενο από δυο ξύλα συναρμοσμένα, οι αρχαίοι δεν είχαν ξεχωριστή λέξη. Η ετυμολογία της λέξης crux είναι άγνωστη. Οι Ρωμαίοι μεταχειρίζονται τη λέξη palus, που είναι ταυτόσημη με τη λέξη crux.

2) Στους Αιγύπτιους η σταύρωση με την έννοια της ανάρτησης πάνω σε κάθετα μπηγμένο στο έδαφος ξύλου, ήταν γνωστή ήδη από τα μέσα του 17ου π.Χ. αιώνα. Επιβαλλόταν σαν ποινή σε πρόσωπα που ήταν κάτω από κυρίους και αυθέντες. Αυτό συνάγεται από τη Γένεση 40:18-19, όπου ερμηνεύοντας ο Ιωσήφ στη φυλακή το όνειρο του αρχισιτοποιού του Φαραώ είπε: «Εντός τριών ημερών ο Φαραώ θα σε καλέσει και θα σε κρεμάσει σε δένδρο, τα δε πτηνά θα φάνε τη σάρκα σου από πάνω σου».[2]

Οι Ισραηλίτες στην Αίγυπτο γνώριζαν τη σταύρωση σαν θανάτωση πάνω σε κάθετο ξύλο, όταν βρίσκονταν στη Γεσέν κάτω από την ισχυρή προστασία του Ιωσήφ. Δεν την συμπεριέλαβαν όμως στις θανατικές ποινές και περιορίστηκαν στην ανάρτηση επί ξύλου των νεκρών σωμάτων αυτών που είχαν ήδη θανατωθεί με άλλον τρόπο, χάριν ονειδισμού.

3) Στους Πέρσες συναντάμε τη σταύρωση και σαν μεταθανάτια ανάρτηση πάνω σε ξύλο για παραδειγματισμό και σαν τρόπο θανάτωσης. Κατά τον Ηρόδοτο (Ζ,238), ο Ξέρξης, μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες (480 π.Χ.), «διήλθε δια μέσου των νεκρών και την κεφαλή του Λεωνίδα, μόλις άκουσε ότι ήταν αρχηγός και βασιλιάς των Λακεδαιμονίων, διέταξε, αφού την κόψουν, να την κρεμάσουν σ’ ένα πάσσαλο (ανασταυρώσαι)».[3]

Είναι γνωστό το περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Ιουδαίο αυλικό Μαρδοχαίο, ο οποίος το 484 π.Χ. αποκάλυψε συνωμοσία κατά της ζωής του Ξέρξη. Μετά από δέκα χρόνια, ο Αμάν, ύπατος αξιωματούχος της αυλής, ετοίμαζε την εξόντωση του Μαρδοχαίου κι όλων των Ιουδαίων του Βασιλείου. Η Εσθήρ άσκησε όλη την επιρροή της στον βασιλιά να αλλάξει γνώμη. Πράγματι αυτό έγινε, όταν ο Ξέρξης ξαναθυμήθηκε την προ δεκαετίας πολύτιμη υπέρ της ζωής του υπηρεσία που του είχε προσφέρει ο Μαρδοχαίος. «Είπε δε Βουγαθάν (εβραϊκό κείμενο: Αρβωνά), ένας από τους ευνούχους, προς τον βασιλέα: Ιδού και ξύλο, πενήντα πήχεις ύψος, ετοίμασε Αμάν για τον Μαρδοχαίο, ο οποίος μίλησε για το καλό του βασιλιά, και στέκεται στο σπίτι του Αμάν. Είπε δε ο βασιλιάς: Κρεμάστε τον (σταυρωθήτω) πάνω σ’ αυτό. Και κρέμασαν τον Αμάν πάνω στο ξύλο» (Εσθήρ 7:9-10).

Η εποχή αυτή της Περσικής ακμής είναι για την ιστορία της σταύρωσης μεταβατική εποχή στην περιοχή της Ανατολής. Αρχίζει να εφαρμόζεται σαν θανατική ποινή βαρύτατης μορφής και όχι απλά σαν επίταση του ονειδισμού κάποιου, που είχε προηγουμένως θανατωθεί με άλλο τρόπο. Έτσι αποκρυσταλλώθηκε η σημασία του όρου «σταύρωση», που σήμαινε πλέον τη θανάτωση με την ανάρτηση κάποιου σε μονόξυλο σταυρό (ικρίωμα).

Στους Έλληνες και στους Ρωμαίους σταύρωση ονομαζόταν και ο ανασκολοπισμός. «Σκόλοψ» ήταν το θανατικό ξύλο, λεπτότατο και αιχμηρό στην πάνω του άκρη για να εισχωρεί ευκολότερα με τα χτυπήματα του πέλεκυ στα σπλάγχνα του ανασκολοπιζόμενου και να τον διαπερνά σουβλίζοντάς τον. Στη συνέχεια ο «σκόλοψ» στερεωνόταν στο έδαφος. Από τη διάτρηση αυτή μπορεί κάποιος να φανταστεί τη φλόγωση των σπλάγχνων και τη δριμύτητα των πόνων. Το μόνο ελαφρυντικό αυτού του μαρτυρίου ήταν ότι ο θάνατος ερχόταν ταχύτερα από τη συνήθη σταύρωση.

Και αυτοί που σταυρώνονταν και αυτοί που ανασκολοπίζονταν, εφόσον έμεναν εκτεθειμένοι πάνω στο ξύλο, γίνονταν βορά των γυπών και των αρπακτικών ορνέων.

4) Οι Έλληνες γνώρισαν τη σταύρωση και με την αρχαία μορφή θανάτωσης με την ανάρτηση πάνω σε μονόξυλο, και με τη μορφή του ανασκολοπισμού, ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα στη Μ. Ασία από τους ανατολικούς λαούς.

Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, ο βασιλιάς Κρέων απειλεί αυτούς που φρουρούσαν το πτώμα του Πολυνείκη: «Δεν θα είναι αρκετός μόνος ο Άδης για σας, αλλά θα σας κρεμάσω πρώτα ζωντανούς ώσπου να μου φανερώσετε ποιος έκανε αυτή την αισχρή πράξη» (Αντιγόνη, 308-309).

Ο σταυρός και η σταύρωση στους Ρωμαίους

Στο ρωμαϊκό κράτος η ιστορία της σταύρωσης παρουσιάζει άφθονες περιπτώσεις, γιατί για την ποινική αυτή πράξη έχουμε πάρα πολλές μαρτυρίες και γιατί το Ρωμαϊκό Δίκαιο, που αποτέλεσε την πηγή και τη βάση όλων των μετέπειτα Δικαίων, ερευνήθηκε κι ερευνάται ακόμα και σήμερα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο Δίκαιο.

Οι Ρωμαίοι διέκριναν τα εγκλήματα: α) σε criminal capitalia, τα οποία τιμωρούνταν με κάποια poena capitalis, δηλαδή με κάποια ποινή που στερούσε τον κατάδικο και από την προσωπική του κατάσταση (status) και τη ζωή του, εξαφανίζοντας και την ηθική του υπόσταση και τη φυσική του ύπαρξη, και β) σε delicta publica, τα οποία διώκονταν από τη δημόσια κατηγορία (accusatio publica), σαν εγκλήματα που πρόσβαλλαν την κοινή ασφάλεια.

Στην Καινή Διαθήκη περιέχονται αρκετές πληροφορίες για τη προφυλάκιση των κατηγορουμένων και τον τρόπο διαβίωσης στις φυλακές. Όσοι συλλαμβάνονταν προφυλακίζονταν μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσή τους (Πράξεις 12:4). Μπορούσαν μάλιστα να εκμισθώνουν δικό τους διαμέρισμα, όπου εξέτιαν την προφυλάκισή τους (Πράξεις 28:16), και να δέχονται επισκέψεις, κατά τις οποίες συνομιλούσαν ελεύθερα (Πράξεις 28:30-31) και μέσω των οποίων επικοινωνούσαν με τον έξω κόσμο (Ματθαίος 11:2-4, Πράξεις 24:23, Φιλιππισίους 1:12). Από τον Ιησού Χριστό επιβάλλονταν τέτοιες επισκέψεις σε όσους βρίσκονταν στις φυλακές, σαν εκδήλωση φιλαλληλίας και χριστιανικής αγάπης (Ματθαίος 25:36). Οι κρατούμενοι μπορούσαν να ψάλλουν στα κελιά τους (Πράξεις 16:25). Επίσημους κρατουμένους, των οποίων η απόδραση θα είχε συνέπειες, τους έδεναν με αλυσίδες (Πράξεις 28:20, Εφεσίους 6:20, Φιλήμονας 9, Κολοσσαείς 4:3,18), στις οποίες δένονταν μαζί του και οι φρουροί εναλλάξ (Πράξεις 12:6), άλλοι δε φρουροί φρουρούσαν τις πόρτες εσωτερικά κι εξωτερικά (Πράξεις 12:10). Αν υπήρχε ανάγκη, έπαιρναν ακόμα πιο αυστηρά μέτρα φρούρησης (Πράξεις 12:4, 16:24).

Οι πριν από τη σταύρωση θανατικές ποινές ήταν:

1) Η κρήμνιση από την Ταρπηία πέτρα. Πριν την περίοδο της Δημοκρατίας (510 π.Χ.), η θανατική ποινή εκτελείτο με την κατακρήμνιση του κατάδικου από υψηλό βράχο, στη Ρώμη από την Ταρπηία πέτρα.

2) Η furca (φούρκα). Η στήριγξ, στην ελληνική γλώσσα, ήταν τριγωνική σύνθεση τριών ξύλων, βρισκόταν συνήθως στα αγροκτήματα και χρησίμευε για τη στήριξη του άξονα των τροχοφόρων, όταν δεν ήταν ζεμένα στα ζώα. Το απλό και αθώο αυτό αγροτικό αντικείμενο, λόγω του ότι ήταν πρόχειρο και άφθονο στην ύπαιθρο, χρησίμευε σαν μέσο τιμωρίας των δούλων, που όμως στην αρχή δεν έφτανε μέχρι τη θανάτωση. Δεν ήταν θανατική, αλλά μόνο διαπομπευτική, χλευαστική, ατιμωτική ή απλώς πειθαρχική ποινή που εφαρμοζόταν στους δούλους. Τους ξεγύμνωναν, πάνω στον τράχηλό τους τοποθετούσαν την πάνω γωνία της furca, στους δυο πλάγιους δοκούς έδενε με σχοινί ο ραβδούχος (lictor) τα μπράτσα του δούλου, έτσι ώστε η υποτείνουσα του τριγώνου να είναι προς τα εμπρός. Έτσι το θύμα, σκύβοντας από το βάρος της, διαπομπευόταν εκτεθειμένος σε γέλια και χλευασμούς, «καλείτο δε furcifer» (Πλούταρχος, Γάιος Μάρκιος Κοριολανός, 24). Αυτή η τιμωρία θεωρείτο πολύ εξευτελιστική, επειδή στερούσε από αυτόν που τιμωρείτο κάθε τιμή και εμπιστοσύνη.

Αργότερα, για να αυξηθεί η ατίμωση, η ad furcam damnatio συνδυάστηκε με ραβδισμούς (virgis verberatio), οι οποίοι, σε ηλικία πέρα από την εφηβική, θεωρούνταν πολύ προσβλητικοί και ατιμωτικοί. Για ακόμα μεγαλύτερη αύξηση της ατίμωσης συνδυάστηκε με μαστίγωση (verberatio, flagellatio), η οποία, όταν οι δούλοι είχαν υποπέσει σε θανάσιμο έγκλημα, συνεχιζόταν μέχρι θανάτωσης.3) Το patibulum (πατίμπουλουμ). Όσο πρόχειρη ήταν η furca στην ύπαιθρο, τόσο πρόχειρο ήταν στις πόλεις το patibulum. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα patere (είναι ανοικτό) και δηλώνει κατά αντίφραση (a non patendo, είναι στο μη ανοικτό), το κλείστρο, αυτό που στην ύπαιθρο χρησιμοποιείται με την ονομασία μάνταλο, το επίμηκες ξύλο με το οποίο οι αρχαίοι Ρωμαίοι και μερικοί από τους ανατολικούς λαούς ασφάλιζαν εσωτερικά τις πόρτες σε όλο το μήκος τους. Αυτό ή παρόμοιο ξύλο τοποθετούσαν στη ράχη του θύματος και τα τεντωμένα μπράτσα του έδεναν στα άκρα από τη μια και την άλλη μεριά. Το θύμα κάτω από το βάρος του patibulum κι ενώ μαστιγωνόταν, περιφερόταν δια μέσου του όχλου, εκτεθειμένο στη χλεύη, την περιφρόνηση και τον εξευτελισμό. Συνήθως το θύμα υπέκυπτε σύντομα στον βασανισμό αυτόν.Η σταύρωση

Το patibulum διαδέχτηκε σαν ποινή η ανάρτηση πάνω σε δένδρο, δηλαδή ο πιο αρχαίος τύπος σταύρωσης. Σκοπός της σταύρωσης ήταν ο συνδυασμός όσο το δυνατόν πιο σφοδρών πόνων με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εξευτελισμό.

Σαν θανατική ποινή η σταύρωση επιβαλλόταν:

α) Από τα ιεροδικαστήρια στους ιερόσυλους, σε αυτούς δηλαδή που πρόσβαλλαν κάποια θεότητα. Η ποινή στην περίπτωση αυτή είχε εξιλαστήριο χαρακτήρα.

β) Σ’ αυτούς που πρόσβαλλαν με ανόσια συνουσία την τιμή των Εστιάδων, των αφιερωμένων δηλαδή στη θεά Εστία παρθένων. Αυτοί καταδικάζονταν σε θάνατο ή με μαστίγωση βρισκόμενοι κάτω από τη furca, ή με σταύρωση, οι δε παρθένες θάβονταν ζωντανές.

γ) Στους δούλους. Πριν από την εποχή των αυτοκρατόρων, ρωμαϊκή νομοθεσία επέβαλλε την ποινή της σταύρωσης μόνο στους δούλους. Η σκληρότητα πάνω τους ήταν παροιμιώδης. Σαν επίταση της μαστίγωσης προστέθηκε η στίξη γραμμάτων με πυρακτωμένο σίδερο στο μέτωπο των δούλων (literati).

δ) Σε αυτούς που συνέτασσαν, υπεξαιρούσαν, αντικαθιστούσαν ή παραβίαζαν διαθήκες και σε όσους χρησιμοποιούσαν πλαστές σφραγίδες.

ε) Στις γυναίκες που ατιμάζονταν κι εκπαρθενεύονταν και στους κίναιδους άνδρες.

στ) Στους υπαίτιους για το θάνατο γυναίκας από έκτρωση ή από πόση φίλτρου και γενικά στους μάγους και συνεργούς μαγείας.

ζ) Σ’ αυτούς που παραβίαζαν τα ιερά και τα όσια κάποιου ή αποκάλυπταν απόρρητα για δυσφήμιση, βλάβη ή εκβιασμό.

η) Στους ένοχους έσχατης προδοσίας για εγκλήματα που στρέφονταν κατά της αυτοκρατορικής ιδιότητας και εξουσίας.

θ) Στους πιο διάσημους ληστές. Οι άσημοι θανατώνονταν με αποκεφαλισμό με πέλεκυ.

ι) Στους στρατιώτες, σε περίπτωση βαριάς αμέλειας στην εκτέλεση των καθηκόντων τους.

ια) Στους εχθρούς που έπεφταν στα χέρια τους αιχμάλωτοι.

ιβ) Στους Ρωμαίους πολίτες που ήταν ένοχοι βαρύτατων εγκλημάτων, κυρίως από την εποχή των αυτοκρατόρων και μετά. Πρέπει να σημειωθεί ότι γενικά απαγορευόταν αυστηρά η δέσμευση, μαστίγωση και θανάτωση, και μάλιστα σταύρωση, Ρωμαίου πολίτη.

Η εξέλιξη του σχήματος του σταυρού και οι αντίστοιχοι τρόποι σταύρωσης

1) Ο αρχαιότερος σταυρός ήταν μονόκερως (simplex crux), ξύλο υψηλό κάθετα μπηγμένο στο έδαφος, συνήθως κορμός δένδρου. Όπου δεν υπήρχαν δένδρα, σε μέρη δημόσιας θέας που επιλέγονταν ειδικά για σταυρώσεις, στερέωναν στο έδαφος δοκούς.

Δυο ειδών σταυρώσεις πάνω σε μονόξυλο, του κυρίως «σταυρού», αναφέρονται:

α) Ο ανασκολοπισμός. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το αιχμηρό στην πάνω κορυφή του μονόξυλο (acuta crux) διατρυπούσε το υπογάστριο και τα εντόσθια του θύματος, με ισχυρά κτυπήματα με τον πέλεκυ διαπερνούσε τα σπλάγχνα και τη θωρακική κοιλότητα κι έβγαινε από τον θώρακα ή τη ράχη. Έπειτα στερεωνόταν στο έδαφος με τον ανασκολοπισμένο πάνω του.

β) Η ανασταύρωση. Η ανάρτηση και η πρόσδεση ή καθήλωση πάνω στον μονόξυλο σταυρό. Άλλοτε αυτόν που σταυρωνόταν τον κρεμούσαν νεκρό, αφού πρώτα είχε θανατωθεί με άλλον τρόπο, οπότε η ανασταύρωση ήταν αύξηση της ατίμωσης και αποσκοπούσε στον παραδειγματισμό των θεατών, άλλοτε πάλι το θύμα κρεμιόταν ζωντανό, για να πεθάνει στο σταυρό με «αργό θάνατο». Τέλος, το θύμα μπορούσε να κρεμαστεί στο σταυρό μόνο για να μαστιγωθεί, μετά το κατέβαζαν και το θανάτωναν με άλλον τρόπο.

2) Ο σύνθετος σταυρός σε σχήμα Τ (crux comissa). Αποτελείτο από ένα κάθετο ξύλο (staticulum) κι ένα οριζόντιο (antemna). Είναι μεταγενέστερη εξέλιξη του σχήματος του σταυρού. Το νέο αυτό σχήμα («ξύλο δίδυμο», «δίγλυφος δοκός») εμφανίζεται στην ακμή του Ρωμαϊκού κράτους, λίγο πριν την εποχή του Χριστού. Πάνω στον κυρίως σταυρό, δηλαδή στο κάθετο ξύλο (lignum, palus, crux) ανάρτησαν και προσάρμοσαν το patibulum, που ο καταδικασμένος πηγαίνοντας προς τον τόπο της σταύρωσης που ήταν έξω από την πόλη, το κουβαλούσε πάνω στους μαστιγωμένους ώμους του, έχοντας τα χέρια του σε έκταση δεμένα πάνω του από τη μια και την άλλη μεριά. Έτσι λοιπόν ο νέος αυτός τύπος του σταυρού σε σχήμα Τ ήταν η σύνθεση του crux και του patibulum (crux patibulata). Στο νέο αυτό σχήμα προσαρμόζεται νέος τρόπος σταύρωσης. Αυτός που κρεμιέται δεν προσδένεται, αλλά καθηλώνεται, δηλαδή καρφώνεται στο σταυρό. Πάνω στο οριζόντιο σκέλος απλώνονται τα χέρια του και στερεώνονται στα άκρα με ένα καρφί στο καθένα. Με τον ίδιο τρόπο καρφώνονται και τα πόδια στο κάθετο ξύλο, με ένα καρφί στο καθένα ή με ένα καρφί και στα δυο.

3) Άλλο σχήμα σταυρού είναι ο σταυρός Χ (crux decussata), ο λεγόμενος και Ανδρεανός (crux Andreana), γιατί σύμφωνα με την παράδοση, σε τέτοιο σταυρό υπέστη το σταυρικό μαρτύριο ο απόστολος Ανδρέας.

4) Σύνθετος σταυρός + (crux immissa). Πάνω στο σταυρό έπρεπε να υπάρχει αναρτημένη πινακίδα (titulus, δελτίο, αιτία, σανίδα), που ανέγραφε την κατηγορία που είχε σαν συνέπεια τη σταύρωση. Γι’ αυτό το λόγο κρίθηκε ότι το κάθετο σκέλος του σταυρού (stipes) έπρεπε να προεξέχει λίγο πάνω από το οριζόντιο. Έτσι προήλθε το νέο σχήμα του σταυρού (crux immissa), το οποίο έκτοτε επικράτησε και το οποίο εμείς σήμερα ονομάζουμε «σταυρό» στην κυριολεξία, και από αυτόν σχηματίσαμε τις λέξεις «διασταυρώνω» και «διασταύρωση». Το σχήμα αυτό είναι το πιο πιθανό να είχε ο σταυρός του Χριστού.

Περιγραφή της σταύρωσης

Μετά την εξαγγελία από τη ρωμαϊκή αρχή της διοικητικής ή δικαστικής απόφασης για σταύρωση, που γινόταν με διαταγή («ibis in crucem») που απευθυνόταν προς τον κατηγορούμενο, ακολουθούσε η μαστίγωση πριν από τη σταύρωση (verberatio, flagellatio). Η μαστίγωση ή φραγγέλωση εφαρμοζόταν από τους Ρωμαίους σαν αυτοτελής ποινή, σαν ανακριτικό μέσο για εκβιασμό απάντησης ή ομολογίας και σαν αιματηρή εισαγωγή στη σταύρωση. Σαν προοίμιο της φρικτής τραγωδίας καθιερώθηκε από τον Πόρκιο Νόμο (lex Porcia). Ο καταδικασμένος ξεγυμνωνόταν και μαστιγωνόταν δεμένος σε χαμηλή στήλη ή σε πάσσαλο ή στο δοκό (patibulum). Η μαστίγωση γινόταν συνήθως από δούλους, οι οποίοι χρησιμοποιούνταν συνήθως σαν εκτελεστικά όργανα της σταύρωσης κάτω από τη εποπτεία ενός ραβδούχου σαν δημίου. Η φραγγέλωση ήταν σκληρή και επώδυνη. Με τα πρώτα κιόλας πλήγματα η ράχη κοκκίνιζε από το αίμα που ανάβλυζε από τις σάρκες. Η διατάραξη που επερχόταν στην κυκλοφορία του αίματος και την ισορροπία του οργανισμού, η δοκιμασία της καρδιάς και του νευρικού συστήματος ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πολλές φορές ο καταδικασμένος υπέκυπτε στη μαστίγωση.

Μετά τη μαστίγωση ακολουθούσε πορεία διαπόμπευσης. Οδηγούσαν τον κατάδικο στον τόπο της εκτέλεσης μέσα από τους δρόμους της πόλης υπό συνεχή και πάλι μαστιγώματα και κτυπήματα της πληγωμένης του πλάτης με αιχμηρές ράβδους. Κάτω από τα χλευαστικά σχόλια του όχλου, έφερε ο ίδιος είτε ολόκληρο το σταυρό, είτε το οριζόντιο σκέλος του , στο οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του.

Από τον τράχηλο του κατάδικου ήταν κρεμασμένη κι έπεφτε στο στήθος του η επιγραφή (δελτίο, σανίδα, αιτία, τίτλος, titulus), που ανέγραφε το έγκλημά του, για προφύλαξη ή προειδοποίηση των θεατών από τις συνέπειες παρόμοιου εγκλήματος.

Όταν η αποτροπιαστική πομπή έφτανε στον τόπο της σταύρωσης, είχε ήδη στηθεί το ικρίωμα, σπανιότερα μπηγόταν εκείνη την ώρα στο έδαφος το κάθετο ξύλο, που αποτελείτο είτε από ακατέργαστο κορμό δένδρου, είτε από κατεργασμένο (ιστός). Στη συνέχεια ανύψωναν το θύμα μαζί με το patibulum πάνω στο κάθετο ξύλο με τη βοήθεια σχοινιών, σταθεροποιούσαν τα δύο ξύλα και κάρφωναν τα χέρια και τα πόδια του (καθήλωση ή προσήλωση). Για να αποφύγουν το ενδεχόμενο της απόσχισης των καθηλωμένων άκρων, λόγω των σπασμών του σώματος από τους πόνους, μερικές φορές τα έδεναν και με σχοινιά. Για τον ίδιο λόγο παρέστη ανάγκη να σφηνώσουν μικρό πάσσαλο (cornu, κέρας, sedile, σκαλμός, πήγμα) στη μέση του κάθετου ξύλου, μεταξύ των μηρών του σταυρωμένου, για να μπορεί αυτός να στηρίζεται, ιππεύοντας πάνω στο στήριγμα αυτό. Το υποπόδιο (suppedaneum), στο οποίο υποτίθεται ότι καρφώνονταν τα πόδια, είναι μεταγενέστερη επινόηση αυτών που απεικονίζουν τη σταύρωση, που οφειλόταν στο ότι, επειδή το sedile δεν μπορούσε να ζωγραφιστεί, κάτι έπρεπε να φαίνεται ότι στηρίζει το σώμα. Η εικονογραφία λοιπόν δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα.

Οι πόνοι του σταυρού ήταν φοβεροί. Η βεβιασμένη και μόνο στάση του σώματος, χωρίς τη δυνατότητα αλλαγής θέσης, συνεπαγόταν φρικτούς πόνους. Η ματωμένη και, από τις πληγές που προκάλεσε η μαστίγωση, ανοιχτή πλάτη, τα διάτρητα σε έκταση άκρα, η στενοχώρια των σπλάγχνων, η εναλλαγή φλόγωσης και κρύας εφίδρωσης, οι σπασμοί της ακινησίας, η ανωμαλία της κυκλοφορίας του αίματος επέτειναν τη δριμύτητα των πόνων. Τα καρφωμένα άκρα ήταν πιο ευαίσθητα, γιατί έφεραν το βάρος όλου του σώματος, το οποίο είχε συσπάσεις από το φρικτό πόνο. Ακολουθούσαν καρδιολογικές επιπλοκές. Ο ισχυρός πυρετός που εισέβαλλε και η δίψα που κατάκαιγε επαύξανε την οδύνη. Το σώμα μελάνιαζε, τα νεύρα και οι μύες εξείχαν συσπασμένοι, οι φλέβες διογκώνονταν τα μάτια φλογισμένα πρόβαλλαν εξογκωμένα. Συμφορήσεις του εγκεφάλου, των πνευμόνων και της καρδιάς διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα σκέλη, μετά τους σπασμούς, τα καταλάμβανε ακαμψία, λόγω της αφύσικης θέσης του σώματος, η δύσπνοια μαρτυρούσε επιθανάτιο άγχος κι όμως ο θάνατος, ιδίως σε ισχυρές κράσεις, δεν ερχόταν γρήγορα. Στις περιπτώσεις αυτές ο θάνατος επισπευδόταν με τη σκελοκοπία (crurifragium), δηλαδή με θλάση των κνημών ή με πλήγματα κάτω από τις μασχάλες ή με διάτρηση του στήθους ή της πλευράς του σταυρωμένου με το δόρυ ή με στραγγαλισμό με τη χρήση σχοινιού ή με το κάψιμό του μαζί με το σταυρό. Αλλιώς ήταν δυνατό να παρατείνεται η ζωή για δυο και τρεις μέρες, παράταση που επέτεινε τη σκληρότητα της ποινής. Η κύρια αιτία επέλευσης του θανάτου ήταν η παρά φύση θέση του σώματος, η εξαιτίας αυτής διαταραχή της κυκλοφορίας του αίματος, οι τρομεροί πόνοι στο κεφάλι, η εξασθένηση της καρδιάς και τέλος η ακαμψία των σκελών.

Διατυπώσεις μετά τη σταύρωση

Ο ρωμαϊκός νόμος «De bonis damnatotum» εκχωρούσε στο δήμιο και στους εκτελεστές της σταύρωσης τα ρούχα του σταυρωμένου. Η ταφή απαγορευόταν για τους σταυρωμένους. Την παρείχαν μόνο στους έντιμους ανθρώπους. Οι σταυρωμένοι έμεναν κρεμασμένοι μέχρι να αποσυντεθούν και πολλές φορές γίνονταν βορά των ορνέων. Για να εμποδίζονται οι συγγενείς στην προσπάθειά τους να παρατείνουν τη ζωή του θύματος, με την ελπίδα της απονομής χάρης και της αποδέσμευσης από το σταυρό, ενώ ακόμα ο κατάδικος ήταν ζωντανός, υπήρχε φρουρά στρατιωτών για τη φύλαξή του. Στην Παλαιστίνη επέτρεψαν την αποκαθήλωση του Ιησού από σεβασμό στην τοπική γιορτή των Ιουδαίων και στην ειδική σχετική διάταξη του νόμου τους (Δευτερονόμιο 12:13, Ιώσηπος ΙΙΙ, 4,5,2), σύμφωνα με την πολιτική της Ρώμης απέναντι στους υποτελείς λαούς.

Επίλογος

Το παιδί του Θεού που έχει δεχθεί με πίστη τη θυσία του Υιού Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, ευγνωμονεί με ακόμα μεγαλύτερη ζέση το Σωτήρα του, διαβάζοντας αυτό το μικρό πόνημα. Το μυαλό τρέχει σε εκείνες τις ατέλειωτες ώρες του μαρτυρίου, τότε που «αυτός τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας, η τιμωρία, που έφερε την ειρήνη μας, ήταν πάνω σ’ αυτόν και διαμέσου των πληγών του εμείς γιατρευτήκαμε» (Ησαΐας 53:5). Η καρδιά καταθέτει στα πόδια Του το αιώνιο «ευχαριστώ» της, καθώς πλέον «εξάλειψε το χειρόγραφο με τα διατάγματα που ήταν εναντίον μας, και το αφαίρεσε από το μέσον, καρφώνοντάς το επάνω στο σταυρό» (Κολοσ.2:14).

[1] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ. Αραπόπουλο.

[2] Μετάφραση από το εβραϊκό κείμενο, από τον Αθ. Χαστούπη.

[3] Μετάφραση από το αρχαίο κείμενο, από τον Κ। Αραπόπουλο.


πηγή

Οδοιπορικό στην Αγία Γη


Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Ο ερωτικός πόθος στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη

apple

Με αφορμή το αποψινό τροπάριο που έγραψε η αγία Κασσιανή μοιράζομαι τα ερωτικάτου Παπαδιαμάντη Οι «ευσεβείς» μπορεί και να σκανδαλιστούν οι «ψαγμένοι» όχι ας είναι …

Η νεαρά γυνή ήτο επί του εξώστου της οικίας, την οποίαν είχεν ενοικιάσει όπως δεχθή αυτήν ο σύζυγός της, πρεσβύτης πεντήκοντα και τριών ετών…

Αυτή είναι η νοσταλγός, το Λιαλιώ, σύζυγος του μπάρμπα Μοναχάκη, που τάχει παίξει με τον πρεσβύτη, ο οποίος όλο στον καφενέ περνούσε την ώρα του και την άφηνε πάντα μοναχή- και αστεία αστεία ξεκινάει με κωπηλάτη το νεαρό Μαθιό για μια γύρα μέσα στο λιμάνι, υπό το φως της Σελήνης.

Στη πραγματικότητα, μετά από ολίγες εβδομάδες εγγάμου βίου με τον πενηντάρη, νοσταλγεί αφόρητα το πατρικό της σπίτι, που βρίσκεται απέναντι, σε απόσταση δώδεκα μιλίων.

Όσο προχωράει η νυχτερινή βαρκάδα, αρχίζει δειλά δειλά το ερωτικό παιγνίδι του Μαθιού με τo Λιαλιώ:

Η Λιαλιώ επέμεινε να λάβη το έν εκ των κωπίων, και προκύψασα ολίγον ήρχισε να σείη με τας λευκάς χείρας της τον ένα εκ των σκαλμών, θέλουσα να τον μεταθέση προς το μέρος το εγγύτερον της πρύμνης. Αλλ’ ο νέος ανθίστατο, και αι χείρες των συαντήθησαν εις θερμήν επαφήν.

- Λες για τα δικά μου χέρια πως είναι τρυφερά; είπε μετά διακριτικού παραπόνου ο Μαθιός.

- Τότε, έρχεσαι να κάνουμε πανιά, καθώς λέγει και το τραγούδι; επρότεινε παιγνιωδώς η νεαρά γυνή.

- Με τι;

Και ακουσίως εκοίταξε το πάλλευκον κολόβιόν της.

Η Λιαλιώ εγέλασεν και ακούμβησεν εκ νέου εις την πρύμνην.

Στην αφήγηση ο Μαθιός είναι το alter ego του Παπαδιαμάντη. Δεκαοχτώ ετών, μόλις έχει εγκαταλείψει το γυμνάσιον και είναι προφανέστατα γοητευμένος, ησθάνετο γοητίαν άρρητον, καθώς κωπηλατούσε και είχε στη βάρκα τη νεαρά σύζυγο του πρεσβύτη Μοναχάκη. Η Λιαλιώ επίσης υφίστατο άγνωστον θέλγητρον, και τα βλέμματά των συνηντήθησαν. Και να που εσηκώθη, έκυψε χαριέντως, δια ταχείας χειρονομίας έβγαλε το λευκόν, πολύπτυχον κολόβιόν της, και το έτεινε προς τον Μαθιόν.

– Ετοίμασε συ το κατάρτι, είπεν.

Στο σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης σημειώνει:

Η Λιαλιώ έμεινε με το μεσοφούστανον, κοντόν έως τας κνήμας, λευκόν όσον και το κολόβιον, και με τας λευκάς περικνημίδας, υφ’ άς εμάντευέ τις τας τορνευτάς και κομψάς κνήμας, λευκοτέρας ακόμη. Έμεινε με τα κρίνα του λαιμού της ατελώς καλυπτόμενα από την πορφυράν μεταξωτήν τραχηλιάν της, κ’ εκάθισε συνεσταλμένη παρά την πρύμνην, βραχυσωμοτέρα ή όσον ήτο, με το μέτριον και χαρίεν ανάστημά της.

Και η αύρα είχε δυναμώσει, και το αυτοσχέδιον πανίον εφούσκωνε, και η βαρκούλα έτρεχε.

Και ο νεαρός απελεύθερος του γυμνασίου;

Ο Μαθιός εκάθισε δειλώς όχι πολύ πλησίον αυτής, από την άλλην μεριά της πρύμνης, και έβλεπε την θάλασσαν, δια να μη κοιτάζη παραπολύ την συνταξιδιώτην του και την φέρη εις αμηχανίαν.

Ήταν ερωτευμένος μαζί της. Μ’ έναν έρωτα απολύτως φυσικό, δηλαδή αποκλειστικά σωματικό:

Ο νέος, ως γείτων, είχε πληροφορηθή τα συμβαίνοντα και την ηγάπησε κρυφά. Η χάρις του λιγυρού αναστήματός της δεν εξηλείφετο από την άνευ μέσης περιβολήν την οποίαν εφόρει. Και τα κατσαρά, τα οποία εκόσμουν το ηδυπαθές μέτωπόν της, ήσαν φυσικά και όχι επίπλαστα. Η λάμψις των βαθέων και μαύρων οφθαλμών της έκαιεν αμαυρά, υπό τας καμαρωτάς οφρύς, και τα τα πορφυρά χείλη της ερόδιζον επί της ωχράς και διαυγούς χροιάς των παρειών της, αίτινες εβάφοντο μ’ ελαφρόν ερύθημα εις τον παραμικρόν κόπον ή εις την ελαχίστην συγκίνησιν. Αλλά το λεπτόν και ήρεμον πυρ των οφθαλμών της έκαιε την καρδίαν του νέου.

Μετ΄ ου πολύ (που λέμε) αντιλαμβάνονται ότι τους κυνηγάνε. Η Λιαλιώ παίρνει τις αποφάσεις, εξετάζει όλες τις εναλλακτικές που υπάρχουν. Ο διάλογος παίρνει ξαφνικά την εξής απροσδόκητη εξέλιξη:

- Να μη μας πιάσουν μοναχά, επέφερεν εκείνη. Δε με μέλει τι θα πη ο κόσμος, να! ούτε τόσο δα, καρφί δε μου καίεται! Ημείς να είμαστε αθώοι, και άφησε τους ανόητους να μας κατηγορούν!

Ο νέος έκυψε περιπαθώς και της εφίλησε τα άκρα των δακτύλων της χειρός της, σκεπτόμενος ότι ήτο αθώος, ναι, όπως πολλοί οίτινες κατεδικάσθησαν αδίκως, ως λέγει η Ιστορία, εις τον επί της πυράς βραδύ θάνατον. Εκείνη προσέθεσεν αυστηρώς:

- Αν ήθελα να κάμω τον έρωτα, το σιγουρότερο θα ήτον να μείνω σιμά στον μπάρμπα- Μοναχάκη. Απόδειξις ότι δεν θέλω, είναι ότι εκίνησα να πάω πίσω εις τους γονείς μου. Οι γονείς μου δε θα μπορούν νε με σκεπάσουν, αν το κάμω, ο μπάρμπα- Μοναχάκης θα μ’ εσκέπαζε, και πολύ.

Ο αναγνώστης μένει άναυδος, μαζί με το Μαθιό, ο οποίος ευλόγως υποθέτει ότι η Λιαλιώ έχει κάποιον εραστή στο πατρικό της χωριό και γι’ αυτό επειγόταν να ταξιδέψει ως εκεί.

- Δεν του φεύγω, γυρίζω στην πατρίδα μου, πάω να ‘βρω τους γονείς μου… Ανίσως ο μπάρμπα –Μοναχάκης έρθη στην πατρίδα να μ’ εύρη, καλώς να ‘ρθη! Ξέρει πολύ καλά πως δεν είμαι ικανή να προδώσω την τιμή του. Μα ξέρει και τούτο, πως δε μπορώ να ζήσω στα ξένα.

Και το ανεπανάληπτο φινάλε, όταν μετά από αγωνιώδη καταδίωξη των φυγάδων ο μπάρμπα- Μοναχάκης τους πλησιάζει, καθώς έχουν ήδη αποβιβαστεί στο πατρικό νησί της νοσταλγού:

Αίφνης, η φωνή του μπάρμπα – Μοναχάκη, όστις εφαίνετο ορθός, εις το φως της σελήνης, παρά την πλώραν της σκαμπαβίας, ηκούσθη εν τη σιγή της νυκτός:

- Λιαλιώ! ε! Λιαλιώ!

Η Λιαλιώ εστάθη σύννους, κάτω νεύουσα την κεφαλήν, και είτα κράξασα απήντησεν:

- Ορίστε, μπάρμπα- Μοναχάκη!

- Θέλεις να πας στους γονείς σου, ψυχίτσα μου; Καλά θα κάμης! Καρτέρει να ‘ρθω κ’ εγώ, να σε συνοδεύσω ως εκεί, μήπως κακοπαθήσης στο δρόμο μοναχή σου, αγάπη μου!

- Καλώς να ‘ρθης μπάρμπα – Μοναχάκη! απήντησεν ανενδοιάστως το Λιαλιώ.

Ο νέος ίστατο εντροπαλός πλησίον της, κοιτάζων αυτήν, έμφοβος και μη εννοών.

- Σύρε στο καλό, με τη σκαμπαβία, Μαθιέ μου π’λάκι μου, του είπε με τόνον ειλικρινούς συγκινήσεως το Λιαλιώ’ κρίμας που είμαι μεγαλύτερη στα χρόνια από σένα’ αν πέθαινε ο μπάρμπα – Μοναχάκης θα σ’ έπαιρνα.

Η εικοσιπεντάχρονη Λιαλιώ είναι μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες γυναίκες του Παπαδιαμάντη. Και οι ξαφνιαστικές και πολυσήμαντες γυναίκες στο έργο του Παπαδιαμάντη είναι πολλές.

*

Η νοσταλγός δημοσιεύτηκε στα 1894, όταν ο Παπαδιαμάντης ήταν πια σαράντα τριών ετών, σε πλήρη συγγραφική ωριμότητα. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε δημοσιευτεί ένα από πλέον χαρακτηριστικά αυτοβιογραφικά του διηγήματα, το ολόγυρα στη λίμνη. Εκεί ο αφηγητής θυμάται όσα είδε και βίωσε στα δεκατέσσερα χρόνια του. Η αφήγηση πλέκεται αριστουργηματικά γύρω από ένα ναυπηγείο, τη θάλασσα, μια λίμνη και δυο ακόμα πρόσωπα: τον παιδικό φίλο Χριστοδουλή και τον προεφηβικό έρωτα (και των δυο τους) τη νεαρή, λίγο μεγαλύτερη από αυτούς, Πολύμνια. Η Πολύμνια γίνεται αντικείμενο ερωτικού πόθου, όπως πάντα στον Παπαδιαμάντη, επειδή είναι όμορφη και έχει ωραίο κορμί:

Οποίον λεπτοφυές σώμα εσκέπαζεν η λινομέταξος ορφνή εσθής! Πως διεγράφετο αρμονικώς η μορφή της με χνοώδη πάλλευκον χρώτα και τα ερυθρά μήλα των παρειών, με τον μελίχρυσον λαιμόν και με το ελαφρώς κολπούμενον στήθος της! Η ξανθοπλόκαμος κόμη ατημέλητος ολίγον, ως να εβιάσθη να καλλωπισθεί δια να εξέλθη και απολάυση την θαλασσίαν αύραν και τον τερπνόν της αμμουδιάς περίπατον, αερίζετο από την πνοήν του Βορρά, και το όμμα της, με τα μακρά ματόκλαδα, ως πτεροφόρος οιστός, σ’ εσαΐτευε γλυκά εις την καρδίαν. Ενθυμείσαι! Οποίον αίσθημα εδοκίμασες τότε, και πώς, δεκατετραετής μόλις, ηρωτεύθης ήδη;

Ο μεγάλος κοσμοκαλόγερος είχε μπει από μικρός στα βάσανα του έρωτα. Του ανεκπλήρωτου έρωτα, φυσικά. Γιατί κι αν η φιλία με το Χριστοδουλή εχάλασε, ουδέν προέκυψε με την Πολύμνια, ούτε για τον έναν ούτε για τον άλλον:

Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο δια σε ή δι’ εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλυτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναται τις να γίνει ανήρ χωρίς ν’ αγαπήσει δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν’ απατηθή;

Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ, ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινεν ναυτικός περίφημος, αλλ’ από ετών δεν ήκουσες τι περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν, καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

Θέλει να πει: ουδέν πράττεις εις τα ερωτικά.

Ουδέν κακόν αμιγές καλού, τελικά. Η απραξία αυτή ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στον Παπαδιαμάντη να γράψει μερικά από τα καλύτερα διηγήματά του. Ας δούμε πως ιστορείται ο ανεκπλήρωτος ερωτικός πόθος σε μερικά ακόμα.

*

Το ώχ! βασανάκια, δημοσιευμένο στα 1894, είναι ένα από τα κομψότερα και τα πιο ερωτικά διηγήματα του αγίου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Με επίκεντρο το σχολείο αρρένων της εποχής, πρωταγωνιστεί ο πρώιμος ίμερος των μαθητών της τρίτης τάξης για τα συνομήλικά τους κοριτσόπουλα, που συγκεντρώνονται σε μια ταράτσα απέναντι.

Ο εις εκ των μαθητών της Γ’ τάξεως, υψηλός, οστεώδης, με ζωηρόν βλέμμα, φαινόμενος να είναι τουλάχιστον δεκαεξαέτης, δεν απέσπα το βλέμμα του από την ταράτσαν εκείνην, την υψηλήν. Έως τότε ψυχή δεν εφαίνετο επάνω εις την ταράτσαν, αλλά μετ’ ολίγον ωραίον κοράσιον, δεκατεσσάρων ετών, με τα ξανθά μαλλιά ξέπλακα εφάνη επί της ταράτσας. Κατόπιν άλλο της αυτής ηλικίας, επίσης με ξανθά μαλλιά, και εν άλλο με μαύρα μαλλιά. Ο μαθητής τότε εκείνος, όστις έπασχε φαίνεται, από πρώιμον έρωτα, ηκούσθη να ψθυρίζει:

- Άχ! βασανάκια, βασανάκια!

Καθώς οι μαθητές της τρίτης μπαίνουν παρά τη θέλησή τους στη τάξη, η παρέα των κοριτσιών της ταράτσας μεγαλώνει:

Η μικρά αγέλη ηύξησε ταχέως, και θα ήσαν όλα δεκαπέντε έως δεκαοκτώ κοράσια, επάνω εις την ταράτσαν. Ήσαν πρώτον το Μαριώ και το Λενιώ και το Κατερινιώ, τα τρία κοράσια της οικίας. Είτα είχον έλθει από την πρώτην γειτονικήν οικίαν το Ξενιώ και η Κούμπω, δύο ωραίαι μελαχροιναί αδελφαί, η μία δεκατεσσάρων και η άλλη δώδεκα ετών. Μετ’ αυτάς ήλθαν το Φωλιώ το Βελισάρικο και το Μαχώ το Πορταρίτικο, από δύο άλλας παρακειμένας οικίας. Κατόπιν ήλθαν το Κατινιώ, η παπαδοπούλα, και η Ευανθία, η καπετανοπούλα, από την οικίαν της εξαδέλφης των, της Μαχώς, όπου ευρίσκοντο’ ύστερον ήλθαν το Τσιτώ το Ραφτί, και το Ασπασώ το Παναδί, και η Σοφούλα το Μπακιρί, και τελευταίαι ήλθαν η Μόρφω, η Σερετούλα και το Κυρατσώ και το Ασμινιώ, αι αδελφαί της, και προσετέθησαν εις τας άλλας. Όλαι ή σχεδόν όλαι ήσαν ωραία κοράσια με γαλανά όμματα, με μαύρα όμματα, με βαθέα και αμαυρά και οινωπά όμματα, με λευκόν χρώτα, με μελίχρυσον και χνοάζοντα χρώτα, με μαύρους και ούλους βοστρύχους, με μακρούς και ξανθούς και καστανούς πλοκάμους, με ελαφρά βαθουλώματα περί τας κόγχας των οφθαλμών, με ωραία λεπτά ρόδινα ή αβρά και κοράλλινα χείλη, με κυανιζούσας φλέβας, με χαρίεντας λακκίσκους και γελασίνους υπό τας παρειάς, με αναστήματα νεοφύτων κυπαρίσσων, με λεπτά τουλουπάνια, με λεπτά και διαφανή αλέμια περί την κεφαλήν, με κοντά φουστανάκια, με λευκάς περικνημίδας, και με συρτάς εμβάδας.

Ο σεμνός αλλά ολοφάνερα ασπαίρων ερωτικός πόθος (ο ίμερος) που αποπνέουν αυτές οι αριστουργηματικές αράδες δεν υστερεί καθόλου σε ένταση, αν τον συγκρίνουμε με εκείνον σε άλλες, πολύ πιο τολμηρές λογοτεχνικές περιγραφές της ελληνικής λογοτεχνίας!

Και τα δύστυχα αγόρια; Τι απόγινε μ’ αυτά;

Η αγέλη των μαθητών αντίκρυσε την αγέλη των κορασίων, και τα βλέμματα έβαλον κατ’ ευθείαν προς το προαύλιον της μεγάλης οικίας με την ταράτσαν, και οι πόδες ηρνούντο να βαδίζωσι προς άλλην διεύθυνσιν.

Τη λύση στο αδιέξοδο δίνει η επίθεση μιας γριάς μάγισσας, της Βότσαινας, στα κορίτσια. Τα αγόρια σπεύδουν να τα προστατεύσουν, μη γνωρίζοντας ότι τα πραγματικά μάγια βρίσκονται αλλού – και δε λύνονται παρά μόνο με το θάνατο.

*

Τα χρόνια περνούν, φτάνουμε στα 1900. Ο Παπαδιαμάντης είναι σχεδόν πενήντα χρονών. Ο ήρωάς του στο όνειρο στο κύμα, τριάντα. Αφηγείται αυτά που του συνέβησαν με τη Μοσχούλα, στα είκοσί του, όταν ήταν ακόμα τσοπανάκος. Μια νύχτα με φεγγάρι κατέβασε το κοπάδι του στο γιαλό και μετά βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς είναι έτοιμος να φύγει…

…την στιγμήν εκείνην, ενώ έκαμα το πρώτον βήμα, ακούω σφοδρόν πλατάγισμα ρις την θάλασσαν, ως σώματος πίπτοντος εις το κύμα. Ο κρότος ήρχετο δεξιόθεν, από το μέρος του άντρου του κογχυλοστρώτου και νυμφοστολίστου, όπου ήξευρα, ότι ενίοτε κατήρχετο η Μοσχούλα, η ανεψιά του κυρ Μόσχου, κ’ ελούετο εις την θάλασσαν. Δεν θα ερριψοκινδύνευα να έλθω τόσον σιμά εις τα σύνορά της, εγώ ο σατυρίσκος του βουνού, να λουσθώ, εάν ήξευρα ότι εσυνήθιζε να λούεται και την νύκτα με το φως της σελήνης. Εγνώριζα ότι το πρωί, άμα τη ανατολή του ηλίου, συνήθως ελούετο.

Έκαμα δυο-τρία βήαμτα χωρίς τον ελάχιστον θόρυβον, ανερριχήθην εις τα άνω, έκυψα με άκραν προφύλαξιν προς το μέρος του άντρου, καλυπτόμενος όπισθεν ενός σχοίνου και σκεπόμενος από την κορυφήν του βράχου, κει είδα πράγματι ότι η Μοσχούλα είχε πέσει αρτίως εις το κύμα γυμνή, κ’ ελούετο…

Έλα Παναγιά μαζί μας… Εδώ, ο πανέξυπνος τεχνίτης της γραφής καταναλώνει κάμποσες παραγράφους όπου ο ήρωας προβληματίζεται πως θα φύγει αποκεί χωρίς να γίνει αντιληπτός. Και όταν η αδημονία του αναγνώστη έχει πλέον κορυφωθεί (στα 1900 είμαστε, μη το ξεχνάμε!) έρχεται η περιγραφή της γυμνής Μοσχούλας, που κολυμπάει στο φεγγαρόφωτο:

Εντοσούτω όσο αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλι σιγά σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων’ έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεάνιδα.

Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχενμ απομακρυνθεί ως πέντε οργυυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας τας αύρας και τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα’ ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναύς μαγική, η ναύς των ονείρων…

Αλλά αυτά δεν είναι αρκετά! Για πρώτη ίσως (όχι όμως και τελευταία, σε διήγημα) φορά ο Παπαδιαμάντης περιγράφει σωματική επαφή με το αντικείμενο του πόθου, καθώς η Μοσχούλα κινδυνεύει να πνιγεί και ο νεαρός βοσκός βουτάει για να τη σώσει. Έπειδή υπάρχουν κάποια όρια που ο Παπαδιαμάντης δεν θέλει ή δε μπορεί να υπερβεί, η περιγραφή είναι εξαιρετικά λιτή:

Την ετίναξα με σφοδρόν κίνημα, αυθορμήτως, δια να δυνηθή ν’ αναπνεύση, την έκαμα να στηριχθή επί της πλάτης μου, και έλευσα, με την χείραν την δεξιάν και με τους δύο πόδας, έπλευσα ισχυρώς προς την ξηράν. Αι δυνάμεις μου επολλαπλασιάζοντο θαυμασίως.

Ησθάνθην ότι προσεκολλάτο το πλάσμα επάνω μου’ ήθελε την ζωήν της’ ω! ας έζη, και ας ήτον ευτυχής. Κανείς ιδιοτελής λογισμός δεν υπήρχεν την στιγμήν εκείνην εις το πνεύμα μου. Η καρδία μου ήτο πλήρης αυτοθυσίας και αφιλοκερδείας. Ποτέ δεν θα εζήτουν αμοιβήν!

Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία. Και οπόσον διέφερεν από όλας τας ιδιοτελείς περιπτύξεις, από όλας τας λυκοφιλίας και τους κυνέρωτας η εκλεκτή, η αιθέριος εκείνη επαφή! Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν μου ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατόρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον όνειρόν του…

*

Δεν τελειώνουν εδώ οι ερωτικές αναφορές στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Με μια πρόχειρη αναδίφηση μπορεί κανείς να αναφέρει ακόμα τα αμαρτίας φάντασμα (1900) και τη Φαρμακολύτρια (1900). Δε κάναμε καθόλου λόγο για όσα ασχολούνται με απλώς ανεκπλήρωτους έρωτες, όπως τα ο έρωτας στα χιόνια (1896), έρως – ήρως (1897) ή ακόμα και εκπληρωμένους, αλλά χωρίς έντονη την παρουσία του ιμερικού στοιχείου, όπως ο πανδρολόγος (1902) το καμίνι (1907) ή την αγάπη στο γκρεμό (1913)

Επιφυλασσόμενος να επανέλθω, καιρού επιτρέποντος, στον ερωτικό Παπαδιαμάντη, θέμα το οποίο δεν εξαντλείται εύκολα, υπενθυμίζω ένα μυθιστόρημα το οποίο βρίθει από έρωτα και πάθος: τους εμπόρους των εθνών (1882) σ’ αυτόν το σύνδεσμο: http://panosz.wordpress.com/2008/01/21/papadiamandis/

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Κυριακὴ τῶν Βαΐων


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))



Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων στεκόμαστε μὲ δέος καὶ θαυμασμὸ μπροστὰ σ’ αὐτὸ ποὺ συνέβη, στὸ πῶς οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μπόρεσαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, γιατί τὸν συνάντησαν μὲ τὴν φαντασία ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ἔνδοξος βασιλιὰς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἐξουσία τώρα μὲ κάθε ἰσχύ, νὰ ἐπικρατήσει καὶ νὰ καταρρίψει τοὺς ἀλλόθρησκους, τοὺς Ρωμαίους ποὺ εἶχαν κατακτήσει τὴν χώρα τους, καὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπανιδρύσει ἕνα Βασίλειο, ἕνα ἐπὶ γῆς βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ξέρουμε ὅτι Ἐκεῖνος δὲν ἦρθε γι’ αὐτό, ἦρθε γιὰ νὰ ἱδρύσει ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ ἔχει τέλος, ἕνα βασίλειο αἰώνιο, ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ εἶναι ἀνοιχτὸ σ’ ἕνα ἔθνος, ἀλλὰ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἕνα βασίλειο ποὺ θὰ βασιζόταν στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Μ. Ἑβδομάδα εἶναι ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος μία περίοδος τρομερῆς σύγχυσης. Οἱ Ἰουδαῖοι συναντοῦν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐπειδὴ περιμένουν ἀπὸ Ἐκεῖνον ἕναν θριαμβευτὴ στρατιωτικὸ ἡγέτη, ἀλλὰ Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει γιὰ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του, νὰ δώσει τὴν ζωή Του γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ὄχι γιὰ νὰ κατακτήσει μὲ βία καὶ δύναμη. Κι αὐτοί, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ Τὸν πλησίαζαν φωνάζοντας « Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυὶδ» σὲ λίγες μέρες θὰ φωνάξουν «Σταυρωθήτω, σταυρωθήτω» ἐπειδὴ πρόδωσε τὶς προσδοκίες τους. Αὐτοὶ προσδοκοῦσαν ἕναν ἐπίγειο νικητὴ καὶ αὐτὸς ποὺ βλέπουν εἶναι ἕνας νικημένος βασιλιάς. Τὸν μισοῦν γιὰ τὴν ματαίωση ὅλων τῶν ἐλπίδων τους.

Αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο ξένο γιὰ μᾶς στὶς μέρες μας. Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπομακρύνονται μὲ ἔχθρα ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιατί τοὺς ἀπογοήτευσε στὴν μία ἢ στὴν ἄλλη ἐλπίδα τους. Θυμᾶμαι μία γυναίκα ποὺ ἦταν πιστὴ ὅλη τὴν ζωή της, καὶ ὅταν ὁ ἐγγονὸς της πέθανε- ἕνα μικρὸ ἀγόρι- μοῦ εἶπε: «Δὲν πιστεύω πιὰ στὸν Θεὸ· πῶς μπόρεσε νὰ μοῦ πάρει τὸν ἐγγονό μου;». Κι ἐγὼ τῆς εἶπα: «Ἄλλα πιστεύατε, ἐνῶ πέθαιναν χιλιάδες, μυριάδες ἄνθρωποι…» Μὲ κοίταξε καὶ μοῦ εἶπε: «Μὰ γιατί ἔγινε αὐτὸ σὲ μένα; Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει, αὐτὰ δὲν ἦταν παιδιά μου».

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει καὶ σὲ μᾶς σὲ μικρότερο βαθμὸ τόσο συχνὰ ποὺ ἀμφιταλαντευόμαστε στὴν πίστη μας, στὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό, ὅταν κάτι ποὺ περιμένουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον νὰ κάνει γιά μᾶς, δὲν γίνεται, ὅταν Ἐκεῖνος δὲν γίνεται ὁ Ὑπάκουος ὑπηρέτης μας, κι ὅταν προβάλλουμε τὴν ἐπιθυμία μας, Ἐκεῖνος δὲν λέει «Ἀμὴν» καὶ δὲν τὴν πραγματοποιεῖ. Ἄρα δὲν εἴμαστε τόσο ξένοι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συνάντησαν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετὰ στράφηκαν μακριά Του.

Καὶ τώρα, μπαίνουμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα. Πῶς ἀντικρίζουμε αὐτὰ τὰ γεγονότα; Νομίζω πὼς ὀφείλουμε νὰ μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα ὄχι σὰν θεατές, ὄχι ἁπλὰ διαβάζοντας τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νὰ μποῦμε σὰν νὰ εἴμαστε μέτοχοι τῶν γεγονότων, ἀλήθεια, διαβάζουμε γι’ αὐτά, ἀλλὰ θάπρεπε νὰ μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος ποὺ περιβάλλει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας: «ποῦ βρίσκομαι μέσα σ΄αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ λένε: «Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυίδ»; Εἶμαι μήπως ἀπ’ τοὺς περιθωριακοὺς ποὺ κραυγάζουν «Σταύρωσον αὐτόν»; Εἶμαι κάποιος ἀπ’ τοὺς μαθητὲς ποὺ πίστευαν μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἔσχατος κίνδυνος φάνηκε νὰ ἔρχεται; Θυμάστε ὅτι στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς εἶχαν ἐπιλεγεῖ γιὰ νὰ Τοῦ συμπαρασταθοῦν στὶς ὧρες τῆς ὑπέρτατης ἀγωνίας Του, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαναν, ἦταν κουρασμένοι, εἶχαν χάσει τὸ θάρρος τους κι ἀποκοιμήθηκαν. Τρεῖς φορὲς ἦρθε σ’ αὐτούς, τρεῖς φορὲς ἦταν μακρυά Του.

Δὲν συναντᾶμε τὸν Χριστὸ κάτω ἀπ’ τὶς ἴδιες συνθῆκες, ἀλλὰ συναντᾶμε τόσους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι σὲ ἀγωνία, ὄχι μόνο γιατί πεθαίνουν σωματικά, …κι αὐτὸ συμβαίνει σὲ φίλους, σὲ συγγενεῖς, σὲ ἀνθρώπους γύρω μας ποὺ ἀγωνιοῦν μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο. Εἴμαστε ζωντανοί, γεμάτοι ἐνδιαφέρον γι’ αὐτούς, ἕτοιμοι νὰ τοὺς βοηθήσουμε, στεκόμαστε δίπλα τους, ἢ ἀποκοιμιόμαστε, ποὺ σημαίνει ἀποσυρόμαστε, γυρνᾶμε τὴν πλάτη, τοὺς ἀφήνουμε σὲ ἀγωνία, στὸν φόβο, στὴν ἀθλιότητά τους; Καὶ δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὸν Ἰούδα, γιατί κανένας μας δὲν ἔχει πρόθεση νὰ προδώσει τὸν Χριστὸ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀλλὰ δὲν τὸν προδίδουμε ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὶς ἐντολές Του; Ὅταν λέει: «Σᾶς δίνω παράδειγμα, ν’ ἀκολουθήσετε..» κι ἐμεῖς κουνᾶμε τὰ κεφάλια μας καὶ λέμε: «Ὄχι θέλω μόνο ν’ ἀκολουθήσω τὶς ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς μου.» Ἂς σκεφτοῦμε τὸν Πέτρο, τὸν δυνατότερο, ἐκεῖνον ποὺ μποροῦσε νὰ μιλᾶ ἐκ μέρους τῶν ὑπολοίπων, ὅταν ἔφθασε νὰ ριψοκινδυνεύσει τὴ ζωή του, ἢ μᾶλλον ὄχι τὴν ζωή του, ἁπλὰ ν’ ἀπορριφθεῖ, γιατί κανεὶς δὲν θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει, ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τρεῖς φορές.

Ἐμεῖς τί κάνουμε, ὅταν ἔχουμε τέτοια πρόκληση, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ μᾶς κοροϊδέψουν, νὰ γελοιοποιθοῦμε, νὰ μᾶς ἀπομονώσουν φίλοι καὶ γνωστοὶ ποὺ σηκώνουν τοὺς ὤμους καὶ λένε: «Ἄ, Χριστιανός; Καὶ πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, πιστεύεις στὸ Εὐαγγέλιό Του, πιστεύεις ὅτι θὰ εἶναι στὸ πλάι σου; Πόσο συχνά…! Ὤ, ἂς μὴν ποῦμε: «Δὲν εἶμαι…» ἀλλὰ ἂς ποῦμε: «Ναί, εἶναι δόξα μου, κι ἂν θέλεις νὰ Τὸν σταυρώσεις, ἂν θέλεις νὰ Τὸν ἀπορρίψεις, ἀπόρριψε κι ἐμένα ἐπίσης ἐπειδὴ ἐπιλέγω νὰ σταθῶ στὸ πλευρό Του, εἶμαι μαθητὴς Του ἀκόμα κι ἂν μὲ ἀπορρίψουν, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν μοῦ ἐπιτρέψεις νὰ μπῶ στὸ σπίτι σου ξανά».

Ἂς σκεφτοῦμε τὸ πλῆθος στὸν Γολγοθά. Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν ὄργανα στὴν καταδίκη Του, Τὸν περιγέλασαν, εἶχαν πάρει τὴν νίκη τους, τουλάχιστον ἔτσι νόμιζαν. Ἀκόμα ὑπῆρχαν οἱ στρατιῶτες, οἱ στρατιῶτες ποὺ Τὸν Σταύρωσαν• εἶχαν σταυρώσει ἀμέτρητους ἀκόμα ἀνθρώπους, ἔκαναν τὴν δουλειά τους. Δὲν τοὺς ἔνοιαζε ποιὸν σταύρωναν. Κι ὁ Χριστὸς προσευχόταν γι’ αὐτούς: «Συγχώρησε τοὺς Πατέρα, δὲν ξέρουν τί κάνουν…» Δὲν σταυρωνόμαστε μὲν μὲ φυσικὸ τρόπο, ἀλλὰ λέμε: «Συγχώρησε Πατέρα μου, ὅλους αὐτοὺς ποὺ μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ἀπορρίπτουν, ποὺ σκοτώνουν τὴν χαρὰ καὶ σκοτεινιάζουν τὶς ζωές μας..» Τὸ κάνουμε; Ὄχι δὲν τὸ κάνουμε. Ἀναγνωρίζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας σ’ αὐτοὺς τοὺς σταυρωτές;

Καὶ ἔπειτα ὑπῆρχε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ κατέκλυσαν τὴν πόλη γιὰ νὰ δοῦν ἕναν ἄνθρωπο νὰ πεθαίνει, μὲ μία τρελλὴ περιέργεια, ποὺ πιέζει τόσους ἀπὸ μᾶς νὰ γινόμαστε περίεργοι, γιὰ ὅσους ὑποφέρουν, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγωνιοῦν. Θὰ πεῖτε, δὲν συμβαίνει; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας, πῶς βλέπετε τηλεόραση, πόσο παθιασμένα βλέπετε τὰ ὅσα τρομερὰ συμβαίνουν στὴν Σομαλία, στὸ Σουδάν, στὴν Βοσνία καὶ ὅποια ἄλλη χώρα. Τὰ βλέπετε μὲ ραγισμένη καρδιά; Εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ ὑπομείνετε τὸν τρόμο, ἀλλὰ στρέφεστε στὸν Θεὸ μὲ προσευχή, καὶ δίνετε, δίνετε γενναιόδωρα ὅ,τι μπορεῖτε γιὰ νὰ περιοριστεῖ ἡ πείνα καὶ ἡ μιζέρια; Ἔτσι εἶναι; Ὄχι, εἴμαστε οἱ ἴδιοι ποὺ πῆγαν στὸν Γολγοθὰ γιὰ νὰ δοῦν κάποιον νὰ πεθαίνει. Περιέργεια, ἐνδιαφέρον; Ναί, ἀλίμονο.

Ὑπῆρχαν ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ πεθάνει• ἐπειδὴ ὅταν Ἐκεῖνος πεθάνει στὸν Σταυρό, ἐκεῖνοι θὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ τρομερὸ μήνυμα ποὺ Ἐκεῖνος φέρνει• ὅτι ὀφείλουμε νὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἄλλο, ἔτσι ποὺ νά εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ νὰ πεθάνουμε γι’ αὐτόν. Αὐτὸ τὸ μήνυμα τῆς σταυρωμένης, θυσιαστικῆς ἀγάπης, θὰ μποροῦσε νὰ καταργηθεῖ διαπαντός, καὶ γιὰ ὅλους. Κι ἂν Ἐκεῖνος ποὺ τὸ κηρύττει, πεθάνει, θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ψευδοπροφήτης, ἕνας ψεύτης.

Κι ἀκόμα, ὑπῆρχαν κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦρθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Σταυρό, κι ὅτι τότε θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιστοὶ χωρὶς ρίσκο, θὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν «μερίδα» τῶν νικητῶν. Δὲν τοὺς μοιάζουμε τόσο συχνά;

Κι ἔπειτα τὸ σημεῖο ποὺ πολὺ δύσκολα τολμᾶμε ν ἀντικρύσουμε τὴν Μητέρα τοῦ θυσιαζόμενου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, σιωπηλή, προσφέροντας τὸν θάνατό Του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, σιωπηλά, σβήνοντας μαζί Του, ὥρα τὴν ὥρα, καὶ ὁ μαθητὴς ποὺ γνώριζε μὲ τὸν νεανικὸ τρόπο, πῶς ν’ ἀγαπᾶ τὸν Κύριό του, στεκόμενος μὲ φόβο, κοιτάζοντας τὸν Κύριό του νὰ πεθαίνει καὶ τὴν Μητέρα ν’ ἀγωνιᾶ. Νοιώθουμε ἔτσι ὅταν διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, νοιώθουμε τὴν ἀγωνία στοὺς ἀνθρώπους γύρω μας;

Ἂς μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα μὲ σκοπὸ ὄχι νὰ εἴμαστε θεατὲς ὅσων συμβαίνουν, ἂς μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος καὶ σὲ κάθε βῆμα ἂς ρωτᾶμε τὸν ἑαυτό μας: ποιὸς εἶμαι μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἡ Μητέρα; Εἶμαι ὁ μαθητής; Εἶμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτές; Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ φθάσουμε στὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης μαζὶ μ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἦταν πραγματικὰ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση• ὅταν ἡ ἀπελπισία εἶχε φύγει, ἦρθε ἡ νέα ἐλπίδα, ὁ Θεὸς εἶχε νικήσει. Ἀμήν.



Ἀπόδοση Κειμένου: agiazoni



Πρωτότυπο Κείμενο

Palm Sunday
4 April 1993

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Today, in the day of Palms we stand in awe and amazement before what is happening in a way in which the Jews of Jerusalem could not meet Christ because they met Him imagining that He was the glorious king who would now take over all power, conquer and reject the heathen, the Romans who were occupying their country, that He would re-establish a kingdom, an earthly kingdom of Israel. We know that He had not come for that, He had come to establish a Kingdom that will have no end, a Kingdom of eternity, and the Kingdom that was not open only to one nation but was open to all nations, and the Kingdom that was to be founded on the life and on the death of Jesus Christ, the Son of God become the Son of man.

And Holy Week is from one end to another a time of tragic confusion. The Jews meet Christ at the gates of Jerusalem because they expect of Him a triumphant military leader, and He comes to serve, to wash the feet of His disciples, to give His life for the people but not to conquer by force, by power. And the same people who meet Him shouting, “Hosanna to the Son of David!” in a few days will shout, “Crucify Him, crucify Him!” because He has betrayed their expectations. They expected an earthly victory and what they see is a defeated king. They hate Him for the disappointment of all their hopes.

And this is not so alien to us in our days. How many are those people who have turn away in hatred from Christ because He has disappointed one hope or another. I remember a woman who had been a believer for all her life and whose grandson died, a little boy, and she said to me, “I don’t believe in God anymore. How could He take my grandson?” And I said to her, “But you believed in God while thousands and thousands and millions of people died.” And she looked at me and said, “Yes, but what did that do to me? I didn’t care, they were not my children.” This is something that happens to us in a small degree so often that we waver in our faith and in our faithfulness to God when something which we expect Him to do for us is not done, when He is not an obedient servant, when we proclaim our will, He does not say, “Amen,” and does not do it. So it is not so alien that we are from those who met Christ at the gates of Jerusalem and then turned away from Him.

But we are entering now in Holy Week. How can we face the events? I think we must enter into Holy Week not as observers, not reading the passages of the Gospel which are relevant, we must enter into Holy Week as though we were participants of the events, indeed read of them but then mix in the crowd that surrounds Christ and ask ourselves, Who am I in this crowd? Am I one of those who said, ‘Hosanna to the Son of David!’? And am I now on the fringe of saying, ‘Crucify him’? Am I one of the disciples who were faithful until the moments of ultimate danger came upon them? You remember that in the Garden of Gethsemane three disciples had been singled out for Christ to support Him at the hour of His supreme agony, and they did not, they were tired, they were desponded and they fell asleep. Three times He came to them for support, three times they were away from Him.

We do not meet Christ in the same circumstances but we meet so many people who are in agony, not only dying physically, and that also happens to our friends, our relatives, people around us, but are in agony of terror one way or another. Are we there awake, alive, attentive to them, ready to help them out, and if we can’t help, to be with them, to stand by them or do we fall asleep, that is, contract out, turn away, leave them in their agony, their fear, their misery. And again I am not speaking of Judas because no-one of us is aware of betraying Christ in such a way, but don’t we betray Christ when we turn away from all His commandments? When He says, “I give you an example for you to follow,” and we shake our heads and say, “No, I will simply follow the devices of my own heart.” But think of Peter, apparently the strongest, the one who spoke time and again in the name of others, when it came to risking his life, not his life, to be rejected simply, because no-one was about to kill him, he denied Christ three times.

What do we do when we are challenged in the same way, when we are in danger of being mocked and ridiculed and put aside by our friends or our acquaintances who shrug their shoulders and say, “A Christian? And you believe in that? And you believe that Christ was God, and you believe in His Gospel, and you are on His side?” How often? O, we don’t say, “No, we are not,” but do we say, “Yes, it is my glory, and if you want to crucify Him, if you want to reject Him, reject me too because I choose to stand by Him, I am His disciple, even if I am to be rejected, even if you don’t let me into your house anymore.”

And think of the crowd on Calvary. There were people who had been instrumental in His condemnation, they mocked Him, they had won their victory, so they thought at least. And then there were the soldiers, the soldiers who crucified Him, they had crucified innumerable other people, they were doing their job. It didn’t matter to them whom they crucified. And yet Christ prayed for them, “Forgive them, Father, they don’t know what they are doing.” We are not being crucified physically, but do we say, “Forgive, Father, those who offend us, who humiliate us, who reject us, those who kill our joy and darken our life in us.” Do we do that? No, we don’t. So we must recognise ourselves in them also.

And then there was a crowd of people who had poured out to the city to see a man die, the fierce curiosity that pushes so many of us to be curious when suffering, agony comes upon people. You will say, it doesn’t happen? Ask yourself how you look at television and how eagerly, hungrily you look at the horrors that befall Somalia, the Sudan, Bosnia and every other country. Is it with a broken heart? Is it that you can not endure the horror and turn in prayer to God and then give, give, give generously all you can give for hunger and misery to be alleviated? Is it? No, we are the same people who came out on Calvary to see a man die. Curiosity, interest? Yes, alas.

And then there were those who had come with the hope that He will die because if He died on the cross, then they were free from this terrifying, horrible message He had brought that we must love one another to the point of being ready to die for each other. That message of the crucified, sacrificial love could be rejected once and for all if He who preached it, died, and it was proved that He was a false prophet, a liar.

And then there were those who had come in the hope that He will come down from the cross, and then they could be believers without any risk, they would have joint the victorious party. Aren’t we like that so often?

And then there is a point to which we hardly should dare turn our eyes – the Mother of the Incarnate Son of God, the Mother of Jesus silent, offering His death for the salvation of mankind, silent and dying with Him hour after hour; and the disciple who knew in a youthful way how to love his master, standing by in horror, seeing his Master die and the Mother in agony. Are we like this when we read the Gospel, are we like this when we see the agony of men around us?

Let us therefore enter in this Holy Week in order not to be observers of what happened then, let us enter into it mixed with the crowd and at every step ask ourselves, who am I in this crowd? Am I the Mother? Am I the disciple? Am I one of the crucifiers? And so forth. And then we will be able to meet the day of the Resurrection together with those to whom it was life and resurrection indeed, when despair had gone, new hope had come, God had conquered. Amen.